18/10/19

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ Κ ΑΙΩΝΑ



Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ
Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ 20οῦ ΑΙΩΝΑ
1. Ἐξαπλώνεται ἀνεμπόδιστα ὁ Οἰκουμενισμός
Ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ χειρότερη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, προελαύνει ἀκάθεκτη· διαβρώνει συνειδήσεις κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, χωρὶς ἀποτελεσματικὴ ἀντίσταση. Ἐμφανίζεται μὲ ἔνδυμα προβά­του, ὡς δῆθεν ἀγάπη, εἰρήνη, καὶ ἑνότητα πρὸς τοὺς ἀλλοθρήσκους καὶ αἱρετικούς, ἐνῶ πρόκειται γιὰ βαρὺ καὶ ἄγριο λύκο ποὺ κατασπαράσσει τὸ ποίμνιο. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ποιμένες ἔχουν ἀσπασθῆ τὴν αἵρεση καὶ ἔχουν μεταβληθῆ σὲ λύκους· οἱ περισσότεροι εἶναι μισθωτοὶ καὶ δὲν θέλουν νὰ διώξουν τοὺς λύκους γιὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν καλοπέραση, τὶς τιμὲς καὶ τὶς δόξες, ἄλλοι εἶναι δειλοὶ καὶ φοβοῦνται τοὺς λύκους, καὶ μόνον ὀλίγοι ἀγωνίζονται νὰ τοὺς διώξουν.
Τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι τὸ ποίμνιο ἀκατήχητο καὶ ἀκαθοδήγητο, ἀνυπο­ψίαστο, δὲν διακρίνει τοὺς λύκους κάτω ἀπὸ τὸ ἔνδυμα τοῦ προβάτου, καὶ ὄχι μόνο δὲν προφυλάσσεται, ἀλλὰ τοὺς τιμᾶ καὶ τοὺς δοξάζει. Στὶς ἐνορίες οἱ ἱερεῖς διστάζουν νὰ ὁμιλήσουν ἐναντίον τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκου­μενισμοῦ καὶ νὰ ἐνημερώσουν τοὺς πιστούς, διότι οἱ μὲν ἐξ᾽ αὐτῶν ἄγαμοι ἐπιθυμοῦν νὰ φορέσουν ἀρχιερατικὴ μίτρα, ποὺ δίδεται κατὰ κανόνα σὲ οἰκουμενιστὲς ἢ σὲ καλοπερασάκηδες τῶν συμποσίων καὶ τῶν πολυτελῶν ἀμφίων, οἱ δὲ ἔγγαμοι πρεσβύτεροι ὑπολογίζοντες εὐμενεῖς ἢ δυσμενεῖς τοποθετήσεις, μεταθέσεις καὶ ἄλλες συνέπειες γιὰ τὶς οἰκογέ­νειές τους σιωποῦν καὶ δὲν ἐκδηλώνονται, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων  ἐπαινετῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ νὺξ βαθεῖα καὶ σκότος γιὰ τὸν εὐλογημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂς ψάλλουμε σὲ κάθε λειτουργία «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυ­νοῦντες». Ἡ ἀληθινὴ πίστη διώκεται, συκοφαντεῖται, κακοποιεῖται, ἀναμει­γνυόμενη μὲ φρικτὲς αἱρέσεις, καὶ ἡ Ἁγία Τριάδα βλασφημεῖται μὲ τὸ εὕρημα ὅτι οἱ τρεῖς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες, Ἰουδαϊσμός, Χριστιανισμὸς καὶ Ἰσλάμ, ἔχουν τὸν ἴδιο Θεὸ καὶ ἄλλες ἀντιτριαδικὲς δοξασίες.
Ἡ ἄτυπη «Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀγωνίζεται καὶ φροντίζει μὲ συνέδρια, συνεντεύξεις, δημοσιεύματα, ὁμολογητικὰ καὶ ἀντιρρητικὰ κείμενα, νὰ ρίξει λίγο φῶς στὸ σκοτάδι, νὰ διδάξει, νὰ ἐνημερώσει, νὰ κατηχήσει τὸ ἀκατήχητο ποίμνιο, μέσα σὲ πολλὲς δυσκολίες καὶ πολλὰ ἐμπόδια ποὺ ὑψώνονται ὡς τείχη γιὰ νὰ μὴν ἀκουσθῇ ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία βέβαια, ὅσα ἐμπόδια καὶ ἂν προβληθοῦν ἀπὸ τοὺς ἰσχυρούς, δὲν πρόκειται νὰ χαθεῖ καὶ νὰ ἡττηθεῖ, διότι «ὁ λόγος τοῦ  Θεοῦ οὐ δέδεται»[1], ἀλλὰ καὶ διότι τό «ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί»[2].
Στὰ πλαίσια λοιπὸν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης νὰ ἐνημερώσουμε τοὺς πιστοὺς γιὰ τοὺς πρωτεργάτες καὶ ὑποστηρικτὲς τῆς συγκρητιστικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀναλαμβάνουμε νὰ παρουσιάσουμε τά «Λεχθέντα τῶν Οἰκουμενιστῶν» ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, τοῦ ἀπατεῶνος, ποὺ θεωρεῖται ὡς ὁ αἰώνας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐνδεικτικὰ βέβαια, ὥστε καὶ «ἐξ ὄνυχος» νὰ κατανοήσουν οἱ ἀμφιβάλλοντες τόν «λέοντα» αὐτὸν τῆς προδοσίας καὶ ἀποστασίας ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Κατὰ τὸν πρόχειρο σχεδιασμὸ ποὺ κάναμε θὰ παρουσιάσουμε πρῶτα οἰκουμενιστικὲς θέσεις τῶν πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως Ἰωακεὶμ τοῦ Γ´, τοῦ τοποτηρητοῦ Δωροθέου Προύσσης, τοῦ Μελετίου Δ´ Μεταξάκη, τοῦ Ἀθηναγόρα Α´, τοῦ Δημητρίου Β´ καὶ τοῦ Βαρθολομαίου Α´. Θὰ ἀκολουθήσουν οἰκουμενιστικὰ λεχθέντα ἀρχιερέων καὶ κατόπιν οἰκουμενιστικὲς θέσεις ἐπωνύμων καθηγη­τῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ὅπως καὶ ἀπαράδεκτες οἰκουμενιστι­κὲς ἀποφάσεις σὲ θεολογικοὺς διαλόγους καὶ συνελεύσεις τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», ἤγουν τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Αἱρέσεων καὶ Πλανῶν». Δὲν θὰ παραλείψουμε νὰ σχολιάζουμε ὀρθοδόξως τὰ λεγόμενα καὶ προβαλλόμενα, διότι πολλοί, λόγῳ ἀγνοίας καί «καλῶν λογισμῶν», δὲν ἐντοπίζουν τὶς πλάνες.

2. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο κατὰ τὸν ΙΘ´ αἰώνα. Ὀρθοδοξεῖ τὸ Πατριαρχεῖο, προτεσταντίζει ἡ Ἑλλάδα
Στὸν χῶρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὸν 19ο αἰώνα τίποτε δὲν προεμήνυε τὴν μεγάλη ἀλλαγὴ καὶ ἀνατροπὴ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ στὶς ἀρχὲς καὶ καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Ἡ πολιτικὰ αἰχμάλωτη στοὺς Ὀθωμανοὺς Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ βάση τὰ προνόμια ποὺ τῆς παρεχώρησε κατὰ θεία ρύθμιση ὁ πορθητὴς φάνηκε ἄξια τῶν καιρῶν καὶ τῶν περιστάσεων. Μὲ σύνεση, ταπείνωση, διάκριση σταμάτησε τὸ μεγάλο ρεῦμα τῶν ἐξισλαμισμῶν, ἀνέδειξε νεομάρτυρες, μιμούμενη τὴν Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων, διεφύλαξε καὶ ἐπροστάτευσε τὸν Μοναχισμὸ καὶ τὴν εὐσεβῆ παιδεία, μέσα σὲ κρυφὰ καὶ φανερὰ σχολεῖα, καὶ οὐσιαστικῶς μέσα στὴν ὑπάρχουσα Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἀνέστησε τὴν ἑλληνορθόδοξη αὐτοκρατορία τοῦ Βυζαντίου, τὴν Ρωμιοσύνη, ὥστε προσφυῶς νὰ χαρακτηρίζεται ἡ περίοδος αὐτὴ ὡς «Βυζάντιο μετὰ τὸ Βυζάντιο».
Τὴν ἴδια στάση ποὺ κράτησε ἀπέναντι στὸν ἐξ Ἀνατολῶν κίνδυνο, τὸ Ἰσλάμ, κράτησε καὶ ἀπέναντι στὸν ἐκ Δύσεως κίνδυνο τῶν δυτικῶν ἱεραποστόλων, Παπικῶν καὶ Προτεσταντῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλευόμενοι τὴν φτώχεια καὶ τὴν ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἐπιχειροῦσαν μὲ ποικίλους τρόπους νὰ τοὺς ἐκδυτικίσουν, ἀλλὰ στὴν συνέχεια καὶ ἀπέναντι στὸν ἄθεο Δυτικὸ Διαφωτισμό, «στὰ ἄθεα γράμματα», ὅπως ἔλεγε ὁ Χριστοφόρος Παπουλά­κος. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺ ἔγινε μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνα­νέωση τοῦ Ἡσυχασμοῦ στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸν 18ο αἰώνα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Κολλυβάδες Πατέρες, κάτω ἀπὸ τὴ στέγη καὶ εὐλογία τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Καμμία ἔκπτωση, κανένας συμβιβασμὸς στὰ θέματα τῆς πίστεως, καμμία ἀλλαγὴ στάσεως καὶ συμπεριφορᾶς ἀπέναντι στὶς πα­λαιὲς καὶ στὶς νέες αἱρέσεις, ἀπέναντι στὶς ἄλλες θρησκεῖες. Τῶν Ἀπο­στόλων τὸ κήρυγμα καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τό «μὴ μεταίρειν ὅρια αἰώνια ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν» καὶ τό «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι», ἦσαν ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς πάνω στὴν ὁποία ἐπορεύετο ἡ Ἐκκλησία Κωνσταν­τινουπόλεως, χωρὶς νὰ παρεκκλίνει, μέχρι τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀνήκουσα ἐπὶ αἰῶνες στὴν δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐκινδύνευσε μετὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1822 καὶ τὴν δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, μὲ ἐξαίρεση τὸ σύντομο διάστημα τῆς διακυβέρνησης ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια, νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ἡ περίοδος τῆς Βαυαροκρατίας τοῦ Ὄθωνος, μὲ πρωτεργάτες τὸν προτεστάντη Γερμανὸ Μάουερ καὶ τὸν συνεργάτη του ἀρχιμανδρίτη Θεόκλητο Φαρμακίδη, συνεργάτη καὶ ὀπαδὸ τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ, εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ μαῦρες σελίδες τῆς ἑλλαδικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Φοβούμενοι οἱ ξένοι Βαυαροὶ καὶ οἱ ντόπιοι συνεργάτες τους ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὴν πεῖρα καὶ τὴν παράδοση τῶν αἰώνων θὰ ἀντιδροῦσε στὰ σχέδια ἐκδυτικισμοῦ καὶ ἐκπροτεσταντισμοῦ τῶν ὑπηκόων τοῦ νέου κράτους ἀπέκοψαν αὐθαίρετα τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὸ 1933 ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, διακηρύξαντες αὐτογνωμόνως τὴν ἀνεξαρτησία της καὶ προκαλέσαντες ἔτσι σχισματικὴ κατάσταση ἐπὶ δεκαεπτὰ ἔτη μέχρι τὸ 1850, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἀμοιβαῖες συζητήσεις ἤρθη τὸ σχίσμα καὶ παραχωρήθηκε μὲ τὸν συνοδικὸ τόμο τοῦ 1850 κανονικὰ τὸ αὐτοκέφαλο ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο στὴν ᾽Εκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
Μάουρερ καὶ Φαρμακίδης ὑπέταξαν ἀπολύτως τὴν Ἐκκλησία στὴν Πολιτεία, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ὁποίας, ὁ βασιλεύς, ἦταν καὶ ἀρχογὸς καὶ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὰ μέλη τῆς πενταμελοῦς συνόδου διορίζονταν ἀπὸ τὸν βασιλέα, χωρὶς δὲ τὴν παρουσία τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου δὲν μποροῦσε νὰ συνεδριάσει ἡ σύνοδος, οἱ δὲ ἀποφάσεις της χωρὶς τὴν ὑπογραφή του ἦσαν ἄκυρες. Ἀπόλυτη προτεσταντικὴ πολιτειοκρατία, δέσμιοι καὶ αἰχμάλωτοι οἱ συνοδικοί.
Ἀκολούθησε ἡ διάλυση τῶν 412 ἀπὸ τὰ 500 μοναστήρια, καὶ πετάχθη­καν στοὺς δρόμους, οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ μοναχές, γιὰ νὰ  μὴ μποροῦν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀντιδράσουν στὴν κατεδάφιση τῆς Ὀρθοδοξίας· δόθηκε πλήρης ἐλευθερία καὶ ἀσυδοσία στὶς ξένες ἱεραποστολές, παπικὲς καὶ προτεσταν­τικές, νὰ ἱδρύουν σχολεῖα, συλλόγους, φιλανθρωπικὰ καταστήματα κ.τ.λ. καὶ νὰ προσηλυτίζουν τοὺς Ὀρθοδόξους. Σὲ ἐκκλησιαστικὸ καὶ θεολογικὸ ἐπίπεδο ἦταν ἀποτελεσματικὴ ἡ ἀντίδραση τοῦ λογίου ἐγγάμου κληρικοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων ἀπέναντι στὶς θεολογικὲς καὶ κανονικὲς ἀκροβασίες τοῦ Θεοκλήτου Φαρμακίδη. Κατὰ τὰ ἄλλα μία ἄφωνη ἱεραρχία ὑποταγμένη κυριολεκτικὰ στὸν Καίσαρα. Καὶ ὅταν οἱ ἁπλοϊκοὶ ἀγωνιστὲς Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος καὶ Χριστόφορος Παπουλάκος ἐνημέρωναν καὶ ἀφύπνιζαν τὸν λαό, συλλαμβάνονταν καὶ φυλακίζονταν ὡς βλάσφημοι, ὑβριστὲς καὶ συνωμότες. Ἡ θεολογικὴ παιδεία ἐπίσης ποὺ παρεχόταν στὴν νεοϊδρυθεῖσα Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κατὰ τὰ προτεσταντικὰ γερμανικὰ πρότυπα, μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρώτους καθηγητὰς τὸν Θεόκλητο Φαρμακίδη, ἐμποτίσθηκε ἀπὸ τὸν ὀρθολογισμὸ καὶ τὸν φιλελευθερισμὸ μὲ ἀνάλογους καρποὺς στὴν μόρφωση τῶν κληρικῶν καὶ τῶν θεολόγων, παραμερισθείσης σχεδὸν καθ᾽ ὁλοκληρίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Θεολογίας, μέχρι τέτοιου σημείου, ὥστε ἀκόμη καὶ μεγάλοι πανεπιστημιακοὶ καθηγηταὶ τοῦ 20οῦ αἰῶνος νὰ περιορίζουν τὴν πατερικὴ παράδοση χρονικὰ μέχρι τὸν 8ο αἰώνα καὶ νὰ ἀπορρίπτουν τὴν ἡσυχαστικὴ θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Χρειάσθηκε πολὺς καιρὸς καὶ δόθηκαν πολλοὶ ἀγῶνες ἀπὸ τοὺς εἰρωνικὰ χαρακτηριζόμενους ὡς συντηρητικοὺς καὶ παραδοσιακούς, γιὰ νὰ ἀρχίσει νὰ ἐλευθερώνεται ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν προτεσταντικὴ πολιτειοκρατία, νὰ ἐπιστρέφουν οἱ Πατέρες στὴν Θεολογία καὶ στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐνισχύεται καὶ ἀνασυγκροτεῖται ὁ διαλυμένος καὶ δυσφημισμένος Μοναχισμὸς κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος.
Τὸ ἀξιοπαρατήρητο εἶναι ὅτι τὴν ἴδια περίοδο ποὺ στὴν Ἑλλάδα κυριαρχοῦσαν οἱ «φωτισμένοι» τοῦ Κοραῆ καὶ οἱ προτεσταντίζοντες τῶν Βαυαρῶν καὶ τοῦ Φαρμακίδη, στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καθ᾽ ὅλην τὴν διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνος ἐπικρατοῦσε ἀκραιφνὴς Ὀρθοδοξία καὶ ποιμαντικὴ ἀγρύπνια ἐναντίον τῶν παπικῶν καὶ προτεσταντικῶν διεισδύσεων καὶ ἐπιρροῶν, οἱ ὁποῖες ἐλεύθερα ἁλώνιζαν στὸν ἑλλαδικὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ θεολογικὸ χῶρο. Ἂν αὐτὸ συνεχιζόταν καὶ στὸν 20ὸ αἰώνα, θὰ παρετηρεῖτο μία ἀληθινὴ νεοπατερικὴ ἄνθηση, ἕνα ἰσχυρότατο Ὀρθόδοξο μέτωπο, διότι οἱ ἀναδυόμενες στὴν Ἑλλάδα ὀρθόδοξες φιλοπατερικὲς παραδοσιακὲς δυνάμεις θὰ ἐνίσχυαν σημαντικὰ τὸ μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος παραδοσιακὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

3. Τὸ Πατριαρχεῖο ἀλλάζει πορεία. Ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων
Δυστυχῶς, οἱ ρόλοι ἀντεστράφησαν. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο προχωρεῖ σὲ πρωτόγνωρη στὴν ἱστορία ἀλλαγὴ πορείας. Ἀνοίγεται στὸν Οἰκουμενισμό, γίνεται φιλοπαπικὸ καὶ φιλοπροτεσταντικό, διακριτικὰ στὴν ἀρχή, ὁλοφάνερα καὶ προκλητικὰ στὴν συνέχεια μέχρι τῶν ἡμερῶν μας· καυχιέται γι᾽ αὐτὴν τὴν ἀλλαγή, γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Συναντιέται τώρα καὶ συμμαχεῖ μὲ τοὺς ἐν Ἑλλάδι “προοδευτικούς”, τοὺς συνεχιστὰς τῆς γραμμῆς τοῦ Κοραῆ καὶ τοῦ Φαρμακίδη, τοὺς θιασῶτες τῆς Μεταπατερικῆς Θεολογίας τοῦ Βόλου καὶ τοὺς καιροκόπους τοῦ Θεολογικοῦ Συνδέσμου «Καιρός», οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἔτη ἀγωνίζονται νὰ μεταβάλουν τὸ ὁμολογιακὸ ὀρθόδοξο μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν σὲ θρησκειολογία καὶ νὰ εἰσαγάγουν στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς τὴν διδασκαλία τοῦ Κορανίου μὲ τὴν ἵδρυση μέσα σ᾽ αὐτές «Τμήματος Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν». Ξεπέρασαν καὶ τὸν Κοραῆ καὶ τὸν Θεόκλητο Φαρμακίδη. Τὰ εὐλογοῦν καὶ τὰ προωθοῦν ὅλα αὐτὰ κρυφὰ καὶ φανερὰ καὶ τὸ Φανάρι καὶ ἡ Ἀθήνα, ἀφοῦ τοὺς πρωτεργάτες τοὺς τοποθετοῦν σὲ θέσεις διευθυντῶν, συμβούλων, συνεργατῶν, μελῶν σὲ διάφορες ἐπιτροπές, τοὺς ἐπαινοῦν καὶ τοὺς βραβεύουν. Ἡ Ἱεραρχία τοῦ Φαναρίου παντελῶς κωφὴ καὶ ἄλαλη, ἡ δὲ τῆς Ἑλλάδος ἐπαμφοτερίζουσα, δειλή, διστακτικὴ καὶ ἄπραγη, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων.
Ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ κατάσταση προδικάζει καὶ προμηνύει τὶς ἀντορθόδο­ξες ἀποφάσεις ποὺ θὰ ληφθοῦν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τοῦ 2016 στὴν Κωνσταντινούπολη, τῆς ὁποίας κύριος στόχος εἶναι ὄχι ἡ ἐπίλυση ἐπειγόντων ποιμαντικῶν προβλημάτων, ὅπως τὸ σχίσμα ποὺ προκάλεσε ἡ ἀδικαιολόγητη ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου τὸ 1924 καὶ ἡ θεραπεία του, οὔτε ἡ καύση τῶν νεκρῶν, οἱ μεικτοὶ γάμοι, ἡ ἐπέλαση τοῦ Ἰσλάμ, ὁ ἀποχριστιανισμὸς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐξοβελισμὸς τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ὁ πολιτικὸς γάμος, ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἡ ἠθικὴ κατάσταση τοῦ κλήρου, καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀλλὰ ἡ σχέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, δηλαδὴ ὁ Οἰκουμενισμός, ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι γνωστή, θεοπαράδοτη, ἀποστολοπαράδοτη καὶ πατροπαράδοτη ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς αἱρετικούς.
Γιὰ νὰ φανεῖ αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀλλαγὴ καὶ ἀνατροπὴ ποὺ ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη, διακριτικὰ ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ´, στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, μὲ θρασύτητα καὶ ὁρμὴ ἀπὸ τὸν τοποτηρητὴ τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου μητροπολίτη Προύσσης Δωρόθεο (Ἐγκύκλιος 1920), καὶ προκλητικὰ ἀπὸ τοὺς Μελέτιο Μεταξάκη, Ἀθηναγόρα καὶ Βαρθολομαῖο, θὰ παρουσιάσουμε ἐνδεικτικὰ συνοδικὰ καὶ πατριαρχικὰ κείμενα τοῦ 19ου αἰῶνος, γιὰ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, κυρίως πρὸς τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό, τοὺς ὁποίους, ἀδίστακτα χαρακτηρίζουν ὡς ἐπικίνδυνες αἱρέσεις, γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι ἔχει διακοπῆ ἡ διαδοχὴ στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, ἑπομένως καὶ ἡ διαδοχὴ στοὺς θρόνους, καὶ οἱ ὁποιεσδήποτε ἑπομένως ἀποφάσεις λαμβάνονται ἢ θὰ ληφθοῦν δὲν θὰ προέρχονται ἀπὸ Ὀρθόδοξη Σύνοδο, ἀλλὰ ἀπὸ ψευδοσύνοδο αἱρετικῶν καὶ αἱρετιζόντων.

4. Πατριαρχικὰ καὶ συνοδικὰ κείμενα τοῦ 19ου αἰῶνος γιὰ τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ
α´ Ἐγκύκλιος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1836. Κατὰ τῶν Διαμαρτυρομένων ἱεραποστόλων
Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐξαπόλυση τῆς πατριαρχικῆς καὶ συνοδικῆς ἐγκυκλίου ἦταν ἡ προσηλυτιστικὴ δράση τῶν Προτεσταντῶν ἱεραποστόλων μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ καθηγητὴς Ἰω. Καρμίρης «φαίνεται λίαν πιθανὸν ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν αὐτῆς συνεργάσθησαν ὑπὸ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Ἄνθιμον Ϛ´ κατὰ πρῶτον μὲν καὶ κύριον λόγον ὁ Στέφανος Καραθεοδωρῆς, εἶτα δὲ συμβουλευτικῶς καὶ ὁ Ἠλίας  Τανταλίδης, εἰς τοὺς “Παπιστικοὺς ἐλέγχους” τοῦ ὁποίου παραπέμπεται ῥητῶς καὶ ἐπανειλημμένως ἐν τῇ προσθήκῃ τῆς β´ ἐκδόσεως τοῦ 1863, καὶ ἴσως τελευταῖος ἐπίσης συμβουλευτικῶς καὶ ὁ παραλλήλως καὶ ἀνεξαρτήτως συντάσσων τότε τὴν ἰδίαν “Ἀπάντησίν” του Κωνστάντιος Α´ ὁ ἀπὸ Σιναίου πρῴην Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ οὕτω δὲ καταρτισθεῖσα Ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τῶν ὑπολοίπων Πατριαρχῶν καὶ τῶν πατριαρχικῶν αὐτῶν Συνόδων, ὑφ᾽ ὧν τελικῶς ἐνεκρίθη, ἴσως μετά τινας τροποποιήσεις, καὶ ὑπεγράφη ὑπ᾽ αὐτῶν.
Ἡ παροῦσα ὀρθόδοξος Ἐγκύκλιος ἐξεδόθη αὐτοτελῶς ὑπὸ τὸν τίτλον: “Ἐγκύκλιος τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξους, ἐν Κων/πόλει, ἐκ τῆς πατριαρχικῆς τοῦ γένους τυπογραφίας, 1848”».
Γράφει τὸ κείμενο τῆς ἐγκυκλίου: «Διὰ ταῦτα καὶ οἱ σήμερον ἀναφανέντες αἱρετικοὶ εἶναι καὶ οἱ πλέον πολυάριθμοι καὶ οἱ πλέον δόλιοι καὶ οἱ πλέον ἐπιτήδειοι εἰς τὸ νὰ κρύ­πτωσι τὸν φαρμακερὸν αὐτῶν ἰὸν ὑπὸ τὰ πλέον εὔσχημα σεμνολο­γήματα καὶ ἐπωφελῆ δῆθεν εὐεργετήματα, ὥστε νὰ ἐξαπατῶσι πολλούς, μάλιστα τῶν ἁπλουστέρων καὶ ἀκάκων... Οἱ σημερινοὶ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι καταπο­λεμοῦσι καὶ διαφθείρουσι τὴν ἱερὰν ἡμῶν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δολερῶς καὶ ὑπούλως, εἶναι μαθηταὶ καὶ ὀπαδοὶ τοῦ Λουθήρου, τοῦ Ζβιγγλίου, τοῦ Καλβίνου, τῶν Σωκίνων καὶ ἄλλων παλαιῶν τοιούτων αἱρετικῶν».
Ἀκολουθοῦν κεφάλαια α) Περὶ τοῦ Λουθήρου καὶ τῶν αὐτοῦ αἱρέσεων β) Περὶ τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων τῶν αἱρέσεων τοῦ Λουθήρου γ) Περὶ Σβιγγλίου καὶ τῶν αὐτοῦ αἱρέσεων δ) Περὶ τοῦ Καλβίνου καὶ τῶν αὐτοῦ αἱρέσεων ε) Περὶ τῶν Σωκίνων καὶ τῶν αὐτῶν αἱρέσεων στ) Περὶ τῶν σημερινῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἐπιβουλῶν αὐτῶν ζ) Πρὸς τοὺς ἀποστόλους τῶν σημερινῶν αἱρετικῶν η) Διαταγαὶ πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς τοῦ πατριαρχικοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου θ) Συμβουλαὶ πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς τῶν ἄλλων παροικιῶν ι) Προτροπὴ πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς ια) Νουθεσίαι πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξου λαοὺς ιβ) Πρὸς τοὺς προσηλύτους αὐτῶν καὶ ἡμῶν ὁμογενεῖς ἢ βοηθοῦντας αὐτοὺς τοὺς νέους αἱρετικούς. Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές:
† Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ϛ´ ἀποφαίνεται.
† Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἀθανάσιος ἀποφαίνεται.
† Ὁ Ἐφέσου Γεράσιμος
† Ὁ Ἡρακλείας Διονύσιος
† Ὁ Κυζίκου Ἄνθιμος-
† Ὁ Νικομηδείας Πανάρετος
† Ὁ Χαλκηδόνος Ἱερόθεος
† Ὁ Δέρκων Γερμανός
† Ὁ Θεσσαλονίκης Μελέτιος
† Ὁ Προύσης Ἄνθιμος
† Ὁ Ἄρτης ᾽Ιγνάτιος

† Ὁ Φιλαδελφείας Πανάρετος
† Ὁ Μαρωνείας Δανιήλ
† Ὁ Λήμνου Ἱερώνυμος
† Ὁ Δημητριάδος Ἰωσήφ
† Ὁ Νυσσάβας Νεκτάριος
† Ὁ Ἐρσεκίου Προκόπιος
† Ὁ Κενστεντελίου Ἀρτέμιος
† Ὁ Σαμακοβίου Νεόφυτος[3].

β´ Ἐγκύκλιος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1838 κατὰ τῶν Λατινικῶν καινοτομιῶν
Κατὰ τὴν πρώτη αὐτοτελῆ ἔκδοσή της ἡ Ἐγκύκλιος ἔφερε τὸν τίτλο «Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος ἐπιστολή, παραινετικὴ πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους, καὶ πολλῷ πλέον πρὸς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ, Συρίᾳ τε καὶ Παλαιστίνη, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐπιπολαζούσης παπικῆς πλάνης. Διακηρυχθεῖσα παρὰ τοῦ παναγιωτάτου οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Γρηγορίου καὶ τῆς περὶ αὐτὸν ἱερᾶς Συνόδου, ἤδη πρῶτον τύποις ἐκδοθεῖσα ἰδίοις ἀναλώμασι τῆς αὐτοῦ σεβασμιωτάτης Παναγιότητος. Ἐν ἧ ἐπισυνάπτεται διὰ τοῦ τύπου καί τις ἐπιστολὴ κατὰ τῶν λατινικῶν καινοτομιῶν, Σύνταγμα τοῦ ἀοιδίμου Εὐγενίου τοῦ Βουλγάρεως, ὡς πολλὰ ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος. Κατὰ τὸ Πατριαρχεῖον, ¸απλθ´».
Ὑπενθυμίζεται κατ᾽ ἀρχὴν στὴν Ἐγκύκλιο ἡ εὐθύνη τῶν ποιμένων ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ ἡ ἐξαπόλυση πρὸ δύο ἐτῶν ἐγκύκλιας ἐπιστολῆς κατὰ τῆς «ψυχολέθρου λύμης τῶν Λουθηροκαλβινιστῶν», καὶ στὴν συνέχεια ἐκτίθενται οἱ πλάνες τοῦ Παπισμοῦ, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζουν «ἀπάτην καὶ σατανικὴν πλάνην»:
«Ἀλλ᾽ ἤδη πάλιν μὲ ὑπερβάλλουσαν τῆς ψυχῆς μας λύπην ἐνωτισθέν­τες τὰ κατὰ Συρίαν, Αἴγυπτον καὶ Παλαιστίνην ραδιουργήματα καὶ τὰ κα­τὰ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπιβουλεύματα τῶν τῆς πλάνης τοῦ Παπισμοῦ ὀπα­δῶν, καὶ μὴ ἀνεχόμενοι νὰ θεωρῶμεν διαδιδομένην καὶ ἐπὶ πλέον ἐπεκτει­νομένην τὴν τοιαύτην ψυχόλεθρον ἐν τοῖς Ὀρθοδόξοις λύμην, ἀλλ᾽ ἐπιθυ­μοῦντες νὰ στήσωμεν καὶ τὸν ροῦν τῆς ἀπάτης ταύτης καὶ σατανικῆς πλά­νης, ἵνα μὴ τῷ χρόνῳ συμπροϊοῦσα πᾶν τὸ ὀρθόδοξον λυμήνηται πλήρωμα, οὐκ ὠκνήσαμεν κ.τ.λ... στηλιτεύσωμεν δημοσίως, ὁποῖοί εἰσιν οἱ προβατό­σχημοι οὗτοι λύκοι, οἱ δόλιοι καὶ ἀπατεῶνες οἱ νεωστὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ Λιβα­νίου ὄρους, ὡς ἄλλοι σκοτεινοὶ ἑωσφόροι ἀναφανέντες καὶ κατασκιάσαντες ὡς νέφος μέλαν τε καὶ ἐπαχθὲς καὶ πνιγηρὸν τὰ μέρη τῆς Συρίας, Αἰγύ­πτου καὶ Παλαιστίνης, λαλοῦντες βλάσφημα, κατὰ τῆς εὐαγγελικῆς ἀλη­θείας, καὶ διδάσκοντες σοφιστικῶς ἐναντίον τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως, καὶ οὕτω προφυλάξωμεν τοὺς ἀληθῶς εὐσεβεῖς ἀπὸ τῆς ἑωσφορικῆς πλά­νης αὐτῶν καὶ τὰ γνήσια τέκνα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὰς βλα­σφημίας τοῦ Παπισμοῦ. Καθότι ἡ ἀκόρεστος λύσσα τοῦ Παπισμοῦ κ.τ.λ.».
Ἐκθέτει στὴ συνέχεια τὶς πλάνες, καινοτομίες καὶ βλασφημίες τοῦ Παπισμοῦ: α) Τὴν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Filioque), β) τὸ Βάπτισμα διὰ ραντίσματος καὶ ὄχι μὲ τριττὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση μέσα στὸ ὕδωρ, γ) τὴν χρήση ἀζύμων στὴν τέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας, δ) τὴν βρώση πνικτῶν καὶ αἵματος, ε) τὴ νηστεία κατὰ τὸ Σάββατο, στ) τὴν ὑποχρεωτικὴ ἀγαμία τοῦ κλήρου, ζ) τὸ καθαρτήριο πῦρ, η) τὸ πρωτεῖο καὶ ἀλάθητο τοῦ πάπα, θ) τὴν διὰ χρημάτων χορήγηση συγχωροχαρτίων.
Πρὸ τῆς παραθέσεως τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας ὡς πρὸς τὶς πλάνες τοῦ Παπισμοῦ λέγουν: «Οἱ δὲ τῶν Κατολίκων αὐτῶν ἀνίεροι, φρονοῦντες καὶ δογματίζοντες κατ᾽ ἔκτασιν ὅσα καὶ αὐτὸς ὁ τῶν δογμάτων αὐτῶν κορυφαῖος, πρὸς ὃν ὑπόκεινται τετυφλωμένως ὡς ἀνδράποδα, οὐκ αἰσχύνονται νὰ λέγωσιν, ὅτι εἰσὶν ἱερεῖς καὶ ὅμοιοι καὶ ὁμόφρονες κατὰ πάντα ἡμῖν τοῖς Ὀρθοδόξοις, δελεάζοντες καὶ πλανῶντες διὰ τῆς ἐπιπλάστου ἐξωτερικῆς μόνης ἐξομοιώσεως αὐτῶν[4] τοὺς ἁπλουστέρους τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ ἐκτραχηλίζοντες αὐτοὺς εἰς τὰ βάραθρα τῶν αἱρέσεών των καὶ εἰς τοὺς ψυχοφθόρους κρημνοὺς τῆς παπικῆς πλάνης των». 
Ἡ ἐγκύκλιος καταλήγει μὲ τὰ ἑξῆς: «Ταῦτα ἐξεθέμεθα, τέκνα ἡμῶν ἀγαπητά, συντόμως μὲν καὶ κεφαλαιωδῶς, σαφῶς δὲ πρὸς διάκρισιν ὑμετέραν καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὰ περὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἵνα γνωρίσητε ὅσον τὸ διάφορον ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων ἀπὸ τῶν Κατολίκων, καὶ ἵνα μὴ ἀπα­τᾶσθε τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὰ σοφίσματα καὶ καινοφωνίας τῶν ψυχοφθόρων τούτων αἱρετικῶν, οἵτινες ἀκολουθοῦντες σοφιστικαῖς κακοτεχνίαις καὶ παραλελογισμέναις διδασκαλίαις, ἐκτρεπόμενοι εἰς βεβήλους καινοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις ψευδωνύμων γνώσεων, ἠστόχησαν κατὰ τὸν Παῦλον, περὶ τὴν πίστιν, καὶ ἀγωνίζονται ὅλαις δυνάμεσιν καὶ ἑτέρους συνεφελκύσαι εἰς τὸ ἴδιον βάραθρον, καὶ προσηλύτους ποιῆσαι ὑμᾶς τῆς ματαιοφρόνου καὶ σατανικῆς τούτων αἱρέσεως...». Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές:
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος, ἔχων καὶ τὰς γνώμας τῶν μακαριωτάτων Πατριαρχῶν,
τοῦ τε Ἀλεξανδρείας κυρίου Ἱεροθέου καὶ τοῦ Ἀντιοχείας κυρίου Μεθοδίου,
ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀποφαίνεται.
† Ὁ Ἱεροσολύμων Ἀθανάσιος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ συναποφαίνεται.

† Ὁ Ἡρακλείας Διονύσιος
† Ὁ Χαλκηδόνος Ἱερόθεος
† Ὁ Δέρκων Γερμανός
† Ὁ Θεσσαλονίκης Μελέτιος
† Ὁ Σερρῶν Ἀθανάσιος
† Ὁ Ἰωαννίνων Ἰωαννίκιος

     † Ὁ ᾽Αγκύρας Νικηφόρος
† Ὁ Φιλαδελφείας Δανιήλ
† Ὁ Κενστεντιλίου Ἀρτέμιος
† Ὁ Λήμνου Ἱερώνυμος
† Ὁ Σκοπίων Γαβριήλ[5].

γ´. Ἀπάντησις τῶν Ὀρθοδόξων πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸν πάπαν Πῖον θ´ (1848)
Τὸ σπουδαῖο αὐτὸ κείμενο ποὺ ὑπογράφεται ἀπὸ τέσσαρες πατριάρχες (Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεοροσολύμων) καὶ ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς μητροπολίτες τῶν πατριαρχείων, ἐν ὅλῳ 29, ἀποτελεῖ  ἀπάντηση στὴν ἐγκύκλιο τοῦ πάπα Πίου θ´ «Πρὸς τοὺς Ἀνατολικούς», μὲ τὴν ὁποία καλοῦσε τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ἑνωθοῦν ἀναγνωρίζοντας τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα.
Οἱ  Ὀρθόδοξοι πατριάρχες στὴν ἀπάντησή τους ἀναφέρονται στὴν ἀρ­χὴ στὸν κίνδυνο ποὺ πέρασε ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες χάθηκαν, ἄλλες φθίνουν καὶ ἀπομαραίνονται, ἄλλες ὅμως θάλλουν καὶ πλατύνονται, ὅπως ὁ Παπισμός, ὁ ὁποῖος ὅμως τελικῶς θὰ ἐξαφανισθεῖ:
«Τούτων τῶν πλατυνθεισῶν, κρίμασιν οἷς οἶδεν Κύριος, ἐπὶ μέγα μέρος τῆς οἰκουμένης αἱρέσεων, ἦν ποτε ὁ Ἀρειανισμός, ἔστι δὲ τὴν σήμερον καὶ ὁ Παπισμός· ἀλλὰ καὶ οὗτος (ὥπερ κἀκεῖνος ὁ ἤδη παντάπασιν ἐκλελοιπώς), καίτοι ἀκμαῖος τό γε νῦν, οὐκ ἰσχύσει εἰς τέλος, ἀλλὰ διελεύσεται καὶ καταβληθήσεται, καὶ ἡ οὐράνιος μεγάλη φωνὴ ἠχήσει “ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ”».
Στὴν συνέχεια ἀναιρεῖται μὲ ἰσχυρὰ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα ἡ πλάνη τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ», ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἐμφανῶς ὡς αἵρεση, ἀπαγορεύεται δὲ ρητῶς κάθε κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων πρὸς τοὺς Παπικοὺς αἱρετικούς:
«Διὰ τοῦτο ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἑπομένη τοῖς ἴχνεσι τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀνατολικῶν τε καὶ δυτικῶν, ἐκήρυξέ τε πάλαι ἐπὶ τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ κηρύττει πάλιν σήμερον συνοδικῶς, αὐ­τὴν μὲν τὴν ρηθεῖσαν καινοφανῆ δόξαν, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκπορεύε­ται ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, εἶναι οὐσιωδῶς αἵρεσιν, καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῆς, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, αἱρετικούς, κατὰ τὴν ρηθεῖσαν συνοδικὴν ἀπόφασιν τοῦ ἁγιωτάτου πάπα Δαμάσου, καὶ τὰς ἐξ αὐτῶν συγκροτουμέ­νας συνάξεις αἱρετικάς, καὶ πᾶσαν κοινωνίαν πνευματικὴν καὶ θρη­σκευτικὴν τῶν Ὀρθοδόξων τέκνων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς τοιαύτους ἄθεσμον, μάλιστα τῇ δυνάμει τοῦ ζ´ κανόνος τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου».
Κατόπιν γίνεται ἱστορικὴ ἀναφορὰ στὴν ἐξάπλωση τῆς αἱρέσεως στὴν Δύση ἐπὶ ἀρκετοὺς αἰῶνες, μέχρις ὅτου κατακυριεύθηκε τὸν 9ο αἰώνα καὶ ἡ πρεσβυτέρα Ρώμη, ἐνῶ δύο πάπες κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Φωτίου τὴν ἀπεκήρυξαν «οἷος Λέων ὁ Γ´ καὶ Ἰωάννης ὁ Η´, ὁ μὲν διὰ τῶν ἀργυρῶν ἐκείνων ἀσπίδων, ὁ δὲ διὰ τῆς εἰς τὴν Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδον πρὸς τὸν ἱερὸν Φώτιον ἐπιστολῆς αὐτοῦ». Οἱ προκάτοχοι Πατέρες προσεπάθησαν νὰ θεραπεύσουν τὸ τραῦμα, ἀλλὰ προσέκρουσαν στὴν ὑπερηφάνεια καὶ ἀμετανοησία τῶν Παπικῶν, καὶ ἔτσι «μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν ἀδελφικήν» παρητήθησαν. «Ἔκτοτε οὐδεμία κοινωνία πνευματικὴ ἡμῖν τε καὶ αὐτοῖς· βαθὺ γὰρ ὤρυξαν τὸ χάσμα ἰδίαις χερσὶ τὸ μεταξὺ αὐτῶν τε καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας».
Χαρακτηρίζουν οἱ πατριάρχες τὴν ἐγκύκλιο τοῦ πάπα «Πρὸς τοὺς Ἀ­νατολικούς» ὡς «ἔξωθέν ποθεν ἐρχόμενον μίασμα» καὶ στὴ συνέχεια διὰ πολλῶν ἱστορικῶν καὶ θεολογικῶν ἐπιχειρημάτων κονιορτοποιοῦν τὴν ἀ­ξίωση τοῦ πάπα περί «πρωτείου». Μεταξὺ δὲ τῶν πολλῶν ἄλλων προσθέ­τουν ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μεταβολὲς καὶ νοθεύσεις εἰς τὰ τῆς πίστεως δὲν γίνονται οὔτε ἀπὸ πατριάρχες οὔτε ἀπὸ συνόδους, διότι φύ­λακας τῆς πίστεως εἶναι τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ λαός: «Ἔπειτα παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησαν ποτὲ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ». Οἱ Ὀρθόδοξοι κρατοῦμε ἄδολη καὶ ἀνό­θευτη τὴν πίστη, ὅπως τὴν παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς Πατέρες «ἀποστρεφόμε­νοι πάντα νεωτερισμὸν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόμενος νεωτε­ρισμὸν κατελέγχει ἐλλιπῆ τὴν κεκηρυγμένην ὀρθόδοξον πίστιν. Ἀλλ᾽ αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξη­σιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἥντιναοῦν, καὶ ὁ τολμῶν ἢ πρᾶξαι ἢ συμβουλεῦσαι ἢ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τὸ αἰώνιον ἀνάθεμα διὰ τὸ βλασφημεῖν εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὡς τάχα μὴ ἀρτίως, λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καὶ διὰ τῶν οἰκουμενι­κῶν Συνόδων».
Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές:
† Ἄνθιμος ἐλέῳ Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας ῾Ρώμης, καὶ οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ἱερόθεος ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης γῆς Αἰγύπτου, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Μεθόδιος ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης τῆς μεγάλης θεουπόλεως Ἀντιοχείας καὶ πάσης Ἀνατολῆς, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Κύριλλος ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων καὶ πάσης Παλαιστίνης, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἱερὰ Σύνοδος
† Ὁ Καισαρείας Παΐσιος
† Ὁ Ἐφέσου Ἄνθιμος
Ὁ Ἡρακλείας Διονύσιος
† Ὁ Κιζύκου Ἰωακείμ
† Ὁ Νικομηδείας Διονύσιος
† Ὁ Χαλκηδόνος Ἱερόθεος
† Ὁ Δέρκων Νεόφυτος
† Ὁ Ἀνδριανουπόλεως Γεράσιμος
† Ὁ Νεοκαισαρείας Κύριλλος

† Ὁ Βερροίας Θεόκλητος
† Ὁ Πισσιδείας Μελέτιος
† Ὁ Σμύρνης Ἀθανάσιος
† Ὁ Μελενίκου Διονύσιος
† Ὁ Σόφιας Παΐσιος
† Ὁ Λήμνου Δανιήλ
† Ὁ Δρυϊνουπόλεως Παντελεήμων
† Ὁ Ἐρσεκίου Ἰωσήφ
† Ὁ Βοδενῶν Ἄνθιμος.

Ἡ ἐν Ἀντιοχείᾳ ἱερὰ Σύνοδος

† Ὁ Ἀρκαδίας Ζαχαρίας
† Ὁ Ἐμέσης Μεθόδιος

† Ὁ Τριπόλεως Ἰωαννίκιος
† Ὁ Λαοδικείας Ἀρτέμιος

Ἡ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἱερὰ Σύνοδος

† Ὁ Πέτρας Μελέτιος
† Ὁ Βηθλεὲμ Διονύσιος
† Ὁ Γάζης Φιλήμων
† Ὁ Νεαπόλεως Σαμουήλ

† Ὁ Σεβαστείς Θαββαῖος
† Ὁ Φιλαδελφείας Ἰωαννίκιος
† Ὁ Θαβωρίου Ἱερόθεος[6].
δ´. Γρηγορίου Στ´ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀπόρριψις τῆς Παπικῆς προσκλήσεως εἰς τὴν ἐν Βατικανῷ Σύνοδον (1868)
Ὁ ἴδιος πάπας Πῖος Θ´ ἀπέστειλε πρόσκληση στὶς 8 Σεπτεμβρίου τοῦ 1868 «Πρὸς πάντας τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τοὺς μὴ κοινωνοῦντας τῇ Ἀποστολικῆ ἕδρᾳ», ἐπαναλαμβάνων τὶς περὶ πρωτείου ἀξιώσεις του. Τὴν πρόσκληση ἐπεχείρησε νὰ ἐπιδώσει στὶς 6 ᾽Οκτωβρίου τοῦ 1868 τετραμελὴς παπικὴ ἀντιπροσωπεία, ἀλλὰ ὁ πατριάρχης Γρηγόριος Στ´ ἀρνήθηκε νὰ τὴν παραλάβει, ἐφ᾽ ὅσον ἐξακολουθοῦσε ὁ πάπας νὰ μένει στὶς ἴδιες πλάνες τοῦ 1848, τὶς ὁποῖες τότε εἶχαν ἀπορρίψει οἱ πατριάρχες τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως εἴδαμε στὸ προηγούμενο κείμενο. Σὲ ἐπίσημο ἀνακοινωθὲν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀναφέρονται οἱ λόγοι τοῦ πατριάρχου πρὸς τὴν παπικὴ ἀντιπροσωπεία. Σὲ ἐρώτηση ἐκπροσώπου τοῦ πάπα ποιές εἶναι οἱ πλάνες τοῦ Παπισμοῦ ὁ πατριάρχης ἀπήντησε:
«Ἵνα παραλίπωμεν τὰ καθέκαστα, ἡμεῖς, ἐφόσον ὑπάρξει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος ἐπὶ τῆς γῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐν τῇ ὅλῃ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ἐπίσκοπός τις ἄρχων καὶ κεφαλὴ ἄλλη καὶ ἄλλος παρὰ τὸν Κύριον· ὅτι Πατριάρχης τις ὑπάρχει ἀλάθητος καὶ ἀναμάρτητος, ὁμιλῶν ἀπὸ καθέδρας καὶ ὑπέρτερος τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐν αἷς ἔνεστι τὸ ἀλάνθαστον, συμφωνούσαις τῇ Γραφῇ καὶ τῇ ἀποστολικῇ Παραδόσει· ἢ ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ὑπῆρξαν ἄνισοι πρὸς ὕβριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ φωτίσαντος ἐπίσης τοὺς πάντας· ἢ ὅτι οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ Πατριάρχης καὶ ὁ Πάπας ἔσχον τὰ πρεσβεῖα τῆς ἕδρας οὐκ ἀπὸ συνοδικοῦ καὶ ἀνθρωπίνου, ἀλλ᾽ ἐκ θείου ὡς λέγετε, δικαίου, καὶ τὰ τούτοις ὅμοια».
Σὲ τοποθέτηση ἄλλου παπικοῦ ἀντιπροσώπου ὅτι ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδος τὰ ἐξήτασε αὐτὰ καὶ ἕνωσε τὶς δύο Ἐκκλησίες καὶ ὅτι ὁ πάπας καλεῖ τώρα στὴν νέα οἰκουμενικὴ σύνοδο γιὰ νὰ ἑνωθοῦν ὅσοι τότε δὲν ἑνώθηκαν, ὁ πατριάρχης σχεδὸν προσβλητικὰ ἀπήντησε ὅτι μόνον «ἀπαί­δευτος ἄνθρωπος ἐνδέχεται ν᾽ ἀγνοῇ πόσα ἐρρέθησαν καὶ ἐγράφησαν κατὰ τῆς Φλωρεντινῆς συνόδου», καὶ βέβαια δὲν θεωρεῖ ἀπαίδευτο τὸν ὁμιλή­σαντα. Λέγει ὅτι ἡ βεβιασμένη καὶ καταναγκασμένη ἐκείνη ἕνωση «ἀπέθα­νεν εἰς τὰ σπάργανά της». Περὶ τοῦ ποιά σύνοδος μπορεῖ νὰ χαρακτηρι­σθεῖ ὡς οἰκουμενικὴ καὶ πῶς συγκαλεῖται λέγει τὰ ἑξῆς ἐνδιαφέροντα ὁ πατριάρχης, ἐν ὄψει καὶ τῆς ἰδικῆς μας Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου:
«Καθ᾽ ἡμᾶς οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία καὶ ἀληθινὴ καθολικότης ἐστὶ καὶ λέγεται ἐκεῖνο τὸ ἅγιον καὶ ἀκήρατον σῶμα, ἐν ᾧ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὑλικοῦ πληθυσμοῦ αὑτοῦ συγκεφαλαιοῦται ἁγνὴ ἡ διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καὶ ἡ πίστις πάσης τοπικῆς Ἐκκλησίας, στηριχθεῖσα καὶ βασανισθεῖσα ἀπὸ τῆς θεμελιώσεως τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τῶν ὀκτὼ πρώτων αἰώνων, ἐν οἷς οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως καὶ αἱ ἁγιώταται καὶ πνευματοκίνητοι Σύνοδοι καὶ ἐκεῖνοι οἱ σεβάσμιοι Πατέρες, ὧν γνωστὰ τοῖς πᾶσιν εἰσὶ τὰ συγγράμματα, γινέσθωσαν ὁ ἄπταιστος καὶ ἀσφαλὴς ὁδηγὸς παντὸς χριστιανοῦ καὶ ἐπισκόπου τῆς Δύσεως, τοῦ εἰλικρινῶς ποθοῦντος καὶ ζητοῦντος τὴν εὐαγγελικὴν ἀλή­θειαν. ᾽Εκεῖνοί εἰσι τὸ ὑπέρτατον κριτήριον τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας· ἐκεῖνοί εἰσιν ἡ ἀσφαλὴς ὁδός, ἐφ᾽ ἧς δυνάμεθα νὰ συναντηθῶμεν ἐν τῷ ἁγίῳ φιλήματι τῆς δογματικῆς ἑνώσεως· πᾶς δὲ ὁ ἐκτὸς τῆς τροχιᾶς ἐκείνης περιπορευόμενος θεωρηθήσεται παρ᾽ ἡμῶν ἔκκεντρος καὶ ἀναρμό­διος εἰς τὸ συγκεντρῶσαι περὶ ἑαυτὸν τὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Εἰ δὲ τυχὸν ἔνιοι τῶν δυτικῶν ἐπισκόπων, ἔχοντες ἀμφιβολίαν περὶ τινων δογμάτων αὑτῶν, θέλουσι νὰ συνέλθωσι, συνερχέσθωσαν καὶ ἀναθεωρείτωσαν αὐτὰ καθ᾽ ἡμέραν, εἰ βούλονται. Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχομεν περὶ τῶν πατροπαραδότων καὶ ἀναλλοιώτν δογμάτων τῆς εὐσεβείας. Καὶ ἄλλως δέ, ὦ σεβάσμιοι ἀββάδες, περὶ οἰκουμενικῆς Συνόδου ὄντος τοῦ λόγου, δὲν διαφεύγει βεβαίως τὴν μνήμην ὑμῶν, ὅτι αἱ οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἄλλως πως συνεκροτοῦντο, ἢ ὅπως ἤδη διεκήρυξεν ἡ Α. Μακαριότης. Ἐὰν ὁ τῆς ῾Ρώμης μακαριώτατος Πάπας ἠσπάζετο τὴν ἀποστολικὴν ἰσοτιμίαν καὶ ἰσαδελφίαν, ἔπρεπεν, ὡς ἐν ἴσοις τὴν ἀξίαν καὶ πρῶτος τῇ τῆς ἕδρας τάξει, κατὰ τὸ κανονικὸν δίκαιον, ν᾽ ἀπευθύνῃ γράμμα ἰδιαίτερον πρὸς ἕκαστον τῶν Πατριαρχῶν καὶ τῶν Συνόδων τῆς Ἀνατολῆς, οὐχ ἵνα ἐπιβάλῃ ἐγκυκλίως καὶ δημοσιογραφικῶς, ὡς πάντων ἄρχων καὶ δεσπότης, ἀλλ᾽ ἵνα ἐρωτήσῃ ἀδελφοὺς ἀδελφός, ἰσότιμός τε καὶ ἰσοβάθμιος, εἰ συνεγκρίνουσι, ποῦ καὶ πῶς καὶ ὁποίας ἱερᾶς Συνόδουξ τὴν συγκρότησιν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἢ ἀναδραμεῖσθε καὶ ὑμεῖς εἰς τὴν Ἱστορίαν καὶ εἰς τὰς οἰκουμενικὰς Συνόδους, ἵνα ἱστορικῶς κατωρθωθῇ ἡ παρὰ πάντων ποθουμένη ἀληθὴς καὶ χριστοσύλλεκτος ἕνωσις, ἢ πάλιν ἀρκεσθησόμεθα εἰς τὰς ἡμῶν διηνεκεῖς προσευχὰς καὶ δεήσεις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, τῆς εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως. Ἐν δὲ τοιαύτῃ περιπτώσει μετὰ λύπης διαβεβαιοῦμεν ὑμῖν, ὅτι περιττὴν καὶ ἄκαρπον νομίζομεν τήν τε πρόσκλησιν καὶ ὅπερ συνεπιφέρετε ἐπιστολιμαῖον τοῦτο φυλλάδιον»[7].
ε´ Ἀπάντησις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1895 πρὸς τὸν πάπα Λέοντα ΙΓ´
Ἀφορμὴ γιὰ τὴν τελευταία αὐτὴ Ὀρθόδοξη πατριαρχικὴ καὶ συνοδικὴ ἀπάντηση τοῦ 19ου αἰῶνος ἔδωσε ἡ ἐγκύκλιος τοῦ πάπα Λέοντος ΙΓ´, τὴν ὁποία ἀπηύθυνε «Πρὸς τοὺς ἡγεμόνας καὶ τοὺς λαοὺς τῆς οἰκουμένης» τὸν Ἰούνιο τοῦ 1894, καλώντας καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν παπι­κὸ θρόνο. Τὸ ἀρχικὸ σχέδιο τῆς ἀπαντήσεως ἑτοίμασε ὁ τότε καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης καὶ μετέπειτα μητροπολίτης Καστορίας καὶ θρυλικὸς Μακεδονομάχος Γερμανὸς Καραβαγγέλης, τὸ ὁποῖο, ἀφοῦ τὸ ἐξήτασε τριμελὴς συνοδικὴ ἐπιτροπή, ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὴν Σύνοδο, μεταφράσθηκε σὲ ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες καὶ σχολιάσθηκε εὐμενῶς[8].
Τὸ κείμενο ἀρχίζει μὲ ἀναφορὰ στὶς αἱρέσεις ποὺ ὡς ζιζάνια ἐφύτρωσαν στὸν ἀγρὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς σπέρματα πονηρὰ δικαίως ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὸ ὑγιὲς σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο τῇ ἐπηρείᾳ τοῦ Διαβόλου ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὁλόκληρα ἔθνη τῆς Δύσεως, ἐξ αἰτίας τῆς ἀλαζονείας τῶν ἐπισκόπων τῆς Ρώμης, οἱ ὁποῖοι ἐγέννησαν ἄθεσμες καὶ ἀντιευαγγελικὲς καινοτομίες.
Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸν πόθο τῆς ἑνώσεως. «Συμφώνως δὲ πρὸς τὸν ἱερὸν τοῦτον πόθον ἡ καθ᾽ ἡμᾶς Ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία πάντοτε ἑτοίμως ἔχει ἀποδέξασθαι πᾶσαν περὶ ἑνώσεως πρότασιν, ἐὰν μόνον ὁ τῆς Ρώμης ἐπίσκοπος ἀποτινάξῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸν ὁρμαθὸν τῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν αὐτοῦ παρεισαχθέντων πολλῶν καὶ ποικίλων ἀντευαγγελικῶν νεωτερισμῶν». Ἡ ἕνωση μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ὄχι ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν) πρέπει νὰ γίνει «ἐν τῷ ἑνὶ κανόνι τῆς πίστεως». Δὲν εἶναι δυνατὸν μέσα στὴν Ἐκκλησία ἄλλος νὰ πιστεύει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ ἄλλος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ· ἄλλος στὸ Βάπτισμα νὰ ραντίζει, καὶ ἄλλος νὰ βυθίζει τρεῖς φορές· ἄλλος στὴ Θ. Εὐχαριστία νὰ χρησιμοποιεῖ ἔνζυμο ἄρτο, καὶ ἄλλος ἄζυμο· ἄλλος νὰ μεταδίδει στὸ λαὸ καὶ ἀπὸ τὸ ἅγιο ποτήριο, καὶ ἄλλος μόνο ἀπὸ τὸν ἄρτο. Παρουσιάζονται στὴν συνέχεια καὶ ἀναιροῦνται δέκα καινοτομίες τοῦ Παπισμοῦ κατὰ σειράν: ἡ ἐκπόρευση καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioque), τὸ ράντισμα στὸ Βάπτι­σμα, τὰ ἄζυμα στὴν Θ. Εὐχαριστία, ὁ καθαγιασμὸς τῶν Τιμίων Δώρων διὰ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου καὶ ὄχι διὰ τῆς ἐπικλήσεως, ἡ κοινωνία τῶν λαϊκῶν μόνον ἀπὸ τὸν ἄρτο, τὸ καθαρτήριο πῦρ, ἡ περισσεύουσα ἀξιομισθία τῶν ἁγίων καὶ οἱ ἀφέσεις, ἡ πλήρης μακαριότης τῶν ἁγίων πρὸ τῆς δευτέρας παρουσίας, ἡ ἄσπιλος σύλληψη τῆς Θεοτόκου καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα. Στὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα δίνει ἰδιαίτερη βαρύτητα ἡ ἀπάντηση, διότι οἱ παπικοὶ παραθεωροῦν τὶς ἄλλες σημαντικὲς διαφορὲς καὶ θεωροῦν ὅτι μόνον αὐτὴ εἶναι τὸ ἐμπόδιο, πρέπει ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ τὸ δεχθοῦν, διότι ἔχει θεία προέλευση, στηρίζεται στὸ πρωτεῖο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Εἶναι σαφέστατη, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ἡ θέση τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1895 καὶ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς εὑρίσκονται σήμερα θεολόγοι τοῦ Φαναρίου, γεγηρακότες καὶ νεοσσοί, οἱ τελευταῖοι ὄντως νήπια ἀθεολόγητα, νὰ ὁμιλοῦν περὶ παγκοσμίου πρωτείου τοῦ πάπα καὶ τοῦ πατριάρχου, ὁ ὁποῖος ἄκουσον, ἄκουσον! δὲν εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων (primus inter pares), ὅπως ἡ συνοδικὴ καὶ κανονικὴ παράδοση ἐπιτάσσει, ἀλλὰ πρῶτος ἄνευ ἴσων (primus sine paribus), ὅπως ὁ φιλοπαπικὸς καὶ φιλοπατριαρχικὸς ἀνώριμος νοῦς τους καὶ ἡ ἀμάθεια τοὺς ὑπαγορεύει. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν Βαρθολομαῖο, ποὺ κατακρημνίζει τὴν Παράδοση, ὅλοι οἱ πρὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος πατριάρχες καὶ σύνοδοι στηρίζουν καὶ ἐνισχύουν τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση. Γράφει σχετικὰ τὸ πατριαρχικὸ καὶ συνοδικὸ κείμενο: «Οἱ θεῖοι Πατέρες, τιμῶντες τὸν ἐπίσκοπον Ρώμης μόνον ὡς ἐπίσκοπον τῆς πρωτευούσης πόλεως τοῦ κράτους, ἀπέδωκαν αὐτῷ προεδρείας πρεσβεῖα τιμητικά, θεωρήσαντες αὐτὸν ἁπλῶς ὡς πρῶτον τῇ τάξει ἐπίσκοπον, τουτ᾽ ἔστι πρῶτον ἐν ἴσοις, ἅπερ πρεσβεῖα καὶ τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἀπένειμαν κατόπιν, ὅτε ἡ πόλις αὕτη ἐγένετο πρωτεύουσα τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, ὡς μαρτυρεῖ περὶ τούτου ὁ κη´ κανὼν τῆς Δ´ ἐν Χαλκηδόνι οἰκουμενικῆς Συνόδου, λέγων πρὸς τοῖς ἄλλοις τάδε:
“Τὰ αὐτὰ καὶ ἡμεῖς ὁρίζομέν τε καὶ ψηφιζόμεθα περὶ τῶν πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως, νέας ῾Ρώμης· καὶ γὰρ τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας ῾Ρώμης διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην οἱ πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα· καὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ρν´ ἐπίσκοποι τὰ ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας ῾Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ”. Ἐκ τοῦ κανόνος τούτου καταφαίνεται, ὅτι ὁ ῾Ρώμης ἐστὶν ἐπίσκοπος ἰσότιμος τῷ ἐπισκόπῳ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῖς τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἐν οὐδενὶ δὲ κανόνι καὶ παρ᾽ οὐδενὶ τῶν Πατέρων ὑπαινιγμός τις γίνεται, ὅτι ποτὲ ὁ ῾Ρώμης μόνος ἐστὶν ὁ ἀρχηγὸς τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἀλάθητος κριτὴς τῶν ἐπισκόπων τῶν ἄλλων ἀνεξαρτήτων καὶ αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἢ διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου καὶ τοποτηρητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.
Ἑκάστη κατὰ μέρος αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία ἔν τε τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῇ Δύσει ἦν ὅλως ἀνεξάρτητος καὶ αὐτοδιοίκητος κατὰ τοὺς χρόνους τῶν ἑπτὰ οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὅπως δὲ οἱ ἐπίσκοποι τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, οὕτω καὶ οἱ τῆς Ἀφρικῆς, τῆς Ἱσπανίας, τῶν Γαλλιῶν, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Βρεττανίας ἐκυβέρνων τὰ τῶν Ἐκκλησιῶν αὑτῶν ἕκαστοι διὰ τῶν ἰδίων τοπικῶν Συνόδων, οὐδὲν ἀναμίξεως δικαίωμα ἔχοντος τοῦ ἐπισκόπου ῾Ρώμης, ὅστις καὶ αὐτὸς ἐπίσης ὑπήγετο καὶ ὑπεῖκεν εἰς τὰς συνοδικὰς ἀποφάσεις. Ἐν σπουδαίοις δὲ ζητήμασι, δεομένοις τοῦ κύρους τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, ἐγίνετο ἔκκλησις εἰς οἰκουμενικὴ Σύνοδον, ἥτις μόνη ἦν καὶ ἔστι τὸ ἀνώτατον ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ κριτήριον. Τοιοῦτον ὑπῆρχε τὸ ἀρχαῖον τῆς Ἐκκλησίας πολίτευμα· οἱ δὲ ἐπίσκοποι ἦσαν ἀνεξάρτητοι ἀπ᾽ ἀλλήλων καὶ ἐλεύθεροι ὅλως ἐν τοῖς ἰδίοις ἕκαστος ὁρίοις, μόνον ταῖς συνοδικαῖς διατάξεσιν ὑπείκοντες, καὶ παρεκάθηντο ἴσοι πρὸς ἀλλήλους ἐν ταῖς συνόδοις· οὐδεὶς δὲ αὐτῶν διεξεδίκει ποτὲ μοναρχικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Εἰ δὲ ποτε φιλοδοξοῦντές τινες ἐπίσκοποι τῆς ῾Ρώμης ἤγειρον ὑπερφιάλους ἀξιώσεις ἀγνώστου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπολυταρχίας, οἱ τοιοῦτοι προσηκόντως ἠλέγχθησαν καὶ ἐπετιμήθησαν. Ἀνακριβὲς ἄρα καὶ προφανὴς πλάνη ἐξελέγχεται, ὅπερ διϊσχυρίζεται ὁ Λέων ΙΓ´ λέγων ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ αὐτοῦ, ὅτι πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεγάλου Φωτίου τὸ ὄνομα τοῦ ῥωμαϊκοῦ θρόνου ἦν ἅγιον παρὰ πᾶσι τοῖς λαοῖς τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἡ δὲ Ἀνατολὴ ὁμοίως τῇ Δύσει ὁμοθυμαδὸν καὶ ἄνευ ἀντιστάσεως ὑπετάσσετο τῷ ῾Ρωμαίῳ ἀρχιερεῖ, ὡς διαδόχῳ δῆθεν νομίμῳ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, καὶ κατὰ συνέπειαν τοποτηρητῇ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς».
Περὶ τὸ τέλος ἡ συνοδικὴ καὶ πατριαρχικὴ ἀπάντηση συμπεραίνει τὰ ἑξῆς συνοψίζουσα ὅσα περὶ τοῦ ἑαυτοῦ της καὶ τοῦ Παπισμοῦ ἐπίστευεν ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν αἰώνων: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἄρα Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δικαίως καυχᾶται ἐν Χριστῷ, ὅτι ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία τῶν ἑπτὰ οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐννέα πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἑπομένως ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, “στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας” ἡ δὲ νῦν ῾Ρωμαϊκή ἐστιν Ἐκκλησία τῶν καινοτομιῶν, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραμμάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καὶ τῆς παρερμηνείας τῆς τε ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ὅρων τῶν ἁγίων Συνόδων· διὸ εὐλόγως καὶ δικαίως ἀπεκηρύχθη καὶ ἀποκηρύσσεται, ἐφ᾽ ὅσον ἂν ἐμμένῃ ἐν τῇ πλάνῃ αὐτῆς. “Κρείσσων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος, λέγει καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ”».
Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές:
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Κυζίκου Νικόδημος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Νικομηδείας Φιλόθεος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† ῾Ο Νικαίας Ἱερώνυμος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Προύσης Ναθαναὴλ ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Σμύρνης Βασίλειος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Φιλαδελφείας Στέφανος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Λήμνου Ἀθανάσιος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Δυρραχίου Βησσαρίων ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Βελεγράδων Δωρόθεος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέ­της.
† Ὁ Ἐλασσῶνος Νικόδημος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέ­της.
† Ὁ Καρπάθου καὶ Κάσσου Σωφρόνιος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Ἐλευθερουπόλεως Διονύσιος ἐν Χρι­στῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης[9].

5. Τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῶν πατριαρχικῶν καὶ συνοδικῶν κειμένων, τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ ἡ σημερινή τους ἀθέτηση.
Ἐπειδὴ ὅσοι ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀθέσμου καὶ ἀντιπατερικῆς ἀνατροπῆς καὶ ἀλλαγῆς κατηγορούμαστε ἀπὸ κάποιους ὡς παρασυνάγωγοι καὶ ἀνυπάκουοι, ἐνῶ ἀντίθετα ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε καὶ ὑπακούουμε στὶς τόσο πυκνὲς πατριαρχικὲς καὶ συνοδικὲς ἀποφάσεις τοῦ 19ου αἰῶνος, ποὺ ἀποτελοῦν σταθερὴ καὶ ἀδιάκοπη συνέχεια καὶ διαδοχὴ ὅλων τῶν αἰώνων, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ φατριάζουν καὶ ἀπειθοῦν, ὅπως προκύπτει σαφέστατα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ καταθέσαμε, θὰ συνοψίσουμε ἐδῶ γιὰ εὐκολώτερη κατανόηση μερικὲς ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν κειμένων, οἱ ὁποῖες σήμερα ἔχουν ἐγκαταλειφθῆ καὶ συκοφαντηθῆ:
α) Οἱ Οἰκουμενισταὶ ἀποκαλοῦν σήμερα τοὺς Παπικούς «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», συμμετέχουμε ἰσότιμα, ἐπὶ ἴσοις ὅροις, μὲ τοὺς Προτεστάντες, στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δεχόμαστε ὅτι ἔχουν ἔγκυρα μυστήρια καὶ χορηγοῦν τὴν Χάρη καὶ τὴν σωτηρία, ἐνῶ στὰ ὀρθοδοξώτατα καὶ πατερικὰ κείμενα τοῦ 19ου αἰῶνος ἀποκαλοῦνται «αἱρέσεις» μὲ βαρεῖς χαρακτηρισμούς. Ἑπομένως βάσει τῶν συνοδικῶν καὶ πατριαρχικῶν κειμέ­νων ἔχουμε δίκαιο ὅσοι ἀποκαλοῦμε τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ὀρθότατα καὶ ὀρθοδοξώτατα ὡς «Παγκόσμιο Συμβούλιο Αἱρέσεων».
β) Ἀπέναντι αὐτῶν τῶν αἱρέσεων δὲν ὑπάρχει σήμερα ἀγωνία καὶ ποι­μαντικὴ μέριμνα, ὥστε νὰ μὴ βλαβεῖ τὸ ποίμνιο καὶ χάσει τὴν σωτηρία του. Οὔτε ἡ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν αἱρέσεων ἀσχολεῖται μὲ αὐτές. Ἀντίθε­τα εἶναι ἔκδηλο τὸ ποιμαντικὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ ἀγωνία τῶν συνοδικῶν καὶ πατριαρχικῶν κειμένων, ποὺ φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀναιροῦνται μία πρὸς μία οἱ αἱρέσεις καὶ οἱ πλάνες. Τὸ ποίμνιο ἀγνοεῖ σήμερα τὸν κίνδυνο ἀπὸ αὐτὲς τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ.
γ) Τοὺς Χριστιανοὺς τοῦ Πάπα δὲν τοὺς ὀνομάζουν τὰ κείμενα οὔτε Καθολικοὺς οὔτε Ρωμαιοκαθολικούς, ἀλλὰ Κατόλικους καὶ Παπιστάς. Χρησιμοποιοῦν τό «Κατόλικοι», γιὰ νὰ δείξουν ὅτι ἔχουν νοθεύσει τό «Καθολικοί», ἀλλὰ καὶ ἀκουόμενο νὰ ὑπενθυμίζει τοὺς λύκους: «Κατόλυ­κοι». Ἀληθινὰ Καθολικοὶ εἴμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι, ὡς μέλη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ Ρωμαιοκαθολικοί, διότι ἀκολουθοῦμε, τὴν ὀρθόδοξη παλαιὰ Ρώμη (τῆς Ἰταλίας) καὶ τὴν ὀρθόδοξη Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη).
δ) Σήμερα ἡ αἱρετίζουσα θρασύτητα τῆς «Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος (Βόλος), θέλει, καὶ ἐπιδιώ­κει νὰ παραμερίσει νὰ περιθωριοποιήσει τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλη­σίας, μὲ τὴν γνωστὴ «Μεταπατερικὴ Θεολογία» ἤ «Μεταπατερικὴ Αἵρεση», ὅπως τὴν ἀποκάλεσε γνωστὸς ἑλλαδίτης ἐπίσκοπος. Τὴν «Μεταπατερικὴ Αἵρεση» καλύπτουν καὶ τὸ Φανάρι καὶ ἡ Ἀθήνα μὲ ἐπαίνους, ἐγκώμια, βραβεῖα κ.ἄ. πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους της, ἀντὶ ποινῶν καὶ ἐπιπλήξεων, δυστυχῶς στὴν πράξη πράττουν τὸ ἴδιο καὶ κάποιοι ἐπίσκοποι ποὺ τὴν ἐπικρίνουν στὴν θεωρία. Στὰ συνοδικὰ καὶ πατριαρχικὰ κείμενα ἀντίθετα εἶναι ἔκδηλος ὁ σεβασμὸς καὶ συχνότατη ἡ ἐπίκληση τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων ἀκολουθοῦν μὲ πιστότητα τὴν αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν αἱρετικῶν. Παραμερίζουν τοὺς Ἁγίους Πατέρες, διότι ἀποτελοῦν φραγμὸ καὶ ἐμπόδιο στὴν κακὴ «ἕνωση» ποὺ ἑτοιμάζουν μὲ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους. Ἔτσι μόνον δικαιολογεῖται ἡ παντελῶς ἀδικαιολόγητη, ἀπαράδεκτη καὶ βλάσφημη, οἰκουμενιστικὴ ρήση τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, ποὺ ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος, οἱ ὁποῖες κατασίγασαν δυστυχῶς μετὰ ἀπὸ ἀστεῖες, γιὰ παιδιὰ καὶ ἀνοήτους, ἐξηγήσεις. Εἶπε ὁ πατριάρχης, γιὰ νὰ θυμόμαστε: «Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου Ὄφεως καὶ εὑρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ»[10]. Νὰ λοιπὸν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ «ἐπὶ ἴσοις ὅροις»· σατανοκίνητοι οἱ αἱρετικοί, σατανοκίνητοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὁ Μ. Φώτιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, οἱ Ἅγιοι Κολλυβάδες κ.ἄ. Ὑπάρχει χειρότερη βλασφημία; Μὲ βάση αὐτὴν τὴν δήλωση θὰ πρέπει νὰ κατεβάσουμε τὶς εἰκόνες αὐτῶν τῶν Ἁγίων, ὁμολογητῶν καὶ ἀγωνιστῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, νὰ καταργήσουμε τὶς ἑορτὲς καὶ τὶς ἀκολουθίες τους, καὶ ἀντὶ νὰ ζητοῦμε τὶς πρεσβεῖες τους, νὰ κάνουμε μνημόσυνα, γιὰ νὰ τοὺς συγχωρήσει ὁ Θεός. Δὲν ἀποκλείεται καὶ αὐτὸ νὰ συμβεῖ, ἀφοῦ ἀκολουθοῦμε καὶ θαυμάζουμε τὸν πάπα. Λίγους ἁγίους κατήργησε ὁ ἀλάθητος καί «πρῶτος χωρὶς ἴσους» πάπας;
ε) Στὸν Διάλογο Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν ποὺ διαρκεῖ τριάντα πέντε χρόνια, γιατὶ ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων συζητούσαμε ἐπὶ ἔτη, κατὰ παγκόσμια ἱστορικὴ πρωτοτυπία ὄχι γιὰ τὰ διαιροῦντα ἀλλὰ γιὰ τὰ ἑνοῦντα, ἀρχίσαμε ἐπὶ τέλους νὰ συζητοῦμε γιὰ τὸ τεράστιο θέμα τοῦ «πρωτείου» τοῦ πάπα. Καὶ στὸ θέμα αὐτὸ γιὰ πρώτη φορὰ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ἀπέκλιναν ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐδέχθησαν, παπίζοντες καὶ λατινίζοντες, πρωτοφανῆ κακόδοξη θεωρία ὅτι τό «πρωτεῖο» ὑπάρχει σὲ τρία ἐπίπεδα· σὲ τοπικὸ σὲ περιφερειακὸ καὶ σὲ παγκόσμιο. Σὲ τοπικὸ πρῶτος εἶναι ὁ ἐπίσκοπος σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους κληρικούς, σὲ περιφερειακὸ ὁ μητροπολίτης σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους ἐπισκόπους, καὶ σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο ὁ πάπας σὲ σχέση μὲ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους. Ἡ παπικὴ αὐτὴ θεωρία, ὑποστηρίχθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τοὺς θεολόγους τοῦ Φαναρίου μέσα στὸν Διάλογο, διότι ἂν γινόταν δεκτή -εὐτυχῶς ποὺ δὲν ἔγινε- καὶ δεδομένου ὅτι ὁ πάπας, πρὶν νὰ γίνει ἡ ἕνωση, ἔχει δικαιοδοσία μόνον ἐπὶ τῶν Παπικῶν, ὡς πρῶτος μεταξὺ τῶν Ὀρ­θοδόξων σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο ἀπομένει ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπό­λεως. Μεγάλη θεολογικὴ ἀνακάλυψη γιὰ τὴν στήριξη τοῦ Φαναρίου, ἡ ὁποία συμπληρώθηκε ἀπὸ μικροὺς καὶ ἀνόητους θεολόγους μὲ δύο ἄλλες μεγάλες θεολογικὲς ἀνακαλύψεις! Ὅτι ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, πολὺ περισσότερο ὁ πάπας, εἶναι πρῶτος ὄχι μεταξὺ ἴσων, ὅπως διαχρονικὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δέχεται ἡ Ἐκκλησία (primus inter pares), ἀλλὰ εἶναι πρῶτος χωρὶς ἴσους (primus sine paribus). Καὶ γιὰ νὰ μὴ στηρίζεται τὸ πρωτεῖο μόνο σὲ ἱστορικοὺς λόγους, στὴν πολιτικὴ δηλαδὴ σημασία τῶν θρόνων, στὴν Ρώμη καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνες, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχει καὶ θεολογικὴ θεμελίωση, νὰ προέρχεται ὄχι ἐξ ἀνθρωπίνου, ἀλλὰ ἐκ θείου δικαίου, ἐφεῦραν τὴν τριαδολογικὴ θεμελίωση τοῦ πρωτείου μὲ βάση τὸ πρωτεῖο τοῦ Πατρὸς σὲ σχέση μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα. Ποιός μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν φωτίζει καὶ τοὺς σημερινοὺς θεολόγους στὴν διεκδίκηση πρωτείων, πρωτοκαθεδρίας, ἀξιωμάτων; Δὲν τὰ ἐγνώριζαν αὐτὰ μεγάλοι Ἅγιοι Πατριάρχες, δὲν τοὺς εἶχε φωτίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ μᾶς παρέδωσαν, ὅπως καὶ τὰ συνοδικὰ καὶ πατριαρχικὰ κείμενα τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅτι δὲν ὑπάρχουν «πρωτεῖα ἐξουσίας» ἀλλά «πρεσβεῖα τιμῆς»; Ὅτι καὶ ὁ πάπας τῆς Παλαιᾶς Ρώμης καὶ ὁ πατριάρχης τῆς Νέας Ρώμης εἶναι ἴσοι μὲ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους; Ἁπλῶς κατὰ τὴν τάξη τῶν θρόνων εἶναι «πρῶτοι μεταξὺ ἴσων» καὶ αὐτὴ ἡ πρωτιά τους, αὐτὴ ἡ πρόταξη, ὀφείλεται στὴν πολιτικὴ σημασία τῶν πόλεων-θρόνων, δὲν προέρχεται ἐκ θείου δικαίου, ποὺ δὲν ἀλλάσσει, ἀλλὰ ἐξ ἀνθρωπίνου δικαίου, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει.
στ) Προωθοῦν σήμερα οἱ Οἰκουμενισταὶ ὄχι τὴν ἀληθινὴ ἕνωση, ἀλλὰ τὴν κακὴ ἕνωση, ὅπως ἔγινε καὶ στὴν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ἀληθινὴ εἶναι ἡ ἕνωση, ὅταν ὑπάρχει ἑνότητα στὴν πίστη, ὅταν πιστεύουν ὅλοι στὰ ἴδια δόγματα τῆς πίστεως, καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν ὅταν ὑπάρχει ἑνό­τητα στὴν λατρεία καὶ στὴν διοίκηση· σὲ θέματα μάλιστα πίστεως δὲν δι­καιολογεῖται καμμία ποικιλομορφία· «ἰῶτα ἕν, ἢ μία κεραία» δὲν ἐπι­τρέ­πεται νὰ διαφέρει. Αὐτὸς ποὺ ἀλλάσσει τὴν πίστη στὸ παραμικρό, αὐτὸς καταστρέφει τὸ πᾶν. Ἡ ἕνωση ποὺ προβάλλεται σήμερα εἶναι κακὴ ἕνωση· ἐπιτρέπονται καὶ δικαιολογοῦνται οἱ διαφορὲς στὴν πίστη, ὅπως στὰ συγκρητιστικὰ συστήματα· θὰ κρατήσουμε ὅλοι τὰ πιστεύματά μας, καὶ οἱ αἱρέσεις τὶς πλάνες τους, καὶ θὰ ἑνώσουμε τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμμα· αὐτὸ ποὺ ἐνδιαφέρει τὸν πάπα εἶναι νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε ὡς πρῶτο, τοὺς δὲ Προτεστάντες νὰ πιστεύουν καὶ νὰ διδάσκουν, ὡς ἄλλοι πάπες, ὁ καθένας ὅ,τι θέλει, ὥστε νὰ ὑπάρχει πολλότης καὶ ποικολομορφία. Τὰ κείμενα, συνοδικὰ καὶ πατριαρχικὰ ποὺ παραθέσαμε «ἑπόμενα τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», διδάσκουν ὅτι ἀπαραίτητος ὅρος γιὰ τὴν ἕνωση εἶναι ἡ ἀποτίναξη, ἡ ἀπόρριψη ὅλων τῶν αἱρέσεων καὶ κατόπιν ἡ ἕνωση «μετὰ τῆς Ἐκκλησίας»· ὄχι «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» ἀλλά «ἕνωση μὲ τὴν Ἐκκλησία».
ζ) Πρὶν νὰ ἐπιτευχθεῖ αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ ἕνωση τῶν αἱρετικῶν μὲ τὴν Ἐκκλησία, κάθε ἐπικοινωνία μὲ αὐτοὺς εἶναι ἄθεσμη, ἀντικανονική. Καὶ αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ ἔλλειψη ἀγάπης, ἀλλὰ ἀπὸ ἀληθινὴ ἀγάπη. Γιὰ νὰ διερωτηθοῦν, γιατί δὲν ἐπικοινωνοῦμε μαζί τους, καὶ νὰ μάθουν ὅτι ὅσα πιστεύουν καὶ πράττουν εἶναι ἀντιευαγγελικὰ καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια. Ὅποιος ἀγαπᾶ λέγει τὴν ἀλήθεια στὸν ἀγαπώμενο, δὲν τὸν παραπλανᾶ.
η) Οἱ διεξαγόμενοι σήμερα Διάλογοι «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» ἀποτελοῦν τέχνασμα τοῦ Διαβόλου, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξισώσει τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψεῦδος, τὴν ᾽Ορθοδοξία μὲ τὴν αἵρεση. Τὸ «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» σημαίνει ὅτι ἀποδέχονται οἱ διαλεγόμενοι ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχουν τὴν ἀλήθεια καὶ οἱ δύο πλευρές· δὲν ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια ἀποκλειστικὰ στὴ μία πλευρά. Καὶ μόνον ἡ ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ ὅρου σημαίνει ὅτι ἀμφιβάλλουμε γιὰ τὸ ἂν ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες ἔχουν καὶ διδάσκουν τὴν ἀλήθεια. Ἂν στὴν «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» συζήτηση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, λόγῳ ρητορικῆς δεινότητος τῶν αἱρετικῶν, ὑψηλοτέρου μορφωτικοῦ ἐπιπέδου, διαλεκτικῆς ἱκανότητος ὑπερισχύσουν τῶν ἀσθενεστέρων εἰς αὐτὰ Ὀρθοδόξων ἢ τοὺς ἐξαναγκάσουν μὲ διαφόρους τρόπους, ὅπως ἔγινε στὴν Φερράρα-Φλωρεντία, νὰ δεχθοῦν τὰ τῶν αἱρετικῶν, αὐτὸ σημαίνει ὅτι βρέθηκε ἡ ἀλήθεια; Ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν αἰώνων κηρύσσει, διδάσκει, νουθετεῖ, ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθεια πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντες, πιστεύουσα ἀκραδάντως ὅτι ἔχει τὴν ἀλήθεια· δὲν ἐξισώνεται μὲ  τὴν αἵρεση «ἐπὶ ἴσοις ὅροις», ἀφήνουσα νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι καὶ οἱ αἱρετικοὶ μπορεῖ νὰ ἔχουν τὴν ἀλήθεια καὶ ὅτι αὐτὸ θὰ προκύψει ἀπὸ τὸν διάλογο. Αὐτὸ ἐπίστευε ὁ Κύριος συζητώντας μὲ τὴν Σαμαρείτιδα, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες; Διδάσκουμε κηρύττουμε, ὁμολογοῦμε τὴν ἀλήθεια, «μαθητεύουμε πάντα τὰ ἔθνη», καὶ ἂν οἱ διδασκόμενοι καὶ νουθετούμενοι δὲν πείθονται, τοὺς ἀφήνουμε νὰ ἀκολουθήσουν τὸν δρόμο τους. Δὲν συζητοῦμε ἐπὶ πέντε, δέκα, εἴκοσι, σαράντα χρόνια. Εἶναι σαφὴς ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατά­κριτος»[11]. Αὐτὸ ἐτήρησε καὶ ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Β´, ὁ ὀνομαζόμενος Τρανός, στὸν δι᾽ ἀλληλογραφίας διάλογο ποὺ ἔκανε μὲ τοὺς Προτεστάντες θεολόγους τῆς Τυβίγκης. Ὅταν ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις τους κατάλαβε ὅτι ἐμμένουν στὶς πλάνες τους, διέκοψε τὸν διάλογο καὶ τοὺς ἄφησε στὸν δρόμο τῆς πλάνης. Τοὺς ἔγραψε τὸ 1581: «Ἀξιοῦμεν δὲ ὑμᾶς τοῦ λοιποῦ μὴ κόπους παρέχειν ἡμῖν, μηδὲ περὶ τῶν αὐτῶν γράφειν καὶ ἐπιστέλλειν, εἴ γε τοὺς τῆς Ἐκλησίας φωστῆρας καὶ θεολόγους ἄλλοτε ἄλλως μεταχειρίζεσθε, καὶ τοῖς λόγοις τιμῶντες αὐτοὺς καὶ ἐπαίροντες τοῖς ἔργοις ἀθετεῖτε, καὶ τὰ ὅπλα ἡμῶν ἄχρηστα ἀποδεικνύετε, τοὺς λόγους αὐτῶν τοὺς ἁγίους καὶ θείους δι᾽ ὧν ἡμεῖς γράφειν καὶ ἀντιλέγειν ὑμῖν εἴχομεν. Ὥστε τὸ καθ᾽ ὑμᾶς, ἀπαλλάξατε τῶν φροντίδων ἡμᾶς. Τὴν ὑμετέραν οὖν πορευόμενοι, μηκέτι μὲν περὶ δογμάτων, φιλίας δὲ μόνης ἕνεκα, εἰ βουλητόν, γράφετε»[12].
θ) Τέλος, εἶναι ἀπαραίτητο καὶ κρίσιμο νὰ τονισθεῖ ὅτι τελικῶς στὶς συνοδικὲς διεργασίες ἀποφασιστικὸ ρόλο καὶ λόγο ἔχει ὁ πιστὸς λαός, ὁ ὁποῖος διαμορφώνει μὲ τὴν στάση του, θετικὰ ἢ ἀρνητικά, τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς τὴν συγκατάθεση καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας οἱ ἀποφάσεις ὁποιωνδήποτε ἐπισκόπων καὶ ὁποιωνδήποτε συνόδων, ἀκόμη καὶ οἰκουμενικῶν, εἶναι ἄκυρες καὶ ἄ­χρηστες. Αὐτὸ συνέβη πολλὲς φορὲς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ὅπως π.χ. μὲ τὴν εἰκονομαχικὴ σύνοδο τῆς Ἱερείας τοῦ 754 καὶ μὲ τὴν ψευδο­σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), ποὺ μολονότι συγκλήθηκαν ὡς οἰκουμενικές, ἀπορρίφθηκαν ὡς αἱρετικές. Αὐτὸ ὀφείλουν νὰ τὸ λάβουν σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς συγκλήσεως τὸ ἑπόμενο ἔτος (2016) τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἔτη κάτω ἀπὸ τὸν οὐδέτερο τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο» προσπαθοῦν νὰ ἀποχαρακτηρίσουν τὶς αἱρε­τικὲς χριστιανικὲς κοινότητες καὶ νὰ τὶς δεχθοῦν, γιὰ πρώτη φορὰ στοὺς αἰῶνες, ὡς ἐκκλησίες καὶ ὡς ὁδοὺς σωτηρίας. Ἐπαναλαμβάνουμε τὶ ἀπήν­τησαν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τὸ 1848 πρὸς τὸν πάπα Πίο Θ´: «Ἔπειτα παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι, ἐδυνήθησαν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»[13].


[1]. Β´ Τιμ. 2, 9.
[2]. Α´ Κορ. 2, 25.
[3]. Ιωαννου Καρμιρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόμ. ΙΙ, Akademische Druck – u. Verlagsanstalt Graz-Austria 19682, σελ. 951-972.
[4]. Ἐννοοῦν τοὺς Οὐνίτες ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι, ἐνδυόμενοι ἐξωτερικὰ ὅπως οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ στὴν λατρεία καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, παρασύρουν πολλοὺς ἁπλοὺς πιστοὺς στὴν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ.
[5]. Ιωαννου Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 973-982.
[6]. Αὐτόθι, σελ. 982-1005.
[7]. Αὐτόθι, σελ. 1006-1010.
[8]. Περὶ αὐτοῦ ὁ Τ. Γριτσοπουλοσ, γράφει εἰς «Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία», τόμ. 4, στ. 400: «Μεταξὺ 1891 καὶ 1896 ἐδίδαξεν ὡς καθηγητὴς τῆς Σχολῆς Χάλκης. Εὐρέως ἔγινε τότε γνωστὸς ἀπὸ τὴν περίφημον κατ᾽ ἐντολὴν Ἀνθίμου Στ´ ἐγκύκλιον εἰς ἀπάντησιν τοῦ πάπα Λέοντος ΙΓ´, καλοῦντος εἰς ἕνωσιν τὰς ἀνατολικὰς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν λόγῳ πατριαρχικὴ ἐγκύκλιος μετεφράσθη εἰς ὅλας τὰς εὐρωπαϊκὰς γλώσσας καὶ ἐσχολιάσθη εὐμενῶς».
[9]. Ιωαννου Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 1016-1032.
[10]. Περιοδικό «Ἐπίσκεψις» τοῦ «Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης, τεῦχος 563, σελ. Δημοσιεύθηκε ἐπίσης στήν «Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια» τῶν Ἀθηνῶν στὶς 16-2-1998. Ἡ δικαιολογητικὴ ἀπάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρὸς τοὺς Ἁγιορεῖτες δὲν δημοσιεύθηκε ποτέ. Ἂς τὴν δημοσιεύσουν ἐπὶ τέλους εἴτε οἱ ἀποστείλαντες εἴτε οἱ παραλῆπτες.
[11]. Τίτ. 3, 10-11.
[12]. Ιωαννου Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 569.
[13]. Αὐτόθι, σελ. 1000.

17/10/19

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΔΙΑ ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟΝ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ 

ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 

ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟΥ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΗΣ 2ας ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2019

(ΠΡΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΥΖΗΤΟΥΜΕΝΟΥ ΚΑΤ ΑΥΤΑΣ
ΤΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ)

Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί προέδρου αὐ-τῆς κ. Παχωμίου, κατά τήν τακτικήν Αὐτῆς συνεδρίασιν, σήμερον τήν 2αν Ὀκτωβρίου 2019, κατά τό ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον, 15ην Ὀκτωβρίου 2019, κατά τό πολιτικόν ἡμερολόγιον, ἀφοῦ ἐμελέτησε μετά πολλῆς προσοχῆς καί προσευχῆς τό κατ’ αὐτάς τάς ἡμέρας συζητούμενον Ούκρανικόν ζήτημα, πρός ἐνημέρωσιν τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί παντός ἐνδιαφερομένου, ἀνακοινώνει τά ἀκόλουθα:

Πρῶτον. Μετά λύπης παρατηρεῖ ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι διά τήν δημιουργίαν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἐνῶ ὁμιλοῦν διά τήν διατήρησιν τῆς ἑνότητος, οὐδόλως ἐνδιαφέρονται διά τήν γενομένην διάσπασιν οὔτε διά τήν διαφαινομένην ρῆξιν καί τό ἐπερχόμενον σχῖσμα. Ἐνῶ καταδικάζουν τόν ἐθνοφυλετισμόν, χρησιμοποιοῦν ἐθνοφυλετικούς λόγους διά νά στηρίξουν τίς ἀποφάσεις καί τά σχέδια τά ὁποῖα προωθοῦν, χωρίς ἐνδοιασμόν καί πατρικόν ἐνδιαφέρον.

Δεύτερον. Ἡ προβαλλομένη αἰτία διά τήν δῆθεν ἐθνικήν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Οὐκρανικοῦ λαοῦ, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι δέν εἶναι ὁ πραγματικός λόγος διά τάς ἐνεργείας των, καθόσον ἐνῶ διαπιστώνουν ὅτι ἡ συντριπτική πλειοψηφία τοῦ Οὐκρανικοῦ λαοῦ, δέν ἀποδέχεται καί δέν ἀκολουθεῖ τάς ἐνεργείας των, καί ὅμως προχωροῦν εἰς τήν ἐφαρμογήν τῶν σχεδίων καί τῶν ἀποφάσεων τους.

Τρίτον. Ἐνῶ δημοσίως ὑποστηρίζουν τό λεγόμενον συνοδικόν ἐκκλησιαστικόν σύστημα καί τό δημοκρατικόν δικαίωμα τῶν λαῶν καί τῶν ἐθνῶν, εἰς τήν πρᾶξιν στηρίζουν καί μετ’ εὐλαβείας ὑπηρετοῦν τήν «τοῦ ἑνός ἀνδρός ἀρχήν», ἀδιαφοροῦντες παντελῶς διά τήν κανονικήν ὀρθότητα καί τήν ἀποδοχήν ὑπό τοῦ λαοῦ τῶν ἀποφάσεων καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἑνός ἀνδρός.

Τέταρτον. Παρατηρεῖται ὅτι ἐπαναλαμβάνεται τό ἴδιον σχέδιον καί μέ τόν ἴδιον τρόπον, ὅπως καί εἰς τό ἡμερολογιακόν ζήτημα πρίν ἕναν περίπου αἰῶνα, τό 1924. Καί τότε ἕνας ἄνθρωπος ἀπεφάσισεν, ὁ πατριάρχης Κων-πόλεως Μελέτιος Μεταξάκης καί ἕνας ἄλλος τόν ἐβοήθησεν, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, καί οἱ πολλοί ἠκολούθησαν, ἀδιαφορώντας διά τήν κανονικήν ὀρθότητα τῆς ἀποφάσεως καί διά τήν ἀντίδρασιν τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Ὡς ἐκ τούτου τό ζήτημα αὐτό φαίνεται ὅτι χρησιμοποιεῖται ὡς μέσον διά τήν ἐκκλησιαστικήν σύγχυσιν τῶν ὀρθοδόξων λαῶν.

Πέμπτον. Εἶναι σχεδόν ἐμφανές ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ πραγματικοί σκοποί οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκονται μέ τίς ἐνέργειες διά τό Οὐκρανικόν ζήτημα. Δυστυχῶς εἶναι βαθύτεροι καί ἀλλότριοι πρός τό πνευματικόν καί ἐθνικόν συμφέρον τῶν λαῶν ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων ἐνεργοῦνται οἱ ἀποφάσεις αὐτές. Μόνον νά ληφθῆ ὑπόψιν ὅτι ὁ κύριος ὑποκινητής τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν, ὁ ἀπελθών πρόεδρος τῆς χώρας αὐτῆς, ἀνήκει ἐνεργῶς εἰς αἱρετικούς, ἐνῶ δῆθεν ἐμφανῶς ἐνδιεφέρετο διά τήν ἑνότητα τῶν ὀρθοδόξων. Καί ἐπί πλέον ὁ ὁρισθείς ἐπικεφαλής αὐτῆς τῆς δῆθεν «αὐτοκεφάλου ὀρθοδόξου ἐκκλησίας τῆς Οὐκρα-νίας» ἐδέχθη εἰς συλλείτουργον πρό ὀλίγων ἡμερῶν ἕναν αἱρετικόν «ἱερέα».

Κατόπιν ὅλων τῶν ἀνωτέρω ἡ Ἱερά Σύνοδος, συνιστᾶ ἀφ’ ἑνός μέν εἰς τά πιστά μέλη τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά παρακαλοῦν εἰς τάς προσευχάς των, τόν Πανοικτίρμονα Κύριον καί Θεόν ἡμῶν, νά προστατεύη καί νά σκεπάζη τούς λαούς καί τά ἔθνη ἐκ τῶν ὑποκριτικῶν ἐνεργειῶν τῶν ἀρχόντων καί ἡγετῶν αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀδελφικῶς ὑπενθυμίζει εἰς πάντα ἄνθρωπον τόν λόγον τῶν Ἁγίων Πατέρων νά προσέχουν ἀπό τούς ἡγέτας τῶν ἐσχάτων χρόνων, οἱ ὁποῖοι θά ἐπαγγέλωνται τήν εἰρήνην καί θά ἐνεργοῦν τόν πόλεμον, θά κόπτωνται διά τήν ἑνότητα καί θά ἐνεργοῦν τήν διάσπασιν, θά ὑπερασπίζωνται ρητορικῶς τά δικαιώματα καί τήν ἐλευθερίαν τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν, καί ταυτοχρόνως θά ἀδιαφοροῦν διά τήν διαμαρτυρίαν καί τήν ἀντίστασιν τῶν πιστῶν ἀνθρώπων.

Ἐντολῇ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

Ὁ Ἀρχιγραμματεύς
†Ἀρχιμανδρίτης Γεράσιμος Κοσμᾶς

16/10/19

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ, ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ


ἰσθάνομαι τήν ἠθική ὑποχρέωση δημοσίως νά ἐκφράσω τήν ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη μου στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ διά τήν πεπαρρησιασμένην, οὐσιαστικωτάτην καί ἀκριβοδικαίαν ἔκθεσιν τῶν διαδραματισθέντων κατά τήν ἔκτακτη σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 12/10/2019 πού ἀποδεικνύει τό ἀδαμάντινον ἦθος καί τήν τεραστίαν πνευματικήν ποιότητα τοῦ Σεβ. ἁγίου Κυθήρων.
Ὀφείλω νά διευκρινίσω ὅτι ὁ Σεβ. καταγράφων τά γεγονότα τῆς συγκληθείσης ἐκτάκτου Ἱεραρχίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπικοινωνίας μέ τήν ἐλαχιστότητά μου, ἀπέδωσε τήν πραγματικότητα τῆς παρεμβάσεώς μου κατά τήν διαδικασίαν, γράφων χαρακτηριστικῶς: «Εἰς αὐτό τό «μῆκος κύματος» ἐκινήθησαν καί οἱ Σεβ. Μητροπολῖται: Καισαριανῆς Δανιήλ, Μεσογαίας Νικόλαος, Πειραιῶς Σεραφείμ (διεισδύσας ἐπιτυχῶς εἰς τήν προβληματικήν τοῦ ὅλου θέματος ἀπό κανονικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς πλευρᾶς) καί ἡ ταπεινότης μου», διαλύων οὕτω ὡς αὐτόπτης καί αὐτήκοος μάρτυς τήν εἰς βάρος μου παρασιώπηση.
Τόν εὐχαριστῶ ἐκ βάθους ψυχῆς δεόμενος τοῦ Παναγίου Κυρίου τῆς Ἐκκλησίας μας καί Δομήτορος ὅπως ἐπιδαψιλεύει εἰς Αὐτόν εὐδαίμονα ἔτη πλήρη χαρίτων καί εὐλογιῶν, ἐπ’ ἀγαθῷ καί προόδῳ τῆς λογικῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ.
Ἐν ταὐτῷ εἰλικρινῶς ἐκφράζω τήν εὐγνωμοσύνη μου στόν Πανάγιο Θεό διά τήν ἄμεση δικαίωση ὅλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας πού ἑπόμενα τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως ἀρνοῦνται τήν ἄκυρη Αὐτοκεφαλία τῶν σχισματικῶν, καθηρημένων, ἀναθεματισμένων καί ἀχειροτονήτων τῆς Οὐκρανίας τήν ὁποίαν «ἀπένειμε!!!» ὁ φερόμενος ὡς «Μητροπολίτης Κιέβου» κ. Ἐπιφάνιος, ὁ ὁποῖος μίαν ἡμέρα μετά τήν ἀναγνώριση ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «τελῶν» ἐκκλησιαστικά ἐγκαίνια τοῦ «Ἱ. Ναοῦ Παναγίας Προστασίας» στήν περιοχή Βαράς εἶχε ὡς «συνιερουργό» τόν Ρωμαιοκαθολικό «κληρικό» Βασίλειο Πλατότκα μέ πλήρη ἱερατική ἀμφίεση, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τήν σχετική δημοσίευση καί τίς φωτογραφικές ἀπεικονίσεις τοῦ Πρακτορείου -ΡΟΜΦΑΙΑ- (ΠΑΤΗΣΤΕ ΚΑΙ ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ).
Συνεπῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δέν εἶναι μόνο ἀνίεροι εἶναι καί κακόδοξοι καί ἀθεόφοβοι.
Ἑπομένως τό νά ζητεῖται ἀπό τίς αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἡ ἀναγνώρισίς τους εἶναι τό λιγότερο ἐξωφρενικό.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ



9/10/19

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Το μικρό Κυπριόπουλο που έγινε μάρτυρας παίζοντας



Συγκλονιστική ιστορία, που δείχνει γιατί δεν πρέπει να καίμε τους νεκρούς μας
Το παρακάτω περιστατικό, αν και ανώνυμο, είναι πέρα για πέρα αληθινό. Συνέβη σε ένα χωριό της Κύπρου πριν την τουρκική εισβολή του 1974, όταν ακόμη Έλληνες και Τούρκοι ζούσαν ειρηνικά.

Στο χωριό αυτό μία ομάδα μικρών παιδιών, Ελλήνων και Τούρκων, έπαιζαν μεταξύ τους «πόλεμο».
Τα τουρκάκια είχαν πιάσει ένα ελληνάκι και έπεσαν όλα πάνω του με το βάρος τους, λέγοντάς του: «θα γίνεις Τούρκος;».
Το παιδί απαντούσε: «όχι!».
Στο τέλος το παιδί πέθανε από ασφυξία.
Πέρασαν από τότε τρία χρόνια, και όπως συνηθιζόταν στην Κύπρο, έγινε η εκταφή των οστών του μικρού παιδιού.
Κατά την εκταφή, προς γενική κατάπληξη πάντων, τα οστά ευωδίαζαν.
Αυτό ήταν απόδειξη ότι ο Θεός, παρόλο που ήταν ένα απλό παιδικό παιχνίδι, είχε δεχθεί το μικρό Κυπριόπουλο σαν μάρτυρα, σαν τον μικρό παιδομάρτυρα Κήρυκο, που μαρτύρησε σε ηλικία τριών ετών, μαζί με την μητέρα του.
Ταυτόχρονα όμως το περιστατικό αποδεικνύει γιατί δεν πρέπει με κανένα τρόπο η Εκκλησία να δεχθεί την καύση των νεκρών.
Εάν το σώμα του παιδιού είχε καεί, πώς θα διασωζόταν αυτό το συγκλονιστικό γεγονός;

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 1944


ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
194 00 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ Τ.Θ. 54 ΤΗΛΕΦΑΧ  210.6020176.

Α.Π. 828                               ν Κορωπίῳ τῇ 20 Φεβρουαριου 2019

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΟΠΩΣ ΔΙΕΤΥΠΩΘΗ ΑΥΤΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 1944 ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ …

Εἰς τήν από 1ην Ιουνίου 1944 ἐγκύκλιον τού πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου ἀπήντησεν ἐκτενῶς μετά 3 μῆνας ὁ Ὁμολογητής Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος, δι' ἰδίας ἐγκυκλίου (από 21 Σεπτεμβρίου 1944), ἐχούσης οὕτω:

«ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΤΟΥ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1944

Πρός τό εὐσεβέστατον πλήρωμα τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Πανοσιώτατοι ἱερομόναχοι, αἰδεσιμώτατοι Ἱερεῖς, Ὁσιώτατοι Μοναχοί, εὐλαβέστατοι ἐκκλησιαστικοί ἐπίτροποι καί εὐσεβέστατοι Ὀρθόδοξοι Χριστια-νοί. Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά καί περιπόθητα. Χάρις ὑμῖν καί εἰρήνη καί ἔλεος τῆς ἁγίας καί ὁμοουσίου καί Ζωοποιοῦ καί ἀδιαιρέτου Τριάδος, εἴη μεθ' ἡμῶν ἀδελφοί. Ἀμήν.
Πολλάκις καί διά πολλῶν ἐπιστολῶν μου καί ἐγκυκλίων ἔγραφον καί ἔλεγον πρός ὑμᾶς ὑπενθυμίζων τά λόγια τοῦ Κυρίου.
Ἀδελφοί ὡς τέκνα φωτός περιπατῆτε ἐν πᾶσι ἀγαθωσύνη καί δικαιοσύνη δοκι¬μάζοντες τί τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί εὐάρεστον. «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς πειπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ' ὡς σοφοί ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσί». «Στήκετε καί κρατῆτε τάς παραδόσεις, ἄς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν καί εἴτις εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ' ὅ παρελάβετε καί παρ' ὅ εὐαγγε¬λισάμεθα ὑμῖν, κἄν ἡμεῖς, κἄν Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ ἀνάθεμα ἔστω».
Ἐπειδή ὅμως κατά τάς ἡμέρας ταύτας «πάλιν ἡρωδιάς μαίνεται πάλιν ταράττεται ζητοῦσα τήν κεφαλήν ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ἐπί πίνακι» ἤτοι ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ζητῶν διά τῆς τελευταίας ἐγκυκλίου του τῆς 1ης Ἰουνίου 1944 νά κατακρημνίση εἰ δυνατόν καί ἡμᾶς καί ἅπαντας τούς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς τῆς Ἑλλάδος διά τῶν κακοδόξων καί ἐμπαθῶν φρονημάτων του, ἅτινα σαφέστατα ἀποδεικνύονται ἐν τῆ εἰρημένη ἐγκυκλίω του, διά τῶν ψευδῶν καί ἀπατηλῶν σοφιστειῶν του, εἰς τόν κρημνόν τῆς ἀπωλείας, διά τοῦτο καί πάλιν σᾶς κρούωμεν τόν κώδωνα τοῦ ψυχικοῦ σας κινδύνου, ὅπως μή δίδετε ἀπολύτως οὐδεμίαν προσοχήν εἰς τάς μεστάς κακοδοξιῶν ταύτας ἐγκυκλίους των, διότι αὗται δέν εἶναι τίποτε περισσότερον ἤ ὀλιγότερον παρά κακόδοξοι καί διεστραμμέναι ψευδοδιδασκαλίαι φθείρουσαι τάς ἀθανάτους ψυχάς σας.
Καθώς καί αἱ πράξεις τῶν ἁγίων ἀποστόλων ἀναφέρουσι ὅτι «Καί ἐξ' ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν», ἰδού ὅπου σήμερον τό ρητόν τοῦτο ἐφαρμόζεται εἰς τόν ἀνωτέρω πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, ὅστις διά τῆς τελευταίας του ταύτης ἐγκυκλίου, οὐχί διεστραμένα λαλεῖ, ἀλλά καί τελείως ψευδαπόστολος καί ψευδοδιδάσκαλος κατέστη, προσπαθῶν ὡς λῦκος ὠρυόμενος νά καταπίη καί παραπλανέση τάς ψυχάς σας ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀληθείας. Ἀλλά μήν ἐκπλήττεσθε εἰς τοῦτο διότι τό λέγει ὁ Κύριός μας εἰς τό ἱερόν του Εὐαγγέλιον σαφέστατα. «Βλέπετε μή πλανηθῆτε, πολλοί γάρ ἐλεύσονται ἐπί τῶ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, μήν οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν, ἐκ τῶν καρποῶν αὐτῶν ἐπιγνώσθε αὐτούς».
Ἴδετε λοιπόν τούς καρπούς ὅλων αὐτῶν τῶν ψευδεπισκόπων, οἴτινες ἦλθον ἀπό τήν κακοδοξίαν εἰς τόν ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα διά δόξας μόνον και τιμάς, καί οὐχί μόνον δέν ὠφέλησαν τόν ἀγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἀλλά τοὐναντίον τόν ἔπληξαν εἰς τά καίρια, ἐσκανδάλισαν τάς ψυχάς χιλιάδων Ὀρθοδόξων καί διέλυσαν 800 περίπου Παραρτήματα, ἅτινα παρέλαβον, δημι-ουργοῦντες θορύβους, σχίσματα καί διαιρέσεις καθημερινῶς διά τῶν κακο¬δόξων φρονημάτων των, ἀποχωροῦντες ἕκαστος τελικῶς εἰς τήν κακοδοξίαν εἴτε ἐν ζωῆ, εἴτε κατά τήν ὥραν τοῦ θανάτου των ὡς ἔχομεν τό παράδειγμα τοῦ Ζακύνθου, Λιώση, Χατζῆ, καί τό πρόσφατον παράδειγμα τοῦ Δημητριάδος τοῦ ἀποθανόντος κακοδόξως καί ταφέντος διά κακοδόξων ἱερέων ἐκ τῆς Μητρο-πόλεως ἀθηνῶν, τῆ συμβουλῆ τοῦ ἀνωτέρω Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ὅστις ἠρνήθη νά ἐνταφιάση αὐτόν Ὀρθοδόξως ἵνα μή φέρη εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Μητροπόλεως Ἀθηνῶν, ὡς ὁμολόγησεν ὁ ἴδιος εἰς τόν ἐπί τούτω ἀνελθόντα εἰς Ψυχικόν καί διαμαρτυρηθέντα ἐνώπιόν του Δικηγόρον καί κ. Δ. Πανίδην, ὅστις ἐπρότεινεν εἰς αὐτόν ὅπως ἐνταφιάση αὐτόν Ὀρθοδόξως εἰς τόν ἐν Ψυχικῶ Ναΐσκον τοῦ κ. Βασιλείου Κηρύκου. ἀφήνοντες οὕτω τούς Χριστιανούς εἰς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά οὐδέν κρυπτόν ὅ οὐ μή φανερόν γενήσεται. Ὅσον, ἀγαπητοί, οὗτος ὁ ἀνωτέρω ἀρχιερεύς πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, καί ἄν προσπαθοῦσε νά κρυβῆ καί νά παρουσιάζεται ὡς ὀρθόδοξος εἰς ὑμᾶς διά τόν ἀπατηλῶν του τεχνασμάτων καί σαφιστειῶν τῆς ἐπιστήμης του, ηὐδόκησεν πλέον ὁ Πανάγαθος Θεός ὅστις διαφοροτρόπως κατεργάζεται τήν σωτηρίαν μας, νά διαλυθοῦν ὅλα τά πονηρά καί κακόδοξα τεχνάσματά του, καί νά φανοῦν πλέον τά σαπρά καί κακόδοξα φρονήματά του, διά τῆς τελευταίας ταύτης ἐγκυκλίου του.
Ἄς ἔχει δόξαν λοιπόν ὁ Κύριός μας, ὅστις μᾶς διεφύλαξεν καί ἀπό τόν τοιοῦτον ψευδοδιδάσκαλον καί ψευδεπίσκοπον τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας.
Ἐπειδή πολλοί τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν μας δεν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου του ταύτης, ἵνα ἴδωσι καί ἰδίοις ὄμμασι τά κακόδοξα φρονήματά του, διά τοῦτο παραθέτομεν κατωτέρω ὁλόκληρον τήν ἐγκύκλιόν του μή φειδόμενοι χάρτου, χρόνου, καί ἐξόδων, ὅπως τήν ἔχη ἕκαστος καί ἀναγινώσκη εἰς οἱανδήποτε στιγμήν καί ὥραν πρός κατανόησιν τῆς ἀληθείας(31).
.......................................................................................................................

Ὥστε βλέπει τις, ἀγαπητά ἐν Κυρίω τέκνα, ἐν τῆ ἐγκυκλίω του ταύτη, ὅτι δέν πράττει τίποτε περισσότερον εἰ μή, ἀφ' ἑνός πῶς νά κατηγορήση ἡμᾶς ἐνώπιον τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου, καί ἀφ' ἑτέρου πῶς νά ὑπερασπισθῆ τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί νά μᾶς παραστήση ὅτι αὕτη ἔχει καί χάριν τοῦ Παναγίου πνεύματος καί τά μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα! Ἀλλ' ἡμεῖς, οἴτινες δέν ἐτύχομεν Θεολογικῆς μορφώσεως καί εἴμεθα μωροί καί ἀπαίδευτοι καί δέν γνωρίζωμεν οὔτε τί λέγομεν οὔτε τί πράττομεν, ὡς μᾶς ἀποδίδει τόν τίτλον ὁ δεινός θεολόγος καί σοφός διδάσκαλος ὁ καταρτισθείς κανονικῶς καί παιδευθείς θεολογικῶς εἰς τήν ἀνωτάτην θεολογικήν Σχολήν τῆς Χάλκης, θ' ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτόν διά τῶν ἀσθενῶν μας δυνάμενον τάς ὁποίας ὁ Κύριος μᾶς παρεχώρησεν.
Σοφέ Διδάσκαλε ἔπρεπε πρῶτον νά γνωρίζετε ὅτι τό πρῶτον θανάσιμον ἁμάρτημα εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, καί ἀκάθαρτος παρά τῶ Θεῶ εἶναι πᾶς ὑψηλοκάρδιος. Λοιπόν μήν περιεαυτολογῆτε. ὁμοίως δέ ὅτι τά μωρά ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύν. Διότι ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν. Καί ὅτι ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται. Καί πάλιν ἀγράμματοι καί ἀπαίδευτοι Θεολογικῶς ἦσαν καί οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί ὁ Ἅγιος Σπυρίδων καί πλῆθος ἁγίων ἀνδρῶν τε καί γυναικῶν, ἀλλ' ὅμως διά τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐφώτιζον ὁλόκληρον τήν οἰκουμένην. Λοιπόν μή κομπάζετε καί ἐπαίρεσθε διά τήν πολυμάθειάν σας καί Θεολογίαν σας. Διότι εἴδομεν ποῦ μᾶς καταντήσατε τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ οἱ σημερινοί θεολό¬γοι, οἴτινες ἔχετε μέν μόρφωσιν εὐσεβείας τήν δέ δύναμιν ὅμως αὐτῆς ἠρνη¬μένην. Διότι ποῦ εἶναι ἡ νηστεία σας, καί ἀγρυπνία σας, καί προσευχή σας καί λοιπαί ἀρεταί; Θά μοι ἀπαντήσητε ὅτι αὗται φαίνονται, καί ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο διότι βλέπομεν τήν συμφωνίαν σας, ὅπου ἐφθάσατε εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἠθικῆς καταπτώσεως νά πωλεῖτε καί τάς ἀνωτέρω ἐγκυ¬κλίους σας ἀντί 500 χιλιάδων δραχμῶν, νά περιαγάγετε δίσκους ἐν καιρῶ τῆς Θείας Λειτουργίας, νά φορολογεῖτε τούς Χριστιανούς τῶν παραρτημάτων σας, ὡσάν τόν καιρόν τῆς τουρκοκρατίας, νά καταργεῖτε τάς κεκανονισμένας νηστείας, καί ἀγρυπνίας καί τόσα ἄλλα ἀκόμη τά ὁποῖα ἵνα μή λογοτριβῶμεν τά ἀφήνωμεν κατά μέρος. Δεινέ θεολόγε. Ἡμεῖς, χάριτι Χριστοῦ, καταγόμεθα ἐκ τῶν σπλάχνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί εἰς αὐτήν ἐμμένομεν καί εἰς αὐτήν θά μένωμεν μέχρι τέλους τῆς ζωῆς ἡμῶν, καί ὅτι οὐδέποτε χάριτι Χριστοῦ ἐμυήθημεν εἰς τήν κακοδοξίαν, ὡς ἡ ὑμετέρα σοφή διάνοια ὅπου παραμείνατε ἐπί ὁλόκληρον ἑνδεκαετίαν, καί ὅτι οὐδένα Ὀρθόδοξον Χριστιανόν διεφθείραμεν ἤ ἐδηλητηριάσαμεν, ἀλλά τοὐναντίον ἐπί τόσα ἔτη οὐδέν ἄλλο πράττομεν εἰμή μόνον καί μόνον νά καταρτίζωμεν καί προπαρασκευάζωμεν τούς Χριστιανούς μας διά τήν αἰώνιον ζωήν, ὡς τοὐλάχιστον μαρτυροῦν καί τά ἔργα ἑνός ἑκάστου. Καί ἡ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἐπί τόσα ἔτη πρίν ἐξέλθετε ὑμεῖς οἱ ἀρχιερεῖς εἰς τόν ἀγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας πόση πρόοδος ἑνότης καί ἁρμονία ὑπῆρχε; Ἀφ' ἧς δέ στιγμῆς ἐξήλθατε ὑμεῖς ὅλο σχίσματα καί διαιρέσεις καί σκάνδαλα ἐπακολουθοῦν λόγω βεβαίως τῶν κακοδόξων φρονημάτων σας. Λοιπόν αὐτά ἔφερε ἡ πολυμάθεια καί Θεολογία σας. καί ἄν μᾶς ἐχειροτονήσατε ἐπισκόπους δέν μᾶς ἐχειροτονήσατε ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχεν, ἀλλά τῆ ὑποδείξει τοῦ λαοῦ καί τῆς ἱκανότητός μας ἐνεργούσης πρός τούτοις δέ τῆς Θείας χάριτος. Διότι μήν λησμονῆτε ὅτι ἡ ἀρχική ἀπόφασίς σας ἦτο νά χειροτονήσητε μόνον ἔχοντας δίπλωμα θεολογικόν, ἵνα μή καί ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ σᾶς παραξηγήση ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία. Λοιπόν μή νομίζετε ὅτι ἔχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νά σᾶς ἀκολουθήσωμεν εἰς τά κακόδοξα φρονήματά σας, ἐπειδή μᾶς ἐχειροτο¬νήσατε. Διότι τότε διατί καί ὑμεῖς ἀποκηρύξατε τήν Σχισματικήν Ἐκκλησίαν τό 1935, ἡ ὁποία σᾶς ἐχειροτόνησε καί τῆς ὁποίας ἦσθε τέκνα; Διότι βεβαίως διά τῆς καινοτομίας της κατέστη σχισματική. Λοιπόν καί ἡμεῖς ἐπειδή ἀναιρέσατε τήν πρώτην ἤ μᾶλλον τάς πολλάς Ὁμολογίας σας ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τοῦ 1935 καί ἐντεῦθεν δι' αὐτό ἀκριβῶς σᾶς ἀπεκηρύξαμεν ὡς μέλη σεσηπότα τῆς ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας. Λοιπόν μήν ἐξαπατᾶτε τούς ἁπλοϊκούς χριστια¬νούς ὅτι μᾶς ἐχειροτονήσατε καί δι' αὐτό εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά σᾶς ἀκολου¬θήσωμεν. Διότι αὐτό λέγεται παραλογισμός.
Ἡμεῖς, χάριτι Χριστοῦ, καλῶς ἀντελήφθημεν και ἐξετιμήσαμεν τό ἐπισκο¬πικόν ἀξίωμα καί τήν σοβαρότητα καί ἱερότητα τοῦ ἑορτολογικοῦ ἀγῶνος καί δι' αὐτό τίποτε περισσότερον δέν πράττομεν καθημερινῶς εἰ μή μόνον καί μόνον νά διακηρύττωμεν διά τοῦ λόγου, καί ἱερέων μας καί τῶν βιβλίων μας τήν ἐμμονήν τῶν πιστῶν μας εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν καί τήν διάπραξιν τῶν καλῶν ἔργων. Καί ἐν γένει νά πράττωμεν ὅσα ἀρμόζουν τῶ ἐπισκοπικῶ ἀξιώματι. Καί οὐχί μόνον δέν ἐπήξαμεν ἴδιον θυσιαστήριον καί δέν ἐσχίσαμεν τόν ἄραφον χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ μας, διά τινος σχίσματος, ἀλλά τοὐναντίον ἀκολουθοῦμεν τό θυσιαστήριον τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς καί ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας μας, εἰς ἥν ἀπ' ἀρχῆς ἐμμένομεν στερεῶς, καί καθημερινῶς ράβωμεν τόν ἄραφον τοῦ Κυρίου χιτῶνα τόν σχισθέντα καί σχιζόμενον παρ' ὑμῶν διά τῶν γλωσσαλγῶν φλυαρημάτων καί σαπρῶν κακοδόξων φρονημά¬των σας. Καί ὅτι οὐδεμίαν φιλαρχίαν ἔχομεν, εἰ μή μόνον καί μόνον ὡς βλέποντες τά ἀντορθόδοξα φρονήματά σας δέν ἔχομεν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην νά σᾶς ἐμπιστευθῶμεν νά διακυβερνήσητε τό σκάφος τῆς ἁγιωτάτης μας Ἐκκλησίας. Διότι ἀφ' ἧς στιγμῆς ἐξήλθατε εἰς τόν ἱερόν τοῦτον ἀγῶνα οὐδέν ἄλλο πράττετε εἰ μή νά φάσκετε καί νά ἀντιφάσκετε, καί νά δικαιολογῆτε διαρκῶς τά κακόδοξα φρονήματά σας, καί οὐδέποτε ὡς ἄνθρωπος νά ἀδικήσετε τόν ἑαυτόν σας καί νά ταπεινωθῆτε ὀλίγον. Τό σχίσμα λοιπόν Σεῖς τό ἐδημιουργήσατε καί οὐχί ἡμεῖς, ὅταν ἤλθατε, διότι ἡμεῖς ὅταν ἤλθατε σᾶς παραδώσαμεν 800 Παραρτήματα ἡνωμένα, τήν ἱεράν ἡμῶν Κοινότητα, τόν Κλῆρον μας ἡνωμένον καί ἐν ἁρμονία πλήρη εὑρισκόμενον, τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν μας καί Σεῖς τά τεμαχιάσατε ὅλα καί τά διασκορπίσατε καί τά διαλύσατε οὐσιαστικῶς μέ τήν πολυμάθειαν καί σοφίαν σας. Λοιπόν ποῖος ἐδημιούργησε τό Σχίσμα πρώην Φλωρίνης; ἡμεῖς ἤ Σεῖς; Βεβαίως Σεῖς. Ἕνεκεν τῆς ἀδεξιότητος, ἀλαζόνος συμπεριφορά σας καί κακοδόξων φρονημάτων σας. Καί ἄν ὀλίγον σκεφθῆτε σοβαρῶς τόν λόγον ὅν θά δώσητε ἐν ὥρα κρίσεως, διά νά μήν εἴπω ὅτι ἔπρεπε νά κρεμάσητε λίθον ὀνικόν καί νά βληθῆτε εἰς τήν θάλασσαν, κατά τό οὐαί τῶ ἀνθρώπω ἐκείνω δι' οὗ τό σκάνδαλον ἔρχεται, ἔπρεπε ἀμέσως νά τά παραιτήσετε ὅλα καί νά μετα¬βῆτε εἰς τούς ἀποκρύμνους βράχους τοῦ Ἁγίου Ὄρους νά κλαίετε συνεχῶς τάς ἁμαρτίας σας, μήπως καί σᾶς εὐσπλαχνισθῆ ὁ Κύριος. Διότι ὡς γνωρίζετε σοφώτατε διδάσκαλε, ὅτι οὐδέ αἷμα μαρτυρίου ἐξαλείφη τήν ἁμαρτίαν τοῦ Σχίσματος. Ὅσον ἀφορᾶ τήν εὐλογίαν Σας τήν ὁποίαν μᾶς ὑστερήσατε ὡς γράφετε, σᾶς τήν χαρίζομεν καί οὐδόλως τήν ἐπιθυμοῦμεν, διότι αὐτό θά ἦτο παραφροσύνη νά σᾶς ἀποκηρύττωμεν ἀφ' ἑνός ὡς κακοδόξους καί ἀφ' ἑτέρου νά ζητῶμεν τήν εὐλογίαν σας!
Μᾶς κατηγορεῖτε διατί ἐδικάσθημεν εἰς τήν Χαλκίδα. Καί σᾶς ἐρωτῶμεν. Διατί ἐδικάσθημεν; Διά καμμίαν πορνείαν, ἤ φόνον, ἤ ἄλλον τι ἔγκλημα; ἤ διά τήν Ὀρθοδοξίαν; Φαίνεται λοιπόν ὅτι ἐσκοτίσθη τελείως ἡ διάνοιά σας ἀπό τόν φθόνον καί τόν ἐγωισμόν καί δέν γνωρίζετε τί γράφετε. Ἀναφέρετε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας ὅτι ἀφ' ἧς στιγμῆς ἀπεσχίσθημεν παρ' ὑμῶν παρ' ὦν ἐλάβαμεν τόν ἐπισκοπικόν βαθμόν παρεμείναμεν ὡς ἐπίσκοποι διά τό ἀνεξάλειπτον τῆς ἱερωσύνης, ἀλλ' ὡς ἄτομα ἁπλᾶ, καί ὄχι ὡς ἐκπρόσωποι Ἐκκλησίας, ἐξ ἧς νά ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν ἐξουσίαν νά τελῶμεν ἐγκύρως πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί τελετουργίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν τήν πεποίθησιν ὅτι ἀφ' ἧς ἡμέρας ἐπῆλθε τό Σχίσμα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ ἑορτολογίου.
1) Ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι αἱ δεχθεῖσαι τήν καινοτομίαν ταύτην κατέστησαν Σχισματικαί.
2) Ὁμοίως καί ἐκεῖναι αἱ ἐπί μέρους Ἐκκλησίαι, αἴτινες συλλειτουργοῦν ἤ συμπροσεύχωνται γενικῶς μετά τῶν καινοτομησασσῶν Ἐκκλησιῶν, ὁμοίως καί αὗται φέρουν τήν αὐτήν εὐθύνην.
3) Ἡμεῖς εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ὅπου ἐξήλθομεν εἰς τόν ἱερόν τοῦτον ἀγῶνα, ἀρυώμεθα τήν χάριν εἴτε ὡς ἱερεῖς εἴτε ὡς ἐπίσκοποι, ἐκ τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς καί ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰς ἥν ἐμμένωμεν καί ἀφ' ἧς οὐδέποτε ἀπεκόπημεν, καί οὐχί ἐκ τῶν καινοτομησασῶν κακοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἴτινες διά τοῦ Σχίσματος ἐστερήθησαν τήν χάριν τοῦ Παναγίου πνεύματος κατά τόν Α’ Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τήν ἰδίαν Ὁμολογίαν τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου ἀθηνῶν Χρυσοστόμου καί τήν ἰδικήν σας Σεβασμιώτατε Φλωρίνης ὡς θ' ἀποδείξωμεν διά μακρῶν κατωτέρω.
4) Ἐξ αὐτῆς λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν ἐξουσίαν τοῦ τελεῖν ἐγκύρως πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί τελετουργίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀρύοντο καί οἱ ἅγιοι Μάρτυρες τόν καιρόν τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας.
5) Ἐξ αὐτῆς ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν, καί οὐχί ἐκ τῆς Σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἤ ἄλλης ὁμοίας αὐτῆς, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀκαινοτομήτου, τῆς ἀμωμήτου τῆς στερρῶς ἐχομένης, τῶν τε Δογμάτων Κανόνων καί Παραδόσεων τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.
6) Διότι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπαναπαύεται οὐχί εἰς τάς καινοτόμους Ἐκκλη-σίας ὅπου ἔχουν ἐπισημότητα ἀνθρώπινον, ἀλλά εἰς τάς Ἐκκλησίας ἐκείνας αἵτινες κρατοῦσι στερρῶς τά Δόγματα, Κανόνας, καί τάς Παραδόσεις καί ἄν τοιαῦται δέν ὑπάρχουσι οὕτως εἰπεῖν, ἀκόμη καί εἰς τά ἄτομα. Διότι σᾶς ἐρωτῶμεν ποῦ ἐπαναπαύθη ἡ χάρις καί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, εἰς τήν ἐν Φλωρεντία Σύνοδον, ἤ εἰς τόν ἅγιον Μᾶρκον τῆς Ἐφέσου; Βεβαίως εἰς τόν Ἅγιον Μᾶρκον τόν ἐφέσου καί οὐχί εἰς τήν ἑτέραν ληστρικήν ψευδοσύνοδον τήν δεχθεῖσαν τούς Παπικούς ὅρους. Λοιπόν ἀπ' ἐκεῖ ὅπου ἔλαβεν καί ὁ Ἅγιος Μᾶρκος τήν χάριν καί εὐλογίαν ἀπ' ἐκεῖ τήν λαμβάνομεν καί ἡμεῖς. Βεβαίως ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος εἶναι ἡ ὅλη Ἐκκλησία, ὅταν ὅμως αὕτη ὑγιαίνη καί δέν χωλαίνει εἰς τήν πίστιν εἴτε κατά τόν α’ ἤ β’ τρόπον. Ὅταν ὅμως αὕτη χωλαίνη αἴφνης, τότε εἴτε μία ἐπί μέρους Ἐκκλησία ἤ περισσότεραι ὅταν ἐμμένουσιν εἰς τά δόγματα κανόνας καί παραδόσεις τότε αὗται συνεχίζουν καί ἀποτελοῦν τήν ὅλην Ἐκκλησίαν. Καί ἄν καί αὗται χωλαίνουσιν εἰς τήν πίστιν τότε τά ἄτομα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐμμένουσιν πιστά εἰς τήν πίστιν τήν ρθόδοξον εἴτε εἷς ἐπίσκοπος εἶναι, εἴτε πολλοί τότε αὐτοί ἔχουσιν τήν χάριν καί ἀποτελοῦν τήν Ὀρθόδοξον καί πραγματικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. Τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν οἱ εὐσεβεῖς ὁσονδήποτε ὀλίγοι καί ἄν μείνουν. Οἱ ἀκολου¬θοῦντες τήν καινοτομίαν, ἔξω τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: «Εἰ δέ διαμένουσιν ἐν τῆ αὐτῆαἱρέσει καί ἴσως καί ἑτέρους τινάς ἀμαθεστέρους καί ἁπλουστέρους δυνηθῶσιν ἀποβουκολῆσαι, κἄν ὀχλαγωγήσωσιν καί πλῆθος συνάγωσιν, ἔξω τῶν ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων εἰσίν. Εἰ δέ καί πάνυ ὀλίγοι ἐν τῆ Ὀρθοδοξία καί εὐσεβεία διαμένουσιν οὗτοι εἰσίν Ἐκκλησία καί τό κῦρος καί ἡ προστασία τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἐν αὐτοῖς κεῖται. Κἄν κακοπαθῆσαι αὐτοῖς ὑπέρ τῆς εὐσεβείας δεήσει, ὅπερ ἐστίν εἰς καύχημα αἰώνιον καί ψυχικῆς σωτηρίας πρόξενον...» (Ἁγίου Νικηφόρου).
Καί ἄν Σεβασμιώτατε Φλωρίνης, ὡς νομίζετε, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν κατέστη ἀκόμη σχισματική μετά τήν καινοτομία τοῦ ἑορτολογίου, πρίν δικασθῆ ἐκ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας καί δέν ἀπεγυμνώθη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους καί τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τότε καί αἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἔγκυροι, καί ἑπομένως καί ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων πολύ καλά ἔκαμεν καί δέν σᾶς ἐδέχθη ὡς ἐπίσκοπον ἀλλ' ὡς ἁπλοῦν μοναχόν. Καί ἡμεῖς λοιπόν ἀπό σήμερον καί εἰς τό ἑξῆς, κατά τήν Ὁμολογίαν σας, ἔγγραφον καί ἄγραφον, ὡς Μοναχόν πλέον θά σᾶς ἀναγνωρίζωμεν καί οὐχί ὡς ἐπίσκοπον. Λοιπόν ὁσιώτατε. μοναχέ Χρυσόστομε Καβουρίδη, ἡμεῖς ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κατέστη Σχισματική διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παπικοῦ ἑορτολογίου καί τά μυστήριά της εἶναι ἄκυρα, καί ὅτι πλέον δέν ἔχει τήν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί δέν τό λέγομεν ἡμεῖς, ἀλλά τό λέγουν αἱ ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τοῦ ἱερεμίου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 1583, 1587, 1593 καί τοῦ ἁγίου ἀνθίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κατά τό 1848 ἔχουσαν οὕτω: Κρατῶμεν τάς Ὁμολο¬γίας ...».
Καί κατά τήν ἀπόφασιν τῆς πανορθοδόξου ταύτης Συνόδου βλέπομεν ὅτι ὅστις τολμήση νά προσθέση ἤ νά ἀφαιρέση ἤ νά ἀλλοιώση τί ἐκ τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως ἤ καί νά τό διανοηθῆ ἀκόμη, οὗτος ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα ὡς βλασφημῶν εἰς τό Πανάγιον Πνεῦμα. Διά τῆς ἀποφάσεως λοιπόν ταύτης, ἥτις ἐλήφθη μόνον καί μόνον διά νά θέση τέρμα εἰς τάς ἐνοχλήσεις τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας(32) πρός τήν ἀνατολικήν (διότι πρός τόν σκοπόν αὐτόν καί μόνον συνεκλήθη ἡ πανορθόδοξος αὕτη Σύνοδος) λύεται τελείως τό πρόβλημα. δηλαδή ἔχωμεν τό προδεδικασμένον καί δέν ἔχωμεν ἀνάγκην νέας πανορθοδόξου Συνόδου διά νά δικάση καί κηρύξη Σχισματικήν τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τήν δεχθεῖσαν τό Παπικόν ἑορτολόγιον. Διότι ὡς εἴπομεν ἡ πανορθόδοξος Σύνοδος αὕτη ἠσχολήθη μόνον καί μόνον διά τό ζήτημα τοῦ ἑορτολογίου. Ὥστε λοιπόν ἡ καινοτομία αὕτη εἶναι ἤδη καταδεδικασμένη καί οὐχί ἀπό μιᾶς ἀλλά ἀπό τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων. Τί χρειάζεται λοιπόν καί ἄλλη τοιαύτη Σύνοδος διά νά κηρύξη τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν, ἀφοῦ αὕτη ἤδη ἔχει καταδικασθῆ διά τήν πρᾶξιν ἀκριβῶς ταύτην; τό «ἤδη καθυπεβλήθη» δέν σημαίνουν νά συνέλθη ἐκ νέου Σύνοδος, ἀλλά πλέον ἅπαξ καί διά παντός ὁ προσβάλλων τήν Πίστιν καί δεχόμενος καινοτομίας ἠρνήθη τήν Πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί ἔλαβεν εἰς τήν ψυχήν αὐτοῦ τό αἰώνιον ἀνάθεμα, ὡς βλάσφημος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Διότι τότε εἶναι ὡσάν νά λέγητε ὅτι ἄν αἴφνης σήμερον παρουσιασθοῦν εἰκονομάχοι, χρειάζεται καί πάλιν νά συνέλθη νέα Σύνοδος νά τούς δικάση διά νά τούς ἀποκόψωμεν τῆς Ἐκκλησίας. Τί χρειάζεται ὅμως ἡ νέα Σύνοδος ἀφοῦ ἡ πρᾶξις αὕτη κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου; Ἡμεῖς δέν ἔχωμεν ἄλλο τί νά πράξωμεν ἤ μή νά ἐφαρμόσωμεν ἐναντίον αὐτῶν τήν ἀπόφασιν τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Διότι ἐν ἐναντία περιπτώσει ἀσεβοῦμεν καί ἀγνοοῦ¬μεν τήν ἀπόφασιν ταύτην, ὅπερ ἀποτελεῖ βλασφημίαν ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον ἐπεφώτισεν τούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἐκύρωσε ταύτας. Οὕτω λοιπόν συμβαίνει καί μέ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα. Εἶναι καταδεδικασμένον καί δέν ἔχωμεν ἀνάγκην νέας καταδίκης, ἀλλά ἐφαρμόζωμεν πιστῶς τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων. Σεῖς δέ ὁσιώτατε ὅπου πολλάκις ἐγράψατε καί πιστεύετε ὅτι θά συνέλθη Οἰκουμενικῆ Σύνοδος καί ἥτις βεβαίως θά ὀνομασθῆ Η’, πλανᾶσθε οἰκτρῶς. Διότι Ζ’ εἶναι τά δόγματα, Ζ’ τά μυστήρια, Ζ’ αἱ χάριτες τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί Ζ’ αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι. Κατά τό ἡ σοφία οἰκοδόμησεν ἑαυτῆ οἶκον καί ὑπήρεσεν στύλους ἑπτά. Ὀγδόη λοιπόν δέν πρόκειται νά συνέλθη εἰς τόν αἰῶνα τόν ἅπαντα. Εἴπωμεν ἀνωτέρω ὅτι τόσον ὁ ἀποθανῶν Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Χρυσόστομος, ὅσον καί ὑμεῖς ὁσιώτατε πολλάκις ἐγράψατε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι Σχισματική. Καί ὁ μέν ἀποθανῶν Χρυσόστομος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ὡς μέλος τῆς διωρισθείσης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρός μελέτην τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καί ὡς καθηγητής τότε τοῦ ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἔγραψε τά ἑξῆς: «Λαβόντες ὑπ' ὄψιν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ἄν καί ἀνεξάρτητοι ἐσωτερικῶς εἶναι ὅμως στενῶς συνδεδεμέναι πρός ἀλλήλας καί ἡνωμέναι διά τῆς ἀρχῆς τῆς πνευματικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦσαι μίαν καί μόνην τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καί συνεπῶς οὐδεμία τούτων δύναται νά χωρισθῆ τῶν λοιπῶν καί ἀποδεχθῆ νέον ἡμερολόγιον, χωρίς νά καταστῆ σχισματική ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Ὅθεν καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὅπως μεταβάλη τό ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον αὐτῆς, εἶναι ἀπαραίτητον καί ὀφείλει ἵνα μή ἀποσχισθῆ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τοῦθ' ὅπερ οὐ μόνον τήν ἑνότητα καί ἁρμονίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θέλει καταστρέψη καί τήν δύναμιν αὐτῆς μειώσει, ἀλλά ἀπό ἐθνικῆς ἀπόψεως εἶναι ἀσύμφορον καί ἐπιζήμιον». Καί ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ μεταρρυθμιστής λέγει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη ἥτις θά δεχθῆ τό Παπικόν ἑορτολόγιον θά γίνη Σχισματική, πῶς νά μήν τήν εἴπωμεν καί τήν κηρύξωμεν καί ἡμεῖς τοιαύτην; καί τήν περικοπήν μάλιστα ταύτην, ὁσιώτατε, τήν ἔχετε καταχωρήσει εἰς τό πρός τούς Ἕλληνας διανοουμένους φυλλάδιόν σας εἰς τήν σελίδα 12.
Καί κατωτέρω μάλιστα εἰς τό αὐτό φυλλάδιόν σας καί εἰς τήν σελίδα 13, εἰς τό Β’ καί Γ’, ἐρώτημά σας πρός τόν ἀποθανόντα ἀρχιεπίσκοπον γράφετε ἐπί λέξει. «Διατί καί μετά ταῦτα, ὅταν ὁ Πάπας ἐπειράθη νά ἐπιβάλη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν αἱ Πανορθόδοξοι Σύνοδοι αἱ συνελθοῦσαι ἐν Κων/πόλει (1583, 1587, 1593) ἐπί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερε¬μίου τοῦ Β’ κατεδίκασαν αὐτό χαρακτηρίσασαι ὡς μίαν καινοτομίαν τῆς πρεσβυ¬τέ¬ρας Ρώμης, ὡς παγκόσμιον σκάνδαλον καί ὡς αὐθαίρετον καταπάτησιν τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων;». [Ἱστορία Μελετίου 16’ αἰῶνος τόμ. 3 σελ. 402 παράγρ. 6, καί Ἐκκλησ. Ἱστορία Φιλ. Βαφείδου (1453-1908) τόμ. Γ’ σελ. 124, 125, καί Τόμος ἀγάπης Δοσιθέου σελ. 538, καί Κανονικαί διατάξεις Μ. Χάρ. Μ. Γεδεών σελ. 34, καί Ἱστορία περί Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου τοῦ πρώην Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν σελ. 482, καί Πραγματεία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαίδεια Μακρῆ τόμ. Γ’ σελ. 562»].
Καί κατωτέρω εἰς τό γ’ ἐρώτημά σας λέγετε ὅτι «ἡ μονομερής ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖ λόγον Σχίσματος καί ζημιοῖ σπουδαίως καί τά ἐθνικά συμφέροντα». Πῶς τότε τά λέγατε καί τά γράφατε αὐτά ὁσιώτατε καί ἀποκαλούσατε καί τήν Ἐκκλησίαν Σχισματικήν καί τώρα τά ἀναιρῆτε μήπως τά ἐλησμονήσατε; Ἤ μήπως ζητεῖτε, νά ἐξεύρητε τρόπον νά ἐπανέλθητε καί ὑμεῖς εἰς τόν ἴδιον ἔμετον ὡσάν καί τούς ἄλλους; Ἀσφαλῶς κάτι θά συμβαίνη.
Εἰς δέ τό διάγγελμά σας τοῦ 1935 πρός τόν εὐσεβῆ ὀρθόδοξον ἑλληνικόν λαόν ἐγράφατε τά ἑξῆς: «Ἀφοῦ ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος διά τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπογραφῆς, κηρύττει ἑαυτόν σχισματικόν, τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων, ἵνα ἀποδείξωμεν ὅτι οὗτος καί οἱ ὁμόφρονες αὐτῶ ἀρχιερεῖς, κατέστησαν σχισματικοί, ὡς διασπάσαντες τήν ἐκκλησιαστικήν καί ἐθνικήν ψυχήν τοῦ Ὀρθοδόξου ἑλληνικοῦ Λαοῦ; καί κατωτέρω ἵνα ἀποφύγωμεν τό ἐκκλησιαστικόν σχίσμα καί πάλιν ἐπειδή τό σχίσμα ἐδημιουργήθη καί ἄνευ ἡμῶν, διά τοῦτο προήχθημεν καθ' ὑπαγόρευσιν τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, νά δηλώσωμεν εἰς τόν Μακαριώτατον ἀρχιεπίσκοπον, ὅτι κόπτομεν πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτοῦ ὡς σχισματικοῦ». Καί ὄπισθεν μάλιστα ἑνός τοιούτου διαγγέλματός σας τό ὁποῖον κατέχω εἰς χεῖρας μου γράφετε ἰδιοχείρως τά ἑξῆς: «Τά ἀνωτέρω ἀποτελοῦν γνώμην ἰδικήν μου καί εἶχον τό θάρρος νά δημοσιεύσω ταῦτα ὡς ἴδιον ἄρθρον μέ τήν ὑπογραφήν μου. † Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος».
Πῶς λοιπόν τότε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Παπαδοπούλου, ἦτο σχισματική καί αὐτός σχισματικός καί ἑπομένως δέν εἶχον καί χάριν, καθ' ὅ σχισματικοί, καί τώρα δέν εἶναι σχισματική ἡ Ἐκκλησία αὕτη καί χάριν ἔχει; Πότε ἐλέγατε τήν ἀλήθειαν, τότε ἤ τώρα; Μᾶς παρέχετε λοιπόν τό δικαίωμα, ὁσιώτατε, νά σᾶς εἴπωμεν ὅτι δέν σᾶς διέπη οὐδεμία ἠθική βάσις. Διότι δέν πράττετε τίποτε περισσότερον εἰ μή νά φάσκητε καί νά ἀντιφάσκητε.
Ἰδού τί ἐγράφατε καί εἰς μίαν προκήρυξίν σας κατά τό 1935 πρός τόν ἐφημεριακόν κλῆρον καί τούς μοναχούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν σελίδα 1 - «ἰδού εἰς ποῖον κατάντημα ἤγαγε τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ἤ καινοτομία αὕτη, ἥτις ἔκαμε ἄλλους, νά ἑορτάζωσι καί νά πανηγυρίζωσι, καί ἄλλους ταὐτοχρόνως νά ἐγκρατεύωνται καί νά νηστεύωσι, παρομοίως πρός τούς Τούρκους τοῦ Χαμίτ, ἄλλους ἑορτάζοντας τό Μπαϊράμιον (Πάσχα) ὡς ἰδόντας τήν νέαν σελήνην, καί ἄλλους ταὐτοχρόνως κρατοῦντας Ραμαζάνιον (νηστείαν), ὡς μή ἰδόντας διά τοπικήν συννεφίαν τήν νέαν Σελήνην. Καί τό ὄνειδος τοῦτο τῶν Τούρκων, ἐξήλειψεν ὁ ἀναμορφωτής τῆς Τουρκίας Κεμάλ διά τῶν θρησκευτικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἦλθον νῦν οἱ καινοτομήσαντες ἀρχιερεῖς νά προσάψωσιν εἰς τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν διά τῆς μονομεροῦς καί ἀντικανονικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου».
Καί κατωτέρω εἰς τάς σελίδας 17 καί 18 γράφετε «ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί οἱ ὁμόφρονες τούτω ἀρχιερεῖς ἔσχισαν τήν ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν ἐκ τοῦ καθολικοῦ κορμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί πάλιν «ἀφοῦ ὁ Μακαριώτατος διά τῆς ὑπογραφῆς ἐκήρυξεν ἑαυτόν Σχισματικόν, τί ἔτει χρείαν ἔχομεν μαρτύρων, ἵνα κηρύξωμεν καί ἡμεῖς τοῦτον Σχισματικόν»; Ἐπίσης γράφετε: «Ἀποκηρύξατε καί Σεῖς τόν Σχισματικόν Ἀρχιεπίσκοπον καί τούς ὁμόφρονας αὐτῶ ἀρχιερεῖς, ἐξακολου¬θοῦντας νά ἐμμένωσι ἐν τῆ ἡμερολογιακῆ καινοτομία, ἐάν ἐπιθυμῆτε καί ὑμεῖς νά μή λογίζεσθε Σχισματικοί, καί τήν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν νά ἀπαλλάξητε ἀπό τήν μομφήν καί τάς ὀλεθρίους συνεπείας τοῦ Σχίσματος».
Καί τέλος: «Ὅθεν καταλήγοντες ποιούμεθα ἔκκλησιν εἰς τά ὀρθόδοξα φρονήματα καί τήν πατρῶαν πίστιν καί εὐσέβειαν ὑμῶν. Σώσατε, δι' ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος ἀπό τάς φοβαράς συνεπείας τοῦ Σχίσματος. Ἀπό ὑμᾶς ἐξαρτᾶται νά τιμήσητε νῦν καί νά δοξάσητε, τήν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν, σώζοντες αὐτήν ἀπό τό ὄνειδος καί τήν καταισχύνην τοῦ Σχίσματος. Αὕτη κινδυνεύει νά ἀπολέση ἐξ αἰτίας τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας τάς προαιωνίους περγαμηνάς καί Ἀποστολικά χρυσόβουλα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἅτινα διά ποταμῶν αἱμάτων ἐκληρονόμησεν. Ἐν ὀνόματι τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκηρύξατε τόν Σχισματικόν ἀρχιεπίσκοπον καί τούς ὁμόφρονας αὐτῶν Ἀρχιερεῖς καί ταχθῆτε παρά τό πλευρόν τῶν Ὀρθοδόξων ἀρχιερέων τῶν ἀγωνιζομένων ὑπέρ τῆς πατρώας Ὀρθοδοξίας καί Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων». (Προκήρυξις 1935).
Αὐτά ἐγράφατε τότε ὁσιώτατε μοναχέ Χρυσόστομε Καβουρίδη, πῶς λοιπόν τά ἀθετῆτε καί μάλιστα μεθ' ὅρκου τά γράψατε; «Σώσατε δι' ὄνομα τοῦ Θεοῦ τήν Ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος ἀπό τάς φοβεράς συνεπείας τοῦ Σχίσματος». Καί πῶς τώρα τά ἀναιρῆτε; Πότε νά σᾶς πιστεύσωμεν τότε ἤ τώρα; καί πότε ψεύδεσθε; τότε ἤ τώρα; Ἀληθῶς ἀποροῦμεν μέ τό θράσος καί τήν ἀναισχυντίαν σας.
Καί ἀλλοῦ πάλιν εἰς τήν ἐφημερίδα «Κῆρυξ τῶν Ὀρθοδόξων» εἰς τήν σελίδα 2, εἰς μίαν διαμαρτυρίαν σας, ὅταν μεταβαίνατε εἰς τήν ἐξορίαν ἐγράφατε τά ἑξῆς:
«ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ
Ἐκφράζομεν τήν βαθυτάτην θλῖψιν ἡμῶν, πρῶτον ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν ἀπόφασιν ἥν ἔλαβε καθ' ἡμῶν, ἥτις ἀπόφασις ἀντιστρατεύεται οὐ μόνον πρός τούς θείους νόμους, ἀλλά καί τούς ἀνθρωπίνους. Ἐπίσης ἐκφράζομεν τήν βαθυτά¬την θλῖψιν ἡμῶν καί πρός τήν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐκτελεῖ ἀπόφασιν ἀντιστρα¬τευομένην πρός τό Ἑλληνικόν Σύνταγμα, ὅπερ σέβεται τήν ἐλευθερίαν τῆς Θρησκευ¬τικῆς συνειδήσεως καί τήν ὁποίαν ἐλευθερίαν στραγγαλίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀπά¬γουσα ἡμᾶς ὄντας ἐλευθέρους Ἕλληνας πολίτας εἰς τήν ἐξορίαν διά τῆς βίας, διά μόνον τόν λόγον ὅτι θέλομεν νά τηρήσωμεν ἀλωβήτους τάς προαιωνίους παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, καί νά ἑνώσωμεν τάς Χριστιανικάς συνειδήσεις καί τήν ἐθνικήν ψυχήν τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ πληρώματος, ἥν ἐχώρισεν ἡ σχισματική καί λεγομένη ἐπίσημος Ἐκκλησία, ἀπεμπολήσασα τούς Ὀρθοδόξους παραδόσεις ὑπέρ ὦν ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα.
† Ὁ Δημητριάδος Γερμανός,
† Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος,
† Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος»
Ὥστε λοιπόν τότε ἦτο σχισματική ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τώρα δέν εἶναι; Μήπως πῆρε κανένα φάρμακο, τό ὁποῖον ἡμεῖς δέν γνωρίζομεν καί τῆς ἐξήλειψεν τήν καινοτομίαν, τήν κακοδοξίαν καί τό Σχίσμα τό ὁποῖον κατέχει εἰς τούς κόλπους της; Ἄν ὑπάρχη τοιοῦτον φάρμακον μυστικόν καί τό γνωρίζετε μόνον σεῖς ὁσιώτατε, παρακαλοῦμε νά τό γνωρίσητε καί εἰς ἡμᾶς.
Καί ὁμοίως ἐγράφατε εἰς τήν αὐτήν σελίδα τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος εἰς τήν ἀπάντησίν σας εἰς τήν Θρησκευτικήν ὀργάνωσιν τῆς «Ζωῆς» κ.λπ. τά ἑξῆς: «Ἀλλά καί σκληρῶς κατεδίωξεν αὐτούς διά τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων (δηλαδή τούς Ὀρθοδόξους). τότε ἀπεφασίσαμεν ὅπως ἀποκηρύξωμεν τήν διοικοῦσαν ἱεραρ¬χίαν ὡς «Σχισματικήν» καί πάλιν κατωτέρω ἐγγράφετε ὅτι προέβητε «εἰς τήν κα¬νονικήν ἀποκήρυξιν τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας ὡς σχισματικῆς διά λόγους κανονικούς, καί τήν ἴδρυσιν μιᾶς νέας Ἐκκλησίας(33) ζώσης καί ἱσταμένης ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδό¬ξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας κ.λπ.».
† Ὁ Δημητριάδος Γερμανός,
† Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος,
† Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος»
Ὁμοίως καί πάλιν εἰς τήν αὐτήν ἐφημερίδα καί εἰς τήν αὐτήν σελίδα εἰς τήν ἀπάντησίν σας πρός τόν ἀμίλκαν ἀλιβιζᾶτον καθηγητήν τοῦ Πανεπιστημίου εἰς ὅσα ἔγραψεν οὗτος ἐν τῆ ἐφημερίδι ἑστία περί ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, μεταξύ τῶν ἄλλων ἐγράφατε καί τά ἑξῆς: «Ἄν εἶχεν ὁ Κύριος καθηγητής περισσοτέραν συναίσθησιν τῆς ἀξιοπρεπείας του καί τοῦ αὐτοσεβασμοῦ του δέν θά ἀπεκάλει ἡμᾶς ἐπαναστάτας καί ἐκμεταλλευτάς, ἀφοῦ ὁ ἴδιος μέ τήν ὑπογραφήν του, ὡς καί ὁ Μακαριώτατος, ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεφάνθη ὅτι ἡ μονομερής εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ὑπό τινος Ἐκκλησίας εἶναι λόγος σχίσματος, τοῦθ' ὅπερ ἐνεθάρρυνεν ἡμᾶς εἰς τήν ἀποκήρυξιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σχισματικῆς».
† Ὁ Δημητριάδος Γερμανός,
†Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος,
† Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος»
Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε ἐγράφατε τότε τόσον ὡραῖα λόγια καί ἀληθείας καί τώρα τά ἀναιρῆτε καί τά στραγγαλίζετε; Μήπως ἐδειλιάσατε ἀφοῦ εἴδατε ὅτι δέν ἐπετύχατε τοῦ σκοποῦ σας, δηλαδή νά ἐκθρονίσητε τόν Μητροπολίτην ἀθηνῶν καί νά ἀνέλθητε σεῖς μετά τοῦ ἀποθανόντος Δημητριάδος ὡς ἦτο τό ὄνειρόν σας; ἀσφαλῶς κάτι τέτοιο θά συμβαίνη. Καί ἰδού ἡ ἀπόδειξις. Ἐνῶ τότε ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν καί μή ἔχουσαν χάριν διά λόγους κανονικούς, καί μεθ' ὅρκου μάλιστα ὡς ἀνωτέρω καί μετ' ἐπιτάσεως, θετικότητος καί πεποιθήσεως, τώρα λέγετε τά ἀντίθετα, καί δέν τά λέγετε τώρα ἀλλά ἀπό τοῦ ἔτους 1937 ὁπότε ἐπῆλθε καί τό λυπηρόν Σχίσμα μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν.
Τά ἐγράψατε τότε εἰς τόν ὁσιώτατον Μοναχόν Μᾶρκον Χανιώτην εἰς τήν πολυσέλιδον ἐπιστολήν σας, διά τοῦ Πρωτοσυγγέλου Γρηγοροπούλου τῆ ἐντολῆ σας. Τά ἐγράψατε εἰς τήν Ἑλληνικήν θρησκευτικήν Κοινότητα τῆς Θεσσαλο-νίκης τήν 17 Ὀκτωβρίου 1937 μέ τήν ὑπογραφήν σας, ἧς ἀντίγραφον κατέχομεν σφραγισμένον παρά τῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος ταύτης, ὅτι δηλαδή «τό δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τά ἄτομα καί τάς Ἐκκλησίας Σχισματικάς δέν παρέσχον οἱ θεῖοι καί Θεοφόροι Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οὔτε εἰς τά ἄτομα, οὔτε εἰς τάς ἐπί μέρους Ἐκκλησίας, ἀλλ' εἰς Οἰκουμενικήν Σύνοδον» κ.λπ. Καί ἐνῶ ἄλλοτε διά νά δικαιολογήσητε τό Σχίσμα ἐφέρνατε μαρτυρίας τάς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ ἱερεμίου Β’ 1583, 1587, 1593, εἰς τό φυλλάδιόν σας πρός τούς διανοουμένους Ἕλληνας κ.λπ. τώρα τά ἀναιρῆτε καί ἀποσιωπᾶτε ὅλα αὐτά καί γράφετε πρός τήν Κοινότητα Θεσσαλονίκης ὅτι μόνον Οἰκουμενική Σύνοδος ἔχει τό δικαίωμα τοῦ νά κηρύττη τάς Ἐκκλησίας σχισματικάς καί οὐχί ἄλλη Ἐκκλησία ἤ ἄτομα.
Τότε πῶς Σεῖς εἴχατε τό δικαίωμα καί ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν Σχισμα-τικήν τῆς Ἑλλάδος; Ποῦ ἐστηρίχθητε; Πῶς τό ἐπράξατε αὐτό; ἐστηρίχθητε, ὡς γράφετε, εἰς τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων ἐπί ἱερεμίου τοῦ Β’ καί εἰς τήν Ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καί καλῶς ἐπράξατε, διότι οὐδέν ἄλλο ἐπράξατε εἰ μή μόνον καί μόνον ὅπου ἐφαρμόσατε τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων, καί ἐπαναδρώσατε μέ τάς χειροτονίας ἐπισκόπων τήν ζῶσαν Ἐκκλησίαν τήν ἱσταμένην ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν Παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐγράφατε τότε εἰς τούς Ζωικούς, ἀφ' ἧς βεβαίως ἠρύεσθε τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν. Αὐτήν λοιπόν τήν Ἐκκλησίαν ἀκολουθῶμεν καί ἡμεῖς καί ἀπ' αὐτήν ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν. Καί εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς τότε ἀκολουθύσατε αὐτήν τήν Ἐκκλησίαν καί ἐλαμβάνατε παρ' αὐτῆς χάριν καί ἐγράφατε καί εἰς τήν «Φωνήν τῆς Ὀρθοδο¬ξίας» ὅτι ἀποτελούσατε
Σύνοδον, καί τώρα ἀκολουθῆτε τήν ἐπίσημον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, καί ἀπό αὐτήν λαμβάνετε τήν χάριν καί ὅτι τώρα εἶσθε μία φρουρά καί οὐχί Ἐκκλησία ἤ Σύνοδος κ.λπ. τί νά εἴπη κανείς; καί τί νά ὑποθέση; Δύο τινά μόνον. Ἤ ὅτι ἐπάθατε ἐγκεφαλικήν διάσεισιν, ἤ ὅτι προσπαθεῖτε νά στρέψητε πρύμναν καί πάλιν πρός τήν κακοδοξίαν.
Ὁμοίως ἐγράφατε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας τήν 30ήν Αὐγούστου 1940 ὑπ' ἀριθμ. Πρωτ. 1844 μέ τόν τίτλον «Ἑλληνική Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἀθῆναι πρός τούς εὐλογημένους Χριστιανούς τούς ἀκολουθοῦντας τό πάτριον ἑορτολόγιον: ...ὡς πρός δέ τό ἔγκυρον ἤ μή τῶν ὑπό τῶν Νεοημερολογιτῶν τελου¬μένων μυστηρίων, ἐμμένομεν εἰς ὅσα διεκηρύξαμεν τόν Ἰούνιον τοῦ 1935, ὅτι ἡ ἁγιαστική Χάρις τῶν Μυστηρίων, κατά τό πνεῦμα τῶν Θείων καί ἱερῶν κανόνων καί τήν γνώμην ἡμῶν, εὑρίσκεται καί ἐνεργεῖ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκείνων λειτουρ¬γῶν, οἴτινες διακρατοῦσι τάς ἱεράς παραδόσεις καί τούς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μή προβάντες εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν, οὐχί διά τῶν μακρυνθέτων τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί ἀθετούντων τούς θείους καί ἱερούς κανόνας, καί συνεπῶς διατελούντων ὑπό τά ἀράς τῶν ἁγίων Πατέρων. Προκειμένου δέ νά γίνη Νεοημερο¬λογίτης τις δεκτός εἰς τήν ὑφ' ἡμᾶς Παλαιοημερολογιτικήν Ἐκκλησίαν(34), οὗτος ὀφείλει δι' αἰτήσεώς του πρός ἡμᾶς τούς ἱεράρχας νά δηλώση τόν ἱερόν σκοπόν του, μόνους ἁρμοδίους νά κρίνωσι τόν τρόπον τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ, διά λιβέλλου ὡς ἐδέχετο τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς κατ' Ἐκκλησιαστικήν Οἰκονομίαν ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος (κανών η’) καί ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, ἤ δι' ἀναμυρώσεως, κατά τόν 5ον κανόνα τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὅτι δέ μόνον ἁρμόδιοι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐπίσκοποι ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς ταμιούχου Χάριτος, παραθέτομεν τόν 39ον Ἀποστολικόν κανόνα ἔχοντα ὁτύως. «Οἱ πρεσβύτεροι καί οἱ διάκονοι ἄνευ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου μηδέν ἐπιτελείτωσαν. Αὐτός γάρ ἐστίν ὁ πεπιστευμένος τόν λαόν τοῦ Κυρίου καί τόν ὑπέρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος» κ.τ.λ....
† Ὁ Δημητριάδος Γερμανός,
† Ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος
Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε τότε γράφατε πάντα τ' ἀνωτέρω, καί τώρα ἐγράψατε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας τῆς 1ης Ἰουνίου 1944 εἰς τήν σελ. 2, 6, ὅτι «Ἡ ἀντίληψις καθ' ἥν δικαιοῦνται τά ἄτομα, εἴτε κληρικοί, εἴτε λαϊκοί, νά ἱδρύσωσιν ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἄνευ τῆς ἀδείας καί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὅζει προτεσταντισμοῦ κ.λπ.»; Τότε σεῖς εἶσθε πρῶτος καί τέλειος προτεστάντης. Διότι ἀπό ποῦ πήρατε ἄδειαν ὅπου γράφετε ἀνωτέρω εἰς τούς Ζωικούς, μετά τήν ἀποκήρυξιν τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «ὡς σχισματικῆς καί διά λόγους κανονικούς, ἱδρύσατε μίαν νέαν Ἐκκλησίαν(36) ζῶσαν καί ἱσταμένην ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας»; Καί ἀπό ποῖον ἐλάβατε τό χρῖσμα ὡς ἀρχηγός τῆς νέας ταύτης Ἐκκλησίας; Μέ ποίαν ἄλλην Ἐκκλησίαν ἀνταλλάξατε εἰρηνικάς ἐπιστολάς λαμβάνοντες κανονικότητα, καί ἐγκυρότητα τοῦ προΐστασθαι τῆς «νέας ταύτης Ἐκκλησίας»; ἡμεῖς λοιπόν ὁσιώτατε χάριτι Χριστοῦ, εἴμαθε τέκνα πιστά τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί ἐπίσκοπος ταύτης καί ἀπ' αὐτήν ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν, τήν ἐγκυρότητα καί τήν κανονικότητα τοῦ προΐστασθαι τῆς Ἐκκλησίας κ.λπ. διότι ὡς ὀρθῶς ἐγράψατε εἰς τό ἀνωτέρω ἔγγραφόν σας «ἡ ἁγιαστική χάρις τῶν Μυστηρίων κατά τούς ἱερούς κανόνας εὑρίσκεται καί ἐνεργεῖ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκείνων λειτουργῶν οἴτινες διακρατοῦσι τάς ἱεράς παραδόσεις καί τούς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μή προβάντες εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν. Καί οὐχί διά τῶν μακρυνθέντων τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί κανόνων καί συνεπῶς διατελούντων ὑπό τούς ἀράς τῶν ἁγίων Πατέρων». Ἐφ' ὅσον εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν προέβημεν καί κρατῶμεν στερρῶς, τά Δόγματα, τούς Κανόνας καί τήν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ἀρά καί ὁ ἀφορισμός εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἥτις, ὡς ἀνωτέρω γράφετε, «ἀπεμακρύνθη τῶν ἱερῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», τότε ὑπάρχει καί εἰς ἐσᾶς ὁσιώτατε ἡ ἀρά καί ὁ ἀφορισμός, ὅστις λέγετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὕτη ἔχει τήν χάριν. Αὐτά εἶναι βλασφημίαι ὁσιώτατε, καί σκεφθῆτε καλῶς τήν ἀθάνατον ψυχήν σας, καί τόν ἁπλοϊκόν λαόν, ὅστις καλῆ τῆ πίστει σᾶς ἀκολουθεῖ, καί τόν φρικτόν λόγον ὅν θά δώσητε ἐν ὥρα κρίσεως. Διότι τό Πανάγιον Πνεῦμα δέν εἶναι ἀκαταστασίας, ὅπως τό βλασφη¬μεῖτε Σεῖς, ἄλλοτε νά βδελύτητε καί ἀφορίζη τήν Ἐκκλησίαν καί ἄλλοτε νά τήν καθαγιάζη.
Ὑμεῖς καί οἱ σύν ὑμῖν ἀρχιερεῖς καί λοιποί κληρικοί αὐτό πράττετε, ἄλλοτε ἀποκαλεῖτε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν ἄμοιρον τῆς θείας Χάριτος, καί ἄλλοτε ταμιοῦχον αὐτῆς, ἐφ' ὅσον δέν ἐκηρύχθη ὑπ' ἄλλης Πανορθοδόξου Συνόδου κ.λπ. Σχισματική. Καί τώρα πού τήν ἀποκαλεῖτε Τα-μιοῦχον τῆς θείας Χάριτος, μετανόησε; κατήργησε τήν καινοτομίαν, συνῆλθεν καμμία ἄλλη Πανορθόδοξος Σύνοδος νά ἄρη τήν καταδικαστικήν της ἀπόφα¬σιν καί νά τήν κηρύξη ἀθώαν; Βεβαίως ὄχι; δέν συνῆλθε Σύνοδος οὐδεμία νά τήν ἀθωώση, καί δέν ἐμετανόησε. Νά τήν καταδικάση ὅμως καί αὐτήν καί τάς ἄλλας Ἐκκλησίας τάς δεχθείσας τήν καινοτομίαν τοῦ παπικοῦ ἑορτολογίου συνῆλθον Σύνοδοι Πανορθόδοξοι (4) τέσσαρες, ἤτοι (3) τρεῖς τοῦ ἱερεμίου καί (1) μία τοῦ ἀνθίμου, Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν. Ὡσαύτως γράφετε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας, διά τήν ἀναγνώρισιν τοῦ Νέου ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλη¬σίας. Βεβαίως αὐτά συμβαίνουν ἀληθῶς πού γράφετε, ἀλλ' ὅταν ὅμως ἡ ὅλη Ἐκκλησία διάγει ἐν εἰρηνικῆ περιόδω καί δέν ὑπάρχουν εἰς αὐτήν σχίσματα καί διαιρέσεις. Διότι λ.χ. πῶς ἦτο δυνατόν τό Πατριαρχεῖον τῶν Ἱεροσολύμων νά σᾶς ἀναγνωρίση δι' ἕνα ἐπίσκοπον τῆς νέας ἱδρυθείσης Ἐκκλησίας τῆς στερρῶς ἐχομένης τῶν δογμάτων, κανόνων καί παραδόσεων ἤ δι' ἕνα ἀρχηγόν αὐτῆς, καθ' ἥν στιγμήν ἔπρεπε πρῶτον νά καθορίση τήν θέσιν της ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δηλαδή νά τήν παρακαλέση νά ἐπανέλθη εἰς τήν θέσιν της νά διαμαρτυρηθῆ διά τήν καινοτομίαν της, καί τέλος ν' ἀποκόψη τήν πνευματικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτῆς. Ἐνῶ λοιπόν δέν ἔπραξε ὅλα αὐτά ὡς εἶχεν ἱερόν καθῆκον, ὡς καί κάθε (τοπική) Ἐκκλησία, πῶς εἴχατε τήν ἀξίωσιν σοφέ κανονιολόγε νά σᾶς ἀναγνωρίση ὡς ἐπίσκοπον ἤ τόν πάτρωνά σας Δημη¬τριάδος ὡς ἀρχηγόν, καθ' στιγμήν δέχεται καί συλλειτουργῆ μέ τούς ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς τῆς καινοτόμου Ἐκκλησίας ταύτης;
Γράφετε ὁσιώτατε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας ὅτι, ὅταν ὁ προϊστά-μενος ἤ τό πλεῖστον τῶν ἀρχιερέων μιᾶς Ἐκκλησίας, εἰσαγάγωσι εἰς τήν Ἐκκλησίαν των μίαν καινοτομίαν, ὅτι δικαιοῦνται οἱ Ὀρθοδοξοῦντες Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας ταύτης νά διακόψωσιν τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτῶν, πρό συνοδικῆς διαγνώμης, ἵνα μή ὦσι καί οὗτοι συνυπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς ὅλης Ἐκκλησίας διά τήν καινοτομίαν, ἀλλ' ὅμως ὅτι δέν δικαιοῦνται νά κηρύξωσι τούς καινοτομήσαντας Ἀρχιερεῖς Σχισματικούς, καί εἰς καθαίρεσιν νά ὑποβάλλωσιν αὐτούς, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας κ.λπ. Καί ὅτι ἡ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας καί ἡ παῦσις τοῦ μνημοσύνου αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδοξούντων οὐχί μόνον δέν κατακρίνεται ἀλλά καί ἐπαινεῖται.
Καί Σᾶς ἀπαντῶμεν, καί ἐπ' αὐτοῦ, ὅτι ἀφοῦ δικαιούμεθα νά διακόψωμεν τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετά τῆς Ἐκκλησίας ταύτης καί πρός Συνοδικῆς διαγνώμης, ἵνα μή εἴμεθα συνυπεύθυνοι, καί εἰς τό μνημόσυνον ἀκόμη αὐτῆς, πῶς δέν δικαιούμεθα νά τήν ἀποκαλέσωμεν Σχισματικήν, ἀφοῦ τήν κατεδίκασαν Πανορθόδοξοι Σύνοδοι ὡς ἀνωτέρω καί τήν ἀπεκάλεσαν σχισματικήν καί διέταξαν καί ὅλας τάς μετέπειτα Ἐκκλησίας νά σεβασθοῦν καί νά ἀκολουθήσωσι τάς ἀποφάσεις αὐτῶν καί μετ' ἐπιτιμίων μάλιστα; Καί ἐν τοιαύτη περιπτώσει ποίαν εὐθύνην θά φέρωμεν, ὅπως γράφετε, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μήπως ἱστορικήν ἤ ἐθνικήν ἤ φυλετικήν ἤ ἄλλην τινά; ἀσφαλῶς ἄλλην τινά εὐθύνην. Δηλαδή ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅπου δέν ἠκολουθήσαμεν καί δέν ἐσεβάσθημεν τάς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν κατά ἔμπνευσιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀποφασισάντων. Καί ἑπομένως τήν εὐθύνην ταύτην θά τήν πληρώσωμεν μέ τήν ἀθάνατον ψυχήν μας, ἥτις τοιουτοτρόπως ἀσεβοῦσα εἰς τάς ἀποφάσεις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀσφαλῶς καί τελεσιδίκως θά μεταβῶμεν εἰς τήν αἰώνιον κόλασιν.
Βεβαίως μία μερίς κληρικῶν κ.λπ., ὡς γράφετε, τότε καί μόνον δέν δικαιοῦται νά κηρύξη μίαν Ἐκκλησίαν Σχισματικήν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ἥτις ἐστίν ἡ μόνη ἁρμοδία, ὅταν πρόκειται περί μιᾶς τελείως νέας καινοτομίας ἀναφανείσης, ἥτις οὐδέποτε κατεδικάσθη. Ὅταν ὅμως πρόκειται περί παλαιᾶς αἱρέσεως ἤ καινοτομίας ἥτις κατεδικάσθη ὑπό Οἰκου-μενικῶν Συνόδων ἤ Πανορθοδόξων, ταύτην δέν εἶναι ἀνάγκη νά συνέλθη νέα Σύνοδος νά τήν καταδικάση διότι τότε ἡ νέα Σύνοδος ἀσεβεῖ καί ἀθετεῖ τήν ἀπόφασιν τῆς παλαιᾶς. Ἀλλά πρέπει ἀμέσως καί τά ἄτομα καί αἱ Ἐκκλησίαι νά ἐφαρμόσουν τήν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου ταύτης ἄνευ οὐδεμιᾶς διαδικασίας. Αὐτό λοιπόν ἐπράξαμεν καί ἡμεῖς ἐν προκειμένω. Διότι πότε μᾶς εἴδατε νά συνέλθωμεν νά κάμωμεν καμμίαν πρᾶξιν ἐναντίον τῆς καινοτόμου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά τήν κηρύξωμεν σχισματικήν, καί νά καθήρωμεν τούς ἀρχιερεῖς Αὐτῆς ὡς μᾶς κατηγορεῖτε; ἡμεῖς ἐφαρμόσαμεν ἁπλῶς τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τῶν Ἱερεμίου καί Ἀνθίμου καί τίποτε περισσότερον; Καί ἐφ' ὅσον αὗται μᾶς λέγουν ὅτι οἱ ἀκολουθοῦντες τήν καινοτομίαν ταύτην εἶναι σχισματικοί, Βλάσφημοι τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀφορισμένοι ἀπό τόν Θεόν, ἄμοιροι τῆς θείας χάριτος καί ὅτι ἤδη ἠρνήθησαν τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί ἡμεῖς αὐτό λέγωμεν καί αὐτό πράττομεν, καί τίποτε περισσότερον. Καί ὅπως καί ὑμεῖς λέγητε ὅτι εἰς αὐτούς δέν ὀφείλεται ὑπακοή ὡς ἀποστάτας, τοῦτο καί ἡμεῖς πράττομεν ἵνα μή εὑρεθῶμεν ἔνοχοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Διότι ποία ἐπικοινωνία φωτός μετά τοῦ σκότους; Καί ἄν, ὡς λέγετε, εἴμεθα παρασυνάγωγοι ἡμεῖς, τότε σεῖς εἶσθε πρῶτοι παρασυνάγωγοι, διότι σεῖς πρῶτοι ὡς ἐπίσκοποι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν καί μή ἔχουσαν χάριν, ὅταν ἐξήλθατε τό 1935. Διότι ἀπό τότε ὅπου ὅλοι μαζί ἀπεκαλέσαμεν τήν Ἐκκλησίαν ταύτην σχισματικήν οὐδέποτε ἔκτοτε μόνος μου ἤ μετ' ἄλλου τινός, ἀπέστειλα τοιαύτην πρᾶξιν. Καί βεβαίως ἀφοῦ σεῖς πρῶτοι ὡς ἐπίσκοποι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν, συμφώνως μέ τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, καί τώρα ἀφοῦ τήν φέρετε πάλιν ὑπόδικον καί λοιπά, τότε καί σεῖς εἶσθε ὅμοιοι ἐκείνης καί οὐχί μόνον σχισματικοί ἀλλά καί καθηρημένοι μάλιστα, διά τῆς ἰδίας σας ὑπογραφῆς.
Μᾶς κατηγορεῖτε ὁσιώτατε ὅτι ἀγνοοῦμεν τό Κανονικόν δίκαιον, καί τό πνεῦμα τῶν Θείων καί ἱερῶν κανόνων κ.τ.λ. Καί σᾶς ἀπαντῶμεν ὅτι δέν εἴδομεν μέχρι σήμερον, οὔτε εἰς τό Κανονικόν Δίκαιον οὔτε εἰς τούς θείους καί ἱερούς Κανόνας νά λέγωσι ὅτι οἱ αἱρετικοί ἤ οἱ σχισματικοί ἔχωσι χάριν καί τά μυστήριά των εἶναι ἔγκυρα, ἀλλά τοὐναντίον καθυποβάλλωσιν αὐτούς τῶ ἀναθέματι, τήν καθαίρεσιν, τόν ἀφορισμόν καί τάς ἀράς τῶν Ἁγίων Πατέρων, καί τόν χωρισμόν ἀπ' αὐτῶν τῶν πιστῶν. Ἑπομένως οὐχί μόνον δέν ἀσεβοῦμεν πρός τήν Θείαν Χάριν ἀλλά σεβώμεθα καί τιμῶμεν ταύτην ἐξ ὅλης ψυχῆς καρδίας ἰσχύος καί διανοίας. Καί ὅτι τά μυστήρια τῶν σχισματικῶν καί αὐτοί ἀκόμη οἱ ἱερεῖς κ.λπ. δέν ἔχουσι χάριν βλέπε τόν α’ κανόνα τοῦ Μεγ. Βασιλείου. (Βλέπε τοῦτον ἔμπροσθεν).
Ὅσον ἀφορᾶ δέ διά τούς προσερχομένους σχισματικούς εἰς τήν Ὀρθοδο-ξίαν, τούς οἰκονομοῦμεν ὅπως μᾶς διατάσσει ἡ Ἐκκλησία, ἥτις μᾶς λέγει διά τοῦ α’ κανόνος τοῦ Μεγ. Βασιλείου. 1) Νά μυρώνωμεν τούς βαπτισθέντας εἰς τό ἐκείνου βάπτισμα. 2) Κατά τόν Η’ κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου νά δεχώμεθα αὐτούς διά λιβέλου. 3) Διά Ὁμολογίας πίστεως κατά τό Συνοδικόν τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί 4) Διά χειροθεσίας κατά τόν αὐτόν Η’ κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τούς Ἱερεῖς τούς χειροτονηθέντας ἀπό τούς σχισματικούς Ἀρχιερεῖς. Αὐτά μᾶς λέγει νά πράττωμεν καί αὐτά πράττομεν. Δέν μᾶς λέγει οὔτε νά ἀναβαπτίζωμεν, οὔτε νά χειροτονῶμεν πάλιν τούς ἱερεῖς των, οὔτε νά στεφανώνωμεν καί πάλιν γενικῶς νά ἐπαναλαμβάνωμεν ἐκ νέου τά μυστήρια καί τοῦτο διότι εἶναι σχισματικοί καί οὐχί Αἱρετικοί, διά τούς ὁποίους αἱρετικούς βεβαίως πρέπει νά τελεσθοῦν ἐξ ὑπ' ἀρχῆς τά μυστήρια. Καί βεβαίως οἱ σχισματικοί δέν ἔχουν τήν χάριν, ὅταν ὅμως μετανοήσουν καί Ὁμολογήσουν τήν Ὀρθοδοξίαν καί γίνουν ὅλα τ' ἀνωτέρω τότε ἐπανακτοῦν τήν ἀπωλεσθεῖσαν χάριν καί βλέπε πρός τοῦτο τήν ὑποσημείωσιν 1) τοῦ Η’ κανόνος τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Καί τοῦτο ἄλλωστε τό ὑπαγορεύει καί ἡ λογική, διότι ἐκτός τοῦ ὅτι ὁ Σχισματικός δέν εἶναι ἀσεβής ἤ αἱρετικός ἀλλά πλησιέστερον ἀπ' αὐτούς πρός τόν ὀρθόδοξον Χριστιανόν, ὁμοιάζει ὅμως πρός τόν ἁμαρτωλόν, ὅστις παραμέ¬νει ἐν τῆ ἁμαρτία, εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ διά τήν αἰώνιον κόλασιν, ὅταν ὅμως μετανοήση καί λάβη τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν του διά χειροθεσίας τοῦ Πνευματικοῦ του πατρός, τότε πλησιάζει πρός τόν Θεόν καί εἶναι ἄξιος τῆς αἰωνίου ζωῆς. Καί ὅπως ὁ αὐτός ἁμαρτωλός ὅταν παραμένη εἰς τήν ἀμετα¬νόητον θέσιν καθίσταται ὀλίγον κατ' ὀλίγον ἀσεβής, οὕτω καί ὁ Σχισματικός ὅταν παραμένη ἐν τῶ Σχίσματι καθίσταται Σχισματοαιρετικός καί κατόπιν τέλειος αἱρετικός, κατά τήν ὑποσημείωσιν τοῦ α’ κανόνος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε μᾶς ἀποκαλεῖτε ἱεροσύλους καί μή γνωρίζοντας τί πράττομεν; Ἤ μήπως ἐξ ἰδίων κρίνετε τά ἀλλότρια, ὅπου οὐδέποτε μυρώνετε τά κακόδοξα βρέφη, ἤ Ὁμολογῆτε τούς χριστιανούς; Ἤ τούς ὑποβάλλετε εἰς Λιβέλλους, ἤ χειροθετῆτε τούς κακοδόξους χειροτονηθέντας ἱερεῖς; Ἐάν δέ δέν μυρώνωμεν τούς γονεῖς τῶν κακοδόξων τέκνων τοῦτο, τό πράττομεν διότι αὐτοί ἔχουν βαπτισθῆ καί μυρωθῆ Ὀρθοδόξως καί πρίν τοῦ Σχίσματος καί οὐχί μόνον περιττεύει εἰς αὐτούς ἡ ἀναμύρωσις, ἀλλά εἶναι καί ἐφάμαρτον κατά τούς θείους καί ἱερούς κανόνας, καί ἀρκούμεθα μόνον εἰς τήν Ὁμολογίαν ἤ λίβελλον.
Ἐάν δέ εὐδοκήση ὁ Κύριος καί ἐκλείψη τό ἡμερολογιακόν Σχίσμα καί ἑνωθοῦν ὅλαι αἱ τοπικαί Ἐκκλησίαι Ὀρθοδόξως τότε περιττεύουν καί τά μυρώματα - χειροθεσίαι, Ὁμολογίαι - λίβελλοι κ.λπ. διότι ἐκλείπει τελείως τό Σχίσμα καί δύναται ἡ Ὅλη Ἐκκλησία νά μετέλθη πᾶσαν οἰκονομίαν, ὡς ἔπραξεν ἡ ΣΤ’ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τούς Νεστοριανούς (Κανών 95). Καί τήν γνώμην τῆς ἀκυρώσεως τῶν μυστηρίων δέν ἔχομεν ἡμεῖς ἀλλ' αἱ Πανορθόδοξοι Σύνοδοι, αἱ ἐπί Ἱερεμίου καί Ἀνθίμου, καταδικάσασαι τήν ἡμερολογιακήν Και¬νοτομίαν καί ἄν αὗται αἱ Σύνοδοι εἶναι ἱερόσυλοι τότε εἴμεθα καί ἡμεῖς.
Προσπαθεῖτε, ὁσιώτατε, νά δικαιολογηθῆτε ὅτι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν ἀλλά δυνάμει μόνον καί οὐχί καί ἐνεργεία διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα μόνον Συνόδου. Καί σᾶς ἐρωτῶμεν, ὅταν ἐξήλθατε τό 1935 καί μέχρι τοῦ 1942 ἀκόμη, διατί εἰς κανένα δημοσίευμά σας δέν ἀναφέρετε ὅτι εἶναι μόνον δυνάμει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Σχισματική, καί οὐχί ἐνεργεία, παρά τό λέγετε τώρα(35); Ἤ μήπως τώρα ὅπου δέν δύνασθε νά διαφύγετε τόν ἔλεγχον τοῦ κόσμου καί ἡμῶν, ὅταν πρό δύο μηνῶν ἐπρόκειτο νά ἐπιτευχθῆ συνάντησις μεταξύ ἡμῶν τε καί ὑμῶν διά τήν ἕνωσιν, ἥν οὐδόλως ποθῆτε; Ἀσφαλῶς καί αὐτό εἶναι, καί ὅτι οὐδέν κρυπτόν ὅ οὐ μή φανερόν γενήσεται.
Ὁσιώτατε, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, εἰς τήν ὑποσημείωσιν τοῦ Γ’ κανόνος ὄντως, ρητῶς ἀναγράφεται τό περί δυνάμει καί ἐνεργεία, καί πάλιν, πολύ ὀρθῶς σημειώνει ὅτι δηλαδή μία Τοπική Ἐκκλησία ὑποπέσασα εἰς αἴρεσιν ἤ Σχίσμα πρέπει νά συνέλθη ἡ ἁρμοδία Σύνοδος διά νά τήν δικάση καί κηρύξη αἱρετικήν ἤ Σχισματικήν, διότι δέν δύναται ὁ καθείς νά δικάζη τόν ἄλλον ἀναρμοδίως καί πολύ μᾶλλον ὁλόκληρον Ἐκκλησίαν. Αὐτό ὅμως, ὁσιώτατε, εἰς τήν παροῦσαν περίπτωσιν ἔγινε καί κατεδικάσθη τετράκις ὡς ἀνωτέρω εἴπωμεν ἡ καινοτομία τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ὑπό τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων, ὡς ὑμεῖς ἐγράψατε πολλάκις, ἑπομένως τί ἔτι χρείαν ἔχομεν καί ἄλλης Συνόδου; Ἐν τοιαύτη περιπτώσει πρέπει νά συνέλθη καί ἄλλη Σύνοδος νά καταδικάση τούς Ἀρειανούς, τούς Νεστοριανούς, τούς Μονοφυσίτας, τούς Μασόνους καί λοιπούς αἱρετικούς, οἴτινες κατεδικάσθησαν ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τοπικῶν καί Πανορθοδόξων τοιούτων; Ἤ μήπως σήμερον δέν ἔχωμεν τοιούτους αἱρετι-κούς; Ἐφ' ὅσον ὅμως οὗτοι ἅπαντες κατεδικάσθησαν, δέον χρειάζεται βεβαίως κατ' αὐτῶν καί νέα καταδίκη, κατά τό «οὐκ ἐκδικήσεις δίς ἐπί τό αὐτό» τῶν θείων καί Ἱερῶν Κανόνων. Οὕτω λοιπόν καί παρομοίως συμβαίνει καί μέ τήν ἡμερολογιακήν Καινοτομίαν, κατεδικάσθη (ἐν τῆς γενέσει της) τετράκις ὑπό Πανορθοδόξων Συνόδων καί εἶναι οὐχί μόνον δυνάμει σχισματική, ἀλλά καί ἐνεργεία. Μή παραπαίετε λοιπόν καί βλασφημῆτε σοφέ διδάσκαλε, ἐναντίον τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Διότι τό Πανάγιον Πνεῦμα ἤ καθαγιάζει ἤ βδελύττεται, μέσος ὅρος δέν χωρεῖ. Καί ἄν ἡ Ἐκκλησία αὕτη ἡ καταδικασθεῖσα ἔχει τήν χάριν, τότε δέν τήν ἔχομεν ἡμεῖς ἅπαντες, καί ἄν τήν ἔχωμεν ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τήν ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν δέν τήν ἔχει αὕτη, ἕν λοιπόν ἐκ τῶν δύο, καί οὐχί καί τά δύο. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι λοιπόν ὁμιλοῦν γενικῶς καί περί παντός ζητήματος ΝΕΟΥ τό ὁποῖον κατά καιρούς γεννᾶται εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί οὐχί περί δεδικασμένου ζητήματος ὡς ἀνωτέρω.
Λέγετε, ὁσιώτατε, ὅτι δέν εἴχατε ὅλα τά Κανονικά στοιχεῖα διά νά δικάσητε τούς καινοτομήσαντας ἱεράρχας τῆς Ἑλλάδος διότι δέν εἶσθε Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη, καί ὅτι μόνον μία Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη δύναται νά δικάση τούς κληρικούς της ἐγκύρως. Καί σᾶς ἀπαντῶμεν εἰς τοῦτο ὅτι τά Κανονικά στοιχεῖα τά εἴχατε, ἀλλά δέν εἴχατε πίστιν νά τά ἐφαρμόσετε. Ποῖα δέ εἶναι ταῦτα. 1) Μετά τήν ἀπόσχισίν σας ἐκ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας ἔπρεπε νά χειροτονήσετε Ἀρχιερεῖς ἀρκετούς 10, 20, 30 ἀπό τούς ὑπάρχοντας ἐν τῶ ἀγῶνι δεδοκιμασμένους Ἱερομονάχους, διά νά ἔχητε τόν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν πρός συγκρότησιν κανονικοῦ Ἐκκλησια¬στικοῦ δικαστηρίου. 2) Νά διαμαρτυρηθῆτε εἰς ὅλα τά Πατριαρχεῖα καί Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας διά τήν καινοτομίαν ταύτην καί 3) Ἄν τά Πατριαρ¬χεῖα καί αἱ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι δέν ἐλάμβανον μέρος νά σᾶς βοηθήσουν καί νά κανονίσουν τήν θέσιν των ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τότε νά ἐκάμνατε σεῖς τό καθῆκον σας νά κηρύττατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματική καί νά ἐκκαθήρατε τούς ἱεράρχας αὐτῆς κ.λπ., ὡς λέγετε ὅτι ἔπρεπε νά εἴχατε τά μέσα, ἰδού τά μέσα. Ἀλλά σεῖς δέν ἐπράξατε αὐτό, παρά πείρατε κακοδόξους ἱερομονάχους καί ἐχειροτονήσατε ἀρχιερεῖς ἔχοντας διπλώματα τῆς Θεολογίας καί οὐχί καί πίστιν μέ ἔργα ὡς ἀπεδείχθη, καί τώρα λέγετε διαφόρους δικαιολογίας. ἐάν λοιπόν νομίζητε ὅτι ἔπρεπε νά κηρύξητε τήν Ἐκκλησίαν ταύτην Σχισματικήν αὐτό ἔπρεπε νά πράξητε.
Ἀλλά ἔχετε τήν γνώμην ὅτι μόνον Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη ἔχει τό δικαίωμα νά δικάση ἐγκύρως τούς κληρικούς της, καί ὅτι ἡμεῖς ἅπαντες ἀποτελοῦμεν μίαν καί τήν αὐτήν Ἐκκλησίαν μέ τήν καινοτόμον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καί ἀφοῦ αὐτή εἶναι ἀνεγνωρισμένη Ἐκκλησία καί δικάζει ἐγκύρως, τότε ἡ καταδίκη σας εἶναι ἐγκυροτάτη καί ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν καί νῦν ἐπαναλαμβάνομεν, σεῖς εἶσθε πλέον καθηρημένος. Λοιπόν τί θέλετε τότε καί ἐκμεταλλεύεσθε τούς Ὀρθοδό¬ξους Χριστιανούς; Καί διατί δέν σέβεσθε τήν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας σας; Εἶσθε λοιπόν ἀπειθής καί ἀντάρτης ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας σας, καί εἶναι αἶσχος δι' ὑμᾶς νά λέγητε ὅτι εἶσθε ὀρθόδοξος Χριστιανός. ἡμεῖς χάριτι Χριστοῦ ἀνήκομεν εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν, Ἀποστολικήν καί ἀνατολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καί ἐν ὀνόματι Αὐτῆς ἐλάβομεν τό ἐπισκοπικόν ἀξίωμα, καί οὐχί τῆς κακοδόξου Σχισματικῆς. Καί ἀποροῦμεν ὁσιώτατε οὐχί δι' ὑμᾶς, ἀλλά διά τούς ἀκολουθοῦντας ὀπαδούς σας καί πρό πάντων τούς κληρικούς, τί πώρωσιν ψυχικήν ἔπαθον, ἐνῶ βλέπουν ὅπου γράφετε ὅτι ἀνήκετε εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι αὕτη ἔχει τήν χάριν καί αἱ πράξεις της εἶναι ἔγκυροι καί σᾶς ἀκολουθοῦν ἀκόμη! Ἀλλά κατά τό Εὐαγγελικόν λόγιον «Καιρός κατά τόν ὁποῖον θά πλανηθῶσιν καί οἱ ἐκλεκτοί». Καί πάλιν «Πολλοί εἰσί κλητοί ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί». Καί κατόπιν τούτων ἁπάντων, ἔχετε ἀκόμη τό θράσος καί τήν ἀναίδειαν νά γράφετε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας, τῆς 1ης Ἰουνίου 1944, ἄς μήν εἴπη κανείς ὅτι δέν ἀξίζει τόν κόπον νά εἶναι παλαιοημερολογίτης καί νά ὑπόκειται εἰς διωγμούς, χλευασμούς κ.λπ. Δηλαδή ἀξίζει κανείς τόν κόπο νά εἶναι καί παλαιοημερολογίτης, ἀλλά καί νά παίρνη καί τήν χάριν ἀπό τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, καί νά μήν ἔχη τάς ἀράς καί τά ἀναθέματα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Δηλαδή προσκυνήσατε τόν Θεόν, προσκυνήσατε καί τόν Σατανᾶν.
Αὐτά εἶναι, ἀγαπητά ἐν Κυρίω τέκνα, τά χάλια πάντων τῶν ἐκ τῆς κακοδοξίας ἐλθόντων ἀρχιερέων, καί ὁ καθείς ἄς ἀνοίξη καλῶς τούς ψυχικούς του ὀφθαλμούς νά ἴδη ποῦ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Σεῖς δέ, τέκνα μου ἐν Κυρίω ἀγαπητά, νά ἐνεργήσητε σταθερά κατά τόν Γ’ κανόνα τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Κοινῶς δέ τούς τῆ Ὀρθοδόξω καί Οἰκουμενικῆ Συνόδω συμφρονοῦντας κληρικούς κελεύομεν τοῖς ἀποστατήσασιν ἤ ἀφισταμένοις ἐπισκόποις μηδ' ὅλως ὑποκεῖσθαι κατά μηδένα τρόπον». Κατά δέ τόν σοφόν Βριένιον, «ἀλλ' ὡς μή πιθανά τῆσι δόξω λέγειν καί οὐκ' ἀληθῆ ἐπί τά τῶν ἁγίων ἄπειμι, ταὐτόν δ' εἰπεῖν τοῦ Πνεύματος ἁγίου ρητά. «Εἴτις ἀκοινωνήτω κἄν ἐν οἴκω συνεύξηται, καί οὗτος ἀφοριζέσθω», (δέκατος τῶν ἀποστόλων κανών) «Μή εἶναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις,... μήτε κατ' οἴκοις εἰσιόντας συνεύχεσθαι», (δεύτερος τῆς ἐν ἀντιοχεία), «ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἤ Σχισματικοῖς συνεύχεσθαι», (τρίτος καί τριακοστός ἐν Λαοδικεία): «ὧν τό φρόνημα ἀποστρεφόμεθα τούτων καί ἀπό τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν», (Φωνή Μεγάλου Βασιλείου). Ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως Γερμανός ὁ Β’ γράφων πρός τούς Κυπρίους ἔλεγεν: «Ἐπισκήπτομαι πᾶσιν τῆς ἐν Κύπρω λαϊκοῖς, ὅσοι τῆς Καθολικῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἐστέ τέκνα γνήσια, φεύγειν ὅλω ποδί ἀπό τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῆ Λατινικῆ ὑποταγῆ, μηδέ εἰς Ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθαι, μηδέ εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν λαμβάνειν τήν τυχοῦσαν. Κρεῖσσον γάρ ἐστίν ὁ ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῶ Θεῶ προσεύχεσθαι, κατά μόνας ἤ ἐπί Ἐκκλησίας συνάγεσθαι μετά τῶν λατινοφρό¬νων, εἰδ' ἄλλως οὖν τήν αὐτήν αὐτοῖς ὑφέξετε κόλασιν».
Διότι πῶς νά ἔχη τις τάς χάριτας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἔχη κακόδοξα φρονήματα; ἀφοῦ γνωρίζομεν ὅτι ὁ ὑποτακτικός τοῦ ἁγίου Παϊσίου ἐπειδή ἀμφέβαλε καί εἶπεν μόνον τό -Ἴσως- ἐπέταξεν ἐξ αὐτοῦ ἡ χάρις τοῦ Βαπτίσματος καί ἀφοῦ τόν εἶδεν ὁ Ἅγιος Παΐσιος τόσον δυστυχῆ, δέν τόν ὠνόμασε πλέον υἱόν! ἀλλ' εἶπεν φύγε ἀπ' ἐμοῦ ἄνθρωπε! (βλέπε βίον Παϊσίου τοῦ Μεγάλου). Καί διά τοῦτο ἡ Σύνοδος τῆς ἀντιοχείας διά τοῦ Α’ Κανόνος αὐτῆς εἶπεν ὅτι οἱ ἔχοντες φρονήματα αἱρετικά, ἀπό τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὡς ξένους ἀποβλήτους τῆς Ἐκκλησίας κατεδίκασεν, ὡς διακε-λεύει καί ἡ ἀπόφασις τῆς Ὀρθοδόξου Συνόδου τοῦ Ἀνθίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρ-χου τό 1848, «ἤ πρᾶξαι, ἤ συμβουλεῦσαι, ἤ διανοηθῆναι ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα τοῦ βλασφημεῖν εἰς τό Πανάγιον Πνεῦμα, ὡς τάχα μή ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς γραφαῖς καί Ἱεραῖς Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις». Ἀλλά «στήκετε καί κρατεῖτε τάς Παραδόσεις ἄς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν», κατά τόν Μακάριον Παῦλον. Διότι κατά τόν αὐτόν Ἀπόστολον «ἡ πίστις ἡμῶν μή ἐν σοφία ἀνθρώπων ἀλλ' ἐν δυνάμει Θεοῦ» (Α’ Κορινθ. Β’ 5). Μένετε πιστοί καί ἀκλόνητοι εἰς ὅσα ἐδιδάχθητε, ἠκούσατε, εἴδατε καί ἐμάθατε ἐν τῆ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία, καί ὅσα εἴδατε ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα ἁγνά, ὅσα ἠθικά, ὅσα ἅγια καί δίκαια ταῦτα πράττετε εἰς ταῦτα ἐμείνατε, καί ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης καί Πατήρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Αὐτοῦ Πνεύματος εἴη μετά πάντων ἡμῶν ἀδελφοί. Ἀμήν.
Ἐν τῆ Ἱερᾶ καί Σεβασμία Μονῆ τῆς Κυρίας Θεοτόκου Πευκοβουνογια-τρίσσης Κερατέας Ἀττικῆς τῆ 21 Σεπτεμβρίου 1944. † Ὁ ἐν Ἐπισκόποις ἐλάχιστος Βρεσθένης Ματθαῖος»

Διά τον «Αντιαιρετικόν Αγωνα Γνησιων Ορθοδόξων» και την Διαδικτυακήν Εφημερίδα «Ο Κηρυξ των Ορθοδόξων» της Ιεράς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης. + Ο Μητροπολίτης ΓΟΧ Μεσογαίας, Λαυρεωτικής και Αχαρνων.

Μετά τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης
Ἐλάχιστος ἀδελφός καί συλλειτουργός,



+ Ὁ Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς
καί Αχαρνων Κήρυκος

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ Κ ΑΙΩΝΑ

Από την Ορθοδοξία στον Οικουμενισμό η μεγάλη ανατροπή του 20ου αιώνα Αρχική σελίδα Θεματικές κατηγορίες Γέροντες και μορφές της Ορθο...