ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ» Αριθμ. Φυλλου 109 Ιανουαριος 2021 Feb 10 +Κήρυκος: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ ‘’ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ’’ Ιεραποστολικον καί Αντιαιρετικον ενημερωτικόν Φυλλάδιον του «Συλλόγου των Ορθοδοξων» του Επισκοπείου – Ιερας Μονης Αγιας Αικατερινης Κορωπίου Αττικης, λειτουργουντος ως Παραρτηματος καί εις τα πλαίσα των σκοπων του ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ Ματθαιος ο Α. Διευθυνσις: 4ο χιλιομετρον Λεωφορου Κορωπίου Μαρκοπούλου, Τ.Θ. 54 Κορωπι 19401, Τηλ. 210 6020176, 60907162202, 6977290326 Αριθμ. Φυλλου 13 Ιανουαριος 2021 ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210 6020176, 210 2466057 Α.Π. 397 ᾿Εν Κορωπίῳ τῇ 13.8.05 (π.ἡ.) ΠΡΟΣ τόν Αἰδ/τον π. Δημήτριον Τσαρκατζόγλου, τόν ἀντικανονικῶς καί παρανόμως ὑπογράψαντα καί τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 3219/17.6.05 ΑΚΥΡΟΝ "Πρᾶξιν - ᾿Απόφασιν" τῆς ὑπό τόν ΨΕΥΔΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ κ. Νικόλαον Μεσσιακάρην ἀσεβοῦς ὁμάδος ἐκπεσόντων ᾿Επισκόπων. Μέ τινα καθυστέρησιν, λόγῳ μεταβάσεώς μου εἰς τό ᾿Εξωτερικόν, σᾶς ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ἐξωδίκως, διά δικαστικοῦ ᾿Επιμελητοῦ, τό ὑπ᾿ ἀριθμ. Πρωτ. 3219 "χαρτίον", τό ἐπιγραφόμενον ὡς "Πρᾶξις - ᾿Απόφασις" τῆς ὑπό τόν ψευδαρχιεπίσκοπον κ. Νικόλαον Μεσσιακάρην ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟΥ, τῆς 17.6.05, τῆς ἀπαρτιζομένης ὑπό τῶν: "πρώην ᾿Αθηνῶν καί Προέδρου Πατρῶν" κ. ᾿Ανδρέου, "᾿Αργολίδος" κ. Παχωμίου, "Περιστερίου" κ. Γαλακτίωνος, Βερροίας καί Ναούσης κ. Ταρασίου, τοῦ φερομένου ὡς "Θηβῶν καί Λεβαδείας", ἤτοι "Διαυλείας" κ. ᾿Ανδρέου καί τοῦ μονίμως δι᾿ ἀντιπροσώπου καί ΟΥΔΕΠΟΤΕ προσωπικῶς παραστάντος "Φιλίππων" κ. Χρυσοστόμου, καί᾿ ὑμῶν ὑπογραφομένου ὡς "᾿Αρχιγραμματέως", μέ τήν ἔνδειξιν "᾿Ακριβές ἀντίγραφον". ᾿Επιστρέφεται ὡς ἀπαράδεκτον διά τούς κάτωθι λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ γενέσει της καθιστοῦν τήν ἐν λόγῳ "Πρᾶξιν - ᾿Απόφασιν" ΑΚΥΡΟΝ καί ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ δι᾿ ἡμᾶς, ἐνῶ, διά τούς ἐκδόντας αὐτήν, ἀποτελεῖ ἕν ἀκόμη ἀναμφισβήτητον καί βαρύτατον ἀπό Κανονικῆς καί ᾿Ορθοδόξου ἀπόψεως ἀδίκημα, διά τό ὁποῖον κατέστησαν ἑαυτούς ΥΠΟΔΙΚΟΥΣ ἔναντι τῆς ᾿Εκκλησίας. 1) ᾿Εκ προοιμίου τονίζεται καί καθίσταται σαφές, ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως Σύνοδος, μικρά ἤ μεγάλη, δέν νομιμοποιεῖται νά ἀποφασίζη τι κατά ᾿Επισκόπου, ἐν προκειμένῳ καθ᾿ ἡμῶν, ὅταν, ἐπί μακράν σειράν ἐτῶν, οἱ ᾿Επίσκοποι αὐτῆς τῆς "Συνόδου" καταγγέλλωνται, Κανονικῶς καί ἁρμοδίως, διά θεμελιώδη θέματα Πίστεως. Παρά ταῦτα οἱ ἐν λόγῳ ᾿Αρχιερεῖς, ὡς νά ἦσαν παντελῶς ἄγευστοι τῆς Κανονικῆς Τάξεως, τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Δικαιοσύνης, καί αὐτῆς τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ληστρικῷ τῷ τρόπῳ, ἐσπευσμένως καί ἐν πανικῷ, ἐξέδωκαν τήν 17.6.2005, κατόπιν τοῦ ὑπ᾿ ἀριθμ. 390/16.6.2005 ᾿Αποκηρυκτηρίου ᾿Αρχιερατικοῦ ἡμῶν ἐγγράφου, τό ΑΚΥΡΟΝ "᾿Ανακοινωθέν", τό ὁποῖον δέν μᾶς ἀπέστειλαν, (ἐπελήφθημεν αὐτοῦ εἰς τό τεῦχος τῆς "Ο.Π.", μηνός ᾿Ιουνίου 2005). ῾Η ἐν λόγῳ "Πρᾶξις - ᾿Απόφασις" μᾶς ἀπεστάλη μετά παρέλευσιν 15 ἡμερῶν, ὅπερ σημαίνει ὅτι αὕτη συνετάγη ἐκ τῶν ὑστέρων, καί διά λογαριασμόν των, ὑπό τῶν ἐγκαθέτων καί τῶν ἰδίων τῶν ξένων Κέντρων. ᾿Αλλοίμονον, ἄν τοιαῦται "ἀποφάσεις" κακοδόξων, ληστρικῶν καί "ἀσεβῶν ᾿Επισκοπικῶν συμμοριῶν", αἱ ὁποῖαι διά μέσου τῶν αἰώνων συνήρχοντο καί ἀπεφάσιζον ἐν τῷ πονηρῷ, ἀλλοίμονον λέγομεν, ἄν αἱ τοιαῦται "ἀποφάσεις" ἴσχυον διά τήν ᾿Εκκλησίαν! ῾Οποῖον κῦρος καί ἰσχύν εἶχον ἅπασαι αἱ τοιαῦται, ἐν τῷ πονηρῷ ληφθεῖσαι ληστρικαί ἀποφάσεις, ὁποῖον κῦρος καί ἰσχύν ἔχουν αἱ ἀποφάσεις "τῆς Νεοημερολογιτικῆς Συνόδου", τῆς "Φλωρινικῆς τοιαύτης", καί τῶν "πέντε", καθ᾿ ὅλων ἡμῶν, τοσαύτην ἰσχύν ἔχει καί ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς ὑπό τόν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον ψευδοσυνόδου, τῆς ἀπαρτιζομένης ὑπό βλασφήμων κατά τῆς ᾿Αποστολικῆς των Διαδοχῆς καί προδοτῶν τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καί ὡς ἐκ τούτου ἐκπεσόντων ᾿Επισκόπων. 2) Τό "χαρτίον" τό ὁποῖον ἀναρμοδίως ὑπογράφετε ὡς δῆθεν "ἀκριβές ἀντίγραφον" δέν εἶναι "ἀκριβές ἀντίγραφον", διότι δέν ὑφίσταται "ἀκριβές πρωτότυπον". Δυστυχῶς, Αἰδεσιμώτατε, δέν πρέπει νά ἔχετε συνείδησιν τῶν πράξεών σας, δέν ἐσυνειδητοποιήσατε ἀκόμη ὅτι ὑφαρπάσατε ληστρικώτατα τήν ᾿Αρχιγραμματείαν, χωρίς κἄν νά εἶσθε καί εἰς θέσιν νά ἀνταποκριθῆτε, ἀφοῦ δέν ἔχετε κἄν ἐπίγνωσιν τί σημαίνει ᾿Αρχιγραμματεία, ὅπως προκύπτει καί ἀπό τό ἐν λόγῳ "χαρτίον", τό ὁποῖον ὑπογράφετε; Κατανοῆστε, ὅπως πάλαι ποτέ εἴχατε καλήν καί ἐπαινετήν ἐπίγνωσιν καί κατηγγείλατε συγκεκριμένα πρόσωπα ὡς ἐγκαθέτους καί ὡς προδότας, ὅτι ἡ ἔκτοτε ἄνευ ὅρων καί ὁρίων "ὑπακοή" σας εἰς βλασφήμους ΨΕΥΔΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ, οἱ ὁποῖοι, κατά τάς "ἐν γράμμασι, καί πράγμασιν" τελευταίας ὁμολογίας των, ἐμφανίζονται μετά 33 ἔτη ὡς "ΧΕΙΡΟΘΕΤΗΜΕΝΟΙ", καί ὡς ἐκ τούτου προκύπτουν εὐθέως βλάσφημοι, προδόται καί ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΟΙ, ἀνάγεται εὐθέως εἰς τόν πονηρόν, ὁ ὁποῖος, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς κατελύθη τό κράτος του ὑπό τοῦ Σταυρωθέντος καί ᾿Αναστάντος Χριστοῦ, δέν ἔπαυσε νά ἀντιδικῆ πρός τήν ᾿Εκκλησίαν! Οὗτοι σήμερον, ὡς ἄλλοι σύγχρονοι σταυρωταί τοῦ Χριστοῦ, προδίδουν καί τήν ῾Ομολογίαν των πρός τήν ᾿Εκκλησίαν Του καί τήν ᾿Αποστολικήν των Διαδοχήν. 3) Τό ἐν λόγῳ "χαρτίον" εἶναι ΑΚΥΡΟΝ καί ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ δι᾿ ἡμᾶς διότι δέν προέρχεται ἀπό Κανονικήν καί ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησιαστικήν ᾿Αρχήν, διά τούς κάτωθι σοβαρούς καί οὐσιαστικούς λόγους: α) ῾Ο φερόμενος ὡς "Πρόεδρος τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου", "Πειραιῶς" κ. Νικόλαος, πέραν τοῦ ὅτι καταγγέλλεται ἐπί σειράν ἐτῶν ἐπί αἱρετικοῖς φρονήμασι καί ἐπί παραχαράξει Πατερικῶν καί Συνοδικῶν κειμένων καί δέν διορθώνεται, ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ καί ὡς ΠΡΟΔΩΣΑΣ τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ καί ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ καί ὡς ΑΡΝΗΘΕΙΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑΝ ΚΑΙ ΑΝΟΘΕΥΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ, ὅταν διά τήν ἀθώωσίν του, ἐν ἔτει 1974 - 1976 ἐπεκαλέσθη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, εἰς τά ὁποῖα προσήχθη, τήν ὡς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίαν τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἐπί τῶν ᾿Επισκόπων Καλλίστου καί ᾿Επιφανίου, τῆς 17ης καί 18ης Σεπτεμβρίου 1971, τήν ὁποίαν ("χειροθεσίαν") ἡ ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΑΠΕΔΕΧΘΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩΝ ΤΗΣ. Σήμερον, ὅμως, ψεύδεται ὁ "Σεβ/τος Πειραιῶς" κ. Νικόλαος, ὅτι δῆθεν δέν ἐπεκαλέσθη ὁ ἴδιος τήν τοιαύτην χειροθεσίαν, καί ὅτι δῆθεν οὐδέποτε ἀπεδέχθη τό περιεχόμενον τοῦ ᾿Απαλλακτικοῦ Βουλεύματος, ὅπερ (ψεῦδος) τόν καθιστᾶ περισσότερον ΙΕΡΟΣΥΛΟΝ ἔναντι τῆς ᾿Εκκλησίας. Σημειώνομεν ὅτι αἱ ἐν λόγῳ ἀποδεδειγμέναι Καταγγελίαι, οὐδέποτε ἀντιμετωπίσθησαν ὑπό ἁρμοδίου Συνοδικοῦ ὀργάνου, ἡ δέ προσπάθεια τόσον τοῦ ἰδίου τοῦ "Πειραιῶς" Νικολάου, ὅσον καί τοῦ "᾿Αρχιεπισκόπου" ᾿Ανδρέου καί τῶν λοιπῶν συνευδοκούντων ᾿Αρχιερέων νά τάς καλύψουν, ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ τό μέγεθος τῆς ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ των καί τῆς ΠΤΩΣΕΩΣ των εἰς τά ἐντάλματα τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.. β) ῾Ο ὡς "᾿Αντιπρόεδρος" συμμετέχων εἰς τήν ὡς ἄνω φατριαστικήν - ληστρικήν ὁμάδα ᾿Αρχιερέων, ἤ ὡς "Πρόεδρος Πατρῶν", ἤ ὡς "πρώην ᾿Αρχιεπίσκοπος" "Μακαριώτατος" κ. ᾿Ανδρέας, ἐπίσης ἐπ᾿ οὐδενί δικαιοῦται ἤ νομιμοποιεῖται νά συμμετέχη εἰς τήν ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἰδίᾳ μετά τήν "ἱερόσυλον συμπαιγνίαν περί παραιτήσεως" τῆς 5.2.03, καθ᾿ ὅσον ἐπικαλεσθείς ψευδεῖς λόγους (ἤτοι ὑγείας), ἀφοῦ ἀπέκρυψεν τούς πραγματικούς, προσέφερεν τόν θρόνον του εἰς τόν "Πειραιῶς" κ. Νικόλαον, καταστήσας αὐτόν, οἰκείᾳ βουλήσει ἀμφοτέρων, "μοιχεπιβάτην" ἐπ᾿ ἀνταλλάγματι (πνευματική σιμωνία), νά προβῇ ὁ δεύτερος εἰς συγκεκριμένας ᾿Επισκοπικάς χειροτονίας, γνωστῶν προσώπων ἐκ τοῦ περιβάλλοντος τοῦ "᾿Αρχιεπισκόπου" κ. ᾿Ανδρέου, τάς ὁποίας χειροτονίας ἀπό τοῦ 1995 ἠρνεῖτο. Πέραν αὐτοῦ ἡ ἀπό 5.2.03 παραίτησις τοῦ "Μακαριωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν" ὑπέρ τοῦ "Πειραιῶς" κ. Νικολάου Μεσσιακάρη, κατηγγέλθη καί προσεβλήθη ὡς ᾿Αντικανονική, καί ὡς ἱερόσυλος καί ὡς σκόπιμος, ἤτοι διά νά ἐξυπηρετήση τά σχέδια τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. ῾Ως ἀπεδείχθη πραγματικός λόγος αὐτῆς τῆς παραιτήσεως ἦτο νά ἀνέλθη εἰς τόν θρόνον τῶν ᾿Αθηνῶν ὁ "Σεβ/τος Πειραιῶς" κ. Νικόλαος, διότι οὗτος κατέστη Κανονικός καί διά Νομολογίας τῶν ῾Ελληνικῶν Δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ὡμολόγησεν ὄτι ἦτο σχισματικός καί ἀνίερος καί ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὡς "Κανονικός καί ἔγκυρος Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Πειραιῶς", κατόπιν τῆς κατά Σεπτέμβριον τοῦ 1971 γενομένης ἐπί σχισματικῶν "χειροθεσίας"! ῾Ο ἐν λόγῳ ᾿Αρχιερεύς, ἀρνηθείς περισσότερον παντος ἄλλου, καί δή ἐνώπιον τὼν ῾Ελληνικῶν Δικαστηρίων, τήν ἀπό τοῦ 1924 ὁμολογηθεῖσαν καί διακηρυχθεῖσαν ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος (Γ.Ο.Χ.), καί βλασφημήσας καί ἱεροσυλήσας κατά τόν πλέον ἐπίσημον τρόπον, καί κατά τῆς ᾿Αποστολικῆς του Διαδοχῆς, τήν ὁποίαν οἱ ᾿Επίσκοποι καί οἱ Πρεσβύτεροι τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας κεκτήμεθα πλήρη, γνησίαν καί τελείαν, διά τῶν Κανονικῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935, ὑπό τῶν ἐχόντων ἀκώλυτον τήν ᾿Αρχιερωσύνην ᾿Αρχιερέων Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου, ἦτο, διά τά ξένα Κεντρα, τό πλέον "ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΝ" πρόσωπον διά νά προωθηθῆ δι᾿ αὐτοῦ εἰς τά πλαίσια τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. ἡ "ΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ". ῾Η λύσις τήν ὁποίαν ἅμᾳ τῇ ἀνόδῳ του εἰς τόν "᾿Αρχιεπισκοπικόν Θρόνον τῶν ᾿Αθηνῶν" "ΕΥΗΓΓΕΛΙΣΘΗ" καί ΥΠΕΣΧΕΘΗ" ὁ κ. Χριστόδουλος, ἦτο ἡ πλήρης "ἀναγνώρισις" τῆς ᾿Επισκόπων καί ῾Ιερεών ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τόν νεοημερολογιτισμόν. ῎Ητοι, ὡς καί ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται, ΤΟ ΜΕΙΖΟΝ ΤΗΣ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΩΣ ΗΤΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΝΑ ΕΠΙΚΑΘΙΣΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟΝ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ὁ "Πειραιῶς" κ. Νικόλαος, (γνωστῆς οὔσης ἀπό πολλῶν ἐτῶν καί τῆς ἀκράτου εἰς τοῦτο φιλοδοξίας του), ἵνα δι᾿ αὐτοῦ, δυνάμει καί ἐνεργείᾳ τοῦ 54/76 ᾿Απαλλακτικοῦ Βουλεύματος, ΕΠΙΒΛΗΘΗ Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ "ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ. ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΩΣ ΑΠΟ ΤΟ 1971, ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ὅπερ σημαίνει ΑΜΕΣΟΝ ΕΞΑΡΤΗΣΙΝ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩΝ ΜΑΣ ΕΚ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙ ΑΥΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΝΕΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΥΠΟ ΤΟΝ κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΝ . γ) Οἱ λοιποί συμμετέχοντες εἰς τήν ὡς ἄνω φατρίαν ᾿Αρχιερεῖς, δέν δικαιοῦνται καί αὐτοί νά συμμετέχουν ὡς μέλη τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ὠς "περί τήν πίστιν ἀσεβήσαντες". Εἰδικώτερον οὗτοι, ἐν χορῷ, ἤδη ἀπό τήν 5.2.03 ὑπαναχωρήσαντες εἰς τό θέμα τῆς χειροθεσίας "γυμνῇ τῇ κεφαλῇ" ΕΚΗΡΥΞΑΝ ὅτι τό 1971 "ἔγινε λάθος εἰς τό θέμα τῆς χειροθεσίας" (δέν δηλώνεται ποῖον εἶναι τό λάθος, καίτοι ἐπιμόνως τούς ἐζητήθη), ἤ "τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1971 καί εἰς τήν ᾿Αμερικήν καί εἰς τήν ῾Ελλάδα ὅλοι οἱ ᾿Αρχιερεῖς ἐδέχθησαν τήν χειροθεσίαν" καί "οἱ σήμερον ᾿Αρχιερεῖς προέρχονται ὅλοι παρά χειροθετημένων ᾿Αρχιερέων" καί "οὐδείς καθαρός ἐκ τοῦ ρύπου τῆς χειροθεσίας". ῾Ετέρωθεν, μετά τῶν λοιπῶν προαναφερθέντων, φυλάσσουν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καί τό 54/76 βλάσφημον ᾿Απαλλακτικόν Βούλευμα, ἐνῶ ἠτήσαντο καί τήν συνδρομήν τῆς Ι.Μ. Μεταμορφώσεως Μπρούκλιν τῆς Μασσαχουσέτης , ὅπως προβῇ, κατά τήν ἰδίαν πάντοτε περίοδον, εἰς τήν περιβόητον "Περιγραφήν" διά νά λέγουν ὅτι "τά γενόμενα οὐκ ἀπογίγνονται". δ) Δι᾿ ὅλους, λοιπόν, τούς ἀνωτέρω ᾿Αρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τήν φατρίαν τῆς 17.6.05, ἐγείρεται μεῖζον καί ὀξύτερον τό ὑφιστάμενον πραγματικόν ἐκκλησιαστικόν θέμα, ἤτοι τό τῆς ᾿Εκκλησιολογίας καί ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς των, ἀλλά καί ἠθικόν θέμα, ὑπό τήν εὐρεῖαν ἔννοιαν, διότι ἄν ὄντως κατά τό 54/76 ᾿Απαλλακτικόν Βούλευμα, ἤ καί τάς προσωπικάς των νεωτέρας δηλώσεις - ῾Ομολογίας, ἐδέχθησαν χειροθεσίαν, πῶς ἐπί 33 ἔτη ὡς πρόσωπα, ὡς ᾿Αρχιερεῖς καί ἐν Συνόδοις "ΓΡΑΜΜΑΣΙΝ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΣΙΝ" καί ἐν ΩΜΟΦΟΡΙΩ ὁμοφώνως ὡμολόγουν καί ἐκήρυσσον τό ἀκριβῶς ἀντίθετον; ᾿Επί 33 ἔτη ἐψεύδοντο; ῾Υπεκρίνοντο; Τότε πρέπει νά λογίζωνται καί ὡς ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ ἔναντι ὅλων ἡμῶν, ἀλλά καί ἄκρως ΒΛΑΣΦΗΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, διότι ΕΨΕΥΔΟΝΤΟ ἐνώπιον τῆς ᾿Εκκλησίας! ᾿Επίσης πῶς τό 1977 ΚΑΘΗΡΕΣΑΝ τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστον, διά τόν λόγον ὅτι ὑπαναχωρήσας ἐκ τῆς ἀρχικῆς του ῾Ομολογίας, ἐκήρυξεν ὅτι εἰς τήν ᾿Αμερικήν ἐδέχθη χειροθεσίαν ὡς σχισματικός, ὄπως ἀκριβῶς δέχεται καί ὁμολογεῖ καί ὁ "Πειραιῶς" ἀπό τό 1976, μέ τό ὑπ᾿ ἀριθμ. 54/76 ᾿Απαλλακτικόν Βούλευμα; Τουλάχιστον ἐκεῖνος, τολμῶ εἰπεῖν, ὅτι, καίτοι ἀπεδείχθη προδότης, ἀφοῦ ὑπανεχώρησε μετά 6 ἔτη, ὅμως δέν ὑπῆρξεν Φαρισαῖος, ἐνῶ οἱ σημερινοί, ὑπαναχωρήσαντες μετά 33 ἔτη, καί ἐξεμέσαντες τάς δυσώδεις βλασφημίας των, προκειμένου νά πλανήσουν καί ἐξαπατήσουν, ὡς Φαρισαῖοι ὑποκρίνονται ὅτι δῆθεν "εἶναι ὀρθόδοξοι" καί "κρατοῦν τήν ῾Ομολογία" ἤ "ἔχουν τήν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν ἀπό τάς χειροτονίας τοῦ 1935 καί 1948"! ε) Μέ δεδομένα ὅλα τά ἀνωτέρω ἡ ὑπ᾿ ἀριθμ. 1353/28 ᾿Οκτωβρίου 1977 Καθαιρετική Πρᾶξις ἀπόφασις τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας κατά τοῦ τότε Κορινθίας Καλλίστου ἐνεργοποιεῖται καί ἰσχύει ἀπολύτως καί δι᾿ ὅλους αὐτούς, τούς τοῖς ἴχνεσιν ἐκείνου σήμερον πορευομένους . στ) Οἱ ὡς ἀνω ᾿Αρχιερεῖς κατόπιν τῆς ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΣΤΑΣΕΩΣ των ἔναντι τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων τῶν πέντε καί τῶν ἀντικανονικῶν ἐνεργειῶν των, καθώς καί τῆς καταργήσεως τῆς ὑπ᾿ ἀριθμ. 3005/18.6.1997 ὁμοφώνου ᾿Αποφάσεως τῆς Ι. Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας ἔναντι αὐτῶν, οὐσιαστικά ἐνεργοποίησαν καί τάς κατ᾿ αὐτῶν ἀπό τοῦ 1995 "ἀκύρους ἀποφάσεις" τῶν πέντε περί καθαιρέσεως καί ἀναθεματισμοῦ των. ῾Επομένως οἱ περί ὧν ὁ λόγος, οὔτε ὡς ᾿Αρχιερεῖς λογίζονται, οὔτε ὡς ᾿Ορθόδοξοι, ἀλλ᾿ ὡς κακόδοξοι καλόγεροι, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν κατά τῆς ᾿Εκκλησίας ὡς συνειδητή οὐνία τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 4) Δι᾿ ὅλους αὐτούς τούς λόγους ἡ "Σύνοδος" τῆς 17.6.05 δέν νομιμοποιεῖται ὡς ἡ ῾Ιερά Σύνοδος τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἀφοῦ ἀποδεδειγμένως ἀποτελεῖ ὄργανον ληστρικόν καί κακόδοξον, τό ὁποῖον πολεμεῖ τήν ᾿Εκκλησίαν, θέτων ἑαυτό εἰς τήν ὑπηρεσίαν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ κ. Χριστοδούλου. ᾿Αλλά καί ἄν ἀκόμη ἡ ἐν λόγῳ "Πρᾶξις - ᾿Απόφασις" τῆς 17.6.2005, καθ᾿ ὑπόθεσιν γράφομεν, προήρχετο ἀπό Κανονικήν καί ᾿Ορθόδοξον Σύνοδον καί πάλιν, ἐφ᾿ ὅσον αὕτη προηγουμένως δέν θά ἐπελαμβάνετο ἐκκρεμμούντων θεμάτων Πίστεως περί τῶν ὁποίων ὑφίστανται Κανονικαί παρεμβάσεις τριῶν Μητροπολιτῶν, ἤτοι, ἡμῶν τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου, τοῦ μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου Μητροπολίτου Λαρίσης κυροῦ Πᾳναρέτου (+22.11.2004), καθώς καί τοῦ Μητροπολίτου Βερροίας καί Ναούσης κ. Ταρασίου, αὕτη οὐδέν Κανονικόν καί ἔννομον ἀποτέλεσμα θά παρῆγεν. Δέν πρόκειται, λοιπόν, περί Συνόδου, ἀλλ᾿ ὄντως περί ἐκπεσόντων ᾿Επισκόπων, οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν "ΑΣΕΒΗ ΔΙΩΚΤΙΚΗΝ ΣΥΜΜΟΡΙΑΝ ΠΡΟΔΟΤΩΝ - ΓΕΝΙΤΣΑΡΩΝ", τούς ὁποίους οὐδέ ἡ ἐλαχίστη ἀξιοπρέπεια ἤ "ἠθική" διακρίνει, διό ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι οἱ ᾿Αρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι συνῆλθον τήν 17.6.05 ὑπό τάς ἀνωτέρω ἀδιανοήτους προϋποθέσεις ὑπό τόν Ψευδαρχιεπίσκοπον "Πειραιῶς", ἤτοι, ὁ "᾿Αρχ/πος" κ. ᾿Ανδρέας, ὁ "Περαιῶς" κ. Νικόλαος, ὁ "᾿Αργολίδος" κ. Παχώμιος, ὁ "Περιστερίου" κ. Γαλακτίων, καί ὁ "Διαυλείας" κ. ᾿Ανδρέας , ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νομιμοποιοῦνται ὡς ῾Ιερά Σύνοδος, διό ἡ "ἀπόφασίς" των οὐδέν νόμιμον καί Κανονικόν ἀποτέλεσμα παρήγαγεν. 5) Καί πάλιν, καθ᾿ ὑπόθεσιν λέγομεν, ἄν οἱ ὡς ἄνω πέντε ἐκπεσόντες ᾿Αρχιερεῖς, τήν 17.6.2005, Κανονικῶς συνήρχοντο καί συνεκροτοῦντο εἰς Σῶμα, ἡ "Πρᾶξις - ᾿Απόφασις" των αὕτη, ΟΥΔΕΝ Κανονικόν καί ἔγκυρον ἀποτέλεσμα θά παρῆγεν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θά ἔδει πρῶτον νά ἀποδείξουν ὅτι ἡμεῖς, ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος, ὁ ὁποῖος τούς ΑΠΕΚΗΡΥΞΑΜΕΝ διά λόγους ΠΙΣΤΕΩΣ καί δή ἐπί ἐσχάτη ΠΡΟΔΟΣΙΑ κατά τῆς Μητρός ᾿Εκκλησίας, εὑρισκόμεθα ἐν ἀπολύτῳ ἀδίκῳ, δι᾿ ἑαυτούς δέ νά ἀποδείξουν, "ΓΡΑΜΜΑΣΙΝ καί ΠΡΑΓΜΑΣΙΝ", τήν ᾿Ορθοδοξίαν των. 6) ᾿Εν τέλει ἡ ὑπ᾿ ἀριθμ. 3219/17.6.2005 "Πρᾶξις - ᾿Απόφασις" τῆς ὡς εἴρηται νέας πενταμελοῦς ληστρικῆς ὁμάδος ᾿Αρχιερέων, ὡς συνέχεια τῆς προηγουμένης τοῦ 1995, προκύπτει καί πλασματική, διότι ἐμφανίζει τόν Μητροπολίτην Βερροίας καί Ναούσης κ. Ταράσιον ὡς συμμετέχοντα ἐνεργῶς εἰς τήν ἐν λόγῳ ψευδοσύνοδον, ἐνῶ ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης ἁπλῶς παρίστατο, ἐπιδιώκων νά τηρήση, κατά τήν ἄποψίν του, κάποιας "ἰσορροπίας", καί σαφῶς δέν ἀναγνωρίζει οὔτε τήν παραίτησιν τοῦ "Μακαριωτάτου" κ. ᾿Ανδρέου, οὔτε ὡς "᾿Αρχιεπίσκοπον" τόν "Πειραιῶς" κ. Νικόλαον, οὔτε τό 54/76 ᾿Απαλλακτικόν Βούλευμα, οὔτε τάς ὑπαναχωρήσεις των εἰς τό θέμα τῆς "χειροθεσίας". Διά τούς λόγους αὐτούς ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης δέν ἐνέκρινεν καί τήν ὡς εἴρηται "Πρᾶξιν - ᾿Απόφασιν" καί, παρά τήν ἄμεσον πολιορκίαν νά τήν ὑπογράψῃ, ἠρνήθη καί ἀπεχώρησεν. ῾Η στάσις του, τό λέγομεν πρός τιμήν του, ὑπῆρξεν Κανονική, ᾿Ορθόδοξος καί ῾Ομολογιακή, καί κατά τήν 17.6.05, ἀλλά καί κατόπιν, διότι καί κατά τάς ἐκ τῶν ὑστέρων ὁμοίας πολιορκίας δέν ἐπέτυχον νά ἀποσπάσουν τήν ὑπογραφήν του. ᾿Επίσης ἡ ὑπ᾿ ἀριθμ. 3219/17.6.2005 "Πράξις - ᾿Απόφασις" τῶν νέων πέντε ἐκπεσόντων ᾿Αρχιερέων ψεύδεται, διότι κλείεται μέ τήν ψευδῆ δήλωσιν: "᾿Εφ᾿ ὧ ἀναγνωσθεῖσα ἡ παροῦσα Πράξις - ᾿Απόφασις" ἐνεκρίθη καί ὑπογράφεται ὡς ἕπεται"!. Οὔτε ἐνεκρίθη, οὔτε ὑπεγράφη ὑφ᾿ ὅλων τῶν παρισταμένων, διό καί δέν ἐμφανίζουν ὑπογραφάς, ἀλλά πρός ἀπάτην ἐπενοήθη τό: "ΔΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ. ... Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ", χωρίς νά τεθῇ οὔτε ἡ ὑπογραφή τοῦ "Προέδρου", ἐνῶ ἀκουλουθεῖ ἡ ψευδής διαβεβαίωσις: "᾿Ακριβές ἀντίγραφον ὁ ᾿Αρχιγραμματεύς (Τ.Σ.Υ.) + Πρωτοπρεσβ. Δημήτριος Τσαρκατζόγλου". ᾿Εν κατακλεῖδι ἡμεῖς ὁ ἐλάχιστος, πλήν ᾿Ορθόδοξος, ᾿Αρχιερεύς, ἀπαντῶν εἰς τήν ἀκροτελεύτειον ταύτην παράγραφον, καί δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας, ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΑΙ εἰς τούς ἀγαπητούς πρώην Πατέρας, ᾿Αδελφούς, Συλλειτουργούς, καί πρωτίστως τόν "Μακαριώτατον" κ. ᾿Ανδρέα, καί ἐν ὅσῳ άκόμη εὑρισκώμεθα ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ, καί ἔχομεν ἀπολύτως σώας τάς φρένας μας, (ὁ κίνδυνος ὑπάρχει δι᾿ ὅλους μας), ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΙΚΕΤΕΥΟΜΕΝ, ὁ μέν "Μακαριώτατος" νά ἀνακαλέση τήν παραίτησίν του, οἱ δέ λοιποί νά συνεργήσουν ὥστε ὁ Μακαριώτατος ἐλεύθερος ἀπό ἄλλας δεσμεύσεις, νά συγκαλέση ἅπαντας τούς ᾿Επισκόπους καί ῾Ιερεῖς, ἵνα ἐν ἀγάπῃ, ταπεινώσει, μετανοίᾳ καί συντριβῇ θεραπεύση ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος τό ΑΙΜΟΦΥΡΤΟΝ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (τό χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς ᾿Εκκλησίας), τό ὁποῖον ἐμακέλλευσεν ὁ Παλαιοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός μέ τά ξίφη τοῦ 54/76 Βουλεύματος καί τάς ὑπαναχωρήσεις των εἰς τό θέμα τῆς "χειροθεσίας" καί ὅσων προηγήθησαν ἤ ἠκολούθησαν. ῎Ας μήν ἀρνηθοῦν τήν τελευταίαν ταύτην ταπεινήν παράκλησιν καί ἱκεσίαν, διότι τότε θά ἀποδείξουν ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι ἐν Χριστῷ καί πιστεύουν εἰς τόν Χριστόν καί τήν ᾿Εκκλησίαν Του. ᾿Εν ᾿Επισκόποις ἐλάχιστος + ῾Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος Ἐκοινοποιήθη διά τοῦ δικαστικοῦ ᾿Επιμελητοῦ Δημητρίου Μητραλέξη (Γαμβέτα 12 ᾿Αθῆναι), τήν 31 Αὐγούστου 2005 (ν.ἡ.) μέ ἀριθμό ἐπιδόσεως 10860Β. Διά τον «Αντιαιρετικόν Αγωνα Γνησιων Ορθοδόξων» (Ιεραποστολή καί Φιλανθρωπία) φυλλάδιον το οποίον εκδίδεται εις τα πλαίσια των σκοπων του ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ο Α καί του Παραρτηματος αυτου «ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ» της Ιεράς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας, Λαυρεωτικής καί Αχαρνων. Ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης Ο Προεδρος του Μητροπολιτικου Φιλοπτωχου Ταμείου +Ο Μεσογαίας, Λαυρεωτικης καί Αχαρνων Κηρυκος. Διά τον «Αντιαιρετικόν Αγωνα" του «Συλλόγου των Ορθοδοξων» καί του "Μητροπολιτικου Φιλοπτωχου Ταμειου", του «Ιερου Φιλανθρωπικου Συνδεσμου Κληρικων Ακαινοτομητου Εκκλησίας ΓΟΧ Ματθαιος ο Α» . Ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης. Ο Προεδρος του Μητροπολιτικου Φιλοπτωχου Ταμείου +Ο Μεσογαίας, Λαυρεωτικης καί Αχαρνων Κηρυκος.

Η ΠΡΩΤΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΤΟ 1924 ΗΚΟΥΣΘΗ ΕΞ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Η ΠΡΩΤΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΗΚΟΥΣΘΗ ΕΞ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: "ΜΗ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΤΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΔΙΟΤΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΧΩΡΙΖΕΣΘΕ" Ὡς τυγχάνει γνωστόν, ἐν ἔτει 1924 εὐθύς μόλις ἡ Ἱεραρχία τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχθη, τό εἰσαχθέν «ἐλέῳ Μασωνίας» νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον, ἡ ὀρθοδοξοῦσα συνείδησις Κλήρου καί Λαοῦ, ἐξηγέρθη καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ὁμολογιακῶς κατά τῆς καινοτομίας. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐβροντοφώνησαν τότε τό «Στῶμεν καλῶς» ἦσαν οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες, οἱ καί «Ζηλωταί» ἀποκληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐνημέρωσαν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ περί τῆς Καινοτομίας. ‘Ανέτρεξαν εἰς τά ‘Αρχεῖα καί τάς Βιβλιοθήκας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὅπου εὗρον τά κατά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου Σιγγίλια καί ‘Αναθέματα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τά ἐκυκλοφόρησαν πανταχοῦ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μετά δύο ἀκριβῶς ἡμέρας ἀπό τῆς ἀλλαγῆς διατυπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ ἱερομονάχου τότε Ματθαίου, ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἅγιον Ὄρος ἔγραφε εἰς τά πνευματικά του τέκνα νά μή δεχθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, διότι «ἡ ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου χωρίζει ἀπό τόν Χριστό». Ἦτο τόσο δυνατόν τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν φρόνημα τῶν ἁγιορειτῶν ἱερομονάχων καί Μοναχῶν, καθώς καί τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καί Λαοῦ, ὥστε τό «οἰκοδόμημα» τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου, ἤτοι ὁ νεωτερισμός, ἐκινδύνευε νά καταρρεύση. Ἀλλ’ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, δέσμιος ὤν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀντί νά ἐπανορθώση ὡς ὤφειλε, «προέκοπτεν ἐπί τό χεῖρον». Κατέφυγε εἰς τό ψεῦδος. Ἐχαρακτήρισε τά Σιγγίλια καί τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τά ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες ὡς πλαστά, αὐτούς δέ ὡς διαδίδοντας ψεύδη. Διετύπωσε δέ ἄλλην ἄποψιν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἀντίθετον ἀπό αὐτήν πού εἶχε διατυπώσει ὡς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἰς τά συγγράμματά του. Ὑπεστήριξεν, ὅτι δέν κατεδικάσθη τό Ἡμερολόγιον (Καλενδάριον), ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνιστορήτου θεωρίας τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας καί Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ ἐν ἔτει 1932 ὁ λόγιος καί ζηλωτής μοναχός Ἀρσένιος Κοττέας. Ἡ ὁμολογιακή ἀπάντησις τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἀρσενίου Κοττέα, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλον «ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ. ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ», καί ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πρέπει νά μελετηθῆ καλῶς ὑφ’ ὅλων, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίσουν τήν πραγματικήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος.

ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΔΟΤΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΦΕΡΡΑΡΑΣ - ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΡΚΟ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ – ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ, ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΘΩΜΑ, ΚΗΡΥΚΟΥ & ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ, ΜΗΝΑ, ΒΙΚΤΩΡΟΣ & ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ, ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ & ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε΄ Α.Π. 127 ΚΟΡΩΠΙ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2017 Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014 Ακτινογραφία των προδοτικών Διαλόγων από τον άγ. ΜΑΡΚΟ ΕΥΓΕΝΙΚΟ Συνεχίζουμε τὸ τρίτο μικρὸ ἀφιέρωμα γιὰ τὸν ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό (ποὺ ἀρχίσαμε τὴν 19/1/2014)) μ’ ἕνα δικό του κείμενο. Κι αὐτὸ διότι τὸ κείμενο αὐτὸ α) Ἀποτελεῖ μιὰ περιγραφή, μιὰ ἀκτινογραφία τῆς παθολογίας τῶν θεολογικῶν Διαλόγων καί, περιγράφοντας ὅσα ἔπραξε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος καὶ ὅσα παρέλειψαν νὰ πράξουν οἱ ἐπίσκοποι ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας, διαζωγραφίζει ἐκπληκτικά, τὰ ὅσα κατάπτυστα πράττουν σήμερα οἱ διάφοροι Βαρθολομαῖοι, Ζηζιούληδες, Σαββᾶτοι, Ἰγνάτιοι κ.λπ., οἱ ὁποῖοι εἶναι προδότες τῆς Πίστεως μὲ δίπλωμα Οἰκουμενιστικό: γνωρίζουν δηλ. ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, γνωρίζουν τί ἔπραξαν οἱ Ἅγιοί μας, γνωρίζουν τί ἔπραξε ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός (ποὺ ἀντιμετώπισε ταυτόσημα ἢ δίδυμα μὲ τὰ σημερινὰ θέματα τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν-οὐνιτικῶν Διαλόγων) κι ὅμως πράττουν τὰ ἀντίθετα, ἐκεῖνα ποὺ τοὺς ὑπαγορεύει ἡ ἀποκαλυπτόμενη ἀντίχριστη παγκόσμια ἐξουσία. β) (Δημοσιεύουμε τὸ κείμενό του αὐτό) γιὰ νὰ παύσουν ἐπιτέλους οἱ ἀνακρίβειες καὶ οἱ ἀσέβειες πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Μάρκου καὶ τῶν ἄλλων ἐπισκόπων ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴν Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας. Μὲ τὸ κείμενο δηλ. αὐτὸ διαψεύδονται ὅσοι Οἰκουμενιστὲς διασπείρουν τὶς ψευδεῖς πληροφορίες (κρίνοντας ἀπὸ κάποιες φιλόφρονες προσφωνήσεις κατὰ τὴν ἔναρξη τῆς Συνόδου) ὅτι οἱ συμμετασχόντες στὸν Διάλογο μὲ τοὺς Παπικούς (καὶ φυσικὰ ὁ ἅγιος Μᾶρκος), εἴτε χαρίστηκαν στὸν Πάπα, εἴτε ἦσαν ἐξ ἀρχῆς φιλενωτικοὶ καὶ ἐνδοτικοὶ εἰς τὰ τῆς Πίστεως. Νὰ παύσουν νὰ παραπληροφοροῦν οἱ λεγόμενοι ἐκ Πειραιῶς "ἀντι-Οἰκουμενιστές" ποὺ τοὺς "συμφέρει" καὶ θέλουν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικὰ μὲ λατινόφρονες (ὅπως αὐτοὶ σήμερα μὲ Οἰκουμενιστὲς Ἀρχιερεῖς καὶ Πατριάρχες) καὶ δὲν εἶχε ἀποτειχιστεῖ ἀπὸ αὐτούς! Ὁ ἅγιος Μᾶρκος στὴν παρακάτω "Ἔκθεση", τοὺς διαψεύδει. Τὸ τελευταῖο ἐπικαλέστηκαν καὶ οἱ τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, ἀλλὰ τὶς θέσεις τους ἀνέτρεψε ὁ π. Εὐθύμιος μὲ τὸ κείμενό του ποὺ πρόσφατα ἀναρτήσαμε. Ἂς δοῦνε καὶ τὴν ἀνατροπὴ τῶν ἀνέντιμων συγγραφῶν τους καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο Μᾶρκο. Καὶ ἕνα μεγάλο ἐρώτημα εἶναι: Πῶς ὁ ἅγ. Μᾶρκος ἀντελήφθη ἀμέσως –μετὰ τὶς πρῶτες συζητήσεις μὲ τοὺς Λατίνους– ὅτι οἱ Παπικοὶ δὲν ἤθελαν νὰ εὕρουν στὴν Σύνοδο τῆς Φερράρας τὴν ἀλήθεια, καὶ οἱ δικοί μας Οἰκουμενιστὲς Ἀρχιερεῖς καὶ θεολόγοι, διαλεγόμενοι μὲ τοὺς Παπικούς ἐπὶ τόσα χρόνια, δὲν κατάλαβαν ὅτι οἱ Παπικοὶ τοὺς (καὶ μᾶς) ἐμπαίζουν, ὅτι προσθέτουν νέες αἱρέσεις ἐπὶ αἱρέσεων, ὅτι οὐδόλως ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν ἀλήθεια (παρὰ διατηροῦν τοὺς Διαλόγους γιὰ νὰ τὴν στραγγαλίσουν ὁλοκληρωτικά) καὶ ὅτι ὁ ἀπώτερος σκοπός τους, (ὅπως ἐπὶ ἁγίου Μάρκου), δὲν εἶναι ἡ εὕρεση της ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ ἐπιθυμία τους νὰ μᾶς ὑποτάξουν; Εἰς τό τέλος αὐτῆς τῆς Ἐκθέσεως ὁ ἅγιος γνωστοποιεῖ ἐπίσημα τὴν ἀπομάκρυνσή του—ἀποτείχιση ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς τῆς ἐποχῆς του μὲ τά ἑξῆς: Ἔ κ θ ε σ ι ς τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Ἐφέσου, τίνι τρόπῳ ἐδέξατο τό τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα καί δήλωσις τῆς Συνόδου τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ γενομένης». Ὁ ἅγ. Μ. ἀρχίζει τὴν “Ἔκθεση” δηλώνοντας ὅτι, παρότι ἀσθενής, μετέβη στὴν Φερράρα ὑπακούοντας στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐλπίζοντας ὅτι ὁ Θεὸς θὰ δώσει τὴν εὐλογημένη ἐπούλωση τοῦ τραύματος μεταξὺ Ἀνατολικῶν καὶ Δυτικῶν. Ἀλλὰ εὐθὺς ἐξαρχῆς σημειώνει, ἀντελήφθη ὅτι οἱ Λατῖνοι ἔδειξαν τὴν κακή τους πρόθεση. «Ἐγὼ διὰ τὴν ἐπιταγὴ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐπηκολούθησα τῷ οἰκουμενικῷ πατριάρχῃ πρὸς τὴν ἐν Ἰταλίᾳ σύνοδον, μήτε τὴν ἐμαυτοῦ ἀσθένειαν ὑπολογισάμενος, μήτε τὸ τοῦ προκειμένου πράγματος ἐργῶδές τε καὶ ὑπέρογκον, ἀλλ’ ἐλπίσας ἐπὶ Θεῷ, ὡς ἅπαντα ἡμῖν ἕξει καλῶς καί τι κατορθώσομεν μέγα καὶ τῶν ἡμετέρων πόνων καὶ ἐλπίδων ἄξιον. Ἐπεὶ δ’ ἐνταῦθα γενόμενοι, τῶν Λατίνων εὐθὺς ἐπειράθημεν ἄλλως ἡμῖν προσενεχθέντων ἢ ὡς ἠλπίζομεν, εὐθὺς μὲν ἀπογνῶναι τοῦ τέλους συνέπεσε, καί τις ἡμῶν εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον». (Patrologia Orientalis, Τοme XV, Αu Concile de Florence, σ. 304-308). Συνεχίζει ὁ ἅγιος Μᾶρκος: Καὶ ἀφοῦ μὲ προέτρεψαν, ὁμίλησα πρῶτος καὶ ἐπεσήμανα τὴν αἰτίαν τῆς διαιρέσεως καὶ τὴν ὑπεροψίαν τῶν Λατίνων· αὐτοὶ ὅμως ἀπέκρουαν τὶς αἰτιάσεις, δικαιολογώντας τὰ λάθη τους, ὅπως συνηθίζουν νὰ κάνουν. Τοὺς ἀπέδειξα ὅτι ἀπαγορεύεται ἀπὸ Οἰκουμ. Συνόδους ἡ προσθήκη ἔστω καὶ μιᾶς λέξεως στὸ Σύμβολο (ὅπως τοῦ filioque), ἀκόμα καὶ μιᾶς συλλαβῆς. Γιὰ ἐκείνους δὲ ποὺ θὰ τολμήσουν νὰ προσθέσουν κάτι, ἂν εἶναι ἱερωμένους, οἱ Πατέρες «ἐκφωνοῦσι φρικώδεις» κατάρες, καὶ θεωροῦν ὅτι εἶναι ἀνίεροι ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ διαπράξουν αὐτὸ τὸ τόλμημα, καὶ «ἀλλότριοι (=ξένοι) τῆς χάριτος»· ὁ δὲ λαϊκὸς «ὑπόκειται ἀναθέματι»· τοῦτο δὲ εἶναι χωρισμός ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ δὴ προτραπεὶς ἐγὼ τῆς ὑποθέσεως ἄρξασθαι, πρῶτα μὲν ἐν τοῖς προοιμίοις ἐσπούδασα τὴν αἰτίαν αὐτοῖς ἀνάψαι τῆς διαιρέσεως καὶ τὸ ἄφιλον ἐγκαλέσαι καὶ ὑπεροπτικόν, ἐκείνων ἀπολογουμένων τε καὶ ἀντεγκαλούντων ἡμῖν καὶ ἑαυτοὺς δικαιούντων, ὅπερ εἰώθασιν. Ἔπειτα κατὰ τὰς ἐφεξῆς συνελεύσεις προχειρισάμενος τὰς πράξεις τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, ἀνέγνων ἐξ αὐτῶν τοὺς ὅρους, ἐν οἷς ἀπαγορεύουσιν οἱ θεῖοι πατέρες ἐκεῖνοι τὴν ἐναλλαγὴν τοῦ συμβόλου μέχρι λέξεώς τε καὶ συλλαβῆς καὶ φρικώδεις ἀρὰς ἐκφωνοῦσι κατὰ τῶν ταύτην ποτὲ τολμησόντων, ὥστε τοὺς ἐπισκόπους μὲν καὶ τοὺς κληρικοὺς ἀνιέρους εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦδε καὶ τῆς δεδομένης αὐτῆς χάριτος ἀλλοτρίους, τοὺς δὲ λαϊκοὺς ὑποκεῖσθαι τῷ ἀναθέματι, τοῦτό δέ ἐστιν ὁ ἀπὸ Θεοῦ χωρισμός. Ὅταν καταλάβαμε ὅτι οἱ Λατῖνοι δὲν ἐνδιαφέροντο γιὰ τὴν εὕρεση τῆς Ἀλήθειας, παύσαμε νὰ ἀντιπαραθέτουμε πρὸς τὶς πλάνες τους τὶς ὀρθόδοξες θέσεις, καὶ τοὺς παρακαλούσαμε νὰ ἐπανέλθουν στὴν Ὀρθοδοξία· ἀλλὰ σὰ νὰ μιλούσαμε σὲ ντουβάρια. Οἱ Λατῖνοι, δηλ, δυσανασχετοῦσαν μὲν ἐλεγχόμενοι, ἀλλὰ ἔμεναν ἀδιόρθωτοι καὶ μᾶς παρακινοῦσαν νὰ παρακάμψουμε τὸ θέμα τοῦ filioque καὶ νὰ συζητήσουμε τὰ ἄλλα δογματικὰ θέματα, νομίζοντες ὅτι, μὲ ἑπόμενες θεολογικές τους διαλέξεις, θὰ ἔκαναν νὰ ξεχαστεῖ τὸ θέμα τῆς προσθήκης τοῦ filioque στὸ Σύμβολο. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ Ἀνατολικοὶ (Πατριάρχης, Ἐπίσκοποι, συνοδοί) ἐπέμεναν νὰ συζητηθεῖ ὁπωσδήποτε κατὰ πρῶτον ἡ προσθήκη τοῦ filioque. Ὡς δὲ ἑωρῶμεν τοὺς Λατίνους σαφῶς ἤδη παραγυμνώσαντας ἐν ταῖς πρὸς ἡμᾶς διαλέξεσιν, ὡς οὐ πρὸς ἀλήθειαν αὐτοῖς ὁ σκοπὸς οὐδὲ τὸ ταύτην εὑρεθῆναι διὰ σπουδῆς τίθενται, μόνον δέ γε τὸ δόξαι τι λέγειν καὶ τὰς ἀκοὰς τῶν οἰκείων προκατασχεῖν, τοὐντεῦθεν ἤδη τοῦ λέγειν παυσάμενοι, παρεκαλοῦμεν αὐτοὺς ἐπανελθεῖν πρὸς τὴν καλὴν συμφωνίαν ἐκείνην, ἣν εἴχομεν πρότερον. Ταῦτα λέγοντες, κενὴν ἐῴκημεν ψάλλειν, ἢ λίθον ἕψειν, ἢ κατὰ πετρῶν σπείρειν, ἢ καθ’ ὑγρῶν γράφειν, ἢ ὅσα ἄλλα ἐπὶ τοῖς ἀδυνάτοις αἱ παροιμίαι φασίν· ἐκεῖνοι μὲν τοῖς μὲν ἐλέγχοις στενοχωρούμενοι, διόρθωσιν δὲ οὐδαμῶς οὐδεμίαν παραδεχόμενοι διὰ τὸ ἀνιάτως ἔχει ὡς ἔοικε, παρεκάλουν ἡμᾶς ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν μεταβῆναι τοῦ δόγματος, ὡς ἱκανῶν ἤδη ῥηθέντων τῶν ἐπὶ τῇ προσθήκῃ λόγων, οἰόμενοι δι’ ἐκείνων τῶν λόγων ἐπισκιάσειν τὸ τοῦ συμβόλου τόλμημα, τῆς δόξης ὑγιοῦς δεικνυμένης. Ἀλλ’ οἱ ἡμέτεροι οὐν ἠνείχοντο καὶ ἀμεταθέτως εἶχον πρὸς τὴν τῆς δόξης ἐξέτασιν, εἰ μὴ διορθωθείη πρότερον ἡ προσθήκη. Ὅταν μεταφέρθηκε ἡ Σύνοδος στὴν Φλωρεντία ἀρχίσαμε νὰ συζητᾶμε τὰ θεολογικὰ θέματα καὶ οἱ Λατῖνοι παρουσίαζαν στὴ συζήτηση νοθευμένα καὶ ἀλλοιωμένα κείμενα καὶ πάνω σ’ αὐτὰ στήριζαν τὶς κακοδοξίες τους. Τότε καὶ πάλι ἐγώ ἐνεπλάκην στὴ συζήτηση, ἀποδεικνύοντας ὅτι παραθέτουν νοθευμένα κείμενα ὡς Πατερικά, ἀλλὰ οἱ Λατῖνοι ἦσαν ἀμετάπιστοι κι ἔτσι χάναμε –συζητώντας μαζί τους– τὸν καιρό μας. Γι’ αὐτὸ καὶ σταμάτησα τὶς ὁμιλίες βεβαιώνοντάς τους πὼς δὲν θὰ συμμετέχω στὴ Σύνοδο ἢ θὰ μετέχω σιωπῶν. Ἀλλὰ οἱ Λατῖνοι ἐπίεζαν τοὺς δικούς μας να συνεχίσουν τὶς συζητήσεις. Ὅλες αὐτὲς οἱ πιέσεις, ἔκαναν τοὺς δικούς μας νὰ καμφθοῦν, νὰ χάσουν τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὸ θάρρος ποὺ εἶχαν, ἐπηρεαζόμενοι καὶ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες, ποὺ ἤθελαν τὴν ἕνωση, καὶ γιατὶ ἐπίσης ἐφοβοῦντο τὶς περαιτέρω διαμάχες. Οἱ Λατῖνοι, λοιπόν, τὴν σιωπήν μας ἐκλαμβάνοντες ὡς ὑποχώρηση καὶ ἀδυναμία, μᾶς προκαλοῦσαν πρὸς συζήτηση καί, καθὼς ἐμεῖς ἀποφεύγαμε νὰ ἐμπλακοῦμε σὲ μιὰ νέα συζήτηση, θριαμβολογοῦσαν ὡς νικηταί, ὡς ἔχοντες αὐτοὶ τὴν ἀλήθεια. Ἔνθα (εἰς Φλωρεντίαν ἀπὸ τῆς Φερράρας) γενόμενοι, τῶν ἀπὸ τῆς δόξης διαλέξεων ἀπηρξάμεθα, τῶν Λατίνων προσενεγκόντων ῥητά, τὰ μὲν ἐξ ἀποκρύφων τινῶν καὶ ἀγνώστων βιβλίων, τὰ δὲ ἐκ νενοθευμένων καὶ διεφθαρμένων, ἐν οἷς ἰσχυρίζοντο τὴν ἑαυτῶν δόξαν συνίστασθαι. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ἐγὼ συμπλεκόμενος καὶ τὸ τῆς δόξης ἄτοπον διελέγχων καὶ νενοθευμένας εἶναι τὰ βίβλους προφανῶς παριστῶν, οὐδὲν ἤνυον εἰς πειθώ, πλὴν ὅσον τὸν καιρὸν ἀναλίσκειν εἰκῇ καὶ μάτην. Ἐπὶ τούτοις κατέλυσα τὰς πρὸς αὐτοὺς ὁμιλίας, ἢ μηκέτι συνελεύσασθαι μετ’ αὐτῶν, ἢ γοῦν αὐτὸς σιωπήσειν βεβαιωσάμενος. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι προσεκαλοῦντο τοὺς ἡμετέρους ἑκόντας ἄκοντας εἰς τὴν τῶν εἰρημένων ἀντίρρησιν. Ἐπεὶ δ’ ἐμοῦ σεσιωπηκότος, οὐδεὶς ἔτι τῶν ἡμετέρων πρὸς αὐτοὺς ἐθάρρησεν ἀντιτάξασθαι, τοῦτο μὲν τῶν ἀρχόντων οὕτω δέον εἶναι κρινόντων, τοῦτο δὲ καὶ ὀκνοῦντες ἅπαντες τὸν ἀγῶνα καὶ μὴ εἰς ἔριδας καὶ ταραχὰς ἐκπέσωσι δεδιότες, ἐκεῖνοι τὴν ἡμετέραν σιωπὴν ὥς ἕρμαιον λογισάμενοι, καθάπερ τινὰς φυγάδας προεκαλοῦντο πρὸς μάχην, καὶ μηδαμῶς ὑπακουόντων ἡμῶν, ἐπεκρότουν ὡς νικηταὶ καὶ τὴν ἀλήθειαν μεθ’ ἑαυτῶν ἔχοντες. Σ’ αὐτὸ τὸ χρονικὸ σημεῖο ἄρχισαν νὰ ὑποχωροῦν οἱ δικοί μας (Ὀρθόδοξοι σύνεδροι), νὰ διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ νὰ μιλοῦν περὶ Οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεως. Κάποιος μάλιστα δικός μας ἐπεχείρησε νὰ μᾶς πείσει ὅτι καλὸ εἶναι νὰ εἰρηνεύσουμε μὲ τοὺς Λατίνους καὶ νὰ τὰ βροῦμε, γιὰ νὰ ἀποδείξουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι συμφωνοῦν μεταξύ τους, καὶ νὰ δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι διαφωνοῦν οἱ Δυτικοὶ μὲ τοὺς Ἀνατολικούς. Καὶ ἄρχισε νὰ λέγει ὅτι κάποιος ὀρθόδοξος διδάσκαλος θεολογεῖ ὅτι τὸ «διὰ» (τοῦ Υἱοῦ) ἔχει τὴν ἴδια σημασία μὲ τὸ «ἐκ» (τοῦ Υἱοῦ -ὡς πρὸς τὸ filioque). Ἔτσι λίγο-λίγο ἡ λατινικὴ κακοδοξία ἐπεκτεινόταν καὶ ἐπιβαλλόταν, καὶ πλέον ἔπαυσε ἡ συζήτηση νὰ ἀποσκοπεῖ στὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, καὶ μετετράπει σὲ μιὰ (ἐμπορική) διαπραγμάτευση γιὰ τὴν Ἕνωση· πρὸς τοῦτο καὶ ἔψαχναν νὰ βροῦν τὴν κατάλληλη φόρμουλα, ἀναζητοῦσαν τὰ ρητὰ ἐκεῖνα ποὺ θὰ μποροῦσε ἡ κάθε πλευρὰ νὰ τὰ ἐξηγεῖ μὲ τὸ δικό της τρόπο, ἀσχέτως ἂν ἔρχονταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Πίστη, ἀρκεῖ νὰ ἔφταναν στὴν Ἕνωση. Αὐτὴ ἡ μέθοδος τοὺς φάνηκε πὼς ἐξυπηρετοῦσε θαυμάσια τὸ σκοπό τους, ἀφοῦ θὰ τὸ ἀποδέχονταν εἴκολα καὶ ἀνεξέταστα οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ἐντεῦθεν ἀρχὴν λαμβάνει τὰ τῆς οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεως ρήματα, καί τις τῶν ἡμετέρων ἐπεχείρησε λέγειν ὡς καλόν ἐστι τὴν εἰρήνην ἀσπάσασθαι, καὶ τοὺς Ἁγίους συμφώνους ἀποδεῖξαι πρὸς ἑαυτούς, ἵνα μὴ δοκῶσιν οἱ δυτικοὶ τοῖς Ἀνατολικοῖς ἀντιφθέγγεσθαι· ἤδη δὲ καὶ περὶ τῆς διά, φιλοσοφεῖν τις ἤρξατο([99]), παρὰ τοῖς ἡμετέροις διδασκάλοις εὑρισκομένης, ὡς ταὐτὸν τῇ ἐκ δυναμένης καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδούσης. Οὕτω κατὰ μικρὸν ὁ λατινισμὸς ἐξερράγη, καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἑνώσεως ἤρξαντο πραγματεύεσθαι, καί τινα ρητὰ περιεργάζεσθαι, δι᾿ ὧν ἑνωθήσονται, μέσην ἐπέχοντα χώραν καὶ δυνάμενα κατ᾿ ἀμφοτέρας τὰς χώρας λαμβάνεσθαι, καθάπερ τις κόθορνος. Τοῦτο γὰρ αὐτοῖς πρὸς τὴν ἐπίνοιαν ἔδοξε σφόδρα συμβάλλεσθαι, τῶν τε ἡμετέρων δι᾿ αὐτῶν ρᾷον προσαγομένων, καὶ τῶν ἐναντίων ἐλπιζομένων ἀνεξετάστως αὐτὰ παραδέξασθαι. Καὶ συνέθεσαν Ἔγγραφο, ποὺ περιεῖχε τὶς παραπάνω περίπου συμβιβαστικὲς θέσεις, στὸ ὁποῖο ὅμως παρετίθεντο ξεκάθαρα οἱ θέσεις τους, στοχεύοντας μὲ βάση αὐτὸ νὰ γίνει ἡ Ἕνωση· ὅμως τοῦτο δὲν ἐδέχτηκαν νὰ τὸ υἱοθετήσουν ἀνεξετάστως οἱ ὑπόλοιποι, ἀλλὰ τοὺς καλοῦσαν νὰ ἀναλύσουν καὶ ἐξηγήσουν τὶς διαφορὲς ποὺ περιείχοντο στὸ Ἔγγραφο. Ἐκεῖνοι ἔστειλαν ἕνα ἔγγραφο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδέχονταν τὸ filioque. Καὶ δή τι συντεσθέντες γραμμάτιον, τοιαῦτά τινα περιέχον, τὴν ἐκείνων δὲ δόξαν ὅμως καθαρῶς ἐκτιθέμενον, ἐξαπέστειλον αὐτοῖς, ὡς διὰ τούτων τὴν ἕνωσιν ποιησόμενοι· τοῖς δὲ οὐκ ἀνεκτὸν ἐδόκει τὸ γραμμάτιον δέξασθαι χωρὶς ἐξετάσεως, ἀλλ᾿ ἢ πρὸς ἀπολογίαν αὐτοὺς προὐκαλοῦντο καὶ λύσεις τῶν ἀμφισβητουμένων φωνῶν ἐν τῷ γράμματι, ἢ τὸ οἰκεῖον δέξασθαι παρηγγύων, ὅπερ αὐτοὶ φθάσαντες ἐξαπέστειλον· ἦν δὲ ἐκεῖνο συμφώνησις παντελὴς περὶ τὸ δόγμα τῶν Λατίνων τε καὶ Γραικῶν, καὶ ὁμολογία τοῦ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο χρονοτρίβησαν πολύ, καὶ οἱ δικοί μας ἀγανακτοῦσαν γιὰ τὴν παράταση τῶν συζητήσεων καὶ τὴν πεῖνα, ἀφοῦ οἱ Λατῖνοι γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσουν νὰ ὑπογράψουν, δὲν τοὺς ἔδιναν τρόφιμα... Τελικά, αὐτοὶ οἱ δυσσεβεῖς καὶ ὅσοι τοὺς ἀκολούθησαν ἀφοῦ πείστηκαν στὶς ὑποσχέσεις τους, ξεκάθαρα ὁμολόγησαν ὅτι δέχονται πὼς ὁ Υἱὸς εἶναι αἴτιος τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ τὸ ἀποδέχτηκε καὶ ὁ Πατριάρχης, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς προηγουμένως ἐπείσθη καὶ ὑποχώρησε ὁ ταλαίπωρος... Τρίβεται δὲ πολὺς ἐπὶ τούτοις χρόνος, καὶ οἱ ἡμέτεροι τὴν ἀναβολὴν ἐδυσχέραινον καὶ πρὸς τὸν λιμὸν ἠγανάκτουν· καὶ γὰρ δὴ καὶ τοῦτο αὐτοῖς ἐπενοήθη, μηδενὶ διδόναι τῶν συγκειμένων ἀναλωμάτων, ἵν’ ἀναγκασθέντες ἐκ τούτου κατὰ μικρὸν ὑποκύψωσιν... Ἀλλ᾿ οἱ τολμηροὶ τὴν δυσσέβειαν, καὶ ὅσοι τούτοις παρηκολούθησαν, ἐπαγγελίαις λαμπραῖς ὑπαχθέντες καὶ δόμασι, γυμνῇ τῇ κεφαλῇ τὸν Υἱὸν ἀπεφήναντο τοῦ Πνεύματος αἴτιον, ὃ μηδ᾿ ἐν τοῖς τῶν Λατίνων ρητοῖς εὕρηταί που φανερῶς κείμενον. Τούτοις δὲ καὶ ὁ Πατριάρχης ἐπεψηφίσατο, προδιεφθαρμένος ἤδη καὶ αὐτὸς ὁ τάλας... Ἐγὼ δέ, ἐπειδὴ εἶχα διατυπώσει τὴν γνώμη μου μὲ γραπτὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ταυτόχρονα ἀποτελοῦσε καὶ ὁμολογία Πίστεως, ὅταν εἶδα ὅτι οἱ δικοί μας εἶχαν συμβιβασθεῖ καὶ ἀποφασίσει τὴν Ἕνωση μὲ τοὺς Λατίνους, καὶ ἔτσι, αὐτοὶ ποὺ λίγο πρὶν ἦσαν σύμμαχοί μου στὴν ὑποστήριξη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, τώρα –μὴ ὑπολογίζοντες τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων– ἔγιναν σύμμαχοι τῶν Λατίνων, ἔκρυψα τὴν γραπτὴ αὐτὴ Ὁμολογία (ποὺ εἶχα ἑτοιμάσει) γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐρεθίσω περισσότερο, καὶ κατέθεσα ἐκφώνως τὴν γνώμη μου, ὅτι δὲν μποροῦμε διαφορετικὰ νὰ συμφωνήσουμε Δυτικοὶ καὶ Ἀνατολικοί, παρὰ μόνο βασιζόμενοι στὴν ἐξήγηση ποὺ ἔδωσε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής... Καὶ αὐτοὶ μὲν ἔκαναν τὸ δικό τους καὶ συμβιβάστηκαν ὡς πρὸς τὸ filioque, προχώρησαν δὲ καὶ στὰ ὑπόλοιπα πρὸς ὑλοποίηση τῆς Ἑνώσεως μὲ τοὺς Λατίνους. Ἔκτοτε, ἀφοῦ χωρίστηκα ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους Ἀνατολικούς (ἀποτειχίστηκα), παραμένω ἐν ἑαυτῷ, γιὰ νὰ μπορῶ ἔτσι νὰ συνεχίσω νὰ εἶμαι ἑνωμένος μὲ τοὺς Ἁγίους μου Πατέρες καὶ διδασκάλους (ἀφοῦ, ὅποιος ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς αἱρετικούς, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἑνωμένος μὲ τοὺς Ἁγίους). Καὶ φανερώνω σὲ ὅλους τὴν ἀπόφασή μου αὐτὴ (τῆς ἀποτείχισης) μὲ τούτη τὴν Ἔκθεση, γιὰ νὰ μπορεῖ –ὅποιος θέλει– νὰ ἐξετάζει, γιὰ ποιό λόγο δὲν ἀποδέχτηκα τὴν Ἕνωση ποὺ ἔγινε. Δὲν τὴν ἀποδέχτηκα, ἐπειδὴ ἡ Ἕνωση στηρίχτηκε, ὄχι στὰ ὑγιῆ Ὀρθόδοξα δόγματα, ἀλλὰ στὰ κακόδοξα καὶ διεστραμμένα. Ἐγὼ δὲ τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἅμα καὶ ὁμολογίαν τῆς πίστεως συγγεγραμμένην ἔχων (οὕτω γάρ που διείρητο πρότερον, ἐγγράφως ἐπιδοῦναι τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἕκαστον), ὡς εἶδον αὐτοὺς ἐκθύμως ἤδη πρὸς τὴν ἕνωσιν ὡρμημένους, καὶ τοὺς ἐμοὶ συνεστῶτας πρότερον, ἄρτι συμπεπτωκότας ἐκείνοις, ἐγγράφων δὲ οὐδὲ μεμνημένους, ἐπέσχον καὶ αὐτὸς τὴν γραφήν, ἵνα μὴ πρὸς ὀργὴν αὐτοὺς ἐρεθίσας εἰς προὖπτον ἤδη τὸν κίνδυνον ἐμαυτὸν ἐμβάλω· διὰ στόματος μέν τοι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἐδήλωσα, μὴ ἂν ἄλλως δύνασθαι τὰ ρητὰ τῶν δυτικῶν καὶ ἀνατολικῶν συμφωνῆσαι Πατέρων, εἰμὴ κατὰ τὴν ἐξήγησιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ σεπτοῦ Μαξίμου, τὸν Υἱὸν μὴ φαίημεν αἴτιον τοῦ ἁγίου Πνεύματος, προσεπισημηνάμενος ἅμα καὶ περὶ τῆς προσθήκης ὡς οὐδὲ ταύτην συγχωρῶ τοῖς Λατίνοις, ἅτε μὴ καλῶς οὐδ᾿ εὐλόγως κατὰ τοὺς εἰρημένους λόγους γεγενημένην. Ἐντεῦθεν οἱ μὲν τὸ ἑαυτῶν ἔπραξαν, καὶ πρὸς τὴν συνθήκην ὅρου καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ἑνώσεως ἔβλεψαν· ἐγὼ δὲ χωρισθεὶς αὐτῶν ἔκτοτε καὶ ἐμαυτῷ σχολάσας, ἵνα τοῖς ἁγίοις μου πατράσι καὶ διδασκάλοις διατελῶ συνημμένος, πᾶσι καταφανῆ ποιῶ τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην διὰ τῆσδε μου τῆς γραφῆς, ὡς ἂν ἐξῇ δοκιμάζειν τῷ βουλομένῳ, πότερον ὑγιέσι δόγμασι χαίρων, ἢ διεστραμμένοις τισὶ τὴν γεγενημένην ἕνωσιν οὐ παρεδεξάμην». Αναρτήθηκε από Πατερική Παράδοση Δια την Αντιγραφην Ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ + Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ "ΓΕΡΑΣΙΜΙΚΟ ΣΧΙΣΜΑ"

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ "ΓΕΡΑΣΙΜΙΚΟ" ΣΧΙΣΜΑ Από Ορθόδοξη Αντίσταση Γ.Ο.Χ Κύπρου - Δεν ξεχνώ Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ Γ.Ο.Χ., ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Γ.Ο.Χ. ΚΥΠΡΟΥ, ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΡΑΣΙΜΙΚΟ ΣΧΙΣΜΑ Άρθρο 1 «Ἡ Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Κύπρου», ἀνεξάρτητος οὖσα καὶ κεχωρισμένη ἀπό τῆς «Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου», συσταθεῖσα ἀπὸ τῆς καινοτομίας τοῦ ἑορτολογίου ὡς φρουρὸς τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ Παραδόσεων τῆς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ πληρώματος τῶν ἐν τῇ Νήσῳ Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, διέπεται καὶ κυβερνᾶται ὑπὸ τῶν Ἀποστολικῶν καὶ Συνοδικῶν Κανόνων καὶ Ἱερῶν Παραδόσεων τῆς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Έχει γίνει συνείδηση κάθε πιστού χριστιανού ότι η Εκκλησία του Χριστού διέπεται και κυβερνάται από τους Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες και τις Ιερές Παραδόσεις της Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού. Καμία Σύνοδος, κανένας Πατριάρχης και κανένας Αρχιερέας δεν έχει το δικαίωμα να ενεργεί στα εκκλησιαστικά πράγματα έξω από τα όρια που θέτουν οι Αποστολικοί και Συνοδικοί Κανόνες. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, η συνείδηση του πιστού λαού τούς κατατάσσει στη μερίδα των αιρετικών και των εχθρών της Εκκλησίας του Χριστού. Με την ημερολογιακή αλλαγή του 1924, σύσσωμος ο κλήρος και ο λαός της Κύπρου ακολούθησαν την καινοτομία, οι περισσότεροι αδιαμαρτύρητα και ελάχιστοι διαμαρτυρόμενοι. Εξαίρεση αποτέλεσαν ελάχιστα άτομα από διάφορα χωριά, τα οποία αρνήθηκαν να υπακούσουν στους τότε «αρμοδίους». Δεν ήταν άτομα με ιδιαίτερη κοσμική μόρφωση ή κοινωνική υπόσταση, αλλά απλοί άνθρωποι του μόχθου. Αυτούς τους αντιστασιακούς χριστιανούς τούς ένωσε η αγάπη τους προς τον Θεό και τον Νόμο Του. Αφού έκριναν όλα τα εκκλησιαστικά γεγονότα σύμφωνα με τους Αποστολικούς Κανόνες, τους Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και την Ιερά Παράδοση, αποτέλεσαν τη συνέχεια της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος συνέδεσε το εορτολόγιο και το Πασχάλιο με το Ιουλιανό ημερολόγιο. Η ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1924 αλλοίωνε, κατά την κρίση των ζηλωτών χριστιανών, τις ρυθμίσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, με σκοπό να υπηρετήσει την αίρεση του Οικουμενισμού, προσβάλλοντας το δόγμα της Μίας Εκκλησίας. Το γεγονός της ημερολογιακής μεταρρύθμισης κρίθηκε από τους τότε ζηλωτές χριστιανούς ως παρανομία και προσβολή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Θεωρήθηκε παράνομο, καθώς αξιολογήθηκε με βάση τους Ιερούς Κανόνες και την Ιερά Παράδοση. Κανών, στην αρχαία ελληνική γλώσσα, σημαίνει «ευθεία ράβδος». Τη χρησιμοποιούσαν οι οικοδόμοι ως οδηγό για να χτίζουν ίσια. Σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά και παραπέμπει στον νόμο που δίνει την ορθή κατεύθυνση, αποτελώντας το κριτήριο της νομιμότητας και της ορθότητας. Είναι μέτρο σύγκρισης του ορθού και του λανθασμένου. Οι αρχαίοι οικοδόμοι έθεταν τον κανόνα πάνω σε έναν τοίχο και, αν αυτός εφάρμοζε στον τοίχο χωρίς να αφήνει κενά, τότε ο τοίχος εθεωρείτο ίσιος. Αντίστοιχα, οι γνήσιοι Ορθόδοξοι χριστιανοί αντιπαραθέτουν τους Ιερούς Κανόνες σε κάθε εκκλησιαστική πράξη και κρίνουν αν αυτή είναι νόμιμη ή παράνομη. Πάνω από τους Ιερούς Κανόνες δεν άρχει κανένας. Όλοι οι άρχοντες βρίσκονται κάτω από τους Ιερούς Κανόνες. «Ἄρχοντες γὰρ ἀρχόντων εἰσὶν οἱ νόμοι», λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στην αρχή, οι γνήσιοι Ορθόδοξοι χριστιανοί στην Κύπρο δεν είχαν ναούς, ούτε ιερείς ούτε αρχιερείς. Με τη βοήθεια του Θεού, έκτισαν δικούς τους ναούς και απέκτησαν ιερείς και αρχιερείς. Το 1961, για την εύρυθμη λειτουργία της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Κύπρου, καταρτίστηκε Καταστατικό, το οποίο, παραμένει αναλλοίωτο μέχρι σήμερα. Το πρώτο Άρθρο του Καταστατικού της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Κύπρου εκφράζει την αυτοσυνειδησία του πιστού λαού. Η Εκκλησία «...διέπεται καὶ κυβερνᾶται ὑπὸ τῶν Ἀποστολικῶν καὶ Συνοδικῶν Κανόνων καὶ Ἱερῶν Παραδόσεων τῆς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Επειδή εμείς, οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αυτοπροσδιοριζόμαστε ως η συνέχεια της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, η οποία «διέπεται καὶ κυβερνᾶται ὑπὸ τῶν Ἀποστολικῶν καὶ Συνοδικῶν Κανόνων», αρνηθήκαμε να συμπορευθούμε με την ομάδα των Ευσταθίου, Παρθενίου, Γερασίμου και του πατρός Μιχαήλ, τους οποίους και αποκηρύξαμε ως παρανομούντες και σχισματικούς. Αντιπαραθέσαμε τους Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες στις ενέργειές τους και διαπιστώσαμε ότι αυτές δεν εναρμονίζονται με τους Ιερούς Κανόνες. Όλες οι ενέργειές τους είναι παράνομες και αντικανονικές. Οι Ιεροί Κανόνες αποτελούν το κριτήριο της ορθότητας και της Ορθοδοξίας. Είναι οι οδοδείκτες που δείχνουν την πορεία προς τον Παράδεισο. Αυτοί που ενήργησαν μέσα στην Εκκλησία καταπατώντας τους Ιερούς Κανόνες και παρεκκλίνοντας από την ευθεία οδό είναι πραξικοπηματίες κατά της έννομης εκκλησιαστικής τάξης και υπόκεινται στα αυστηρά επιτίμια που προβλέπουν οι ίδιοι οι Κανόνες τους οποίους καταπάτησαν, όπως είναι η διά βίου ακοινωνησία. Κανένας Κανόνας δεν τους έδωσε το δικαίωμα να μεταθέσουν τον Παρθένιο στη Ρουμανία, με αντάλλαγμα να «δοθεί» ο θρόνος της Μητροπόλεως Κιτίου στον Γεράσιμο. Η αρχιερατική εξουσία είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος και όχι τσιφλίκι του κάθε επιτήδειου, ο οποίος νομίζει ότι έχει την εξουσία να ενεργεί έξω από τα όρια που ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες. Για να φτάσουμε στο επάρατο Γερασιμικό σχίσμα, η αιτία είναι μόνο μία: σε ένα μέρος του κλήρου και του λαού επήλθε αλλοίωση της συνειδήσεως. Η συνείδηση ότι υπεράνω όλων βρίσκονται οι Αποστολικοί και Συνοδικοί Κανόνες αντικαταστάθηκε από την πίστη στην αρμοδιότητα και την υπερεξουσία του ράσου. Η ιεροκανονική τάξη παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε από την αλαζονεία και την αυθαιρεσία. Οι προοπτικές για την ευόδωση ενός διαλόγου με σκοπό την ενότητα είναι δυσοίωνες, διότι κοινωνικά σύνολα με διαφορετική εκκλησιαστική συνείδηση δύσκολα μπορούν να συνεννοηθούν σε θέματα Ορθοδόξου Πίστεως. Μόνο όσοι συμφωνούν με το Άρθρο 1 του Καταστατικού της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Κύπρου μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους…

ΙΕΡΟΣΥΝΟΔΙΚΑ Τό ἔτος 2001 ἡ κρίσις Συνοδικότητος εὑρίσκεται εἰς τόν ὕψιστον βαθμόν, ἐνῶ τά σχέδια τῶν Κέντρων τοῦ νεοημερολογιτικοῦ καί παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, προωθοῦνται ἁλματωδῶς. Τά σχέδια ταῦτα προέβλεπαν περιθωριοποίησιν ὅσων ὑπεραμύνονται τῆς ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί ἀνοθεύτου ‘Αποστολικῆς Διαδοχῆς ἀπό τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995, ἄμβλυνσιν τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, ἕνωσιν μέ τούς Φλωρινικούς βάσει τῆς δῆθεν ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας, ὅπως οἱ ἴδιοι προέτειναν ἀπό τό 1991, καί λύσις τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ βάσει τῶν ὑποδείξεων τοῦ Χριστοδούλου, ἤτοι ὑποταγήν τῶν παλαιοημερολογιτῶν ὡς δεκατριμετριτῶν εἰς τόν νεοημερολογιτισμόν, διό καί μόνον διά τῆς καταλύσεως τῆς Κανονικῆς τάξεως καί τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ ἠδύναντο νά προχωρήσουν. Ἔτσι είς τήν Σύνοδον παρουσιάζεται τό φαινόμενον τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ πρώτου καί τοῦ αὐταρχισμοῦ εἰς τήν διοίκησιν, μέχρι καί βαρβάρου συμπεριφορᾶς, ἅτινα ἠνάγκασαν τόν Μητροπολίτην Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκον νά ἀποστείλη τό παρακάτω ἔγγραφον, τό ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τούς ὅρους καί τάς προϋποθέσεις διά νά λογίζεται μία Σύνοδος Ὀρθόδοξος καί Κανονική. Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ὑπογραμμίζεται εἰς τό ἔγγραφον εἶναι ὅτι διά νά κριθῇ τελικά μία Σύνοδος, ὡς ὄντως ᾿Ορθόδοξος, εἶναι ἀναγκαῖον αἱ ἀποφάσεις της νά γίνουν ἀποδεκταί καί ὑπό τῆς καθ᾿ ὅλου ᾿Εκκλησίας, δηλαδή ὑπό πάντων τῶν ᾿Ορθοδόξων ῾Ιεραρχῶν, τῶν λοιπῶν Κληρικῶν, τῶν Μοναχῶν καί τῶν λαϊκῶν.

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α. Π. 209 ᾿Εν ᾿Αθήναις τῇ 19-6-2001 (π.ἡ.). ΠΡΟΣ τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον καί τούς Σεβασμιωτάτους ᾿Αρχιερεῖς τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας ΘΕΜΑ: ῾Η Σύγκλησις τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς 4/17-7-2001. Εἰσαγωγικά τινά Τό ἔτος 2001 ἡ κρίσις Συνοδικότητος εὑρίσκεται εἰς τόν ὕψιστον βαθμόν, ἐνῶ τά σχέδια τῶν Κέντρων τοῦ νεοημερολογιτικοῦ καί παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, προωθοῦνται ἁλματωδῶς. Τά σχέδια ταῦτα προέβλεπαν περιθωριοποίησιν ὅσων ὑπεραμύνονται τῆς ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί ἀνοθεύτου ‘Αποστολικῆς Διαδοχῆς ἀπό τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995, ἄμβλυνσιν τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, ἕνωσιν μέ τούς Φλωρινικούς βάσει τῆς δῆθεν ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας, ὅπως οἱ ἴδιοι προέτειναν ἀπό τό 1991, καί λύσις τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ βάσει τῶν ὑποδείξεων τοῦ Χριστοδούλου, ἤτοι ὑποταγήν τῶν παλαιοημερολογιτῶν ὡς δεκατριμετριτῶν εἰς τόν νεοημερολογιτισμόν, διό καί μόνον διά τῆς καταλύσεως τῆς Κανονικῆς τάξεως καί τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ ἠδύναντο νά προχωρήσουν. Ἔτσι είς τήν Σύνοδον παρουσιάζεται τό φαινόμενον τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ πρώτου καί τοῦ αὐταρχισμοῦ εἰς τήν διοίκησιν, μέχρι καί βαρβάρου συμπεριφορᾶς, ἅτινα ἠνάγκασαν τόν Μητροπολίτην Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκον νά ἀποστείλη τό παρακάτω ἔγγραφον, τό ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τούς ὅρους καί τάς προϋποθέσεις διά νά λογίζεται μία Σύνοδος Ὀρθόδοξος καί Κανονική. Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ὑπογραμμίζεται εἰς τό ἔγγραφον εἶναι ὅτι διά νά κριθῇ τελικά μία Σύνοδος, ὡς ὄντως ᾿Ορθόδοξος, εἶναι ἀναγκαῖον αἱ ἀποφάσεις της νά γίνουν ἀποδεκταί καί ὑπό τῆς καθ᾿ ὅλου ᾿Εκκλησίας, δηλαδή ὑπό πάντων τῶν ᾿Ορθοδόξων ῾Ιεραρχῶν, τῶν λοιπῶν Κληρικῶν, τῶν Μοναχῶν καί τῶν λαϊκῶν. Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς. Πρόσχωμεν, ἵνα ὁ Χριστός εἴη ἐν τῷ μέσω ἡμῶν πάντοτε. Διά τήν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν τό Συνοδικόν σύστημα διοικήσεως πηγάζει, προδιαγράφεται, στηρίζεται καί ἐμπνέεται ἀπό τήν πρώτην ᾿Αποστολικήν Σύνοδον. Αὐτή εἶναι τό αἰώνιον πρότυπον, εἰς τό ὁποῖον ἐστηρίχθησαν καί αἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς ῞Αγιαι Οἰκουμενικαί καί λοιπαί ᾿Ορθόδοξοι Σύνοδοι. ᾿Από αὐτό τό πρότυπον πρέπει νά ἐμπνέεται κάθε Σύνοδος μας, διά νά εἶναι ἀληθής Σύνοδος τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καί νά ἐκπροσωπῇ γνησίως Αὐτήν (τήν ᾿Εκκλησίαν). Παρακαλῶ νά διερωτηθῶμεν ἐάν ἡμεῖς, ὡς ᾿Αρχιερεῖς, καί, ὡς Σύνοδος, ἐμπνεώμεθα ἀπό αὐτά τά πρότυπα. Οἱ ὅροι οἱ ὁποῖοι, ἀπό ὅσα γνωρίζομεν, προϋποτίθενται διά μίαν Σύνοδον, διά νά εἶναι ὡς αἱ ῞Αγιαι Σύνοδοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας, καί νά ἐκπροσωπῇ καί νά ἐκφράζῃ τήν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, συνοψίζονται ὡς κάτωθι. α) Πρέπει ὅλοι οἱ συμμετέχοντες εἰς τήν Σύνοδον ᾿Επίσκοποι νά ὑγιαίνουν ἐν τῇ Πίστει: "Οὐ γάρ οἷόν τε συνόδῳ συναριθμηθῆναι τούς περί τήν πίστιν ἀσεβοῦντας" (Μ. Αθανασίου, ΒΕΠΕΣ, 31, 260). Δέν δύνανται ἑπομένως εἰς μίαν Σύνοδον νά εἶναι συμπάρεδροι οἱ "παρά ἀξιοπίστων ἀνθρώπων" κατηγορηθέντες "ἐπί κακοδοξία" καί μάλιστα καταφανῇ. β) Εἰς μίαν ᾿Ορθόδοξον Σύνοδον ὁποιαδήποτε ἄποψις, διαφωνία ἐπί Κανονικοῦ ἤ Δογματικοῦ θέματος, ἔνστασις κλπ, δέν νοεῖται νά περιφρονῆται καί νά παραγκωνίζεται καί οὕτω νά ἀποσιωπᾶται τό θέμα, ἤ καί διάφορος γνώμη - πρότασις ᾿Επισκόπου, νά φιμώνεται τό Συνοδικόν μέλος μέ συμπεριφοράν ἐξουσιαστικήν καί ἀλαζονικήν, κλπ.. Δηλαδή εἰς μίαν ᾿Ορθόδοξον Σύνοδον πρῶτον ἱεραρχοῦνται τά θέματα καί κατόπιν ἀντιμετωπίζονται καί τακτοποιοῦνται ταῦτα ἐλεύθερα καί πέραν σκοπιμοτήτων ἤ παρεμβολῶν τρίτων. Οἱ μετέχοντες δέον νά ἔχουν εἰλικρινῆ διάθεσιν νά συζητήσουν καί νά ἀποφασίσουν ὄχι κατά τό ἴδιον θέλημα, ἤ καί ἀλλοτρίων, ἀλλά κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό φαινόμενον τῆς καταλύσεως τοῦ ὅρου αὐτοῦ συναντῶμεν πληθωρικῶς εἰς τάς ἡμέρας μας, καί αὐτό εἶναι πού ἀλλοτριώνει ᾿Επισκόπους, ἀλλά καί ὁλοκλήρους Συνόδους ἀπό τό ᾿Ορθόδοξον Συνοδικόν σύστημα. γ) ᾿Εν Συνόδῳ εἶναι ἐλεύθερος ὁ ὀρθόδοξος λόγος εἰς ὅλα τά μέλη, δέν περιφρονεῖται κανείς, οὔτε μέ τήν πρόφασιν ἐλλείψεως χρόνου ἤ δι᾿ ἄλλον τινά λόγον, ἀλλά συζητῶνται καί ἐξετάζονται ἐλεύθερα τά θέματα καί ἀναζητεῖται τό δίκαιον, τό ἀληθές καί "πολλῆς συζητήσεως γενομένης", καταλήγει ἡ Σύνοδος εἰς τό "ἔδοξε τῷ ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν" (Πράξ. ΙΕ, 7 καί 28). Λειτουργεῖ ἠ ῾Ιερά Σύνοδος μας κατ᾿ αὐτά τά πρότυπα, ἤ ἠλλοιώθη εἰς τάς ἡμέρας μας ἡ λειτουργία τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ καί ὡς ἐκ τούτου προκύπτει ἔντονος ἡ κρίσις Συνοδικότητος; δ) ᾿Επιβάλλεται αἱ ἀποφάσεις νά μή εἶναι προαποφασισμέναι, διότι τό προαποφασίζειν ἐξωσυνοδικῶς καί δή παρά ἐξωσυνοδικῶν, καί ἐν τισιν καί ἐξωεκκλησιαστικῶν προσώπων, ἀποτελεῖ οὐσιαστικήν κατάλυσιν τῆς Συνόδου καί ἀναιδῆ ἐμπαιγμόν τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, βλάπτει τό ἔργον τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἐν τέλει ἀποτελεῖ τήν ἐσχάτην βλασφημίαν κατά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ε) Αἱ Συνοδικαί ἀποφάσεις καί σήμερον δέον νά διέπωνται, καί νά ἕπωνται καί νά συμφωνοῦν πρός τάς ἀποφάσεις καί τά θέσμια ὅλων τῶν ῾Αγίων Οἱκουμενικῶν καί λοιπῶν ᾿Ορθοδόξων Συνόδων, διά τῶν ὁποίων ἐνήργησεν ἡ μία Χάρις τοῦ ἑνός ῾Αγίου Πνεύματος. Μόνον οὕτω διαφυλάσσεται ἡ ᾿Αποστολικότης καί ἡ Πατερικότης, ἡμεῖς δέ παραμένομεν ᾿Ορθόδοξοι καί γνήσιοι Αὐτῆς ᾿Επίσκοποι. Οὕτω μόνον μποροῦμε νά λέμε μετά τῶν Πατέρων τῆς Δ' Οἱκουμενικῆς Συνόδου: "Αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ Πίστις τῶν ᾿Αποστόλων, πάντες οὕτω πιστεύομεν. Οἱ ᾿Ορθόδοξοι οὕτω πιστεύουσιν" στ) Διά νά κριθῇ τελικά μία Σύνοδος, ὡς ὄντως ᾿Ορθόδοξος, εἶναι ἀναγκαῖον αἱ ἀποφάσεις της νά γίνουν ἀποδεκταί καί ὑπό τῆς καθ᾿ ὅλου ᾿Εκκλησίας. Δηλαδή ὑπό πάντων τῶν ᾿Ορθοδόξων ῾Ιεραρχῶν, τῶν λοιπῶν Κληρικῶν, τῶν Μοναχῶν καί τῶν λαϊκῶν. ῾Ο ἅγιος Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητής λέγει: "Τάς γενομένας Συνόδους ἡ εὐσεβής πίστις κυροῖ καί πάλιν, ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τάς Συνόδους".(Πηδάλιο, σελ. 118). Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς. Κατά τά τρία τελευταῖα ἔτη σᾶς ἀπέστειλα ἑκατοντάδες ἔγγραφα μέ τά ὁποῖα ἔχω διαχωρίσει τάς εὐθύνας μου ἐπί συγκεκριμένων παραβιάσεων τῆς Κανονικῆς Τάξεως. Μέσα ἀπό τά ἔγγραφα αὐτά ἔχω διατυπώσει πληθωρικῶς τάς ἀπόψεις μου διά τήν Κανονικήν, δικαίαν καί ᾿Ορθόδοξον ἀντιμετώπισιν τῶν μεγάλων καί σοβαρῶν ὑπαρκτῶν ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων Πίστεως, ῾Ομολογίας, ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς, Θεολογικοῦ Διαλόγου, Διοικητικά, κλπ. Τά ἔγγραφα ταῦτα μέχρι σήμερα δέν ἐλήφθησαν καθόλου ὑπ᾿ ὄψιν, τά δέ ὑπάρχοντα καί καταγγελθέντα θέματα, μέ ἰδιαίτερον πεῖσμα δέν ἱεραρχοῦνται καί δέν ἀντιμετωπίζονται. Καί τοῦτο, ὅταν τά ἴδια θέματα ἀπειλοῦν νά μᾶς καταπνίξουν. Τουναντίον, παρατηρεῖται, ὅτι συνεχῶς, μέσα ἀπό τά ἴδια ἔγγραφα, χαλκεύονται ψευδεῖς κατηγορίαι καί συκοφαντίαι, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦνται ὡς μέσα καί τεχνητοί λόγοι διώξεως ἡμῶν, ὡς καί ἄλλων πού δέν ἀνέχονται αὐτάς τάς παρανομίας. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι διασαλεύεται ἡ Κανονική τάξις καί χειμάζεται πράγματι τό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας. Τά κείμενά μας αὐτά, μέσα ἀπό τά ὁποῖα πιστεύομεν, ὅτι διεξάγεται ἕνας τίμιος ἐκκλησιαστικός ἀγών ὑπέρ τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ομολογίας, ὑπέρ τῆς διαφυλάξεως ἀνοθεύτου τῆς ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς, καί διά τήν περιφρούρησιν τῆς Κανονικῆς Τάξεως, δημοσίως πλέον, πλήν μέ δεινάς περιστροφάς καί ἀοριστολογίας, χαρακτηρίζονται ὡς ἀσεβῆ, τά γραφόμενά μας ὡς διαστροφικά τῆς ἀληθείας, ἡ ἐλαχιστότης μας δέ συκοφαντούμεθα καί "ἐπί ἐσχάτη προδοσίᾳ" !. Διότι τί ἄλλο σημαίνει, ὅτι τό δημοσιογραφικό ὄργανο τῆς ᾿Ιερᾶς Συνόδου γράφει, ἐξ ὀνόματος δῆθεν τῆς Συνόδου, ὅτι "ἐξυπηρετῶμεν ἰδιοτελεῖς στόχους καί σκοτεινά σχέδια κατά τῆς χειμαζομένης ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ". Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι κακοήθης φαντασία ὄχι μιᾶς ἀρρωστημένης ψυχολογικά ὑποστάσεως, ἀλλά συνειδητῶν σκευωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήγαγον τήν μέθοδον ταύτην εἰς κύριον ἔργον των. ᾿Αλλά καί ἡ ῾Ημερησία Διάταξις τῆς ῾Ιεραρχίας, ὅπως διατυπώνεται εἰς τό Α.Π. 3153/19-6-2001 ἔγγραφον, τό ὁποῖον ὑπογράφει ὁ παρανόμως ὁρισθείς ᾿Αρχιγραμματεύς (π. Δημήτριος Τσαρκατζόγλου) δέν περιέλαβεν τά προηγούμενα πραγματικά Δογματικά καί Κανονικά θέματα, οἷα τῶν πέντε, τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, τοῦ ΙΦΣΚΑΕ, τῶν κειμένων τοῦ π. ᾿Αμφιλοχίου καί τά συναφῆ, ὅπως καί τά τοιαῦτα τοῦ κ. ᾿Ελευθ. Γκουτζίδη, ἀλλά περιέλαβεν νέα θέματα ἐκ τῶν τελευταίων μας καυστικῶν ἐγγράφων, ἀφῆκε δέ καί τά κείμενα τῆς "᾿Ορθοδόξου Πνοῆς"!. Τό χείριστον δέ εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν εἶναι, ὅτι τά θέματα τῆς Η.Δ. εἶναι ἀπολύτως προσηρμοσμένα καί περιελήφθησαν εἰς "ἐκτέλεσιν" τῶν ἐντολῶν τῶν Φλωρινικῶν κ.κ.Σαραντοπούλου καί Σακκαρέλλου νά ἐκδιωχθοῦν ὁ θεολόγος κ. ᾿Ελευθ. Γκουτζίδης καί ἐσχάτως καί ὁ ᾿Επίσκοπος Κήρυκος.(῾Ορᾶτε "Φωνή ᾿Ορθοδοξίας" τεύχη 908 καί 909, ὅπου γίνεται λόγος διά τιμωρίαν, ὅσων δέν συμφωνοῦν μέ τήν γνώμη τους). Αὐτή εἶναι ἡ σημερινή ἀποκορύφωσις τῆς μονίμου κρίσεως Συνοδικότητος, ἡ ὁποία ὑφίσταται καί ἀλλοτριώνει, τούς ὑπευθύνους καί, εἰ θέμις εἰπεῖν, καί τούς ἀνεχομένους ταύτην. ῾Η ἐλαχιστότης μου ἀρνοῦμαι τήν τοιαύτην καταχρηστικήν ῾Ημερησίαν Διάταξιν καί ὡς ᾿Αρχιερεύς τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί ὡς Συνοδικόν μέλος ζητῶ νά ἱεραρχηθοῦν τά θέματα σήμερον, αὐτήν δέ τήν στιγμήν νά μᾶς δοθοῦν καί τά Πρακτικά καί αἱ ἀποφάσεις, αἱ σχετικαί μέ τήν "παῦσίν" μου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ᾿Αρχιγραμματέως. Νά μᾶς δοθῇ, ὡς ἔχομεν ζητήσει, καί ἡ ἐξ 62 σελίδων ῎Εκθεσις τῆς ᾿Επιτροπῆς, ἡ ὁποία μέ Συνοδικήν ἀπόφασιν ἐστάλη ἵνα ἐρευνήσῃ τά τῆς ῾Ιεραποστολῆς εἰς Ρουμανίαν. ᾿Εάν ταῦτα, ἔστω σήμερον δέν θέλετε λάβῃ ὑπ᾿ ὄψιν, ἀλλά προτίθεσθε καί ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ νά γίνῃ κατάχρησις τοῦ θεσμοῦ καί νά τεθῇ δι᾿ ἄλλην μίαν φοράν εἰς τήν ὑπηρεσίαν καταχθονίων σχεδίων τρίτων, ἡμεῖς δέν δυνάμεθα νά συμμεθέξωμεν καί νά συμβάλωμεν εἰς τήν κατάχρησιν τοῦ θεσμοῦ. Δέν γινόμεθα ὑποχείριοι καί ἐκτελεστικά ὄργανα, οὔτε τοῦ ἰδικοῦ μας παρασυνοδικοῦ κατεστημένου, οὔτε τῶν κ. Σαραντοπούλου Σακαρέλλου, οὔτε ὅσων κρύβονται καί πίσω ἀπό αὐτούς. ῾Ως ᾿Επίσκοποι ἐδώσαμεν κατά τήν χειροτονίαν μας, τήν ὑπόσχεσιν νά φυλάξωμεν αὐτήν τήν ἁγίαν Παρακαταθήκην, ὅσα δέ περί τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ καί περί ὅλων τῶν θεμάτων Πίστεως καί Κανονικῆς Τάξεως ἔγραψα, δέν εἶναι τίποτ᾿ ἄλλο παρά συνέπεια πρός αὐτήν τήν ὑπόσχεσιν, πρός αὐτήν τήν ἁγίαν Παρακαταθήκην. Πέραν τῶν ἀνωτέρω, ἐσχάτως ἐσημειώθησαν καί ἔτερα συγκεκριμένα γεγονότα, τά ὁποῖα ἑρμηνευόμενα ἀποδεικνύουν, ὅτι πράγματι καί κατ᾿ αὐτήν τήν Συνεδρίασιν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου ἑτοιμάζονται, παρασυνοδικῶς καί ἐξωσυνοδικῶς, διωκτικαί καί καταδικαστικαί κατά τῆς ἐλαχιστότητός μου καί ἐναντίον τοῦ κ. ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη πράξεις καί ἀποφάσεις. Σᾶς διαβεβαιοῦμεν, ὅτι δέν θά τάς λάβωμεν κἄν ὑπ᾿ ὄψιν, διότι ὡς ἔχουν τά πράγματα, αἱ τυχόν καταδικαστικαί ἤ διωκτικαί καθ᾿ ἡμῶν ἀποφάσεις, δέν δύνανται νά εἶναι παρά μόνον ἀντικανονικαί καί ἄδικοι, ὡς πράξεις δέ σκοπιμότητος θά ἐξυπηρετοῦν σχέδια καί μόνον τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καί οἱ ᾿Ορθόδοξοι ᾿Επίσκοποι χάριτι Χριστοῦ δέν δειλιάζουν, δέν πτοῦνται, κἄν ὅλαι αἱ δυνάμεις τοῦ ῞Αδου ἐγερθοῦν. Παρά ταῦτα εὐσεβάστως καί ἐνθέρμως παρακαλοῦμε νά ἐπικρατήσῃ εἰς ὅλους μας σύνεσις καί νά παύσῃ ἡ ἐξυπηρέτησις ἀλλοτρίων σχεδίων. Παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τούς δύο ᾿Αρχιερεῖς, τόν Μακαριώτατον, ὡς Πρόεδρον καί τόν Σεβ. Πειραιῶς, ὡς ᾿Αντιπρόεδρον, διά τό προσωπικόν των καλόν καί τῆς ᾿Εκκλησίας, νά σκεφθοῦν νηφαλιώτερα. Διότι ἄν θελήσουν νά συνεχίσουν εἰς τό ἴδιον πνεῦμα τῆς 16-6-2001 (᾿Ενδημούσης), ἄς γνωρίζουν καλῶς, ὅτι ἡμεῖς προσωπικῶς, ἤ καί ὁ κ. Γκουτζίδης, εἰς οὐδέν θά βλαφθῶμεν ἀπό τάς "ἀποφάσεις" των, τάς ὁποίας ἤδη ἔχουν λάβει, ἤ ἔχει ἐπιβάλει τό παρασυνοδικόν καί δι᾿ αὐτοῦ τό ἐξωεκκλησιαστικόν κατεστημένον. ᾿Ιδού τό πνεῦμα τῆς ᾿Ενδημούσης ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς 16-6-2001 : α) Κατά τήν ᾿Ενδημοῦσαν ῾Ιερά Σύνοδον τῆς 16-6-2001 καταθέτοντες ἡμεῖς τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 208/16-6-2001 Καταγγελίαν - ῾Υπόμνησιν, ἐλέχθησαν τά κάτωθι: ῾Ο Μακαριώτατος εἶπε: "Μόνο τό θέμα νά σημειώσουμε στά Πρακτικά, τό ἔγγραφο δέν παραλαμβάνεται", ἐνῶ ὁ Σεβ/τος Πειραιῶς: "῎Οχι Μακαριώτατε, νά κατατεθῇ, εἶναι εἰς βάρος του, τό χρειαζόμαστε...". Τί λέγει αὐτό; Νομίζομεν ἀποκαλύπτει τάς προθέσεις, καί τό προσωπικόν μῖσος καί ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς ἀντιδικίας, μέ ὅ,τι αὐτά συνεπάγονται δι᾿ ἕναν ᾿Αρχιερέα. β) Εἰς τήν ἰδίαν ᾿Ενδημοῦσαν ὁ ἴδιος ᾿Αρχιερεύς ὡς ἀπό καθέδρας ἀπαντᾶ στήν ἐπιμονή μου νά σημειωθοῦν εἰς τήν ῾Ημερησίαν Διάταξιν καί τά θέματα πού προτείνει ἡ ἐλαχιστότης μου: "῞Ο, τι θέματα ἔχεις νά τά καταθέσῃς στήν ῾Ιεραρχία, ἐκεῖ θά τά ποῦμε". Τί ἄλλο σημαίνει καί αὐτό; Τό ἴδιο πνεῦμα κυριαρχεῖ καί ἐκτός Συνόδου: ῾Ο Μακαριώτατος ἀπευθυνόμενος εἰς ἀνθρώπους πού διατυπώνουν τήν ἀγωνίαν των διά τά ὅσα συμβαίνουν, λέγει:"Τελείωσε τό θέμα, στήν Σύνοδο τόν Μεσογαίας θά τόν τιμωρήσουμε", ὑπό δέ μοναχῆς τοῦ περιβάλλοντος τοῦ ῾Αγίου Μοδέστου, πού "λύνει καί δένει", πρό ὀλίγων ἡμερῶν ἐλέχθη: "Τώρα εἶναι ἀργά νά τά βροῦμε μέ τόν Κήρυκο, τά πράγματα πῆραν τό δρόμο τους". Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω δηλοῦμεν, ὅτι ἐφ᾿ ὅσον συνεχίσῃ ἡ παροῦσα Σύνοδος τάς ἐργασίας ἐπί τῶν θεμάτων τῆς ῾Ημερησίας Διατάξεως, ὡς ἔχει αὕτη, καί ὑπό τάς ὡς ἄνω προϋποθέσεις καί χωρίς νά ληφθοῦν ὑπ᾿ ὄψιν τά ἐκατοντάδες ἔγγραφα μας, ὡς καί αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Παναρέτου, ἡμεῖς δέν δυνάμεθα νά λάβωμεν μέρος εἰς τάς ἐργασίας ταύτης. Φρονοῦμεν δέ, ὅτι, διά νά εἴμεθα συνεπεῖς καί πρός τήν Κανονικήν Τάξιν, καί πρός τούς ὅρους τούς ὁποίους ἐξεθέσαμεν ἀνωτέρω, καί τούς ὁποίους οὐδείς δύναται νά ἀμφισβητήσῃ, δέν δύνανται νά συμμετάσχουν καί θά πρέπει νά ἐξαιρεθοῦν ἀπό τήν σημερινήν Σύνοδον μέ τήν συγκεκριμένην ῾Ημερησίαν Διάταξιν, τόσον ὁ Μακαριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος κ. ᾿Ανδρέας, ὅσον καί ὁ Σεβασμιώτατος Πειραιῶς κ. Νικόλαος, διότι ἐπί δύο ἔτη ἐνεργοῦν ἀντίθετα πρός τούς ἀνωτέρω ὅρους, καί ἔχουν καταγγελθεῖ διά πολλαπλᾶς Κανονικάς καί ἄλλας παραβάσεις, καί δή ἐπί θεμάτων Πίστεως, καί ῾Ομολογίας, ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς κλπ., καί ἔχουν ἐκφρασθεῖ καί προφορικῶς καί γραπτῶς, δημοσίως, καί κατ᾿ ἰδίαν, ἐχθρικῶς καί διωκτικῶς ἐναντίον μου, καί ἐναντίον τοῦ θεολόγου κ. ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη, καί ἔχουν ὡς αὐτοσκοπόν τήν ἠθικήν καί πνευματικήν δολοφονίαν μας. ᾿Ιδιαιτέρως δέ νά ἐξαιρεθῇ ὁ Σεβ/τος κ. Νικόλαος, διότι εἰς βάρος του ἐκκρεμοῦν πλῆθος κακοδοξιῶν πού διετύπωσε σέ κείμενά του, καί ἰδίως, διότι ἐπί 25 ἔτη, δέν διεμαρτυρήθη διά τό γνωστόν ᾿Απαλλακτικόν Βούλευμα ἐπί ἀντιποιήσει, τό ὁποῖον ἐστηρίχθη εἰς τόν μοναδικόν λόγον, ὅτι οἱ ᾿Επίσκοποι τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας ἀπεκατεστάθησαν τό 1971 διά τῆς λεγομένης χειροθεσίας ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδο τῆς Διασπορᾶς. Οὔτε καί ὅταν κατηγγέλθη τό Βούλευμα ἔπραξε τοῦτο. Αὐτό, ὅμως, ἀποτελεῖ βαρυτάτην προσβολήν καί κατά τῆς μνήμης τοῦ ἀοιδίμου ῾Ομολογητοῦ ῾Ιεράρχου Ματθαίου. Η περαιτέρω στάσις μας σήμερον ἐξαρτηθήσεται ἀπό τό ἐάν θελήσετε νά διορθώσωμεν τά κακῶς κείμενα καί νά ἐνεργήσωμεν σύμφωνα μέ τήν ἁγιοπατερικήν παράδοσιν, ἤτοι συμφώνως μέ τούς ὅρους καί τάς προϋποθέσεις, τάς ὁποίας ἔθεσεν, κατά τήν μακραίωνα αὐτῆς παράδοσιν, ἡ ᾿Εκκλησία, διά τήν λειτουργίαν τοῦ πρώτου καί ὑψίστου θεσμοῦ τῆς ᾿Εκκλησίας, τοῦ ῾Ιεροσυνοδικοῦ θεσμοῦ. Ταῦτα εὐσεβάστως καταθέτομεν, πρό ῾Ημερησίας Διατάξεως, εἰς τήν συνεδριάζουσαν σήμερον 4-7-2001 Σύνοδον, καί παρακαλοῦμε νά ληφθοῦν σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν. ᾿Ελάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί συλλειτουργός σας + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΟΣΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ο ΓΑΛΗΣΙΩΤΗΣ (ΙΓ ΑΙΩΝ) ΓΡΑΦΕΙ: "Ο ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΣΙΓΩΝ, ΚΡΥΠΤΕΙ ΧΡΙΣΤΟΝ ΕΝ ΤΑΦΩ"

Ὁσίου Μελετίου Ὁμολογητοῦ τοῦ Γαλησιώτου (ΙΓ΄αἰ)* «Καί γάρ τήν συγκατάθεσιν ἡ σιωπή σημαίνει» Εἰ δέ τις γνῶσιν ἐσχηκώς, καί τά τῆς ἀληθείας, Καλῶς ἐξεπιστάμενος, τρόποις τισί καλύπτει, Καί μή κηρύττῃ φανερῶς, καί παρρησίᾳ λέγῃ, Μηδέ τῶν θείων καί σεπτῶν ἀντέχεται Κανόνων, Τῶν νόμων τε προῒσταται τῶν παρά τῶν Πατέρων, Οὐχ ἥττονα τήν κόλασιν δικαίως ὑποστῆναι. Ὁ τήν ἀλήθειαν σιγῶν, κρύπτει Χριστόν ἐν τάφῳ, Ὡς προειρήκει τις Πατήρ, καί πάλιν ἄλλος λέγει· Τό τήν εὐσέβειαν σιγᾶν κίνδυνος ὄντως μέγας, Καί κόλασις αἰώνιος, καί βόθρος ἀπωλείας. Οὐ δίκαιον, οὐ θεμιτόν, οὐ πρέπον εὐσεβέσιν, Ὅλως σιγᾶν ἔνθα Θεοῦ, τούς νόμους ἀθετοῦσιν, Οἱ τήν ἀπάτην σπεύδοντες συστῆσαι καί τήν πλάνην. ΟΠΟΥ δέ πέφυκε Θεός, φησί τις τῶν μεγάλων, Πρός Ὅν ὁ κίνδυνος ὁρᾷ, καί τά τῆς βλάβης βλέπει, Καί τά τῆς λύμης ἄντικρυς εἰς Τοῦτον ἀνατρέχει, Τίς εὐσεβής σιγήσειε; τίς ὅλως ἠρεμήσοι; Καί γάρ τήν συγκατάθεσιν ἡ σιωπή σημαίνει. ΚΑΙ τοῦτο δείκνυσι σαφῶς ὁ Πρόδρομος Κυρίου, Καί Μακκαβαῖοι σύν αὐτῷ, μικρᾶς νομοθεσίας, Προκινδυνεύοντες στερρῶς μέχρις αὐτοῦ θανάτου, Μηδέ καί τό βραχύτατον τοῦ νόμου προδιδόντες. ΕΠΑΙΝΕΤΟΣ καί πόλεμος γνωρίζεται πολλάκις, Καί μάχη κρείττων δείκνυται ψυχοβλαβοῦς εἰρήνης· Βέλτιον γάρ ἀνθίστασθαι τοῖς οὐ καλῶς φρονοῦσιν, Ἤ τούτοις ἐπακολουθεῖν κακῶς ὁμονοοῦντας, Χωριζομένους τοῦ Θεοῦ καί τούτοις ἑνουμένους. (*) Παρά Ἁγίῳ Νικοδήμῳ, Περί τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως..., σελ. 106-107, ἔκδοσις ε΄, «Σ. Σχοινᾶ», ἐν Βόλῳ 1971. Σημείωση: Ὁ ὅσιος Λάζαρος ὁ Γαλισιώτης ἑορτάζει τήν 7η Νοεμβρίου

ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ - ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΗΤΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ Α ΕΚΔΟΣΙΣ «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΑΘΗΝΑΙ 1932 ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΧΑΡΝΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» τοῦ «Κέντρου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀχαρνῶν» (Μητροπολίτου Χρυσάνθου 10, Περιοχή Ἁγίου Ἀθανασίου). Τηλ. 210. 2466057 Εἰσαγωγικά τινά εἰς τό θέμα. Ἡ ἀπολογητική ὑπέρ τῆς Ἀληθείας μελέτη, ἡ ὁποία δημοσιεύεται εἰς τό παρόν τεῦχος, εἶχεν δημοσιευθεῖ εἰς βιβλίδιον τό 1932 ὑπό τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ ‘Αρσενίου Κοττέα ἀπό τάς Ἐκδόσεις τῆς τότε ἐκδιδομένης ‘Εφημερίδος «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ». Πρόκειται, ὅπως γράφει καί ὁ τίτλος, περί μιᾶς ἀπαντήσεως τοῦ ἐν λόγω Μοναχοῦ, εἰς τόν καινοτόμον Ἀρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον καί εἰδικώτερα μία ἀπάντησις εἰς τό ψευδές καί ἐκ τῶν ὑστέρων διατυπωθέν ἐπιχείρημά του, καθ’ ὅ δῆθεν δέν ὑπάρχει καταδίκη τοῦ νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου, ἀλλά μόνον τοῦ Πασχαλίου. Ὡς τυγχάνει γνωστόν, ἐν ἔτει 1924 εὐθύς μόλις ἡ Ἱεραρχία τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχθη, τό εἰσαχθέν «ἐλέῳ Μασωνίας» νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον, ἡ ὀρθοδοξοῦσα συνείδησις Κλήρου καί Λαοῦ, ἐξηγέρθη καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ὁμολογιακῶς κατά τῆς καινοτομίας. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐβροντοφώνησαν τότε τό «Στῶμεν καλῶς» ἦσαν οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες, οἱ καί «Ζηλωταί» ἀποκληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐνημέρωσαν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ περί τῆς Καινοτομίας. ‘Ανέτρεξαν εἰς τά ‘Αρχεῖα καί τάς Βιβλιοθήκας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὅπου εὗρον τά κατά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου Σιγγίλια καί ‘Αναθέματα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τά ἐκυκλοφόρησαν πανταχοῦ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μετά δύο ἀκριβῶς ἡμέρας ἀπό τῆς ἀλλαγῆς διατυπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ ἱερομονάχου τότε Ματθαίου, ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἅγιον Ὄρος ἔγραφε εἰς τά πνευματικά του τέκνα νά μή δεχθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, διότι «ἡ ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου χωρίζει ἀπό τόν Χριστό». Ἦτο τόσο δυνατόν τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν φρόνημα τῶν ἁγιορειτῶν ἱερομονάχων καί Μοναχῶν, καθώς καί τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καί Λαοῦ, ὥστε τό «οἰκοδόμημα» τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου, ἤτοι ὁ νεωτερισμός, ἐκινδύνευε νά καταρρεύση. Ἀλλ’ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, δέσμιος ὤν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀντί νά ἐπανορθώση ὡς ὤφειλε, «προέκοπτεν ἐπί τό χεῖρον». Κατέφυγε εἰς τό ψεῦδος. Ἐχαρακτήρισε τά Σιγγίλια καί τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τά ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες ὡς πλαστά, αὐτούς δέ ὡς διαδίδοντας ψεύδη. Διετύπωσε δέ ἄλλην ἄποψιν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἀντίθετον ἀπό αὐτήν πού εἶχε διατυπώσει ὡς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἰς τά συγγράμματά του. Ὑπεστήριξεν, ὅτι δέν κατεδικάσθη τό Ἡμερολόγιον (Καλενδάριον), ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνιστορήτου θεωρίας τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας καί Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ ἐν ἔτει 1932 ὁ λόγιος καί ζηλωτής μοναχός Ἀρσένιος Κοττέας. Ἡ ὁμολογιακή ἀπάντησις τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἀρσενίου Κοττέα, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλον «ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ. ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ», καί ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πρέπει νά μελετηθῆ καλῶς ὑφ’ ὅλων, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίσουν τήν πραγματικήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ, ΟΤΙ ΑΙ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤ ΑΙΩΝΟΣ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΑΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕΤ’ ΑΝΑΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΤΕ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ, τά ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ἀλληλένδετα. Πρέπει νά τό γνωρίζουν καί δι’ ἕναν ἄλλον λόγον. Διότι τό δόλιον τοῦτο ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου κατέφαγεν οὐχί μόνον τόν ἐφευρέτην αὐτοῦ Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ἀλλά καί ὁλοκλήρους Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας καί Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἕνεκα τοῦ ὅτι παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ ψεύδους αὐτοῦ παρέμειναν μέν εἰς τό παλαιόν, δέν διέκοψαν ὅμως κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγε καί παρέσυρε καί αὐτούς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι, ἄν καί παρέμειναν μέ τό παλαιόν, οὐδέποτε διέκοψαν κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν, ὅπως μοῦ τό ἐπιβεβαίωσε καί ὁ σημερινός Μητροπολίτης των Λαῦρος, εἰς μίαν συζήτησιν τήν ὁποίαν εἴχομεν μαζί του, ὅταν ὅλως τυχαίως συνηντήθημεν εἰς τόν Ἅγιον Νεκτάριον Αἰγίνης. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγεν ἐπίσης καί πολλούς κατά τά ἄλλα «συντηρητικούς» Νεοημερολογίτας, ἀλλά καί αὐτούς τούς τρεῖς Ἀρχιερεῖς τούς πρός καιρόν ὁμολογητάς, ἤτοι τόν Δημητριάδος Γερμανόν, τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον καί τόν Ζακύνθου Χρυσόστομον, οἱ ὁποῖοι μετά τήν καλήν Ὁμολογίαν των ἐν ἔτει 1935 καί τήν μετάδοσιν εἰς τήν ἀκαινοτόμητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς γνησίας καί ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς τήν Καινοτομίαν. Ὁ δέ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος διά σκοπιμότητα παρέμεινεν εἰς τό παλαιόν, προκειμένου νά δικαιολογήση τήν βλάσφημον περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος», θεωρίαν του, τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου περί μή καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐπεκαλέσθη, διό καί παρέπεμψε τό θέμα εἰς τήν ... μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον. Τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου «περί μή καταδίκης κλπ» κατέφαγε καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν, (ὅσον καί ἄν φαίνεται τοῦ παράδοξον), ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε ἐν ἔτει 1973 τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ» τῆς «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ», ἡ ὁποία, κατά τόν ἱδρυτήν της, τότε Πρεσβύτερον Βασίλειον Σακκᾶν, «ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗΝ», ἀλλά μόνον «ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΝ ΕΥΘΥΝΩΝ» ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ ΜΙΑ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. καταδικάσει τήν καινοτομίαν. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ κάλυψις τήν ὁποίαν παρέσχε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἱκουμενισμόν τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, κατά τόν ὁποῖον μετά τό 1971 καί συνεπείᾳ τῆς «χειροθεσίας» δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ματθαϊικῶν καί Φλωρινικῶν... Αὐτήν, λοιπόν, τήν ΑΝΕΥ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ΨΕΥΔΟΟΜΟΛΟΓΙΑΝ, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, διέρχεται μέσα ἀπό τήν «περί δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ» θεωρίαν τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί τήν ψευδένωσιν μετά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς καί τήν συναφῆ πρός αὐτήν «χειροθεσίαν» τοῦ 1971, προσεπάθησαν τά ξένα Κέντρα νά ἐπιβάλλουν ἀπό τό 1997 καί εἰς ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσω τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, ἡ ὁποία ὅμως ἐπεβλήθη μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν τήν προπαγάνδα του καί ἠρνήθησαν πεισμόνως νά καταδικάσουν συγκεκριμένας ἐκδηλώσεις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἔφθασαν καί μέχρι τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεώς του (τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου) ὑπέρ τοῦ ἀνεγνωρισμένου κατά τό 54/76 Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, τό ὁποῖον ἐπίσης στηρίζεται ἐπί τοῦ ἰδίου ψεύδους. Καί διατί ἔγιναν ὅλα αὐτά; Διότι, πιστεύουν οἱ οἰκουμενισταί ὅτι ἐάν δεχθῶμεν, ἔστω καί σωπηλῶς, μίαν τοιαύτην Ὁμολογίαν «περί μή καταδίκης τοῦ νέου Ἡμερολογίου μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου», ὅπερ ταυτόν μέ τό «μακράν ἀπό ἐκκλησιολογίες καί ἀποστολικές διαδοχές», «ἀναγνωριζόμεθα», ἔστω καί ὡς δεκατριμερῖτες, ὡς μία δευτέρα Ἐκκλησία, καί «εἴμεθα δεκτοί» εἰς τήν οἰκουμενιστικήν Ἐκκλησίαν τοῦ νέου Ἡμερολογίου, καί εἰς αὐτό τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν», ὅπως συμβαίνει μέ τάς Ἐκκλησίας καί τά Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἀκολουθοῦν τό Παλαιόν Ἡμερολόγιον, ἔχουν ὅμως κοινωνία μέ τό νεοημερολογιτισμό. Ὁ ἐλάχιστος Ἐπίσκοπος τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος Ἀρσενίου Κοττέα Ἁγιορείτου Μοναχοῦ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ «Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε ...(Ματθ., κεφ. Ζ, 1) «Ὅς δ’ ἄν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων, τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῶ ἵνα κρεμασθῆ μύλος ὀνικός ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ, καί καταποντισθῆ ἐν τῶ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ΙΗ, 12). Εἰς δύο συνεχῆ φύλλα τοῦ ἑβδομαδιαίου φύλλου «Ἐκκλησία», ἐπισήμου Δελτίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό τόν τίτλον «Ἔλεγχος παραποιήσεως Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων» ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν έδημοσίευσε μακράν πραγματείαν ἀναφερομένην εἰς τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου, ἐν τῆ ὁποία ἔχων πάντοτε ὡς σκοπόν νά δικαιολογήση ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἐπόψεως τήν ἐναντίον τῶν Παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας καί ὡρισμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων διαπραχθεῖσαν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν διά τῆς παραδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, παρά τήν ἐμμονήν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τό πατροπαράδοτον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον καί παρά τήν ἔνεκα τούτου ἐπελθοῦσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν διαίρεσιν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, προβαίνει, ὡς λέγει, εἰς τόν ἔλεγχον «θρασείας παραποιήσεως Συνοδικῶν τινων Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων τοῦ ιστ΄ καί ιζ΄ αἰῶνος» περιλαμβανόντων ἀναθεματισμούς, ἵνα προφυλάξη, ὡς λέγει, τά εὐσεβῆ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τινά τῶν ὁποίων «ἐξ’ ἀγνοίας καί ἁπλοϊκότητος παρασύρονται εἰς ἀπείθειαν πρός τήν Ἐκκλησίαν διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν». Χαίρομεν, διότι πρώτην φοράν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν προβάλλει ἐπισήμως καί ἐνυπογράφως ὑπεραμυνόμενος τῆς ἀντικανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς καινοτομίας ἐν τῶ ἡμερολογιακῶ ζητήματι καί ἐπικρίνων τά κατ’ αὐτῆς δημοσιευθέντα, ἐνῶ μέχρι τοῦδε, ἀπήντα εἰς αὐτά δι’ ἀνωνύμων καί ἀνευθύνων φυλλαδίων, ἐν οἷς αἱ ὕβρεις κατά τῶν ἐπικριτῶν του ἠμιλλῶντο πρός τάς τολμηροτέρας ἀντορθοδόξους δοξασίας καί τάς πλέον ἀνιέρους συστάσεις καί συμβουλάς, τινές τῶν ὁποίων μετεφέροντο καί εἰς ἐμπιστευτικά αὐτοῦ ἔγγραφα πρός διαφόρους ἀρχάς, παρ’ ὧν ἐζήτει τήν «ῥαγδαίως καί ἀθορύβως» ἐξόντωσιν τῶν ἐχόντων τό θάρρος νά ψέξωσι δριμύτατα τήν ἐναντίον τῶν Κανόνων καί τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας πολιτείαν αὐτοῦ. Δέν γνωρίζομεν ὅμως ποῦ νά ἀποδώσωμεν τήν τόσον κοπιώδη ἐκδρομήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἰς ἀρχαῖα δύσβατα καί ἐρεβώδη ἱστορικά πεδία, διά νά καταγγείλη ὡς παραποιημένα δῆθεν καί πλαστά κείμενα ὡρισμένων Συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἀπαγγελόντων ἀναθεματισμούς κατά τῶν ἀποδεχομένων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον. Ὡς ἐάν οἱ ἀναθεματισμοί καί μόνον αὐτοί καθίστων ἀπαράδεκτον καί καταδικαστέον τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί ὡς νά μή προσέκρουε τοῦτο εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐκκλησιαστικήν διάταξιν καί εἰς οὐδεμίαν παράδοσιν καί ἐπομένως ὡς νά ἔπρεπε ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ν’ ἀσπασθῶσιν ἀσμένως τήν καινοτομίαν τοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή τάχα ἡ τήρησις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου δέν κατωχυροῦτο δι’ ἀναθεματισμοῦ! Καί φαίνεται πιστεύων ὁ ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐκκλησιαστικός συγγραφεύς καί πρώην Καθηγητής τῆς Θεολογίας, ὠς ρητῶς γράφει ἐν τῶ προλόγω τῆς πραγματείας του, ὅτι «τινά τῶν εὐσεβῶν τέκνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἐάν ἀπειθῶσι πρός τήν ἐπίσημον Ἐκκλησίαν καί δέν ἐδέχθησαν μέχρι σήμερον τήν εἰσαγωγήν τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ἐμμένοντα εἰς τό παλαιόν Ἰουλιανόν ἠμερολόγιον πράττουσι τοῦτο «ἐξ’ ἀγνοίας» δῆθεν καί «ἁπλοϊκότητος διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν». Ἀλλ’ ἐάν ἡ καταδίκη τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν, ὡς εἶναι βέβαιον, καί, ὡς θά ἀποδείξωμεν, γενική, ρητή καί ἀναντίρρητος, καί ἄν αἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ διηνεκής πρᾶξις αὐτῆς ἐπί εἴκοσιν αἰῶνας τήν ἐπεσφράγισαν καί τήν κατέστησαν ἀναλλοίωτον τῆς Ὀρθοδοξίας θεσμόν καί τό ἐμφανέστερον ἐξωτερικόν γνώρισμα αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τί δύναται νά ὠφελήση ἡ ἀποκάλυψις δῆθεν τῆς πλαστότητος τοῦ ἀναθεματισμοῦ, ὅν ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν ἀπό τόσων αἰώνων εἰς κείμενα Πατριαρχικῶν ἐγγράφων καί Συνοδικῶν ἀποφάσεων; Μήτοι αἱ ἱεραί Παραδόσεις καί αἱ διατάξεις τῆς ‘Εκκλησίας διά νά εἶναι σεβασταί καί νά τηρῶνται αὐστηρῶς πρέπει ἀπαραιτήτως νά περιφρουρῶνται δι’ ἀναθεματισμῶν; Καί ἀν δέν συνοδεύωνται ὑπό ἀναθεματισμῶν ἔχει ἄρα γε πᾶς τις τό δικαίωμα νά τάς ἀθετῆ καί τάς ποδοπατῆ; Ματαία καί ἄσκοπος προσπάθεια Διά νά ἀπαντήση τό πρῶτον ἤδη ἐνυπογράφως ὁ ΄Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἀπό ἑπταετίας περί ‘Ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς γραφέντα ὑπό τῶν «Ζηλωτῶν Μοναχῶν» Ἁγιορειτῶν καί ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καί ὑπό ἄλλων τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων, καί ἵνα συγκροτήση τήν μετά τόσου στόμφου ἐξαγγελλομένην ἀποκάλυψίν του περί δῆθεν πλαστὀτητος τῶν σχετικῶν Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἐχρειάσθη μἰαν τριετίαν, ἀναβαλών, ὡς γράφει, τόν ἔλεγχόν του, λόγω τῶν ἀσχολιῶν αὐτοῦ. Θά ἐχρειαζόμεθα ἴσως ἀνάλογον χρόνον, ἵνα ἀναδιφήσωμεν ἀρχεῖα καί κειμήλια ἐκκλησιαστικά αἰώνων ὁλοκλήρων πολλαχοῦ ἐγκατεσπαρμένα καί ἴνα παρακολουθήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν εἰς τάς ἱστορικάς ἐκστρατείας του. Ἀλλά θά προσπαθήσωμεν σήμερον ἐκ τῶν ἑνόντων καί ἐκ τῶν προσιτῶν εἰς ἡμᾶς πηγῶν ν’ ἀποδείξωμεν ἀβάσιμον τήν κατηγορίαν του, καί ἄν ὄχι ἄλλο, ματαίαν, ἄσκοπον, ἀλλά καί ἔνοχον τήν προσπάθειαν του νά ἐπιρριφθῆ ὁ μῶμος τῆς πλαστότητος εἰς ἀρχαῖα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀφοῦ ὄχι ἁπλῶς ἡ πλαστότης δῆθεν αὐτῶν, ἀλλά καί ἡ παντελής ἔλλειψίς των οὐδαμῶς θά καθίστων συγγνωστήν τήν τολμηράν καί ἀντικανονικήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἰουλιανοιῦ Ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ. Ἐπιφυλάσσομαι δέ νά ἀπαντήσω εὐρύτερον εἰς τά ἄρθρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀποδεικνύων καί διά φωτογραφιῶν διαφόρων σχετικῶν κειμένων τήν ἀστήρικτον κατηγορίαν αὐτοῦ ἐναντίον τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί τήν εὐλαβῆ αὐτῶν πρόθεσιν, ὄχι νά πλαστογραφήσωσιν, ἀλλά νά συλλέξωσι μετ’ ἐπιμελείας καί ἐξάρωσι τά περί καταδίκης τοῦ Παπικοῦ «καλενδαρίου» σχετικά κείμενα. Ἀφοῦ δέ οὐδόλως συντείνει εἰς τήν κανονικοποίησιν τῆς ἀντικανονικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἡ ὑποβολή τῆς ἰδέας τῆς πλαστότητος ὡρισμένων ἐκκλησιαστικῶν ἐγγράφων, πρός τί ἆραγε ὁ σκανδαλισμός τῶν συνειδήσεων τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί ὁ κλονισμός τῆς πίστεως αὐτῶν δι’ ὅλας τάς Συνοδικάς Πράξεις καί τά Πατριαρχικά ἔγγραφα, δι’ ἅ, ἅπαντα εὐλόγως δύναται νά ἐγερθῆ ἡ ἀμφιβολία εἰς ψυχάς ἁπλοϊκῶν καί ἀμορφώτων περί τῆς ἀληθείας καί γνησιότητος αὐτῶν; Ὁ ἀθεϊσμός (καί ὅλα τά ὄργανα τοῦ ἀντιχρίστου) διά νά ἐπιτύχωσι τό σκοπούμενον ἐσκέφθησαν νά ρίψουν τόν σπόρον τῆς πλαστότητος καί τοῦ ψεύδους παντός ἱεροῦ κειμηλίου καί πάσης ἐγγράφου καί ἀγράφου παραδόσεως τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Καί ἠμεῖς σήμερον ἐν καιρῶ τόσης ἐγκληματικῆς δράσεως τῶν μαινομένων τούτων ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀντί ἄλλου τινός ἐποικοδομητικοῦ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν πίστεως καί θρησκείας, ἀγωνιζόμεθα διά τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἐκκλησίας νά ἐξαγάγωμεν ἀπό τόν βυθόν τῆς ἱστορίας βεβιασμένα συμπεράσματα καί ἐξεζητημένας γνώμας περί πλαστότητος Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί πατριαρχικῶν ἐγγράφων, χωρίς νά σκεπτώμεθα ὅτι κλονίζομεν τήν ἐπ’ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τοῦ εὐσεβοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ, σκανδαλίζοντες τήν συνείδησιν αὐτοῦ. Ὅτε ὁ ἀλαζών Γάλλος ἀστρονόμος Λαπλάς ἐνεχείρησε τήν Κοσμογονικήν θεωρίαν του, ἤτοι τήν γνωστήν «Ἔκθεσιν τοῦ συστήματος τοῦ κόσμου» εἰς τόν αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, οὗτος, ἀποβλέψας εἰς τό σκάνδαλον, ὅπερ θά ἐπήρχετο εἰς τόν λαόν του διά τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βιβλίου τοῦ Λαπλάς, τόν ἠρώτησε: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός εἰς τό σύστημά σας;», ὁ δέ ἄθεος ἐκεῖνος φιλόσοφος μεγαλαυχῶν ἀπήντησε: «Δέν ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ, Μεγαλειότατε». Ἀλλά βραδύτερον, κατιδών τήν ἀδυναμίαν του ἀπέναντι τῆς ἰδέας τοῦ Δημιουργοῦ, ἀπέθανε φρενόπληκτος. Ἡ δέ ἀθεϊστική ἕνωσις ἐν Ρωσία θεμελιωθεῖσα καί ἐπί τῶν κηρυγμάτων τοῦ βλασφήμου Λαπλάς συντηρεῖ σήμερον, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὀ ‘Αγγλικός τύπος (“Morning Post” Ἰουνίου 1931) 80 περίπου ἀθειστικάς ‘Ακαδημίας, ἀριθμούσας πλέον τῶν 5.000.000 μελῶν. Καί ὁ Μουσολίνι, ὅτε κατά τό 1912 εἰς τό Συνέδριον τῶν Σοσιαλιστῶν τῆς REGGIO – EMILIA ἐκήρυξεν: «Ἡμεῖς καί χωρίς τόν Θεόν θά νικήσωμεν. Θεός δέν ὑπάρχει», εἶχεν ἐμποτισθῆ ὑπό τῆς ἀθεϊστικῆς ἰδέας. Ἐν τούτοις καί αὐτός, ὅτε ἐπεχείρησε τό κατά τῆς Ρώμης ἐπιθετικόν του ἐγχείρημα, ἀποβλέψας εἰς τόν λαόν τοῦ ὁποίου τήν ψυχήν θά ἐσκανδάλιζεν ἡ ἀθεϊστική ἰδέα καί ἔχων ἀνάγκην ὅλης τῆς πίστεως αὐτοῦ, προσεκύνησε τήν θρησκείαν τοῦ Πάπα καί τόν Βασιλέα πρός στερέωσιν τῆς Δικτατορίας του. Μετά τόν Εὐρωπαϊκόν πόλεμον αἱ καταχθόνιαι αὗται ἀθειστικαί βλέψεις, αἵτινες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρέσυρον τούς ἐν τῆ χριστιανικῆ πίστει ἀσθενεστέρους,, ἐγένοντο ἀφορμή ριζικῆς κοινωνικῆς ἀνατροπῆς καί ὡς ἐκ τούτου τινές ἀντίχριστοι ἠθέλησαν νά ἐπιβάλλωσιν εἰς τήν κοινωνίαν νέον ρυθμόν ζωῆς, ὅστις νά προσαρμόζηται εἰς τάς ὑλικάς ἀνάγκας. Καί πρός ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἐπεδίωξαν εὐρείας μεταρρυθμίσεις καθ’ ὅλους τούς κλάδους, διοικητικούς οἰκονομικούς, ἐκπαιδευτικούς, δικαστικούς ὡς καί ἐκκλησιαστικούς. Συμμορφούμενοι δέ πρός τόν νέον τοῦτον ρυθμόν – μοντερνισμοῦ - οἱ σημερινοί νέοι ἐκκλησιαστικοί ‘Αλκιβιάδαι ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει καί πρός «παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετον τῶν ‘Εκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησιν» (ὅρα Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὡς ἱστορικοῦ Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν Ἱερουσαλήμ, σελ. 842) σύν τοῖς ἄλλοις ἐξοβέλισαν καί τό ἡμερολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰσαγαγόντες τό Παπικόν καί βλασφημοῦντες τήν παράδοσιν τῆς ‘Εκκλησίας ὡς πεπλανημένην. Τούς δέ θεοπνεύστους Πατέρας πλαγίως ἀπεκάλεσαν ὄργανα «τῶν ψαράδων καί τῶν μπακάληδων» (ὅρα ἐπίσημον δελτίον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ἐκκλησία» ἀριθμ. 28 τοῦ 1924 καί Συνοδικήν Ἐγκύκλιον ‘Ιουλ. 1924 Βουκουρεστίου). Ἑπόμενον λοιπόν ἦτο νά ἀντιστῶσιν εἰς τήν ἔκνοον ταύτην ἀσέβειαν οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνον εἰς τήν προσφιλῆ ἡμῶν Πατρίδα, ἀλλά καί ἀλλαχοῦ, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἐφημερίς UNIVERSOYL 17 Ίανουαρίου 1932 ἀνακοινοῦσα ὅτι, ὁλόκληροι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Βουκοβίνας, Μολδαυϊας καί Βεσσαραβίας, δηλαδή τά ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναφέρει ἐν τῶ πρός τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος ὑποβληθέντι τῶ 1929 ὑπομνήματι αὐτοῦ ὁ Σ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Εἰρηναῖος, παρ’ ὅλας τάς διώξεις ἑώρτασαν καί ἐφέτος τό Νέον ἔτος κατά τό ‘Ορθόδοξον Παλαιόν Ἡμερολόγιον. Ὀρθῶς δέ εἰς τό ἀνωτέρω Ὑπόμνημά του ὁ μνησθείς ἐπιφανής Μητροπολίτης Κασσανδρείας (σελ. 14 καί 15) ἀποδίδει εἰς τούς Μασσόνους τό ἐπικρατοῦν σήμερον καταστρεπτικόν φρόνημα παρά τοῖς πλείστοις τῶν διανοουμένων λαϊκῶν καί κληρικῶν, οἵτινες ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ δῆθεν καί τῆς ἐπιστήμης διά τῶν συγχρονιστικῶν τάχα ἰδεῶν αὐτῶν ἀνυπολογίστως ἔβλαψαν καί παρέλυσαν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἡ σκανδαλώδης ἰδέα Τήν σκανδαλώδη ἰδέαν περί παραποιήσεως τῆς Πατριαρχικῆς ἐγκυκλίου τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ τοῦ καταδικάσαντος τό Γρηγοριανόν Ημερολόγιον ἔρριψεν ἀορίστως τό πρῶτον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρός καθησύχασιν τοῦ πατάγου, ὅν ἤγειρε τό ἀνωτέρω εἰρημένον πρός τήν Ἱεραρχίαν Ὑπόμνημα τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τό ἐλέγξαν δριμύτατα τήν καινοτομίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί καθώς γνωρίζομεν, ὅπως ὑφαρπασθῶσιν αἱ ὑπογραφαί τότε 44 Ἀρχιερέων εἰς τό κατά τοῦ ὑπομνήματος ἐκείνου συνταχθέν ἀνακοινωθέν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐνήργησεν ἀκριβῶς ὅπως καί διά τήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Τότε παρεπλανήθη ἡ Ἰεραρχία ὅτι τήν μεταρρύθμισιν θά εἰσαγάγη ἡ ‘Εκκλησία ἡμῶν μετά συνεννόησιν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, οὐχί δέ μόνον μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (ὅρα «Πραγματικήν ‘Αλήθειαν περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ‘Ημερολογίου» κ. Γρηγορίου Εὐστρατιάδου, σελ. 41). Κατά τό 1929 πρός ἀπόκρουσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τοῦ συγκλονίσαντος τούς Ἐκκλησιαστικούς κύκλους, ὀ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε πρός τήν Ἱεραρχίαν. «Σᾶς βεβαιῶ, ὡς ἱστορικός, ὅτι δέν εἶναι ἀληθῆ τά περί Πατριάρχου Ἱερεμίου λεγόμενα, περί καταδίκης τοῦ νέου Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἄλλοτε, ὡς ἰστορικός καί πάλιν, ρητῶς ἐβεβαίου σύν τοῖς ἄλλοις καί τοῦτο: «... Τῶ ἔτει 1584 συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἠμερολογίου, διά τοῦ ὁποίου ἐσκόπει ἡ Λατινική Ἐκκλησία νά παραπλανήση τούς Ὀρθοδόξους ...» καί «τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄, ὅστις μεταβάς εἰς Κων/λιν ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπανῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα» (Βλέπε «Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου», σελ. 842). Εἰς δέ τόν «Ἐκκλησιαστικόν Κήρυκα» 1918 τονίζει πάλιν ὁ ἱστορικός κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ὅτι «ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐχαρακτηρίσθη ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου ὡς νεωτερισμός ἀντιβαίνων εἰς τούς Κανόνας καί Διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν μᾶς λέγει τίποτε περί τῆς άντιφάσεώς του ταύτης μεταξύ ἐκείνων τά ὁποῖα ἔγραψεν ὡς ἱστορικός ἐν τῆ ἐκκλησιαστικῆ του Ἱστορία καί ἐκείνων τά ὁποῖα γράφει σήμερον κηρύσσων ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει, ὅτι οὔτε ἀντικανονική εἶναι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ἐν τῆ ‘Εκκλησία, οὔτε κατεδικάσθη αὕτη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἁπλῶς δῆθεν καταδικασάσης τόν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα νεωτερισμόν ὡς ἀντιβαίνοντα εἰς τήν διάταξιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τό ἐντελῶς ἀστήρικτον κατά βάσιν ἀνακοινωθέν τῶν 44 Ἀρχιερέων, τό βεβαιοῦν ἐντελῶς ἀντίθετα τῶν ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ὡς ἱστορικοῦ, διδαχθέντων διά τῆς Ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ ἱστορίας, ἀνεσκεύασα τότε ἐγώ, ὡς ἐλάχιστος ἐν Μοναχοῖς Ἁγιορείταις κατά δύναμιν δι’ ἐπισήμων ἱστορικῶν μαρτυριῶν, τάς ὁποίας ἐδημοσίευσα ἐν ἰδιαιτέρῳ ἄρθρῳ μου εἰς τήν ἐφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» τῆς 11ης Αὐγούστου 1927. Ἱερά ὑποχρέωσις Καί αἰσθάνομαι σήμερον ὑποχρέωσιν ἱεράν νά ἀνασκευάσω καί τά ἐν τῆ «Ἐκκλησία» οὐχί μετ’ εὐθύτητος καί ἱστορικῆς εἰλικρινείας ἀποτολμηθέντα δημοσιεύματα, καί νά ἀποδείξω, ὅτι καί ταῦτα πρός παραπλάνησιν τῶν πιστῶν ἐγράφησαν ἄνευ οὐδενός σοβαροῦ λόγου, μόνον καί μόνον ἵνα κλονίσωσι τήν ἐπί τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπί τάς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τῶν χριστιανῶν καί ἵνα παραστήσωσι δῆθεν, ὅτι ἡ καινοτομία τοῦ Ἡμερολογίου δέν κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὅτι μόνον δῆθεν διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα ἀπηγγέλθησαν καταδῖκαι καί ἀναθέματα. Ὄχι δέ μόνον δι’ ἐμαυτόν προσωπικῶς αἰσθάνομαι τήν ὑποχρέωσιν ὡς ἕλλην Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Κιβωτοῦ ταύτης τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί τῆς ἁγιωνύμου κορυφῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, περί τοῦ ὁποίου καί τῶν ἐν αὐτῶ Μοναχῶν μετά τόσης ἀνευλαβοῦς εἰρωνείας καί χλεύης ὁμιλεῖ εἰς τά περί ὧν πρόκειται ἄρθρα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλά καί διά τούς «Ζηλωτάς Ἁγιορείτας», κατά τῶν ὀποίων κυρίως βάλλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ σημαιοφόροι τοῦ τελευταίου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν ἱερῶν ἡμῶν παραδόσεων ἀγῶνος καί ὑπό τῶν ὁποίων μετά τόσου σθένους κατηγγέλθη ἡ παράτολμος καί ἀντικανονική τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καινοτομία, διεσώθη ἡ ἰδέα τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀνεκόπη ἡ ἀνίερος ὁρμή ὡρισμένων Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχηγῶν πρός ἀνατροπήν καί κατάλυσιν παντός ἀκρογωνιαίου λίθου τοῦ θείου οἰκοδομήματος τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί συνεκρατήθη καί ἡδραιώθη ἡ πρός τάς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας πίστις καί εὐλάβεια μυριάδων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί συνεπήχθη τό Κέντρον τῆς «Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν», τό ἀναγνωρισθέν ὑπό τῆς Πολιτείας καί ἐκπροσωποῦν τήν θρησκευτικήν συνείδησιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθοδόξων, τῶν μή ἀποδεξαμένων τήν ἀντικανονικήν καινοτομίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, κατά τῶν ὁποίων ἐπίσης καί κατά τοῦ δημοσιογραφικοῦ αὐτῶν ὀργάνου ὁ «Κήρυξ», τόσα βέλη ρίπτει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Δέν ἦτο δυνατόν νά ἀφήσωμεν νά χλευάζεται ἀνιέρως ὁ Μοναχισμός τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἐκεῖ ὅπου ἀνετράφημεν καί ἐξεπαιδεύθημεν ἱεροπρεπῶς καί ὑπό τήν ἱεράν σκιάν τοῦ ὁποίου γαλουχηθέντες μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐνεπνεύσθημεν τό πρῶτον τήν πρός τήν ἀληθῆ θρησκείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πρός τάς ἱεράς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἀκλόνητον πίστιν καί ἠσθάνθημεν τάς πρώτας συγκινήσεις τῆς θείας ἡμῶν λατρείας. Τῶν «Ζηλωτῶν» τούτων τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν ἀγῶνα καί τήν σημασίαν αὐτοῦ ζητῶν νά μειώση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν τούς παρουσιάζει εἰς τό ἄρθρον του ὡς «ἐλαχίστους καί ὀλίγους τινάς Ἁγιορείτας». Ἀλλ’ ὁ Σ. Μητροπολίτης Μαρωνείας κ. Ἄνθιμος ὁ μέ εἰδικήν ἐντολήν μεταβάς εἰς Ἅγιον Ὄρος, ἀσφαλῶς θά ἐπληροφόρησε τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν πόσοι καί ποῖοι εἶναι οἱ «Ζηλωταί» Ἁγιορεῖται. Καί ἀσφαλῶς θά ἀνέγνωσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τήν ἐπίσημον Ἔκθεσιν τοῦ Μητροπολίτου Μαρωνείας πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τοῦ 1927 ἐν ἧ προκειμένου περί τῶν «Ζηλωτῶν», διαλαμβάνει καί τάς ἑξῆς: «Ἐάν θά προβῶμεν εἰς τόν διωγμόν τῶν Ζηλωτῶν θά προέλθη ἡ ἐρήμωσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡ καταστροφή αὐτοῦ». Διέδωκαν, λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, οἱ «Ζηλωταί» διάφορα πλαστά κείμενα, περιέχοντα ἀναθέματα κατά τῶν παραδεχομένων τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Πάλιν καλά, ὅτι δέν λέγει «ἐπλαστογράφησαν» σήμερον τά κείμενα ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι διέδωκαν προϋπάρχοντα δῆθεν πλαστά κείμενα. Ἐάν δέν ὑφιστάμην τούς ἀγρίους διωγμούς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἄλλοτε μέν καταγγέλλοντός με ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἄλλοτε δέ ἀξιοῦντος διοικητικῶς τήν «ραγδαίως καί ἀθορύβως» ἀπέλασίν μου, καί πάντοτε παριστάνοντός με ὡς ἀλλοδαπόν πρός δυσφημισμόν μου, ἐάν λέγω δέν ὑφιστάμην τούς διωγμούς αὐτοῦ, θά ἠδυνάμην κατά πλάτος νά ἀπαντήσω εἰς τά τελευταῖα αὐτοῦ ἄρθρα περί τῶν δῆθεν «πλαστῶν» κειμένων καί νά δημοσιεύσω φωτογραφίας διαφόρων κειμένων δημοσιευθέντων εἰς διαφόρους γλώσσας σχετικῶς μέ τήν Συνοδικήν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης τοῦ Ἡμερολογίου. Τοῦτο θέλω πράξει ἐν καιρῶ, περιοριζόμενος σήμερον, ὡς ἐν ἀρχῆ εἶπον εἰς σύντομον ἀντέλεγχον τῆς πραγματείας αὐτοῦ ἐξ ὅσων πηγῶν εἶχον προχείρους. Ἐν ἀρχῆ τῆς ἀρθρογραφικῆς πραγματείας αὐτοῦ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν συκοφαντῶν τούς Ζηλωτάς ἁγίους Πατέρας ὅτι δι’ ἀνυπάρκτων δῆθεν ἀναθεματισμῶν κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐτρομοκράτησαν τούς ἁπλοϊκούς εὐσεβεῖς, λέγει σοφιστικώτατα ὅτι: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι (δηλαδή ὀ Μύρων καί ὁ Μεταξάκης) δέν παρεδέχθη τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλ’ ἐπέφερε μόνον διόρθωσιν πανθομολογουμένου σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ἀντιφάσκων εὐθύς κατωτέρω εἰς τάς αὐτάς γραμμάς, ὁμιλεῖ περί συγχύσεως δῆθεν ἥτις θά ἐπήρχετο ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τό Κράτος τοῦ νέου πολιτικοῦ ἡμερολογίου, διότι «δέν ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχωσι δύο ἡμερολόγια». Ὁμολογεῖ ἄρα ὅτι περί δύο ἡμερολογίων πρόκειται καί ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία ἀπεδέχθη τό νέον Πολιτικόν ἡμερολόγιον. Θέλων δέ νά κολάση τοῦτο προσθέτει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρκέσθη εἰς τήν διόρθωσιν «πανθομολογουμένου» δῆθεν σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀλλά τί εἶναι τοῦτο; Δέν εἶναι ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ἄν δέ δέν ἐτολμήθη ἀκόμη ἡ ἀλλαγή καί τοῦ Πασχαλίου ἐκ φόβου πρός τάς ρητάς ἀπαγορεύσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἕπεται ἄρα γε ἐκ τούτου καί μόνον ὅτι δέν ἐγένετο ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου καί δέν ἀνετράπη ὅλη ἡ ἡμερολογιακή τάξις ἐν τῆ Ἐκκλησία. Ἡ προσπάθεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἶναι νά πείση τούς ἁπλοϊκοτέρους καί τούς μή γνωρίζοντας τήν Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐάν ἀπέκρουσε πάντοτε τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ ἡμερολογίου, ἔπραξε τοῦτο διότι ἐζητεῖτο ἡ ἐπιβολή αὐτῆς πρός προσηλυτιστικούς σκοπούς καί τήν δι’ αὐτῆς ἀνατροπήν τῆς περί τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄Οἱκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀποφεύγει νά εἴπη καί ζητεῖ νά ἀποκρύψη ὅτι ἀπό τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε εἰσήχθη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κατεδίκασε τοῦτο διά πολλῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων. Τονίζει μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι οὐδεμία Σύνοδος καί οὐδείς Πατριάρχης ἐξέδωκεν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός τό Ἡμερολόγιον! Ἄν ὅμως ἀποδειχθῆ διά κειμένων αὐθεντικῶν ὅτι τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον ἐν τῶ συνόλῳ του κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, τί ἄρα γε εἶναι ἡ ‘Εκκλησιαστική αὐτή καταδίκη; Δέν εἶναι ἀπαγόρευσις τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ; Ἐάν δέ ἀπηγορεύθη καί κατεδικάσθη ρητῶς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, νομίζει ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ καταδίκη αὕτη δέν ἔχει σημασίαν καί δύναται νά παροραθῆ, ἐφ’ ὅσον δέν ἐξεδόθη τυχόν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός αὐτό; Ἡ καταδίκη καί ἀπαγόρευσις τοῦ φόνου, τῆς κλοπῆς, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδομαρτυρίας ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διά τήν μή ἔκδοσιν ἀναθέματος ὡς πρός ταῦτα, δύναται ἄρα γε νά ὑπερπηδηθῆ καί νά συγχωρηθῆ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ παραβίασις τῶν θείων τούτων ἐντολῶν; Ἀλλ’ ἡ καταδίκη ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐν γένει, αὐτή ἠμπόδιζεν ἐπί τόσους αἰῶνας τήν ἀποδοχήν αὐτοῦ, διότι ἐσεβάσθη ἡ Ἐκκλησία τῶν νεωτέρων χρόνων, τάς καταδικαστικάς διατάξεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι δέ ἁπλῶς ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀπόφασις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπετέλει πρόσκομμα εἰς τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀπετέλει πρόσκομμα ἡ καταδίκη καθόλου τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Δέν ἀπέκρουσε λοιπόν ἁπλῶς ὡς θέλει νά πιστεύη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος - ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία – τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν, ἀλλά τήν κατεδίκασεν. Αὐτός δέ οὗτος ὁ ζητῶν σήμερον νά ἀποκρύψη τήν καταδίκην ταύτην Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν, τήν διεκήρυξε ἄλλοτε, ὡς θά ἴδωμεν κατωτέρω, ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ του Ἰστορίᾳ. Αἱ ἀποδείξεις Ἀποδείξεις καί κείμενα περί τῆς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἔχομεν πολλά: Καί πρῶτον, αὐτό τοῦτο τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β, πρός τούς Ἀρμενίους, ἥν συνυπέγραψε καί ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος, βοᾶ περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου καί ἀποδεικνύει ὅτι κατά τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε ἐγένετο ἡ Γρηγοριανή τοῦ ἡμερολογίου μεταρρύθμισις, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀπέκρουσεν αὐτήν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μόνον καί κυρίως διά τήν τολμηθεῖσαν ἀνατροπήν τῆς περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄ Οἱκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά διότι, ὡς λέγει ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας, «κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός». «Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ἡμερολόγιον καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον». Δέν ἀπεκρούσθη λοιπόν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἠμερολογίου μόνον διά τήν μετατροπήν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἀπεκρούσθη τό ὅλον ἡμερολόγιον (καλενδάριον ἤ ὠρολόγιον) διότι «ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον ἵνα φανῶσι μόνοι ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα». Ἐνῶ δέ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἰσχυρίζεται ὅτι τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον μετερρυθμίσθη «διά τό πανθομολογούμενον αὐτοῦ σφάλμα» ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας εἰς τήν περί περί ἧς πρόκειται ἀπάντησίν του πρός τούς Ἀρμενίους κραυγάζει: «Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους θείους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως». Ἀλλά πάντα ταῦτα παρέτρεξεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν βιαζόμενος νά ἀνακαλύψη δῆθεν πλαστότητα εἰς τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου. Καί ἐνῶ διά νά ἀποδείξη τήν δῆθεν πλαστότητα αύτῆς παραθέτει ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων τό γνήσιον, ὡς λέγει κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου πρός τούς Ἀρμενίους, διαπράττει ὁ ἴδιος παράλειψιν καί παραποίησιν εἰς τό γνήσιον τοῦτο κείμενον παραλείπων ἐξ’ αὐτοῦ ὅσα ἀντιτίθενται πρός τούς μή ἀληθεῖς ἰσχυρισμούς του. Οὕτω παραλείπει ὁλόκληρον τόν τίτλον τοῦ κεφαλαίου καί τήν ἐπιγραφήν ἥν περιέχει ὁ «Τόμος Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου, εἰ ὅ μέρος ὑπάρχει τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου. Ἐκτός δέ τούτου παραλείπει τό μεγαλύτερον μέρος τοῦ κειμένου τούτου τό ἀναφερόμενον εἰς τήν κατάκρισιν τοῦ νέου Ἡμερολογίου. Τοῦτο ἀποτελεῖ παραποίησιν τῆς ἀληθείας, τήν ὁποίαν ἀφήνομεν νά σχολιάσουν οἱ ἀναγνῶσται. Παραθέτομεν δέ ἐνταῦθα ἡμεῖς ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγἀπης» τοῦ Δοσιθέου, (σελ. 538 ) τό πλεῖστον μέρος τοῦ κειμένου τούτου, ἵνα καταδειχθῶσιν αἱ παραλειφθεῖσαι ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περικοπαί. Ὁ τίτλος τοῦ ὅλου κεφαλαίου τοῦ Δοσιθέου, ὁ ἐπαναλαμβανόμενος εἰς ὅλας τάς σχετικάς σελίδας εἶναι «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου». Αὐτό καί μόνον θά ἤρκει ἵνα ἀποδείξη ὀρθήν τήν ἀντίληψιν, ὅτι τό ὅλον Καλενδάριον τῶν Λατίνων κατεκρίθη οὐχί δέ μόνον ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀνατροπή. Ἔπειτα δέ τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἰερεμίου τό καταχωριζόμενον εἰς τόν Δοσίθεον φέρει ἐπί κεφαλῆς αὐτοῦ τήν ἐπιγραφήν: «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου παρά τῶν Λατίνων ἐπιστολαί τινές» προφανῶς δηλοῦν ὅτι περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου ὑπάρχουσι καί ἄλλα κείμενα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καταχωρίζων πρός ἀντιπαραβολήν τά δύο κείμενα, τό γνήσιον, ὡς λέγει, καί τό πλαστόν, εἰς μέν τό γνήσιον οὐδεμίαν σημειώνει Ἐπιγραφήν, εἰς δέ τό ὑπ’ αὐτοῦ ὀνομαζόμενον πλαστόν σημειώνει: «Σιγγίλιον Πατριαρχικόν καί Συνοδικόν. Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου πρό 12 ἡμέρας ἀρχίζειν τούς μῆνας». Καί οὕτω ἐνῶ ὁ Δοσίθεος σημειώνει ρητῶς ὡς ἐπιγραφήν «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου», ταύτην ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καταχωρίζει εἰς τό δῆθεν πλαστόν κείμενον διά νά παραπλανήση τούς ἀναγινώσκοντας ὅτι τό «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου» εἶναι πλαστή προσθήκη μή περιεχομένη εἰς τό γνήσιον κείμενον. Ἀφοῦ δέ καταχωρίζει ὡς ἔχει, τόν πρόλογον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμία, ἔπειτα θέτων ὀλίγα ἀποσιωπητικά τελειώνει τήν ὅλην ἐπιστολήν μέ τόν ἐπίλογον «Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν κλπ». Τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου Ἀλλά τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου εἶναι μακρότατον, ὁλόκληρον δέ τό ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου σκοπίμως παραλειφθέν μέρος, ὅπερ εἶναι σημαντικώτατον ἔχει ὡς ἑξῆς: «...Δεύτερον καί ὑφηγούμεθα παντί χριστιανῶ Ὀρθοδόξῳ βουλομένω, ὡς οὐκ ἔστιν ἀσύστατον τό παρ’ ὑμῖν Πασχάλιον, ἀλλ’ ὡς ἀκόλουθον τοῖς ὁρισθεῖσι τῶν Ἁγίων Πατέρων, μένει ὀρθόν καί εἰς αἰῶνας σταθερόν διαμενεῖ, ἕως οὗ φυλάττει τήν τάξιν ἥν ἔλαχεν ἀπαρασάλευτον, ἀρίστως ἐσκεμμένην τοῖς θείοις Πατράσιν, ὧν οὐδείς τῶν νῦν οὔτε τήν ἐπιστήμην οἶδε τῆς ἀστρονομίας κατ’ ἐκείνους τούς ἀρίστους, οὔτε τόν ἁγιασμόν ἔχει, πλήν εἰ μή που δοκήσει, τά δ’ ἄλλα ἐστίν ἀληθείας μακράν. Τεσσάρων γε ὄντων τῶν τοῦ Πάσχα διορισμῶν, ὁ πρῶτος ἐντέλλεται, ὅτι δεῖ μετά τήν ἰσημερίαν τήν Ἐαρινήν τό Πάσχα τελεῖν. Ὁ δεύτερος ὅτι μή τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς Ἰουδαϊκῆς τελετῆς. Ὁ τρίτος ὅτι οὐχ ἁπλῶς μετά τήν ἰσημερίαν ἀλλά τήν πρώτην μετ’ ἰσημερίαν Πανσέληνον. Ὁ τέταρτος, ὅτι καί μετά τήν Πανσέληνον εὐθύς, τῆς ἑβδομάδος τῆ πρώτη. Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος, ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως. Χάριτι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου καί ἕως τοῦ νῦν ἀεί τό Πάσχα τό ἱερόν μετά τό νομικόν γίνεται καί ἐν Κυριακῆ, καί σύγχυσιν οὐκ ἔγνωμεν ἵνα εἰς διόρθωσιν ἀναστῶμεν. Καλῶς γάρ διετυπώθη τοῖς ἁγίοις Πατράσι καί αἰωνίως διαμένει ἄπταιστον, κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ὠρολόγιον, καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον. Εἴ γε δι’ ὅλων ρλδ ἐνιαυτῶν νυχθήμερον ἕν συνάγουσιν, εὔδηλον ὅτι ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου, ἡμέραι μόνον ἐννέα καί ὧραι παρά μισήν στιγμήν συνάγονται καί λείπεται. Εἰ καί δι’ ἑκατόν εἴκοσι χρόνων νυχθήμερον ἕν γενήσεται, ἔσονται ἡμέραι δέκα καί ὧραι δέκα, καί πλεονάζει. Τά τοιαῦτα καί ἐπισφαλῆ φαίνονται, ἀλλά καί κατά τούς τήν Ἐπιστήμην τά ἀστροθεάμονα δεινούς, τόν μέγαν Πτολεμαῖον καί ἄλλους, ἐσφαλμένα ταῦτα εὑρίσκονται. Ἐν τριακοσίοις γάρ ἔτεσιν ἐκεῖνοι καί μικρόν τι πρός, νυχθήμερον ἕν συνάγεσθαι ἀποφαίνονται, καί τοῦτο οὐκ ἀπό τῆς τοῦ ἡλίου κινήσεως, ὁμαλήν γάρ ποιεῖται τήν κίνησιν καί ἀπαράκλιτον. Ἀλλά παρά τήν ἀπαρίθμησιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἐναιυτοῦ καί κατά τούτους ἡμέραι τέσσαρες καί ὧραι πέντε καί στιγμαί ιβ ἀπό τῆς ἐν Νικαία καί δεῦρο γίνονται. Καί τούτων οὕτως ἀναμετρουμένων καί τῆ Ἑλλήνων σοφία ἔτι ἀναδείκνυται, ὅτι ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου, οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον, ἵνα φανῶσι μόνον ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα, βέλτιον οὖν ἦν αὐτοῖς μή καινοτομεῖς καί ταῦτα μεταποιεῖν καί ταῖς Ἐκκλησίαις Χριστοῦ στάσεως οὐ μετρίας γίνεσθαι πρόξενοι, ἤ κἄν βίαν μή ἐπάγειν ἕνεκα τούτων, ὅπερ τολμῶσιν, οὐκ εὔλογον λογίζηται ὡς τοῖς ἀντεχομένοις τά καλῶς ὁρισθέντα τοῖς Ἱεροαγίοις πατράσιν, οὐ μόνον λελογισμένον ἀλλά καί θεῖον. Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν σημειωσάμενοι καί τό ἀληθές». (ᾳφπγ΄ ἔτος τό ἀπό Θεανθρώπου.Νοεμβρίου κ. Ἰνδικτιῶνος ιβ). Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Ὁ Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος Ἐκτός ὅμως τοῦ κειμένου τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου, ἐπικαλεῖται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος αὐτήν τήν Συνοδικήν πρᾶξιν τῆς ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, κατά τό ἔτος 1593 συνελθούσης Μεγάλης Συνόδου, ἥτις συνεκλήθη ὄχι μόνον πρός κύρωσιν τοῦ ἱδρυθέντος Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί πρός ἀποβολήν τοῦ νέου Καλενδαρίου. Καί εἰς τήν καταχώρησιν τοῦ κειμένου τῆς πράξεως ταύτης, ἥν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του λέγει ὅτι ἀντέγραψεν ἀπό τόν «Τόμον ‘Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου, ἐτἠρησε τήν αὐτήν τακτικήν τῶν ... ἀποσιωπητικῶν, παραλιπών ὅσα μέρη τῶ ἦσαν ἀσύμφορα, ἐνῶ παραθέτει ὡς πλαστόν δῆθεν κείμενον τῆς αὐτῆς πράξεως, τήν συλλογήν διαφόρων περικοπῶν αὐτῆς ὑπάρχουσαν εἰς κώδικας διαφόρων Μονῶν. Ἡ πρᾶξις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης ταύτης Συνόδου ἧς μετέσχον ἀφ’ ἑνός μέν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ἀντιπροσωπεύσας τόν Ἀντιοχείας ‘Ιωακείμ καί τόν Σωφρόνιον Ἱεροσολύμων, ἀφ’ ἑτέρου δέ 41 Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι δημοσιευμένη εἰς τόν «Τόμον Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου ἐν σελ. 541. Ἔχει δέ καί αὕτη ἐν τῶ Τόμῳ ἐπικεφαλίδα τήν ἑξῆς: «Πρᾶξις Συνοδική ἒν ἧ καί ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου, ἤτοι τῆς περί τό Πάσχα Λατίνων καινοτομίας» Ἀκολουθεῖ εἶτα ὁ Πρόλογος, ὅν καταχωρίζει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἰς χωριστήν στήλην ὀνομάζων αὐτήν «γνήσιον κείμενον». Ἀλλά λησμονῶν ὅτι ὁμιλεῖ περί γνησιότητος παραλείπει εὐθύς ἀμέσως ἐξ’ αὐτῆς ὁλόκληρον τήν ἀνωτέρω ἐπιγραφήν ἵνα ἀποφύγη τήν λέξιν «ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου». Μετά δέ τόν Πρόλογον ὑπάρχει τό ἑξῆς ἐκτενές κείμενον, τό ὁποῖον πάλιν ὁλόκληρον παραλείπει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. «...... Μελέτιος ὁ Μακαριώτατος Ἀλεξανδρείας εἶπεν. Οἴδατε ἀδελφοί, ὅτι χαρακτηριστικόν τῆς πρός τόν Σωτῆρα καί Θεόν ἡμῶν ἀγάπης ἡ ποιμαντική ἐστίν ἐπιμέλεια. Πέτρε γάρ φησί, φιλεῖς με, ποίμαινε τά πρόβατά μου, δι’ ἥν αἰτίαν καί ἡμεῖς πολλούς πολλάκις ἀγῶνάς τε καί κόπους καί κινδύνους ὑπεμείναμέν τε καί ὑπομένομεν, ὡς οἴδατε, καί νῦν γε ἐπειδή πρός ἡμᾶς γράμματα ἀπεστάλη, παρά τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ, τοῦ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ ἡμῶν καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων ἀξιοῦντα παραγενέσθαι ἡμᾶς εἰς Κωνσταντινούπολιν, τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀναγκῶν χάριν. Ἐγώ γε καί τοῖς γράμμασι τοῖς ἀπό Μοσκοβίας τῆς ὀρθοδοξοτάτης παρά τοῦ εὐσεβεστάτου Θεοδώρου ἐντυχών, καί ἑκατέρου τῶν πραγμάτων ὑπερφροντίζων τῆς τε ἀνάγκης τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς βασιλικῆς ἀξιώσεως, παρακαλῶ τήν ὑμετέραν εὐλάβειαν ἀκριβῶς τά λεγόμενα παρ’ ἡμῶν σκεψαμένη συμψηφίσασθαι ἡμῖν περί τῶν λεχθησομένων, ὅπερ ἄν δίκαιον εἶναι φανῆ. Πρῶτον τοιγαροῦν, ἐπειδή Θεοῦ χάριτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατηρτισμένη ὑπάρχουσα, καί κατά τά τῆς εὐσεβείας δόγματα τελείαν εἴληφε κατάστασιν ἐν τοῖς ὁρισθεῖσιν καί τρανωθεῖσιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος διά τῶν Ἀποστόλων καί Πατέρων Ἁγίων, διαπρεψάντων ἐνταῦθα, ἐν τε τῆ Ἁγία Συνόδω τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ καί ταῖς καθεξῆς οἰκουμενικαῖς ἕξ Συνόδοις, μέχρι τῆς Ζ΄ τῆς τό δεύτερον ἐν Νικαίᾳ συναθροισθείσης ὡσαύτως καί ταῖς μεταξύ τῶν ἐπτά οἰκουμενικῶν κατά διαφόρους καιρούς συναχθείσαις τοπικαῖς τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδοις. Ἐπειδή τοίνυν τό τέλειον εἴληφεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία, οὐ μόνον κατά τά τῆς θεογνωσίας καί εὐσεβείας δόγματα, ἀλλά καί κατά τήν ἱεράν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων κατάστασιν, δίκαιόν ἐστιν καί ἡμᾶς, πάντα νεωτερισμόν τῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων περιορίζειν, εἰδότες ὑπαιτίους γεγονέναι άεί τούς νεωτερισμούς τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν συγχύσεως τε καί διαστάσεως, ἀλλά τοῖς ὅροις ἕπεσθαι τῶν Ἁγίων Πατέρων, τά παρ’ αὐτῶν δογματισθέντα ἀπαράτρωτα, δίχα προσθήκης ἥστινοσοῦν, καί χωρίς ἀφαιρέσεως ἐνστερνιζομένους κατά τόν πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς ἑβδόμης Συνόδου κανόνα οὕτως ἔχοντα. «Τοῖς τήν ἱερατικήν ἀξίαν κλπ κλπ». Ὁμιλεῖ λοιπόν καί ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις ὄχι μόνον περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἐν γένει περί ἀποβολῆς παντός νεωτερισμοῦ ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἥτις πλέον, ὡς λέγει, ὑπάρχει κατηρτισμένη καί ἤτις «τό τέλειον εἴληφεν», δηλαδή ἔχει εἰς τήν τελειότητα καί τά δόγματά της καί τό ὅλον αὐτῆς καθεστώς ὡς πρός τήν τάξιν αὐτῆς, δηλαδή ὡς πρός τάς ἑορτάς της, τά τῆς νηστείας καί ἐν γένει τά τῆς θείας λατρείας. Νεωτερισμόν δέ ἀπόβλητον ἐννοεῖ προφανῶς τήν ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν, ἐξ’ αἰτίας τῆς ὁποίας προεκλήθη ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις. Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία Ὅτι κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἡ ἀνατροπή τοῦ Πασχαλίου, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἀπεκρούσθη οἱαδήποτε διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου βεβαιοῖ κατηγορηματικῶς ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία διερμηνεύουσα τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν κοινήν συνείδησιν αὐτῆς. Ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ Ἱστορία Μελετίου ἀρχαίου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐν Τόμῳ 3ω καί ἐν σελίδι 402 & 9 σημειοῦνται τά ἑξῆς: «Πατριαρχεύοντος τούτου τοῦ Ἱερεμίου σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ αφπγ΄ (1583) ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατακρίνασα τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλενδάριον, δέν τό ἐδέχθη κατά τήν αἴτησιν τῶν Λατίνων». Τήν αὐτήν πληροφορίαν περί καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μᾶς δίδει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλαρέτου Βαφείδου, Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, ἐν Τόμῳ 3ω, (1453 – 1908) ἐν σελ. 124 -125 γράφουσα περί τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1583 ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἥτις, ὡς λέγει ὁ Βαφείδης, ἐγράφη συνεπείᾳ τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου καί ἥτις κυρίως, λέγει ὁ Βαφείδης, καταδικάζει τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Παρακατιών δέ ὁ αὐτός ἱστορικός λέγει: «Ὁμοίως κατά τό 1587 συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει, ἐν ἧ παρόντων Ἱερεμίου τοῦ Β΄, Μελετίου τοῦ Πηγᾶ καί τοῦ Ἱεροσολύμων Σωφρονίου κατεκρίθη τοῦ Ἡμερολογίου ἡ διόρθωσις ὡς ἐπισφαλής καί οὐκ ἀναγκαία, πρόξενος δέ μᾶλλον πολλῶν κινδύνων. Αὐτός οὗτος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὠς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν τῆ «περί τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» συγγραφῆ του (σελ. 482) ἀναφέρει περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων γράφων ἐπί λέξει: «Ἕνεκα τῆς πάλης αὐτῆς ἐξῆλθεν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄ εἰς περιοδείαν τῶ 1584 πρός συλλογήν ἐράνων, μεταβάς δέ εἰς Κων/λιν τῶ ἔτει ἐκείνω συμμετέσχε τῆς ἐκεῖ συγκροτηθείσης συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου.... Τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ὅστις ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μετέβη εἰς Ἱεροσόλυμα». Ὁ αὐτός δέ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν ἔτει 1918 δημοσιεύσας ἐν τῶ «Ἐκκλησιαστικῶ Κήρυκι» Ἀθηνῶν πραγματείαν του περί τοῦ Ἡμερολογίου καί σχολιάζων τήν γνωστήν πρός τόν Δαπόντε Δόγην τῆς Ἐνετίας ἐπιστολήν τοῦ Πατριάρχου (Ἱερεμίου τοῦ Β΄) χαρακτηρίζει ὡς ἄριστα τήν θέσιν ἥν εὐθύς κατέλαβεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπέναντι τῆς Γρηγοριανῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Θεωρεῖται αὕτη ὑπ’ αὐτῆς ὡς μία τῶν «πολλῶν καινοτομιῶν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις». Ὁ νεώτερος ‘Ιστορικός καί δεινός Κανονιολόγος Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας διά προτάσεώς του, ἥν ὑπέβαλεν εἰς τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τῶ 1929, ὑπογεγραμμένης καί ὑπό τῶν Δρυινουπόλεως καί Δημητριάδος, ὡς καί διά τοῦ ὑποβληθέντος είς αὐτήν μακροῦ ὑπομνήματός του, κατήγγειλε τό Νέον Ἡμερολόγιον ὡς ἔργον ἀσεβείας ἔναντι τῶν ἑπτά Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ὡς ὑποσκάπτον τά θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐβεβαίουν δέ οἱ ἀνωτέρω τρεῖς Ἱεράρχαι εἰς τήν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν πρότασιν, ὅτι πάντες οἱ Πατριάρχαι τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν κοινῆ Συνόδῳ ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Τρανοῦ καί λοιπῶν ἀπέκλεισαν δι’ ἀναθέματος τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ὁ δέ Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας χαρακτηρίζει ἐν τῶ ὑπομνήματι του ἐκείνω τήν γενομένην ἡμερολογιακήν διόρθωσιν ὡς «παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν». Ὁ Ρῶσος Ἀρχιμανδρίτης Πορφύριος Οὐσπένσκι, κατά τό ἔτος 1880 ἐδημοσίευσε εἰς τά Ρωσικά περιοδικά καί τά Πρακτικά τῆς Μεγάλης Συνόδου 1583-1593 καί τήν ἀπόφασιν ἤ Σιγγίλιον ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄. Ἀντέγραψε δέ ταῦτα οὐχί ἐκ τῶν κωδίκων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ’ ἐκ τῆς Μεγάλης Βιβλιοθήκης τοῦ Ὄρους Σινᾶ, ἔνθα ὑπάρχουν ἐν χειρογράφω κώδικι τά ἄνω στοιχεῖα περί τῆς καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί πάντα ταῦτα ἐδημοσίευσεν ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρουμανίας εἰς τά ἐπίσημα περιοδικά αὐτῆς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ» ἀριθμ. 11/1880 καί «ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἀριθμ. 12/1881 ὑπό τόν τίτλον: «ΕΠΙΣΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ». Καί ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν Ρουμανίαν ἀκριβῶς καθ’ ἥν ἐποχήν στενοκέφαλοι τινές νεωτερισταί ἠθέλησαν νά κάμουν λόγον περί ἀλλαγῆς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἡμερολογίου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τῶν ἄνω ἐπισήμων ἐγγράφων περί καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐχαλιναγώγησε τάς καινοτομικάς ὁρμάς των. Ἐπί πλέον δέ ἡ Σύνοδος ἐπί τῆ βάσει τούτων καθαρά ἐδήλωσεν ὅτι «Οὐδεμία Ἐκκλησία δύναται νά μεταβάλη τό Ὀρθόδοξον Ἡμερολόγιον ἄνευ κινδύνου νά γίνη σχισματική ἐν σχέσει πρός τάς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας». Παράτολμος αὐθαιρεσία Ὅταν τοιαύτας ἀναμφισβητήτους ἱστορικάς μαρτυρίας καί ὁμολογίας καί ἀποφάνσεις ἔχομεν περί τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς καινοτομίας ἀντιβαινούσης εἰς τό πνεῦμα τῶν διατάξεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν εἶναι αὐθαιρεσία παράτολμος καί ἀντίθετος πρός τήν ἱστορικήν ἀλήθειαν, ψευδής δέ διακήρυξις, τό γραφόμενον καί ἐπαναλαμβανόμενον στομφωδῶς ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ὅτι «οὐδέποτε κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας τό νέον ἡμερολόγιον» καί ὅτι δέν ἀπεκλείσθη ὑπ’ αὐτῆς πᾶσα διόρθωσις τοῦ ‘Ιουλιανοῦ; Εἶναι βέβαιον καί ἀναμφισβήτητον ὅτι μεταβολή τοῦ Πασχαλίου ἐξυπονοεῖ μεταβολήν τοῦ Ἡμερολογίου, ἤτοι παντός τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος καί τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἐνιαυσίου περιόδου καί τῶν κινητῶν ἐορτῶν΄ καί ἀντιθέτως μεταβολή τοῦ ἡμερολογίου, ἐξυπακούει ἀπαραιτήτως τήν μεταβολήν τοῦ Πασχαλίου, διότι τό Πασχάλιον τῆς Ἐκκλησίας ὁλόκληρον εἶναι προσηρμοσμένον ἐπί τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, ὡς εἶναι προσηρμοσμένον ἐπ’ αὐτοῦ τό ἑορτολόγιον ὅλου τοῦ ἔτους. Ἐπίσης προκύπτει ἐξ’ ὅλων τῶν κειμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων, ἐξ’ ὅλων τῶν λόγων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὅτι ἡ ἀνατροπή τῆς ἑορτῆς τοῦ Πασχαλίου καί ἠ διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ταυτίζονται, διότι οἱ ὁμιλοῦντες περί μεταβολῆς τοῦ Πάσχα ὁμιλοῦσι περί τοῦ «νέου Καλενταρίου» καί «τἀνάπαλιν». Τό ὅλον, τό κύριον θέμα, εἶναι τό ἡμερολόγιον καί τό μέρος, τό ἐξαρτώμενον ἀναποστάστως ἐκ τοῦ ἡμερολογίου, εἶναι ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα. Οὐδείς ἐσκέφθη νά χωρίση τό Πάσχα ἀπό τόν ὅλον ἠμερολόγιον καί οὐδείς Πατήρ, οὐδεμία Σύνοδος, οὐδεμία Πατριαρχική Πρᾶξις διακρίνει ὡς πρός τήν καταδίκην τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Πασχαλίου ἀπό τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Ἀμφότερα εἶναι ἀλληλένδετα ἐξαρτώμενα τό ἔν ἐκ τοῦ ἄλλου. Τό πνεῦμα δέ ὅλων τῶν σχετικῶν Κανόνων καί τῶν συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων εἶναι ρητή κατάκρισις καί καταδίκη τοῦ Παπικοῦ νεωτερισμοῦ, ἤτοι τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ὡς ἀνατρέποντος τήν καθεστηκυίαν τάξιν καί συνήθειαν ἐν τῆ Ἐκκλησία. Ὅταν ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα καί εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι διά Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων ὁρίζονται ἀναθεματισμοί καί ἀφορισμοί διά τήν μετατροπήν τοῦ Πασχαλίου, ἥτις γενικῶς κατεκρίθη καί κατεδικάσθη ἐκκλησιαστικῶς, δέν εἶναι αὐτονόητον καί καταφανές ὅτι αἱ καταδῖκαι καί τά ἀναθέματα τά ἀπαγγελθέντα κατά τῆς καινοτομίας τοῦ Πασχαλίου εἶναι συγχρόνως καταδῖκαι καί ἀναθέματα ἀπαγγελθέντα κατά τῆς διορθώσεως τοῦ Ἱουλιανοῦ ἡμερολογίου τῆς συνεπαγομένης τήν ἀνατροπήν τοῦ ὅλου Πασχαλίου κύκλου; Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁμιλεῖ περί «κεκρατηκυίας συνηθείας» ἐν τῆ Ἐκκλησία καί ἀναφωνεῖ: «Μή καινοτομίαν καί ἀφαίρεσιν ποιήσασθαι τῆς εὐσεβῶς ἐν ἡμῖν κεκρατηκυίας συνηθείας. Τά γάρ παραδοθέντα ἐν τῆ Καθολικῆ Ἐκκλησία οὔτε προσθήκην, οὔτε μείωσιν ἐπιδέχεται, μεγίστη γάρ τόν προστιθέντα ἤ τόν ἀφαιροῦντα τιμωρία δεσμοῖ. Ἐπικατάρατος γάρ φησίν, ὅς μετατίθησιν ὅρια πατέρων αὐτοῦ». Δέν εἶναι τοῦτο φοβερά καταδίκη καί ἀναθεματισμός καί κατάρα κατά τῶν ἀποτολμώντων πᾶσαν καινοτομίαν εἰς τήν «κεκρατηκυίαν συνήθειαν» καί δή εἰς τό τῆς Ἐκκλησίας ἡμερολόγιον; Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐκτός τῶν Πρακτικῶν αὐτῆς ἐξέδωκε καί τόν Ὅρον αὐτῆς, ὅστις περιφρουρεῖ τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας καί τήν παράδοσιν αὐτῆς. Καί εἰς τόν Ὅρον τοῦτον περιλαμβάνεται καί ἡ ἑξῆς διάταξις: «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ‘Εκκλησιαστικήν ἔγγραφόν τε ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα». Τό δέ «Συνοδικόν» τοῦ Τριωδίου τό ἀναγινωσκόμενον ἐν τῆ Ἐκκλησία κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας μεταξύ τῶν ἀναθεμάτων περιλαμβάνει τά ἑξῆς: «Ἅπαντα τά παρά τήν Ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί ἀοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἤ μετά ταῦτα πραχθησόμενα Ἀνάθεμα γ΄». Δύναταί τις νά εἴπη σοβαρῶς, λελογισμένως καί ἐν καλῆ πίστει, ὅτι αἱ ἀνωτέρω τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Διατάξεις δέν ἐφαρμόζονται καί διά τήν ἀθέτησιν τῆς περί τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τῆς Ἐκκλησίας συνηθείας καί παραδόσεως; Ἀναφωνῶν ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων ὅτι «Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΣΤ αἰών, τήν αἵρεσιν τοῦ Λουθήρου, τοῦ Καλβίνου, τῶν Γιεζουβιτῶν καί τήν αἵρεσιν τοῦ νέου Καλενδαρίου, κατά τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/λει Μεγάλη Σύνοδος ἐπί τοῦ Ἱερεμίου» δέν διερμηνεύει τήν κρατοῦσαν τότε ἐκκλησιαστικήν συνείδησιν, τό πνεῦμα καί τό νόημα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, καθ’ ἅς καί ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου εἶναι καταδικασθεῖσα καί ἀναθεματισθεῖσα αἵρεσις καί ὅτι οἱ ἀκολουθήσαντες τό νέον Παπικόν ἡμερολόγιον ὑπόκεινται εἰς τήν αὐτήν μετά τῶν αἱρετικῶν κατάκρισιν; Δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθῶμεν ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἱστορικός συγγραφεύς δέν κατανοεῖ τά ἀνωτέρω, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ἄλλοτε ἐδίδαξε καί ἐκήρυξε. Δέν εἶναι δυνατόν νά μή ἔχη ὀρθήν ἀντίληψιν περί τῆς σοβαρότητος, τῆς καταδίκης καί τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Τόσον εἶναι βέβαιον ὅτι θεωρεῖ τό Ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον σοβαρώτατον ζήτημα δυνάμενον νά συνεπαγάγῃ τό ἀνάθεμα, ὥστε ὁ ἴδιος πρό τινων ἐτῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ι. Συνόδου ἀντιθέτως πρός ὅ,τι σήμερον κηρύσσει, ἀναθεμάτισε καί ἀφώρισε εὐσεβεστάτας μοναχάς τῆς Τήνου διότι εἶχον τό σθένος νά ἀκολουθῶσι τό ἐκ παραδόσεως αἰώνων ἐφαρμοζόμενον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον. Εἶναι φαρισαϊκή προσήλωσις εἰς λέξεις καί γράμματα νά ἀποφαινώμεθα ὅτι διά τήν διόρθωσιν τοῦ Ἡμερολογίου δέν ἀναφέρεται ἡ λέξις «ἀνάθεμα» εἰς τάς Πατριαρχικάς ἀποφάσεις. Διότι τί ἄλλο σημαίνουν αἱ ἀπαντώμεναι εἰς τάς ἀποφάσεις ταύτας ἐκφράσεις «ἀπέκρουσεν», «ἀπέβαλεν», «κατέκρινεν», «κατεδίκασεν» τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, εἰμή ἀποδοκιμασίαν καί ἀναθεματισμόν. Ὁ ἀναγινώσκων τήν Ἀρθρογραφικήν ἐπίθεσιν τοῦ ΄Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί βλέπων μετά πόσης εὐκολίας καί ἀποφθεγματικότητος ὁμιλεῖ οὗτος περί πλαστότητος καί παραποιήσεως ἱερῶν κειμένων ὑπ’ αὐτῶν καί ὅτι παραθέτει εἰς ἀντιβολήν φωτοτυπημένα κείμενα γνήσια δῆθεν καί πλαστά νομίζει ὅτι πρόκειται περί ἀποκαλύψεως κανενός φοβεροῦ ἐγκλήματος, περί προσβολῆς τοῦ Ὁμοουσίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἤ περί παραχαράξεως τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως; Καί ἀπορῶν ἐρωτᾶ: Ἀλλά τί ἔπραξαν τέλος πάντων οἱ Ζηλωταί Μοναχοί, ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης - ὁ κατά τόν Ἀρχιεπίσκοπον αὐτουργός τῆς Πλαστογραφίας, μιᾶς Συνοδικῆς ἀποφάσεως – καί οἱ νεώτεροι ἁγιορεῖται Ζηλωταί; Ποῖον ἰδοτελῆ σκοπόν ἐπεδίωκον διά νά διαπράξουν τοιοῦτον ἔγκλημα; Ἦσαν τάχα ὄργανα προπαγάνδας ἀντιθρησκευτικῆς; Ἦσαν ἄπιστοι καί ἐμπαῖκται τῶν θείων Πατέρων; Ἤ ἦσαν λαοπλάνοι καί ἐκμεταλλευταί; Τίποτε ἐξ’ αὐτῶν ἀπολύτως. Οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται δέν ἔπραξαν τίποτε ἄλλο ἤ νά ἐπαναλάβουν καί νά διαδώσουν καί νά ἐξάρουν τάς Συνοδικάς πράξεις καί Πατριαρχικάς ἀποφάσεις, ἅς εὗρον εἰς Κώδικας καί βίβλους τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τῶν μετέπειτα. Καί αἱ ἀποφάσεις αὗται καί αἱ Συνοδικαί πράξεις - ἀναμφισβήτητα ἱστορικά κειμήλια – καταβοῶσι τῆς καινοτομίας τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου, καί τήν καταδικάζουν καί ἀναθεματίζουν τούς ἀκολουθοῦντας αὐτήν. Ἄν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητιώτης καί οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται συλλέξαντες ἐπιμελῶς πάντα ταῦτα τά ἔγγραφα τά ἐπέγραψαν ὡς «Σιγγίλια», ἤ ὡς «πράξεις», ἤ ὡς «ἀποφάσεις», ἤ ὡς «Κανόνας», ἤ ἄν συνέταξαν περιλήψεις αὐτῶν, ἤ ἄν τάς ἐφωτοτύπησαν, ἤ ἄν τάς διένειμαν εἰς φυλλάδια διά τούς πιστούς, ὅμως δέν ἠλλοίωσαν οὔτε τήν οὐσίαν, οὔτε τό πνεῦμα καί τήν ἔννοιαν αὐτῶν, ὥστε νά κατηγορῶνται ὡς πλαστογράφοι. Ποῖον συμφέρον εἶχεν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης νά πλαστογραφήση τά περί τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου κείμενα ἀφοῦ τότε δέν εἶχεν ἀνακινηθῆ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα καί οὐδείς εἶχε σκεφθεῖ διά τήν εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν τούτοις μέ ὅλην τήν κακήν προσπάθειάν του καί τάς φωτογραφικάς του πλάκας καί τάς κατά τῶν Ζηλωτῶν Πατέρων συκοφαντίας του, δέν ἀπέδειξε διά τῶν ἄρθρων του τίποτα ἀπό ὅσα κατηγορεῖ, ἠδίκησε δέ μόνον ἑαυτόν καί διέψευσε τήν φήμην του ὡς ἱστορικοῦ, ἐπιπολαίως καί ἀβαθῶς ἁλιεύσας ἀποκόμματα ἐγγράφων, κατασπαράξας δέ ταῦτα ἵνα τά ἀποδείξῃ πλαστά. Εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους Προσεπάθησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του νά παραστήση ὅτι ἡ καινοτομία τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἶναι ἀσήμαντον πράγμα ἀποτελοῦν ἁπλῆν ἡμερολογιακήν διαφοράν 13 ἡμερῶν καί ψέγει τούς Ζηλωτάς Ἁγιορείτας ὅτι διά νά τρομοκρατήσουν τήν συνείδησιν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνεζήτησαν άναθέματα πάσης ἐποχῆς στρεφόμενα κατά τῶν αἱρετικῶν καί κατά τῶν νεωτεριστῶν, καί ἐδημοσίευσαν ταῦτα ὡς ἔχοντα σχέσιν μέ τήν διαφοράν τῶν 13 ἡμερῶν! Τοῦτο εἶναι τουλάχιστον ἁπλοϊκότης΄ διότι ἀπεδείξαμεν ἀνωτέρω, ὅτι καί οἱ μεταρρυθμισταί τοῦ ἡμερολογίου κατεδικάσθησαν, καί πᾶς νεωτερισμός ὡς ἀθετῶν τήν Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί παράδοσιν ἀναθεματίσθη. Ἀλλ’ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπινοεῖ διά τῶν ἄρθρων του καί ἄλλο ἀβάσιμον καί ἀβαθές ἐπιχείρημα ὅτι τάχα ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις ἡ Ἐκκλησία, καθ’ ὅ εἶχε δικαίωμα, ἐν τῆ μερίμνη περί τῶν πιστῶν καί διεκνύουσα τάχα ὅτι ἐπί τῶν ἡμερῶν καί τοῦ χρόνου τῶν ἑορτῶν οὐδαμῶς θίγουσα τά δόγματα αὐτῆς ἐκανόνισε μέν τά τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀσχέτως πρός οἱανδήποτε ἡμερομηνίαν, μετέθηκε δέ τήν ἑορτήν τῶν Χριστουγέννων ἀπό τίς 6 Ἰανουαρίου εἰς τήν 25 Δεκεμβρίου, τήν ἑορτἠν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀπό τήν 28 Δεκεμβρίου εἰς τήν 29 Ἰουνίου κλπ. Λησμονεῖ ὅμως ἤ θέλει νά λησμονῆ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθ’ ἥν ἐποχήν μετέθετε τάς ἀνωτέρω ἑορτάς δέν ἦτο ἀκόμη πλήρως κατηρτισμένη καί δέν εἶχεν ὁλοκληρώσει διά τῶν ἐπτά Οἱκουμενικῶν Συνόδων τό καθεστώς αὐτῆς. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐθέσπισε τό καθεστώς αὐτῆς καί ἀφοῦ καταρτισθεῖσα πλήρως «τό τέλειον εἴληφεν» ὡς λέγει ἡ Συνοδική πρᾶξις τοῦ Ἱερεμίου, καί ἀφοῦ ὕψωσεν ὡσεί δόγμα τάς παραδόσεις καί τάς συνηθείας αὐτῆς καί ἀνεθεμάτισε πάντα νεωτερισμόν καί πᾶσαν παράβασιν αὐτῆς, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπέφερε μεταβολήν εἰς τάς ἑορτάς. Καί διά τοῦτο τό ἑορτολόγιον τῆς Ἐκκλησίας προσηρμοσμένον εἰς τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον ἔμεινεν καί κατά τούς δ΄ καί ε΄ αἰῶνας ἀναλλοίωτον, διότι οὐδείς ἄνευ νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἶχε τήν τόλμην νά κάμνη μεταθέσεις ἑορτῶν, ὑποπίπτων ὡς νεωτεριστής εἰς τάς ἀπαγορεύσεις καί τά ἀναθέματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Λέγει ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι ἀπό αἰῶνος, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἀνωτέρω μεταθέσεις ἑορτῶν τινῶν, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἤν ἔληξαν καί αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι, οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη ὅτι ἀνετράπη ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Λέγει δέ τοῦτο, διότι οἵ τε Ζηλωταί Ἁγιορεῖται καί πάντες οἱ χριστιανοί οἱ μή δεχθέντες τήν καινοτομηθεῖσαν τελευταίως ἡμερολογιακήν ἀνατροπήν καί διά τοῦτο εὐλόγως καί δικαίως κληθέντες Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, κατήγγειλαν καί κατεδίκασαν τήν διά τῆς αὐθαιρέτου εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπελθοῦσαν διαίρεσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καί διάσπασιν τῆς ἑνότητος αὐτῶν. Ἀλλά καί ἐν τῶ κεφαλαίῳ τούτῳ δέν λέγει τήν ἀλήθειαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν σοφιστευόμενος καί παραπλανῶν τούς ἀναγνώστας του. Διότι ἀείποτε μέριμνα τῶν Πατέρων ἦτο νά μή ἀνατραπῆ ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀκριβῶς δἐ διά τήν ἐνότητα ταύτην ἐμερίμνησε ἡ πρώτη ἐν Νικαία Οἰκουμενική Σύνοδος, ἵνα ὡς διεκήρυξεν αὕτη: «Οἱ ἀνά πᾶσαν τήν Οἰκουμένην Χριστιανοί τόν αὐτόν ἑορτάζουσι χρόνον» καί διότι - ὡς γράφει εἰς τήν Συνοδικήν ἐπιστολήν του, ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας – εἶναι δεινόν καί ἀπρεπές «κατά τάς αὐτάς ἡμέρας ἐτέρους μέν ταῖς νηστείαις σχολάζειν, ἑτέρους δέ συμπόσια συντελεῖν... ». Πῶς λοιπόν λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη εἰς τήν παλαιάν ἐποχήν ὅτι ἀνετρέπετο ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῆς μεταθέσεως διαφόρων ἑορτῶν; Δέν διεμαρτύροντο οἱ Πατέρες ἀπό τοῦ τετάρτου ἀκόμη αἰῶνος διά τάς διαφοράς καί διαφωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐξ’ αἰτίας τῶν ἐν διαφόροις ἡμέραις τελουμένων ἑορτῶν καί νηστειῶν ὑπό ἐκάστης Ἐκκλησίας; Δέν διεμαρτύρετο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὀ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου, ὀ Μακάριος Θεοδώρητος, ὁμιλοῦντες περί τῆς «χλεύης διά τήν ἐν τῆ Ἐκκλησία διαφωνίαν» περί τοῦ «ἐπικινδύνου καί ὀλεθρίου τῆς πρός τόν Θεόν άπειθείας ἐν τῆ πρός ἀλλήλους διαστάσει» καί περί τόσων ἄλλων ἐκδηλούντων διαμαρτυρίαν διά τήν καθημερινήν τότε ἀνατροπήν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας; Βεβαίως δέ ἀφοῦ ἔληξαν αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι καί ἀφοῦ μετά τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους καί τήν πλήρη κατάρτισιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπαγιώθη ἠ Ἐκκλησιαστική ἑνότης ἐν τῆ Ὀρθοδοξίᾳ καί ἀπηγορεύθη δι’ ἀναθέματος πᾶσα καινοτομία, καί συνεπῶς πᾶσα μετάθεσις ἑορτῶν, οὐδεμία ἐδόθη πλέον ἀφορμή νά καταγγείλῃ τις τήν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ μετά τόσων αἰώνων ἑνότητα ἡ νεωτεριστική μανία ἡ καταλαβοῦσα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί εἰσαγαγοῦσα ἄνευ κοινῆς συμφωνίας ἁπασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν διέσπασε τήν ἑνότητα ταύτην καί διήρεσε τούς Χριστιανούς εἰς τά τῆς λατρείας αὐτῶν, πῶς ἦτο δυνατόν οἱ γνήσιοι ‘Ορθόδοξοι καί δή οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται νά μή διαμαρτυρηθῶσι καί νά μή καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῶν πιστῶν τήν διά τῆς ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί διαίρεσιν τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος εἰς νεοημερολογίτας καί παλαιοημερολογίτας. Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔπραξαν ἕως τώρα οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται διά τήν αὐθαίρετον ἀντικανονικήν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου ἀλλαγήν, εἶχον καθῆκον νά τό πράξουν. Τό ἐπέβαλεν εἰς αὐτούς ἡ θρησκευτική των πίστις καί ἡ μοναχική καί ἐκκλησιαστική των συνείδησις. Τό ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτούς αὐτός ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀπό τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ὡς καθηγητής καί διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἱστορίας ὡς ἱστορικός, διακηρύξας ὅτι «ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου εἶναι παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις, ἀντιβαίνουσα εἰς ἱερούς κανόνας καί διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὀλιγώτερον λοιπόν παντός ἄλλου δικαιούμενος νά ἐξανίσταται καί διαμαρτύρεται σήμερον κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν εἶναι ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ἐάν ὑπάρχη τις, καθ’ οὗ πρέπει νά ἐξαναστῆ καί τόν ὁποῖον πρέπει νά κακίση, οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος, διότι πρίν μελετήση καλῶς τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, προέβη μετά καταπλησσούσης εὐκολίας εἰς τήν ἀλλαγήν, διασκελίσας Ἱστορίαν, Κανόνας, Παραδόσεις, Διατάξεις, Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί συνήθειαν ὁλοκλήρων αἰώνων. Καί σήμερον, εὑρισκόμενος πρό ἀμηχανίας καί δικαίας ἐξεγέρσεως κατ’ αὐτοῦ, καταφεύγει εἰς ἀναληθεῖς, ἀτόπους καί σκανδαλώδεις ἀποκαλύψεις δῆθεν πλαστοτήτων καί παραποιήσεων κειμένων. Ἀλλά δυνάμεθα νά ἐρωτήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον: Ποῦ στηρίζει τήν γνώμην του περί πλαστότητος τοῦ κειμένου τῆς ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ἐκδοθείσης Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἤ τῆς πρός Ἀρμενίους ἀπαντήσεως Ἱερεμίου τοῦ Β΄; Πόθεν συνάγει καί πῶς ἀποφαίνεται ὅτι ἡ μόνη (;) ἀπόφασις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης Συνόδου ἀναφέρεται μόνον εἰς τόν Πασχάλιον Κανόνα καί ὅτι δέν περιέχει δῆθεν αὕτη ἀναθεματισμόν κατά τῶν ἀκολουθησάντων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον; Οὐδέν ἄλλο μᾶς λέγει εἰς τά ἄρθρα του εἰ μή ὅτι ὁ Δοσίθεος ἐδημοσίευσε τό πρῶτον τήν ἀπάντησιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ πρός τούς Ἀρμενίους, συνυπογράψαντος καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου, ὡς ἐπίσης καί τούς ὀκτώ κανόνας τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1593 ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου καί ὅτι εἰς ταύτας δέν καταδικάζεται ἡ ἡμερολογιακή καινοτομία, οὔτε ἀναθέματα περιέχονται. Ἀλλ’ ὁ Δοσίθεος δέν ἐδημοσίευσεν ὅλας τάς ἐπιστολάς καί ὄλας τάς Συνοδικάς ἀποφάσεις τάς σχετικάς μέ τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ ἄλλων Πατριαρχῶν. Εἰς τό κεφάλαιον «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλλενδαρίου», ἔνθα ὁ Δοσίθεος δημοσιεύει τά τοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, ἔχει τίτλον «Ἐπιστολαί τινές». Δέν καταχωρίζονται λοιπόν εἰς τόν Δοσίθεον, τά ἅπαντα τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν περί τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου. Ἐν τούτοις ἔχομεν ἄλλας μαρτυρίας διαψευδούσας τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν. Ὁ Μελέτιος ἀρχαῖος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὡς εἴπομεν καί ἀνωτέρω, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν του (σελ. 402, & 9) βεβαιοῖ ὅτι πατριαρχεύοντος τοῦ Ἱερεμίου Σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ 1583, ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατέκρινε τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλλενδάριον. Ἔχομεν λοιπόν βεβαίωσιν ἱστορικοῦ ἀνδρός ἐπιφανοῦς, ὅτι τό 1583, ὅτε λέγει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἀπεστάλη ἡ πρός Ἀρμενίους ἀπάντησις τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄, συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει κατακρίνασα τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Διατί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀποσιωπᾶ τοῦτο καί άναφέρει μόνον τήν κατά τό ἔτος αὐτό ἀπάντησιν πρός Ἀρμενίους τοῦ Ἱερεμίου; Ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶναι φυσικόν ὅτι ἀπεστάλη κατόπιν τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καί διά τοῦτο ὑπεγράφη καί ἀπό τόν Σίλβεστρον, τόν συμμετασχόντα τῆς Συνόδου. Οὐδέ ἦτο δυνατόν ἐπί τόσω σοβαροῦ ἀντικειμένου νά ἀποσταλῆ εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἐπιστολή ἀπαγορεύουσα τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἄνευ προηγουμένης συγκλήσεως Συνόδου ἀποφανθείσης ἐπί τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καί ἐρωτῶμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον, ποῦ εἶναι τά Πρακτικά τῆς συγκροτηθείσης ταύτης Συνόδου; Δέν περιέχονται εἰς αὐτά ἀναθεματισμοί; Καί ἄλλη βεβαίωσις Ἀλλ’ ἔχομεν καί ἄλλην βεβαίωσιν. Ὁ γνωστότατος ἱστορικός συγγραφεύς Φιλάρετος Βαφείδης εἰς τόν Τόμον 3 τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας (σελ. 124-125) ὡς ἀνεφέραμεν καί ἀνωτέρω, γράφων περί τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου λέγει ὅτι «ἡ ἐπιστολή αὕτη ἐγράφη συνεπεία τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου, ἥτις καταδικάζει τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον». Διατί ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν ἐφρόντισεν ἐν τῆ ἱστορικῆ του ἐρεύνη ν’ ἀνεύρη τά πρακτικά καί τάς διατάξεις τῆς Συνόδου ταύτης τῆς καταδικασάσης τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλά ὁμιλεῖ περί μιᾶς μόνον Συνόδου ἐπί Ἱερεμίου, τῆς συνελθούσης, ὡς λέγει, κατά τό 1593, ὅτε δέν ὑπῆρχε πλέον ὁ Σίλβεστρος, ἀλλ’ ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ἐν Ἀλεξανδρεία; Καί ἐπειδή εἰς τόν Δοσίθεον δέν εὑρίσκει παρά τούς Κανόνας τῆς Συνόδου ταύτης μή περιέχοντας ἀνάθεμα ἀποφαίνεται ὅτι ἄρα καί ἀνάθεμα δέν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τήν προηγουμένην τοῦ 1583 Σύνοδον, τήν καταδικάσασαν τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον. Ἀλλ’ ἐάν καί ἀφοῦ κατεδικάσθη καί δι’ ἀναθέματος κατά τήν πρώτην Σύνοδον τῶ 1583 ὑπό Ἱερεμίου τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, δέν ὑπῆρχε λόγος νά ἐπαναληφθῆ ἠ καταδίκη ἤ τό ἀνάθεμα καί εἰς τήν Β΄ Σύνοδον, ἀλλά κατεχωρίσθη εἰς αὐτήν ὁ Α΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου «ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς Πατρᾶσι διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου Σωτηρίου Πάσχα κλπ». Καί ἐρωτῶμεν ἤδη, εἶναι ἔνοχος πλαστογραφίας ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης διότι περισυνέλεξε, τίς οἶδε διά ποίων μόχθων καί ἐκ τίνων κειμένων πρακτικῶν καί ἀποφάσεων Συνοδικῶν, πάντα τά ἀφορῶντα τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, τά ὁποῖα συνέπτυξε ἤ τά συνεχώνευσε καί ἀπετέλεσεν ἕν κείμενον περιλαμβάνον τά οὐσιώδη μέρη τῶν ἀληθῶν καί πραγματικῶν κειμένων τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου περί τοῦ Ἡμερολογίου καί τοῦ Πάσχα ἐκδοθεισῶν, ὡς καί τοῦ Τόμου τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως, ἤ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἶναι ἔνοχος ἀποσιωπήσεως καί ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας περί τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἐκδοθεισῶν. Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἱστορικόν κ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον νά ἀποφαίνεται ὅτι δέν ἐξεδόθησαν ἀναθεματισμοί διά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή δέν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τά Πρακτικά καί πλήρεις τάς ἀποφάσεις τῶν ἐπί Ἱερεμίου Β΄, δύο Συνόδων καί νά ἀποκαλῆ πλαστογράφους ὅσους ἦτο δυνατόν νά κατέβαλον μείζονα προσοχήν διά τά ἀληθῆ κείμενα τῶν Συνοδικῶν τούτων ἀποφάσεων. Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει θά ἀποκαλέση αὔριον ἴσως πλαστογράφους τόν Πάμφιλον, Εὐσέβιον καί τόν Ρουφῖνον καί τόν Σωκράτην καί τόν Θεοδώρητον καί τόν Ἱερώνυμον καί τόν Γελάσιον τόν Κυζίκου, τόν ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπον Καισαρείας, ὅσοι ἐπιμελῶς ἐξ αὐθεντικῶν πηγῶν συνέλεξαν καί συνέγραψαν τά Πρακτικά τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τά ὁποῖα τό Πηδάλιον καί οἱ λοιποί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς λέγουν ὅτι οὔτε ἑλληνιστί, οὔτε Λατινιστί ἐξεδόθησαν, τά ὁποῖα ὅμως εὑρίσκονται εἰς τόμους συλλογῆς τῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Παπισταί καί οἱ συνήγοροι τῆς Ἑνώσεως καινοτόμοι καραδοκοῦσιν εὐκαιρίας, ἵνα ἐμμέσουν τό δηλητήριον τῆς ἀμφιβολίας εἰς τάς συνειδήσεις τῶν πιστῶν διά σπερμολογιῶν περί πλαστότητος ἤ ἀνυπαρξίας ἐπισήμων κειμένων πρακτικῶν καί πράξεων Συνόδων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, κεραυνοβολούντων διά καταδίκης καί ἀναθέματος τούς νεωτερισμούς τῶν Λατίνων. Συμπέρασμα Συμπεραίνομεν ὅτι ὅσα σοφίσματα ἤ βεβιασμένους συλλογισμούς ἤ ἐπιχειρήματα καί ἄν ἐπινοήση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅπως παραστήση ἀσήμαντον ἤ ἀδιάφορον διά τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Ὀρθοδοξίαν τήν ἡμερολογιακήν ἀλλαγήν καί ὡς μή ἀπαγορευομένην δῆθεν ὑπό Κανόνων καί Συνοδικῶν καί Πατριαρχικῶν πράξεων, ὅσας συκοφαντίας, χλευασμούς ἤ λοιδωρίας καί ἄν ρίψη κατά τῶν ὑπέρ τῆς τηρήσεως τῶν Πατρώων Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων ἀγωνιζομένων καί δή κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, δέν θά δυνηθῆ ποτέ νά ἀποσείση ἀπ’ αὐτοῦ τόν «ὀνικόν μῦλον» τοῦ Εὐαγγελίου τόν κρεμάμενον ἐπί τοῦ τραχήλου του διά τό δημιουργηθέν καί καθημερινῶς ἀνακινούμενον ὑπ’ αὐτοῦ σκάνδαλον ἐπί τῆς συνειδήσεως τῶν ἀληθῶς εἰς Χριστόν πιστευόντων, τῶν εἰς τά δόγματα, τούς Κανόνας καί τάς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παμψύχως προσηλουμένων. Καί θά ἀκούεται ἐσαεί ἐπικροτουμένη καί ἐπαναλαμβανομένη ὑπό μυριάδων στομάτων εὐσεβῶν χριστιανῶν, γνησίων Ὀρθοδόξων, ἡ ἔντονος καί καυστική φωνή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κασσανδρείας, ἡ ἐντός τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τό πρῶτον ὑψωθεῖσα καί κράζουσα: «Ἱερόν θεωρῶ καθῆκον ... νά χαρακτηρίσω ὡς παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν καί παιγνίδιον ἐν οὐ παικτοῖς τήν ἀλλαγήν, ἤ διόρθωσιν ἤ ὁπωσδήποτε ἄν ἀποκαλῶσι ταύτην τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, ὅπερ περιφρουρεῖ ὡς ἄγγελος φύλαξ, τήν πίστιν, τάς παραδόσεις, τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῶν ἀνά τό πρόσωπον τῆς γῆς διεσπαρμένων, ὅτι ἑορτάζοντες κατ’ αὐτό ἀνήκουσιν εἰς τήν μίαν καί μόνην Πρεσβυγενῆ καί ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν» ΤΕΛΟΣ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠ...