Thursday, 8 February 2018

Η Γ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ ΩΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟΝ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ - ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 4ο Χιλιόμετρον Κορωπίου Μαρκοπούλου Τ.Κ. 194 00, Τ.Θ. 54 Κορωπί Ἀττικῆς. Τηλ. 210 6020176 Α.Π. 784 Ἐν Κορωπίω τῆ 31 Οκτ. 2015 (Ε.Η.) ΠΡΟΣ τόν «Αρχιεπίσκοπον» κ. Στέφανον Τσακίρογλου (Γ΄ προσωπική ἐπιστολή) Ἀγαπητέ μοι, χαῖρε και πάλιν ἐν Κυρίω. Σᾶς ἀποστέλλω ἕν κείμενον, τό ὀποῖον ἀναφέρεται εἰς το θέμα τῆς ἐν ἔτει 1935 ψευδοκαθαιρέσεως τῆς Νεοημερολογιτικῆς ‘Εκκλησίας κατά τοῦ ἁγίου Πατρός Ματθαίου και σᾶς παρακαλῶ να το λάβετε ὑπ’ ὄψιν, διότι δεν εἶναι καθόλου χριστιανικόν ἡμεῖς μέν να σᾶς καλοῦμε εἰς διάλογο διά να συζητήσωμεν τά θέματα πού μᾶς χωρίζουν με σκοπό να ειρηνεύσωμεν και ἐσεῖς να ἐπιστρατεύετε τον ἀσθενῆ «Φιλίππων» Χρυσόστομο, να καταφεύγη εἰς τά δικαστήρια να ψεύδεται και να κολάζεται…, και να σᾶς κολάζη και ἐσᾶς. (Ἀναφέρομαι εἰς την περίπτωσιν τοῦ ΟΔΑΠΙΕΓΟΧ). Εἶναι το IA Κεφάλαιον ἐκ τῆς «ΚΑΤΑ ΚΕΝΟΦΩΝΙΑΣ» μελέτης μου, ἡ ὁποία ἐξεδόθη εἰς βιβλίον τό 1991 καί ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς τάς περί νέου ἡμερολογίου κενοφωνίας τοῦ νεοημερολογίτου τότε πρεσβυτέρου Εὐ. Μαντζουνέα. Ὁ πλήρης τίτλος τῆς μελέτης εἶναι: + APXIM. KHPYKOY KONTOΓIANNH, Πρωτοσυγκέλλου – Aρχιγραμματέως τής Iεράς Συνόδου τής Eκκλησίας Γ.O.X. Eλλάδος (Νῦν Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου) KATA KENOΦΩNIAΣ ήτοι Λόγος Στηλιτευτικός τών «περί τού Hμερολογίου τής Eκκλησίας τής Eλλάδος» κακοδοξιών τού νεοημερολογίτου πρωτοπρεσβυτέρου Eυαγγ. Mαντζουνέα επί τή βάσει τών Iερών Kανόνων καί τής διδασκαλίας τών Πατέρων τής Eκκλησίας <> (M. Bασιλείου P.G. 31, 476). IEPAΠOΣTOΛIKAI EKΔOΣEIΣ <> Mπότσαρη 8, 121 31 Περιστέρι AΘHNAI 1991», ἐνῶ το ΙΑ Κεφάλαιον πού μᾶς ἐνδιαφέρει φέρει τόν ἑξῆς τίτλον: «Ἁἱ «καθαιρέσεις» τῶν ὡς ἄνω (σ.σ. κατά τό ἔτος 1935 ἐπιστρεψάντων ἐκ τοῦ σχίσματος τοῦ νέου ἡμερολογίου εἰς τήν ἀκαινοτόμητον Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν) τριῶν Ἀρχιερέων καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντων Ἐπισκόπων. Διατί αἱ «καθαιρέσεις» αὗται εἶναι ἄκυροι καὶ μὴ οὖσαι καὶ ἐκκλησιαστικῶς ἀνύπαρκτοι».. Το παραθέτομεν: «Ἀκολούθως, εἰς τὴν 15ην σελίδα, ὁ συγγραφεὺς λέγει ὅτι «ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία ἐφήρμοσε κατὰ τῶν ἀνωτέρω Ἀρχιερέων καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντων τὴν ἐκκλησιαστικὴν Ποινικήν Νομοθεσίαν, εἰσήγαγεν αὐτοὺς καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντας εἰς δίκην, μὲ τὴν κατηγορίαν φατρίας, τυρείας, παρασυναγωγῆς, καταφρονήσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, καὶ παροτρύνσεως Κλήρου καὶ Λαοῦ, ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τάς διατάξεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων ΛΔ΄ τῆς ΣT΄ Οἰκουμενικῆς, E΄ τῆς Ἀντιοχείας, καὶ IΔ΄ καὶ IE΄ τῆς Πρωτοδευτέρας καὶ ὑπέβαλεν εἰς πάντας τὴν ποινήν τῆς καθαιρέσεως. Οἱ ἀνωτέρω δὲν προσῆλθον εἰς τὸ Συνοδικὸν Δικαστήριον, διὸ καὶ ἐδικάσθησαν ἐρήμην. Οὗτοι ἠρνήθησαν νὰ προσέλθουν εἰς τὸ Συνοδικὸν Δικαστήριον, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἰσήχθησαν ἀναρμοδίως, καθ’ ὅτι κατ’ αὐτοὺς ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐκηρύχθη ὑπ’ αὐτῶν ὡς «σχισματική» καὶ «ἀπέκοψαν αὐτήν». Παραλλήλως ἤχθησαν δι’ ἐκκλήτου ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὴν Μείζονα Σύνοδον, κατηγοροῦντες τὴν Ἑλλαδικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τὴν θέσπισιν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ἄνευ συμφώνου γνώμης Κλήρου καὶ Λαοῦ, ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦ ἀνὰ τὸν Κόσμον Χριστεπωνύμου Πληρώματος, διό καὶ ἀμφισβητοῦσαν τὴν καθαίρεσιν. Ἔκτοτε, δέ, μὴ ἐκδικασθείσης εἰσέτι τῆς ἐκκλήτου, διότι καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀκολουθεῖ τὸ Νέον Ἡμερολόγιον, οἱ Παλαιοημερολογίται «Κληρικοί» μετὰ τοῦ ἀκολουθοῦντος ἐλαχίστου ποιμνίου, ἐξηκολούθησαν νὰ ἀκολουθοῦν τὸ Ἰουλιανὸν Ἡμερολόγιον. Κατὰ συνέπειαν οἱ χειροτονηθέντες ὑπ’ αὐτῶν, ἤτοι τῶν καθηρημένων στεροῦνται τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς». Τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν λεγομένων «καθαιρέσεων» εἶναι σπουδαιότατον καὶ δέον νά ἐρευνηθῆ προσηκόντως. Δέον νὰ λεχθῇ ἐξ ὑπαρχῆς ὅτι οἱ ὡς ἄνω Ἀρχιερεῖς, ἤτοι τόσον οἱ τρεῖς ἀποκόψαντες τοὺς καινοτομήσαντας καὶ ἐπανελθόντες εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, ὅσον καὶ οἱ ὑπ’ αὐτῶν τέσσαρες εἰς Ἐπισκόπους χειροτονηθέντες, δὲν καθῃρέθησαν. Τοῦτο δέ, καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι, ὡς ὁρίζει ὁ IE΄Κανὼν τῆς AB΄Συνόδου, οὗτοι «οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται», «ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γὰρ Ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι», ἤτοι, «οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διὰ τόν χωρισμὸν δὲν καταδικάζονται ἀλλὰ καὶ τιμῆς τῆς πρεπούσης ὡς ὀρθόδοξοι εἶναι ἄξιοι, ἐπειδὴ ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμὸν αὐτὸν ἀλλὰ μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν» (Ἑρμῆν. Ἀγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, σελ. 358) H Ἐκκλησία συκοφαντεῖται καὶ πολεμεῖται ἀνέκαθεν ὑπὸ τῶν αἱρέσεων ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἱδρύσεως Της. Αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντος Τοῦτον Πατρός, κατηγορήθη, ὡς «ἐπαναστάτης», ἀπὸ τοὺς ἀπειθήσαντας εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι, οὐ μόνον ἐσυκοφάντησαν, ἐν τῇ ἀποστασίᾳ των, ἀλλὰ καὶ ἐσταύρωσαν τὸν Κύριον τῆς δόξῃς. Εἰς τὸ Εὐαγγελιον βλέπομεν ὅτι, ὅτε ὁ Κύριος ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ «ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές. Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὔκ ἐστι παρά τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ Σάββατον οὐ τηρεῖ». Τοῦτο δὲ διότι «πηλόν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισε» τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ. Ὅτε δὲ ὁ τυφλὸς προέβη εἰς τὴν ὁμολογίαν του, εἰπὼν εἰς τοὺς λοιδοροῦντας αὐτὸν Ἰουδαίους ὅτι «εἰ μὴ ἦν οὖτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν», τότε οὗτοι, δηλ. οἱ Ἰουδαῖοι «ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω» (Ἴῳ., 34). Ἀφ’ οὖ δὲ «ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω» οἱ Ἰουδαῖοι, εὗρε τότε ὁ Χριστὸς αὐτὸν (Ἴῳ. Θ, 35). Ἀλλοῦ, πάλιν, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον βλέπομεν ὅτι ὁ Κύριος μας λέγει: «εἰ ἑμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἴῳ. IE΄, 20). Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σχεδὸν πάντες ἐδιώχθησαν, πλεῖστοι δὲ τούτων καθῃρέθησαν ὑπὸ τῶν παρανόμων αἱρετικῶν διὰ τὸ ὀρθόδοξον φρόνημα των. Οὕτω, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐπανειλημμένως καθῃρέθη καὶ ἀνεθεματίσθη καὶ ἐξωρίσθη ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν ἀρειανῶν (Θ.H.E. τόμ. 8, σελ. 927-929). O Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ καὶ Πρόεδρος τῆς Γ΄ Οἰκουμενικὴς Συνόδου, καθῃρέθη ὑπὸ τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ. (Πρακτικὼν Ἀποστατικοῦ M, 1372 ἐπ.) O Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καθῃρέθη παρὰ τῆς «ἐπὶ Δρῦν» συνόδου τῆς διωκτικὴς ἀνομίας (Παλλαδίου P.G. 47, 9-39). H δευτέρα εἰκονομαχικὴ σύνοδος (815) «ἠκύρωσε τὴν Z΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ἀποκατέστησε τὸ κῦρος τῆς ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου πρώτης εἰκονομαχικὴς συνόδου (754) καὶ ἀφώρισε τοὺς διαφωνοῦντας ἐπισκόπους. Οἱ ὀρθόδοξοι ἀντέδρασαν. Ἐπὶ κεφαλῆς τούτων ἵστατο Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Ἔγραψε πραγματείας, τῶν ὁποίων ἡ μεγαλυτέρα ἐπιγράφεται «Λόγοι ἀντιρρητικοί». (B. Στεφανίδου Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. Ἔκδ. Δ΄, Ἀθῆναι 1978, σελ. 262). O Μέγας Φώτιος ἀνεθεματίσθη, οἱ δὲ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες καθῃρέθησαν ἀπὸ τὴν παπόφρονα ψευδοσύνοδον τοῦ ἔτους 869, τὴν ὁποίαν οἱ αἱρετικοὶ παπικοὶ λέγουν «ὀγδόην οἰκουμενικήν»! (B. Στεφανίδου, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 359). Ταῦτα, βεβαίως, ἔπραττον καὶ πράττουν οἱ ἄδικοι καὶ αἱρετικοί, ὡς λέγει ἡ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «παρὰ θεσμοὺς καὶ κανόνας καὶ πᾶσαν ἀκολουθίαν ἐκκλησιαστικήν» (Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου M. 4, 1328). Ἐρωτᾶται, λοιπόν, πὼς ἀντιμετωπίζονται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας «αἱ παράλογοι καθαιρέσεις» (M. Φωτίου P.G. 104, 1225). H ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο εἶναι ὅτι αἱ παράνομοι καὶ παράλογοι καὶ ἀντίχριστοι αὗται καθαιρέσεις εἰς οὐδὲν λογίζονται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔχουσαι ἐκκλησιαστικῶς. Οὕτως, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καίτοι «καθαιρεθείς», οὐ «καθήρηται», ὡς ἔλεγον εἰς τὸν Βασιλέα οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει τότε Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι (Παλλαδίου Ἐλενουπόλεως P.g. 47, 31). O Ἰννοκέντιος Ῥώμης, εἰς ἐπιστολὴν του, ἢν ἀπηύθυνεν πρὸς τὸν Θεόφιλον μετὰ τὴν «καθαίρεσιν» ταύτην, ἔλεγεν «Ἠμεῖς καὶ σὲ ἶσμεν κοινωνὸν καὶ τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννην». (Ἰννοκεντίου Ῥώμης P.G. 47, 12). Γενικῶς ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾷ τὰ μέγιστα τὸν Ἅγιον τοῦτον, ὅν, μετὰ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, κατατάσσει εἰς «τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου θεότητος» (Ἀπολυτίκιον ἐορτῆς Τριῶν Ἱεραρχῶν). Εἰς τάς Οἰκουμενικὰς Συνόδους ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὁμολογεῖται ἀναντίρρητος, ὡς λ.χ. εἰς τὴν Z΄Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐλέχθη: «Ἰωάννης ὁ Χρυσοστόμος τοιαῦτα λέγει περὶ τῶν εἰκόνων, τίς ἐστι τολμῶν εἰπεῖν κατ’ αὐτῶν τι» (Z΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, M. 13, 8). Οὗτος ἰστορείται εἰς τοὺς Ναοὺς ἐντὸς τοῦ Ἁγίου Βήματος, ἡ δὲ θεία λειτουργία τούτου τελεῖται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς καὶ ἡ τοῦ M. Βασιλείου. O ἴδιος οὐδέποτε ἀνεγνώρισε τὴν «καθαίρεσίν» του, ἀποθανὼν δὲ ἐν τῇ ἐξορίᾳ ἐτάφη φέρων τὰ Ἀρχιερατικὰ του ἄμφια. H ἀπόφασις, ἤ, μᾶλλον, ψευδοαπόφασις περὶ τῆς καθαιρέσεως τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας χαρακτηρίζεται χαρτίον «ἀσεβὲς καὶ παράνομον» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας M. 4, 1308). O ἴδιος ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ὁ γενόμενος καὶ Πρόεδρος τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔγραφεν εἰς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει πάσχοντας καὶ «καθηρημένους» ὑπὸ τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου «Τοῖς δὲ τῶν κληρικῶν ἤτοι (ἤ) τῶν λαϊκῶν διὰ τὴν ὀρθὴν πίστιν κεχωρισμένοις ἢ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμεν ἡμεῖς. Οὐ τὴν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον». Λέγει δὲ ἀκόμη εἰς αὐτούς: «Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν Κυρίῳ μακάριοι, ὅτι τό τῆς Δυνάμεως καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα εἰς ὑμᾶς ἀναπέπαυται». (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας M. 4, 1096). O Μέγας Φώτιος, πάλιν, λέγει σχετικῶς: «Ἤν ποτε φευκτὸν καὶ φοβερὸν τό ἀνάθεμα, ὅτε κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας, ὑπὲρ τῶν τῆς εὐσεβείας κηρύκων, ἐφέρετο. Ἀφ’ οὖ δὲ ἡ τολμηρὰ καὶ ἀναίσχυντος τῶν ἀλαστόρων ἀπόνοια, παρὰ πάντα θεσμὸν θεῖόν τε καὶ ἀνθρώπινον, καὶ παρὰ πάντα λόγον Ἑλληνικόν τε καὶ βάρβαρον, τὸ οἰκεῖον ἀνάθεμα κατὰ τῶν προμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναστρέφειν ἐφρυάξατο, καὶ τὴν βαρβαρικὴν μανίαν ἐκκλησιαστικὴν παρανομίαν ἐφιλονείκησεν ἀπεργάσασθαι, αὐτίκα καὶ τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο τῆς ποινῆς ἁπάσης πέρας ἔσχατον, εἰς μύθους καὶ παίγνια μεταπέπτωκε, μᾶλλον δέ, τοῖς εὐσεβέσι καὶ αἱρετὸν παρεσκεύασται. Οὐδὲ γὰρ οὐδ’ ἡ πάντολμος τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας γνώμη, τάς ποινάς, καὶ μάλιστα τάς ἐκκλησιαστικάς, ποιεῖ φοβεράς, ἀλλὰ τῶν πασχόντων τὸ ὑπεύθυνον ὡς τό γε ἀνεύθυνον καὶ εἰς χλεύην τάς ἐκείνων τιμωρίας τρέπει, καὶ κατ’ ἐκείνων τὸ δικαίωμα τῆς τιμωρίας ἀναστρέφει, καὶ τῷ ὑπ’ αὐτῶν τιμωρουμένῳ στεφάνους ἀκηράτους, καὶ ἀθάνατον δόξαν, ἀντὶ ποινῆς ἀπεργάζεται. Δι’ ὃ καὶ ἕκαστος τῶν εὐσεβῶν καὶ ἁγίων, ὑπ’ αὐτῶν ἠλλοτριωμένων Χριστοῦ, μυριάκις αἱρεῖται προπηλακίζεσθαι, καὶ ἀναθεματίζεσθαι ἢ τοῖς αὐτῶν μισοχρίστοις καὶ θεοστυγέσιν μετὰ λαμπρὰς τῆς εὐφημίας κοινωνῆσαι πονηρεύμασι». (M. Φωτίου Ἐπιστολὴ IZ, Ἰγνατίω Μητροπολίτῃ Κλαυδιουπόλεως, P.G. 102, 833). Καὶ «Ὥσπερ τοὺς τοῦ Δεσπότου μαθητάς τὸ μισόχριστον τῶν Ἰουδαίων συνέδριον ἀποσυναγώγους ποιήσαντες, ἐκείνους μὲν μᾶλλον τῷ Διδασκάλῳ καὶ Δεσπότῃ προσωκείωσαν, ἑαυτοὺς δὲ τέλειον καὶ τῆς Θείας μυσταγωγίας, καὶ τῆς οὐρανῶν βασιλείας ἠλλοτρίωσαν. Οὕτω καὶ νῦν οἱ τῶν Ἰουδαίων μιμηταί, τοὺς τῶν ἀποστόλων ζηλωτάς, ἀποσυναγώγους ποιήσαντες, ἠμᾶς μέν τοῖς θεσπεσίοις ἐκείνοις καὶ αὐτάπταις τοῦ Λόγου, συνήψάν τε μᾶλλον καὶ συνήνωσαν. H γάρ κοινωνία τῶν παθῶν ἀκριβεστέραν ποιεῖται τὴν ἐν βίῳ καὶ πίστει συνάφειαν, ἑαυτοὺς δὲ καὶ τῆς ἐκείνων διδασκαλίας, καὶ τῆς ἡμετέρας ὀρθοδοξίας, ἐλεεινῶς τε καὶ ἀθλίως ἐναπέτεμον, καὶ τῆς Χριστιανῶν ὅλως καὶ κλήσεως καὶ πολιτείας τὴν ἑαυτῶν μοῖραν διχάσαντες, εἰς τὴν τῶν Ἰουδαίων, οὕτως παρεζήλωσαν, καὶ χριστομαχίαν καὶ μιαιφονίαν φερόμενοι ἐκπεπτώκασιν». (M. Φωτίου Ἐπιστολὴ IH, Μιχαὴλ Μητροπολίτῃ Μυτιλήνης, Π.Γ. 102, 833). Δηλαδὴ: Ἦταν κάποτε φοβερὸν τὸ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς κάποιον ἀνάθεμα, ὅτε ἐφέρετο ὑπὲρ τῶν κηρύκων τῆς εὐσεβείας κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας. Ἀφ’ ὅτου δὲ ἡ τολμηρὰ καὶ ἀναίσχυντος τῶν «ἀλαστόρων(*) «ἀπόνοια»(**), παρὰ πάντα θεσμὸν θεῖον καὶ ἀνθρώπινον, καὶ παρά πάντα θεσμὸν θεῖον καὶ ἀνθρώπινον, καὶ παρὰ πάντα λόγον Ἑλληνικὸν καὶ βάρβαρον, τὸ ἀνάθεμά που ἁρμόζει εἰς αὐτὴν (τὴν ἀπόνοιαν) ἐφρυάξατο»(***) νὰ ἀναποδογυρίση καὶ νὰ στρέψῃ κατὰ τῶν προμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ τὴν βαρβαρικὴν μανίαν προσεπάθησεν ἐπιμόνως νὰ τήν κάμη ἐκκλησιαστικὴν παρανομίαν, ἀμέσως καὶ τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο καὶ τὸ ἔσχατον πέρας ὅλης τῆς ποινῆς μετετράπη εἰς παραμύθια καὶ ἀντικείμενον ἐμπαιγμού. Μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητὸν ἔχει γίνει διά τοὺς εὐσεβεῖς. Διότι δὲν κάμνει φοβερὰς τάς ποινάς, καὶ μάλιστα τάς ἐκκλησιαστικάς, ἡ πάντολμος γνώμη τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ τὸ ἂν εἶναι ἔνοχοι οἱ πάσχοντες, ὅπως καὶ ἡ ἀθωότης μετατρέπει τάς τιμωρίας ἐκείνων εἰς ἐμπαιγμὸν καί ἀναποδογυρίζει καὶ στρέφει κατ’ αὐτῶν τὸ δικαίωμα αὐτῆς τῆς τιμωρίας, εἰς δὲ τὸν τιμωρούμενον ἀπὸ αὐτοὺς ἀντὶ ποινῆς παρασκευάζει στεφάνους ἀκηράτους καὶ δόξαν ἀθάνατον. Διὰ τοῦτο καὶ ἕκαστος τῶν εὐσεβῶν καὶ τῶν ἁγίων προτιμᾷ μυριάκις νὰ προπηλακίζεται (νὰ ὑβρίζεται) ἀπὸ αὐτούς που εἶναι ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸν Χριστόν, καὶ νὰ ἀναθεματίζεται, παρὰ νὰ κοινωνῇ μετὰ λαμπρᾶς εὐφημίας (ἐπαίνου) μὲ τά μισόχριστα καὶ θεομίσητα πονηρεύματα των. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ μισόχριστον συνέδριον τῶν Ἰουδαίων μέ τό νὰά κάμῃ ἀποσυναγώγους τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, ἐκείνους μὲν ἔκαμε περισσότερον οἰκείους εἰς τὸν διδάσκαλον καὶ δεσπότην, τούς ἑαυτοὺς των δὲ ἀπεξένωσαν ἐντελῶς καὶ τῆς θείας μυσταγωγίας καὶ τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, οὕτω καὶ τώρα οἱ μιμηταὶ τῶν Ἰουδαίων, ἀφοῦ ἔκαμαν ἀποσυναγώγους τοὺς ζηλωτὰς τῶν ἀποστόλων, ἠμᾶς συνέδεσαν καὶ μᾶς συνήνωσαν περισσότερον μέ ἐκείνους τούς θεσπεσίους καὶ αὐτόπτας τοῦ Λόγου. Διότι ἡ κοινωνία τῶν παθημάτων κάμνει ἀκριβεστέραν τὴν συνάφειαν εἰς τόν βίον καὶ τὴν πίστιν, τοὺς ἑαυτούς των δέ ἀπέκοψαν κατὰ ἐλεεινὸν καὶ ἄθλιον τρόπον καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν ἐκείνων καὶ ἀπὸ τὴν ἰδικὴν μας Ὀρθοδοξίαν, καὶ διαχωρίσαντες ἐντελῶς τό ἰδικὸν των μερίδιον συμμετοχῆς καί ἀπό τὴν κλῆσιν καὶ ἀπό τὴν πολιτείαν τῶν χριστιανῶν ἔχουν ξεπέσει εἰς τὴν Χριστομαχίαν καὶ τὴν μιαιφονίαν (ἤτοι τὸ μίασμα δολοφονίας ἀθώου) τῶν Ἰουδαίων, τούῶ ὁποίους ὑπερεμιμήθησαν. Σημειώσεις: (*) Ἀλάστωρ: ἀσεβής, κακός, φονεὺς (καταδιωκόμενος ἀπὸ τὴν τύψιν τοῦ ἰδίου συνειδότος, καὶ μιαίνων ὅσους τὸν πλησιάζουν) ἐπομ. ἀποτρόπαιος, Μεταφορικώς: ὁ κατατρέχων τινὰ ἀκαταπαύστως, πειρασμὸς (βλ. «λέων βουκόλων ἀλάστωρ» καὶ «τῶν τέκνων ἀλάστορα» δηλ. τὴν Μήδειαν) βλ. λεξ. Βυζαντίου. (**) Ἀπόνοια: στέρησις νοός, θρασύτης, ἐπομ. τόλμη παράλογος, παραφορά, ἀπελπισία, κίνημα ἀπηλπισμένων, χάσιμο κάθε συστολῆς, ἐντελὴς ἀναισχυντία. (Βλ. καὶ «ἀπόνοιά ἐστιν ὑπομονὴ αἰσχρῶν ἔργων καὶ λόγων» Θεοφραστος) Βλ. λέξ. Βυζαντίου. (***) Φρυάττομαι: κάμνω σὰν τὸ ἄλογο ὅταν χλιμηντρὰ μὲ τὴν μύτην (τινάζη τὴν χαίτην, κτυπὰ τὰ πόδια κατὰ γῆς κ.λπ.) ἀπὸ θυμὸν ἢ ἀνυπομονησίαν// (ἐν γένει). Τρεμω ἀπὸ χαρὰν σπανιώτερον. Μεταφορικώς: φέρομαι μὲ ὑπερβολικὴ ὑπερηφάνεια, κομπάζω, αὐθαδιάζω» (Λεξ. Βυζαντίου) Αὕτη, λοιπόν, ἡ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ἀντιμετώπισις τῶν τοιούτων ψευδοκαθαιρέσεων καὶ ἐν γένει ψευδοποινών. Ἐν τῇ συγκεκριμένη ὧδε περιπτώσει, οἱ ὡς ἄνω ἑπτὰ Ἀρχιερεῖς, ἤτοι οἱ τρεῖς πρῶτοι καὶ οἱ τέσσαρες ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντες, ὀρθῶς ἀπέκοψαν τοὺς σχίσαντας τὴν Ἐκκλησίαν ὀπαδοὺς τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐορτολογικὴς καινοτομίας τοὺς ὑπὸ τὸ ἀνάθεμα τῶν τριῶν ὡς ἄνω Πανορθοδόξων Συνόδων τελοῦντας. O συγγραφεὺς (σελ. 15) δὲν μᾶς λέγει ποίαν «ἐκκλησιαστικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν», «ἐφήρμοσε» κατὰ τῶν ἀνωτέρω Ἀρχιερέων «ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία». Διότι οὖτοι οὔτε ἐκλητεύθησαν, οὔτε παρέστησαν, οὔτε ἀπελογήθησαν εἰς δίκην, οὔτε ἀπόφασις περὶ τῆς καθαιρέσεως τῶν ἔγγραφος τούς ἐκοινοποιήθη, ἀλλ’ «ἐδικάσθησαν» καὶ «κατεδικάσθησαν» ἀπόντες καὶ ἀναπολόγητοι, ὄντες δεσμῶται καὶ ἐγκάθειρκτοι καὶ φρουρούμενοι εἴς τινα οἰκίαν. Ὅθεν, ἰσχύει ἐν προκειμένῳ αὐτό, πού εἶπεν εἰς παρομοίαν περίπτωσιν ὁ «πατὴρ πατέρων», ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, «Ποῖον συνέστη καθ’ ἡμῶν ἐπὶ τοῖς γενομένοις ἢ ὑπονοουμένοις κριτήριον; Τὶς ἀπόδειξις τὴν ἀδικίαν ἀπήλεγξε; Τίνες Κανόνες καθ’ ἠμῶν ἀνεγνώσθησαν; Ποία ἔννομος ἐπισκόπου ἀπόφασις τὴν καθ’ ἠμῶν κρίσιν ἐκύρωσεν;» (Γρηγορίου Νύσσης P.G. 1008). Ἐξ ἅλλου εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γράφεται καὶ τὸ ἑξῆς σχετικόν: «Τὸν ἐν τῇ κρίσει μὴ παρόντα, ἀλλὰ μήτε προσκληθέντα, κατὰ μηδένα τρόπον βλάπτεσθαι ὑπὸ τῆς ἐξενεχθείσης κατ’ αὐτοῦ ψήφου δοκιμάζομεν» (Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου M. 7, 268). Ὡς καί: «τὰ κατά ἀπόντος γινόμενα ἀργείτω, ταῦτα πάντες λέγομεν, οὐδεὶς ἀπόντα κατακρίνει: (Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου M. 7, 205). Περαιτέρῳ, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1932 ἰσχύει ὁ Νόμος 5383/1932 «Περὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί τῆς πρὸ αὐτῶν διαδικασίας». O νόμος οὗτος ἀφορᾷ εἰς τὴν νεοημερολογιτικὴν θρησκευτικὴν κοινότητα καί δέν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὥστε, ἂν ὁ νόμος οὗτος ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω Ἱεραρχῶν Γ.O.X. κακῶς ἐφηρμόσθη. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι καλῶς ἐφηρμόσθη, οὐδ’ αὐτὸς ἐτηρήθη. Εἰρήσθω προσέτι ὅτι οἱ καινοτόμοι οὖτοι πραξικοπηματίαι, οὐδὲν δικαίωμα εἶχον, οὐ μόνον νὰ καθαιρέσουν, ἀλλὰ καὶ νὰ δικάσουν, κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας. Διότι, ὡς παρατηρεῖ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, «Οὐ γὰρ οἷόν τε συνόδῳ συναριθμηθῆναι τούς περί πίστιν ἀσεβοῦντας, οὐδὲ πρέπει προκρίνεσθαι πράγματος ἐξέτασιν τῆς περί πίστεως ἐξετάσεως. Χρῆ γάρ πρῶτον πᾶσαν περὶ τῆς πίστεως διαφωνίαν ἐκκόπτεσθαι καὶ τότε τὴν περὶ τῶν πραγμάτων ἔρευναν ποιεῖσθαι» (M. Ἀθανασίου BEΠEΣ 31, 2). Ὅθεν, οἱ καινοτόμοι οὖτοι οὐ μόνον δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ καταδικάσουν, ἀλλ’ οὐδὲ κάν νὰ δικάσουν. Ἀνεξαρτήτως τούτων, ἀκόμη καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν συνέτρεχον τὰ ἀνωτέρω, αἱ «καθαιρέσεις» αὗται δὲν ἔχουν ἐπέλθει οὐδὲ διαδικαστικώς. Τοῦτο δέ, διότι, ὡς συνομολογεῖ καὶ ἰστορεῖ ὡς ἄνω, καὶ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεύς, (α) οἱ «καθαιρεθέντες» ἤσκησαν ἔκκλητον κατὰ τῶν ἀποφάσεων περὶ «καθαιρέσεων τῶν» ἐνώπιον τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ (β) ἡ ἔκκλητος αὔτη οὐδέποτε συνεζητήθη μέχρι σήμερον. Ἐν ἄλλοις λόγοις, τελεσίδικος ἀπόφασις «καθαιρέσεως» τῶν ὡς ἄνω οὐδέποτε ἐξεδόθη. Κατὰ συνέπειαν, ἐκκρεμοῦς οὔσης εἰσέτι τῆς ἐκκλήτου, οὐδὲ διαδικαστικῶς ἔχουν συντελεσθῇ αἱ ἐν λόγῳ «καθαιρέσεις», οὖσαι, καί διά τόν λόγον τοῦτον, ἀνύπαρκτοι. Ὅθεν, προξενεῖ ἐντύπωσιν, ὁ ὡς ἄνω συλλογισμὸς τοῦ συγγραφέως, ἔχων κατ’ οὐσίαν, ὡς ἐξῇς: Ἐπειδὴ κατὰ τῶν ἀποφάσεων περὶ καθαιρέσεων ἔχει ἀσκηθῆ ἔκκλητος καὶ τῆς ἐκκλήτου μὴ συζητηθείσης εἰσέτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής, διὰ ταῦτα, οἱ ἀσκήσαντες τὴν ἔκκλητον εἶναι καθηρημένοι. Τὸ λογικὸν τοῦτο ἅλμα ἐνθυμίζει τὴν φράσιν «τῇ πιθανότητι τῶν παραλογισμῶν» (M. Ἀθαν. BEΠEΣ 30, 123). Διατελῶ μετά τῆς ἐν Χριστῶ ἀγάπης + Ὁ Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

No comments:

Post a Comment