ΙΕΡΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑΚΟΜΒΩΝ "ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΤΑΒΑΣ"
ΥΠ ΟΨΙΝ ΣΕΒ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1981 (ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ ΕΠΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ
Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας Κατακομβων
p͏S͏d͏t͏s͏n͏o͏r͏o͏e͏l͏9͏9͏7͏i͏1͏a͏9͏0͏8͏u͏4͏6͏u͏m͏5͏l͏h͏u͏i͏5͏u͏c͏7͏g͏1͏i͏h͏8͏7͏2͏g͏c͏3͏i͏1͏5͏2͏9͏t͏m͏0͏a͏l͏6͏1͏f͏m͏2͏7͏ ·
Shared with Public
ΥΠ ΟΨΙΝ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ (58)
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1981
ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ ΕΠΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ
ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΞΕΩΝ - ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΙ ΟΠΟΙΑΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΩΡΑ 6 Μ.Μ. ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΑΙΣΚΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΝΣΙΣ: ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΚΑΡΕΑ 56, ΤΗΛ. 210. 7643909 (210. 6020176)
ΤΕΥΧΟΣ 206 ΜΑΡΤΙΟΣ 2008
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΥ
ΤΗΣ 19 & 20. 8. 1981 ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ
ΤΗΣ «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ»
«...Μετά μικράν διακοπήν ἤρχισε τό θέμα «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ». Κατ’ ἀρχήν ἀνεγνώσθη τό κείμενον τοῦ Βίκτωρος Μοναχοῦ «Πρότασις τῆς 11/24.5.1971». Κατόπιν τούτου ἐζητήθη νά κατατεθοῦν στοιχεῖα περί τοῦ θέματος.
Ὁ Σεβ/τος Κιτίου εἶπεν ὅτι ἔχει πολλά ἐκ τοῦ ‘Αρχείου τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ καί ὅτι θά ἀποστείλη τά σχετικά ἀποσπάσματα. ‘Επίσης λέγει ὅτι ἡ πρόσκλησις τήν ὁποίαν ἔλαβε τοῦ λέγει ὅτι ἐξελέγη διά τήν Ἐπιτροπήν ἡ ὁποία θά ὑπάγη εἰς τήν Ἀμερικήν διά νά διαφωτίση τούς Λευκορώσους διά τό θέμα τοῦ Ἡμερολογίου.
Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐγένετο ἀναφορά εἰς τά πρό τοῦ 1971, ἤτοι εἰς τό ρόλον τόν ὁποῖον ἔπαιξεν ὁ Καλλιόπιος, ἵνα παρασύρη τήν ‘Εξαρχίαν εἰς ‘Αμερικήν.
Εἰς αὐτό τό σημεῖον ὁ Σεβ. Κιτίου εἶπεν ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐσχεδίαζε νά λάβη τήν χειροτονίαν ἀπό τούς Ρώσσους καί ἀφοῦ δέν τήν ἔλαβε ἐνήργησε νά πᾶνε οἱ Ματθαιϊκοί μήπως ἐπιτύχη οὕτω διά τῆς ὁδοῦ τασύτης νά γίνη Ἐπίσκοπος.
Θεολ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης: Πῶς εἴδατε τούς Κάλλιστον καί Καλλιόπιον κατά τήν παραμονήν σας εἰς ‘Αμερικήν. Πάντως ὁ Καλλιόπιος εἶχεν ἐπαφάς μετά τοῦ Καλλίστου ἀπό δύο τουλάχιστον ἤ τριῶν ἐτῶν προηγουμένως.
Σεβ. Κιτίου: Τίποτε δέν γνωρίζω, ἐγώ ἤμουν ἀπομεμονωμένος εἰς τήν Κύπρον.
Σεβ. Βρεσθένης:’Από πληροφορίας πού ἔχω ὁ Καλλιόπιος ἔλεγε στόν Ματθαῖο Λαγγῆν ά πᾶμε στήν ‘Αμερική νά τακτοποιήσουνε τήν ἀναγνώρισι ἀπό τούς Ρώσους καί ὁ π. Εὐγένιος τοῦ ἔλεγε, ἄν θέλης νά πάρης τήν μίτρα πήγαινε, οἱ Φλωριναῖοι δέν πρόκειται νά ἐπιστρέψουν.
Σεβ. ‘Αργολίδος: Κάποτε, μᾶλλον πρό τοῦ 1970 ἐσυνάντησα τόν Καλλιόπιο στό Μοναστήρι τῶν Ταξιαρχῶν εἰς ‘Αθήκια καί χαιρετηθήκαμε, τίποτ’ ἄλλο δέν γνωρίζω.
Σεβ. Κιτίου: Ἡ Μακαρία κάποτε μέ ρώτησε ἄν γνωρίζω περί τοῦ π. Παντελεήμονος εἰς ‘Αμερικήν καί ἐγώ τῆς εἶπα ὅτι ἀπ’ ὅ,τι ἤκουσα εἶναι Μακρακιστής.
Σεβ. Κιτίου: Μακαριώτατε εἴχατε συνεννοηθεῖ πρίν μέ τόν π. Εὐγένιο περί τῆς μεταβάσεώς των εἰς ‘Αμερικήν;
Μακαριώτατος: Ὄχι.
‘Αρχιμ. Χρυσόστομος: Περί τοῦ ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐνεργοῦσε πρό τοῦ 1970 περί τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πληροφορίας ἀπό τόν ἴδιο τόν Καλλιόπιο, ὅταν μετά τήν ἐπιστροφήν των ἐξ’ ‘Αμερικῆς τό 1971 εὑρισκόμεθα εἰς τό δωμάτιόν του στόν Πειαριᾶ παρόντων καί τοῦ π. Κλήμη μεθ’ ἑνός Μοναχοῦ ἐκ τῆς συνοδείας του, τοῦ Καλλίστου, τῆς Μακαρίας καί ἐμοῦ, ὅπου ἔλεγε ὅτι διά τήν ὑπόθεσιν, ἤτοι τῆς μεταβάσεως εἰς ‘Αμερικήν καί ἀναγνώρισιν ἀπό τούς Ρώσους εἴχαμε ἐπαφάς καί συνεννοήσεις πρό δύο ἐτῶν μέ τόν Κάλλιστο καί τήν Μακαρία, ὅπου ἤρχοντο ἐδῶ εἰς τό ταπεινόν μου κελλίον καί τά ἐσυζητούσαμε. Τούς ἔλεγα δέ ὅτι πρέπει νά πᾶμε εἰς τήν ‘Αμερικήν καί νά συναντηθοῦν μέ τόν Φιλάρετο νά τούς ἀναγνωρίση. Διότι ἄν πᾶτε στήν ‘Αμερική καί δέν συναντῆστε τόν Φιλάρετο μήν πᾶτε καθόλου. Θά φροντίσω ἐγώ νά μήν φανῆ προσυνεννοημένη ἡ συνάντησίς σας. Τηλεφωνικῶς δέ εἶχα ἐπικοινωνήσει εἰς ‘Αμερικήν μέ τόν π. Παντελεήμονα ὁ ὁποῖος ὑπεδέχθη εἰς ‘Αμερικήν τόν Κάλλιστον τό 1970, καί ὁ ὁποῖος ἐνήργησε νά συναντηθῆ ὀ Κάλλιστος μέ τόν Φιλάρετο. Κατά τήν ἀφήγησιν τοῦ Καλλιοπίου οὐδείς τόν διέψευσε, μάλιστα ὁ Κάλλιστος εἰς μίαν στιγμήν τοῦ εἶπε: «Λέγε, λέγε π. Καλλιόπιε, νά φωτίζωνται τά παιδιά». Χαρακτηριστικῶς ὁ Καλλιόπιος εἶπεν ὅτι ἀρχικῶς ἤρχοντο ὁ Καλλιόπιος καί ἡ Μακαρία ἐδῶ καί ἐφοβοῦντο μήπως γίνουν ἀντιληπτοί πού ἔχουν σχέσι μαζί μου.
Σεβ. Κοζάνης: Ἔχω πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐπῆγε στόν Πολύκαρπο Λιώση καί τόν πίσεσε νά ὑπογράψη τήν πληροφορία ὅτι ὁ Φλωρίνης εἶχε πεῖ, ὅτι οἱ Ματθαιϊκοί νά χειροθετοῦνται.
Ἀρχιμ. Χρυσόστομος: Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐνθυμοῦμαι πού μοῦ εἶχεν εἰπεῖ ὀ Καλλιόπιος ὅτι διά τό θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ματθαιϊκῶν καί τῆς χειροθεσίας των συνεννοήθησαν 4 ἄτομα: 1) Βίκτωρ Μοναχός 2) Πολύκαρπος Λιώσης 3) Ἕνας ‘Αγιορείτης δέν ἐνθυμοῦμαι τό ὄνομά πού μοῦ εἶπε καί 4) Ἴσως ἐννοοῦσε τόν ἐαυτόν του.
‘Ελ. Γκουτζίδης: Ὅλα ἦσαν προκατασκευασμένα ὑπό τοῦ Καλλιοπίου, Βίκτωρος καί Παντελεήμονος. Τά ἐγνώριζον καί ἄλλα πρόσωπα, ὅπως ὁ π. Κων/νος ‘Αλεξανδρόπουλος, ὅστις ἐπανειλημμένως μέ ἠρώτησεν πῶς θά γίνουν δεκτοί οἱ ‘Αρχιερεῖς ἀπό τούς Ρώσους. Καί εἰς τήν ἀπάντησίν μου ὅτι δι’ ἁπλῆς Συνοδικῆς Πράξεως, ἐφ’ ὅσον βεβαίως πρωτίστως ὑπάρξει ταυτότης ἐν τῆ Πίστει, οὗτος μέ διεβεβαίωσεν ὅτι θά γίνουν δεκτοί διά χειροθεσίας.»
Μεθ’ ἡμέρας δέ ἦλθε εἰς τό Γραφεῖον καί εἰρωνικῶς μοῦ εἶπεν: «’Ἐλευθέριε τούς ἐχειροθέτησαν», ὅταν ἐμεῖς ἀγνοούσαμε τά πάντα.
Ἡ ἀπάντησίς μου ἦτο: «Εἶναι ἀδύνατον, τότε δέν εἶναι ‘Επίσκοποι. Πῶς λοιπόν ἐγνώριζε τά πάντα ὁ π. Κων/νος;;».
‘Ενθυμοῦμαι ἀκόμη ὅτι εἰς τό ἀεροδρόμιον ἐπληροφορήθην ὑπό τοῦ Κων/νου Σαραντοπούλου ὅτι ὁ Καλλιόπιος τοῦ ἐτηλεφώνησε καί τοῦ εἶπεν ὅτι τούς χειροθέτησαν, τότε ἐν καταφανεῖ ἀγανακτήσει ἐπεχείρησα νά ἀποχωρήσω τοῦ ἀεροδρομίου, διότι δέν ἐννοοῦσα νά ὑποδεχθῶ προδότας ἀρχιερεῖς. Τῆ ἐπιμονῆ ὅμως τῶν Κληρικῶν Ματθαίου καί Νικολάου ἀνέμενον νά πληροφορηθῶ ἀκριβῶς. Ὅτε ἔφθασεν ἡ ‘Εξαρχία ἦτο καταφανῶς στενοχωρημένη, ἀλλά ἐπεδιώχθη νά δημιουργθῆ ἀτμόσφαιρα πανηγυρική, ἐνῶ οἱ πληροφορίες πού μᾶς ἔδωσαν ἦσαν ὅτι οἱ Ρῶσοι ὀρθοδόξησαν, ὅτι ἠ Ὀρθοδοξία διεδόθη εἰς τά τέσσερα σημεῖα τοῦ κόσμου καί ὅτι ἐδέχθησαν χειροθεσίαν ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἁπλῆς εὐλογίας καί διά νά μήν ἔχη οὐδείς πρόφασιν νά ἐμποδίση τήν ἐνότητα καί τήν πρόοδον τῆς Ἐκκλησίας.
Ἦτο χαρακτηριστικόν τό παράδειγμα πού μοῦ εἶπον: Ὑπῆρχε μία παράβασις ἐξωτερική, τυπική, ὅπως ὅταν ἐσύ εἶσαι παραβάτης καί σέ συγχωρεῖ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν ὁ πνευματικός σου, ἔτσι ἐδέχθημεν καί ἡμεῖς τήν χειροθεσίαν.
Μετά ταῦτα βεβαιωθείς ὅτι δέν θίγει ἡ χειροθεσία τήν ἀκεραιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας ἠρέμησα καί ἐζήτησα συγγνώμην, διότι ἀπεδοκίμασα ὡς προδότας τούς Ἀρχιερεῖς τῆς ‘Εξαρχίας. Ἔσφαλα ὅμως διότι ἐζήτησα τά κείμενα καί δέν ἐπεμεινα εἰς γραπτάς βεβαιώσεις, ἀλλά ἐπείσθην εἰς τά προφορικῶς λεχθέντα.
Σεβ. Κιτίου: Θά σᾶς πῶς ὅ,τι ἠσθανόμην καί τότε καί τώρα. Ὅταν ἦλθα εἰς τήν Ἑλλάδα μοῦ εἶπον, εἶσαι ἕτοιμος νά φύγωμεν δι’ ‘Αμερικήν; Καί ἀπήντησα ναί εἶμαι. Καί σύμφωνα μέ τήν πρόσκλησιν ξεκίνησα ἔχων τήν ἐντύπωσιν ὅτι θά διαφωτίσωμεν τούς Ρώσους διά τό Ἡμερολόγιο. ‘Από τήν ἡμέρα τῆς ἀφίξεώς μας εἰς τήν ‘Αμερικήν δέν ἐπικοινωνούσαμε μεταξύ μας ἕως τήν προηγουμένην πού θά εἰσερχόμεθα εἰς τήν Σύνοδον τῶν Ρώσων.
Σεβ. Κιτίου: ΄Αναγινώσκει ἐξ ἐγγράφου του τό ἱστορικόν τῆς ἑνώσεώς των μετά τῶν Ρώσων.
Σεβ. Κιτίου: Κατά τόν Αὔγουστον τοῦ 1971, ἔλαβον μίαν ἐπιστολήν ἐκ τοῦ π. Εὐγενίου Τόμπρου, διά τῆς ὁποίας ἐκαλούμην εἰς Ἑλλάδα καί μοῦ ἐξηγοῦσε ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ ἐξέλεξε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, νά ὑπάγωμεν εἰς ‘Αμερικήν νά φωτίσωμεν τούς ἀνωτέρω Ρώσους διά τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου.
Ἔφθασα εἰς Ἑλλάδα τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1971. Τήν ἄλλην ἡμέραν συνελθοῦσα ἡ Ἱερά Σύνοδος χωρίς ἄλλης ἐξηγήσεως ἀπεφάσισεν νά φύγωμεν ἀμέσως διά τήν Ἀμερικήν.
Φθάσαντες εἰς ‘Αμερικήν ὁ Κορινθίας Κάλλιστος, ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος, ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος, Πρωτοσύγκελλος καί ‘Αρχιγραμματεύς τῆς Συνόδου καί ὁ π. Καλλιόπιος, ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο χωρισμένος ἀπό τῆς «Ματθαιϊκῆς» Συνόδου, τόν μέν Μητροπολίτην Κιτίου καί Καλλιόπιον ἐτοποθέτησαν εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Μεταμορφώσεως Βοστώνης ΗΠΑ εἰς τόν 3ον ὄραφον, εἰς τόν 1ον ὄροφον ἦτο ἡ Ἐκκλησία, τόν δέ Κορινθίας καί τόν π. Εὐγένιον Πρωτοσύγκελλον, εἰς τό σπίτι τῆς κ. Μαρίας ‘Αρβανίτου, πολύ μακρυά ἀπό τήν Μονήν. ‘Εκεῖ ἐγώ παρέμεινα ἕως τῆς ἡμέρας πού ἐπήγαμε εἰς τήν Ν. Ὑόρκην δηλαδή τήν 13ην Σεπτεμβρίου.
Εἰς τό διάστημα τοῦτο εἶδον ὅτι ὁ π. Εὐγένιος ἔδωσε τό Ὑπόμνημά του εἰς τόν π. Παντελεήμονα, νά τό μεταφράση εἰς τήν Ἀγγλικήν.
Ὁ π. Παντελεήμων μόλις εἶδε τήν φρᾶσιν, ὅτι «οἱ νεοημερολογῖται ἔχασαν τήν χάριν», τοῦ εἶπε ὅτι δέν θά δεχθοῦν αὐτό οἱ Ρῶσοι. Ὁ π. Εὐγένιος τοῦ ἀπήντησεν: «Ἐσύ βάλε το καί ἀς μή τό δεχθοῦν». Ἄλλην συνάντησιν δέν εἶχον οὔτε μέ τόν Κορινθίας, οὔτε μέ τόν π. Εὐγένιον. Εἰς τήν προσευχήν δέν κατέβαινον. Ὁ π. Καλλιόπιος πήγαινε εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Μιά βραδυά πηγαινάμενος εἰς τό δωμάτιό μου ἐσυναντήθην μετά τοῦ π. Καλλιοπίου εἰς τόν διάδρομον καί μοῦ εἶπεν: «Ἔπρεπε νά κάνετε μίαν αἴτησιν εἰς τήν Σύνοδον διά τήν χειροτονίαν σας». Τοῦ ἀπάντησα δέν ἔχω ἀνάγκην, δέν ἀμφιβάλλω ἐγώ, ἐκτός διά τόν κόσμον ὅπου σκανδαλίζεται. Ὁ π. Καλλιόπιος καί ὀ π. Παντελεήμων ἐπήγαιναν καί ἐσυναντοῦντο μέ τόν Κορινθίας καί τόν Πρωτοσύγκελλο.
Ὅλοι μαζί συναντηθήκαμε καί ξεκινήσαμε διά τήν Νέαν Ὑόρκην τήν 13ην Σεπτεμβρίου. Τό βράδυ ὁ Κορινθίας καί ἐγώ ἐμείναμεν εἰς τό σπίτι τοῦ κ. Ἀντωνίου Γαβαλᾶ, θεολόγου. ‘Εκεῖ ἑωρτάσαμε μόνοι τήν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, οἱ ἄλλοι δέν ξέρω ποῦ ἔμειναν.
Εἰς τάς 15 Σεπτεμβρίου συνηντήθημεν ὅλοι εἰς Σύνοδον μετά 13 Ρώσων ‘Αρχιερέων. Κατ’ ἀρχάς ἀνεγνώσθη τό Ὑπόμνημα καί μετεφράζετο εἰς τά Ρωσικά καί κατόπιν ὁ π. Παντελεήμων μετέφραζε πρός ἡμᾶς εἰς τά Ἑλληνικά. Εἰς μίαν στιγμήν οἱ Ρῶσοι ἔδειξαν θαυμασμόν, δέν ἀντελήφθην διά ποίαν αἰτίαν. Τό ἐξέλαβον διά τό βαθύ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Στό τέλος μᾶς ἀπήντησαν ὅτι δέν ἔχουν δεχθεῖ τό νέον Ἡμερολόγιον, διότι δέν ἔγινε Οἰκουμενική Σύνοδος καί ἐθεώρησαν τοῦτο μοντερνισμόν (νεωτερισμόν). Τώρα λόγω τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπεφάσισαν νά χωρίσουν τελείως ἀπό τούς νεωτεριστάς. ‘Αμέσως ὁ π. Εὐγένιος σηκώθηκε καί κατηυθύνθη εἰς ἕνα τραπεζάκι ἐντός τῆς αἰθούσης καί ἐκάλεσε τόν Κορινθίας καί ὑπέγραψε ἕνα χαρτί. ‘Αμέσως μέ ἐκάλεσε καί ἐμένα.
Τόν ἐρώτησα τί εἶναι. Μοῦ εἶπε: «Μία αἴτησις διά νά ἐξετάσουν τό θέμα τῶν χειροτονιῶν». Τοῦ λέγω: «Μἀ ἀκόμα δέν ἡνώθημεν». Μοῦ λέγει: «Ὑπέγραψε καί θά δοῦμε». Ἀμέσως τό κατέθεσε καί ἀνεγνώσθη.
Οἱ Ρῶσοι μᾶς εἶπον: «‘’Αφοῦ γράφετε ὅτι εἶσθε Κανονικοί, τί θέλετε ἀπό ἐμᾶς». Ὁ π. Εὐγένιος εἶπε: «’Εμεῖς ἔτσι φρονοῦμε. ‘Εσεῖς ὡς μείζων Σύνοδος νά ἐξετάσετε συμφώνως τῶν Ἱερῶν Κανόνων». Μᾶς εἶπαν: «Νά βγῆτε ἔξω μισή ὥρα καί θά σᾶς καλέσωμεν». Μετά μισήν ὥραν μᾶς κάλεσαν καί μᾶς ἀνέγνωσαν τήν ἀπόφασιν καί μᾶς εἶπαν: «Εἶσθε εὐχαριστημένοι. ‘Εμεῖς αὐτά γράφουμε, ἐσεῖς ὅπως θέλετε πάρτε τα». Νά εἶναι σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνας, νά μήν εὐθύνεσθε οὔτε ἐσεῖς, οὔτε ἐμεῖς». Μή ὑπαρχούσης καμμιᾶς ἐνστάσεως, ἐσηκώθησαν ὅλοι καί ἔγινεν ἀσπασμός καί ὠνόμασαν τήν στιγμήν ἐκείνην Μικράν Ἀνάστασιν. ‘Εγώ εἶχον κάποια ἀνησυχίαν μέσα μου, ἀλλά λόγῳ τόπου, χρόνου καί γλώσσης δέν ἠδυνάμην νά ἐκφρασθῶ. Τήν ἰδίαν ἡμέραν ὅταν μείναμε τήν νύκτα μαζί μέ τόν Κορινθίας, ἄνοιξα τό βιβλίον τοῦ ‘Αλιβιζάτου «Σύνοψις Κανόνων» καί ἐρευνώντας τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγω εἰς τόν Κορινθίας: «Σεβασμιώτατε, μᾶς μεταχειρίζονται σάν σχισματικούς. Ἔχω μέσα μου κάποιαν ἀνησυχίαν» Μοῦ λέγει: «Νά τό πῶ τοῦ Πρωτοσυγκέλλου...».
Τήν ἄλλην ἡμέραν, φύγαμε διά Βοστώνην. ‘Ανάμενα νά κληθῶ εἰς συνάντησιν. Δέν ἔγινε. Μετά δύο ἡμέρας ἦλθε τό χαρτί πού ἔγραφε ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, ἐκεῖνα πού μᾶς εἶπον ἐν Συνόδῳ περί Ἡμερολογίου. ‘Εν τῶ μεταξύ, ἐνῶ ἐκαθόμην μόνος ἐντός τῆς αἰθούσης πλησίον τῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε ὁ π. Εὐγένιος καί μέ ρὠτησε ἄν ἦλθε τό χαρτί. Τοῦ εἶπον ὅτι «τό χαρτί ἦλθεν, ἀλλά τίποτα δέν λέγει». Μοῦ λέγει: «Κάτι λέγει. Κάτι λέγει». Τοῦ λέγω: «Ναί, ἀλλά δέν λέγει ὅτι πρέπει νά λέγη».
‘Εκεῖ προσπάθησε νά μή καθησυχάση καί μοῦ λέγει: «Μά δέν ἔγινε καί κανένα γεγονός ἤ θαῦμα τοῦ Ματθαίου καί δεσμυεόμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν ἕνωσιν καί τήν ἀποδοχήν τῆς χειροθεσίας». Τότε ἐσκέφθην, ἔφ’ ὅσον ἐδέχθη ὁ π. Εὐγένιος τόν ὁρισμόν νά ἑνωθῶμεν μετά τῶν Αὐξεντιανῶν, καί ἐφ’ ὅσον μία ὁλόκληρος ‘Εκκλησία ἐγκατεσπαρμένη εἰς ὅλον τόν κόσμον θά ὀρθοδοξοῦσε μέ χιλιάδας πιστῶν, δέν ἔπρεπε νά ἀντιδράσω καί νά γίνω ἀφορμή διασπάσεως τοῦ τόσον μεγάλου καλοῦ πού ἔμελλε νά λάβη χώραν..... Καί ἔμεινα σιωπηλός.
Τήν ἄλλην ἡμέραν ἔγινε ἡ χειροθεσία τοῦ Κορινθίας. Δέν γνωρίζω τί ἐπηκολούθησεν ἐν τοῖς παρασκηνίοις. Πρίν τῆς ἀπολύσεως ὁ προεξάρχων τῆς τελετῆς, ὁ Γερμανίας Φιλόθεος ὡμίλησεν Ἑλληνικά καί σύν τοῖς ἄλλοις εἶπεν: «’Εσπούδασα εἰς τήν Σχολήν τῆς Χάλκης, γνωρίζω πολλούς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν μπορῶ νά ἔχω ἕνωσιν μέ αὐτούς. Μέ ἐσᾶς θά ἔχω ἕνωσιν, μέ τούς Ἕλληνας θά ἔχω ἕνωσιν». Καί τό ἐπανέλαβε, εἶναι δέ μαγνητοφωνημένο.
Εἰς τό σημεῖον αὐτό διεσκεδάσθη ἡ λύπη μου ὡς πρός τήν Ὀμολογίαν, καί ἔκρινα ὅτι ἐφ’ ὅσον ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Συνόδου διά τήν τελετήν, διορισθείς ἐξ αὐτῆς, ὀμολογεῖ ὄτι κόπτει τήν κοινωνίαν μετά τῶν νεοημερολογιτῶν, συνεπῶς καί ἡ Σύνοδός του, ἐδέχθην καί ἐγώ τήν ἄλλην ἡμέραν χειροθεσίαν, ὥρα τῆς δοξολογίας, χωρίς νά γνωρίζω τί διαβάσανε, ἐφ’ ὅσον ἦτο εἰς ἄλλην γλῶσσαν, χωρίς νά ἐκφωνήσουν ἔξω τίποτα. Ὡμίλησε καί πάλιν τά ἴδια ὁ Γερμανίας, ὅτι δέν θά ἔχη ἕνωσιν μέ τούς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καί ἀντεφώνησα ὅτι ἐπί τῆς Ὁμολογίας ταύτην πεποίθαμεν ὅτι θά τήν τηρήσουν, ὅπως καί ἐμεῖς μέχρι θυσίας αἵματος.
Κατόπιν καθήσαμεν εἰς Τράπεζαν., ὅπου ἔγιναν προσφωνήσεις ἀπό π. Παντελεήμονα, Εὐγένιον κλπ.
Μετ’ ὀλίγας ἠμέρας πήγαμε εἰς Τορόντο Καναδᾶ, συλλειτουργήσαμε μετά τῶν ἱερέων Παντελεήμονος, Παναγιώτη Καραθανάση, ‘Αλεξάνδρου Διακόνου καί μἐ ἐκκλησίαν ἀνάμεικτον, ὡς καί πολλῶν Αὐξεντιανῶν.
‘Εκεῖ ὠμίλησεν ὁ π. Εὐγένιος καυχώμενος ὅτι οἱ κόποι του ἐστέφθησαν ἀπό τόν Θεόν καί κατηγορώντας τούς Αὐξεντιανούς, ὅτι χειροτονήθηκαν ἀπό Νεοημερολογίτας κ.λ.π. Ἄρχισα καί πάλιν νά ἀνησυχῶ.
Τά ἐν Ἑλλάδι εἶναι γνωστά εἰς ὅλους.
Ὁ Σεβ. Κιτίου μετά τήν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεώς του εἶπεν. Σκέπτομαι τώρα καί συμπεραίνω, ὅτι ὅλα ἦσαν προσυζητημένα καί προετοιμασμένα, ὥστε νά γίνη ἡ χειροθεσία. Ἡ χειροθεσία ἔγινε στήν Δοξολογία. Δέν εἶχα μελετήσει προσφάτως τό θέμα περί χειροθεσίας διά νά εἶμαι κατατοπισμένος, ὁπότε μέ ἀιφνιδίασε.
Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Σεβασμιώτατε, ἀγία αὐτή ἠ ἀνησυχία σας περί τοῦ Η΄ Κανόνος, διατί ὅμως δέν τήν εἴπατε ἀμέσως, ὅταν ἐπιστρέψατε;
Σεβ. Κιτίου: Ἐγώ τίς ἀνησυχίες μου τίς εἶπα.
Ἐλ. Γκουτζίδης: Ποῦ τίς εἴπατε, Σεβασμιώτατε;
Σεβ. Κιτίου: Δέν ἐνθυμοῦμαι.
Ἐλ. Γκουτζίδης: Οὔτε κἄν τήν ἀπόφασιν εἴδαμε. Τήν γνωρίσαμε δέ τό πρῶτον ἀπό τά «Χαρμόσυνα Μηνύματα» τοῦ Βίκτωρος. Δέν θά ἦτο δυνατόν νά ἀκολουθήση καμμία ἐνέργεια, ἄν ἐγνωρίζαμε τήν ἀπόφασιν.
Μακαριώτατος: Ἐγώ περίμενα στήν συνεδρίασι μέ τούς Κληρικούς νά ἀκούσω τήν ἀπόφασι, ἀλλά δέν ἀνεγνώσθη.
Ἐλευθέριος Γκουτζίδης: Ἡ ρητή δήλωσις τῆς Ἐξαρχίας ὅτι οἱ Ρῶσοι ὡμολόγησαν καί ἀνεγνώρισαν τήν χειροτονίαν τοῦ 1948, τήν δέ χειροθεσίαν ἔκαμαν τυπικῶς ὑπό τύπον μιᾶς συγχωρητικῆς εὐχῆς καί διά τήν ἐνότητα, μᾶς εἰρήνευσε καί μᾶς χαροποίησε, ὥστε νά μήν ἀντιδράσωμεν καθόλου. Δηλαδή πρῶτον ἠ Ὁμολογία τῆς Ἐκθέσώς των καί δεύτερον ὅτι ἡ χειροθεσία ἦτο μία συγχωρητική εὐχή, ἦσαν αἱ προϋποθέσεις πού ἐδεχθήκαμε τό γεγονός, καί ἐπιδιώξαμε νά δεχθοῦν τουλάχιστον, ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν χειροθεσίαν, ἵνα μή ὑπάρξῃ σχίσμα.
Μεσσηνίας: Ναί ἔτσι δεχθήκαμε τήν χειροθεσία καί ἵνα μή δημιουργηθῆ μεταξύ μας σχίσμα. Ἐνθυμοῦμαι τόν π. Εὐγένιο πού εἶπε, τό κάναμε διά νά γίνη ἡ ἕνωσις νά ἔλθη ἡ εἰρήνευσις στήν Ἐκκλησία θέλουμε δἐν θέλουμε.
Ἀττικῆς: Ναί ἐπεκράτησε τό πνεῦμα νά μή γίνη σχίσμα στήν Ἐκκλησία καί νά δεχθοῦμε τήν χειροθεσία, ἐφ’ ὅσον οἱ Ρῶσοι ἦσαν πράγματι ὀρθόδοξοι κατά τήν διαβεβαίωσιν τῆς Ἐξαρχίας καί ὄτι ἐπρόκειτο περί συγχωρητικῆς εὐχῆς.
Μακαριώτατος: Τήν δεχθήκαμε τήν χειροθεσία σάν τύπο συγχωρητικῆς εὐχῆς.
Σεβ. Κιτίου: Μετά τήν χειροθεσία βαδίζοντες καθ’ ὁδόν Εὐγένιος, Καλλιόπιος, Μακαρία καί ἐγώ, καί ἐνῶ ἤμουν σέ κάποια στιγμή πλησίον τῆς Μακαρίας, μοί εἶπεν αὕτη: «Σεβασμιώτατε νά φύγη τό ὑφ’ ἑνός καί τότε χωρίζουμε ἀπό τούς Ρώσους». Αὐτό μοῦ ἐδημιούργησε ἐκ τῶν ὐστέρων τήν ἐντύπωσι ὅτι ἦτο προσυνεννοημένη ἠ ὑπόθεσις.
Σεβ. Πειραιῶς: Ἄν ὅταν ἦλθε ἡ Ἐξαρχία μᾶς ἔλεγε πῶς ἔγιναν ἀκριβῶς τά πράγματα θά ἐδιορθώνετο ἡ κατάστασις ἀμέσως τότε.
Σεβ. Κιτίου: Δέν ἀρνοῦμαι τήν ἐνοχήν, ἔστω καί μέ τήν ἀμάθειαν μου, ὅλα τά εἶπα τά πράγματα στήν Σύνοδο τότε.
Σεβ. Μεσσηνίας: Δέν τά εἴπατε, Σεβασμιώτατε.
Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Αὐτά τά πράγματα Ἅγιε Κιτίου, περί τοῦ Η΄ Κανόνος καί περί τοῦ Γερμανίας δέν τά εἴπατε τότε.
Σεβ. Κιτίου: Δέν φοβοῦμαι θά πῶ ὅτι ἔφταιξα ἑπτά φορές, ἀλλά φέρουν καί ἄλλοι τήν εὐθύνη.
Σεβ. Μεσσηνίας: Ὁ π. Εὐγένιος εἶχε πεῖ τότε ὅτι ἐδέχθη τήν χειροθεσίαν διά νά γίνη ἡ ἕνωσις.
Κατόπιν ἡ Ἱερά Σύνοδος διευκρίνισε ρητῶς, ὅτι ἐγένετο δεκτή ἡ χειροθεσία ὑπό τήν ρητήν διαβεβαίωσιν τῆς ‘Εξαρχίας, ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος ἐδέχθη τήν ‘Εκκλησιολογίαν - Ὁμολογίαν μας καί τήν χειροθεσίαν ὡς ἁπλῆν εὐλογίαν – συγχωρητικήν εὐχήν ὡς μίαν ἐξωτερικήν τυπικήν πράξιν, ταῦτα δέ ἐπί τῶ σκοπῶ τῆς ἑνώσεως καί τῆς εὐοδώσεως τοῦ Ἱεροῦ ‘Αγῶνος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐν συνεχείᾳ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις διά τήν σήμερον κατόπιν τῆς κεκανονισμένης προσευχῆς».
Παραθέτομεν καί τό Πρακτικόν τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος καί Κύπρου τῆς 20.8.1981, τό ἀφορῶν εἰδικώτερον τήν Ἀπόφασιν τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἀπό ὑπ’ ἀριθμ. 16-11 τῆς 15/28.9.1971.
Σήμερον ἡμέραν Τετάρτην 20.8.1981 καί ὥραν 9.30 π.μ. καί ἐν τῆ αἰθούση τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, παρόντων τοῦ Μακαριωτάτου κ. Ἀνδρέου καί τοῦ Σεβ. Κιτίου καθώς καί ἁπάντων τῶν Ἱεραρχῶν, ὅπως καί εἰς τάς προηγουμένας συνεδριάσεις ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ωτῆς Ἱεραρχίας.
Ἀρχικῶς ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔκρινε σκόπιμον, ὅπως ἐπανέλθη ἐπί τοῦ θέματος τῆς χειροθεσίας καί ὀλοκληρώση αὐτό.
Σεβ. Κιτίου: Κατόπιν ἀναγνώσεως κειμένου τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ εἴχαμε γνῶσιν ὅτι οἱ Ρῶσοι εἶχον κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Τό ὅτι δέν ἐχειροθετήσαμεν τούς Ἱερεῖς μας αὐτό ἦταν σωστό. Οἱ Ρῶσοι μᾶς ἐδέχθησαν διά τοῦ π. Παντελεήμονος, ὀ ὁποῖος προηγουμένως εἶχεν ἔλθει εἰς ρῆξιν μετά τοῦ Αὐξεντίου. Τοῦτο εἰκάζω ἀπό διάλογον μεταξύ Παντελεήμονος καί Αὐξεντίου. Τοῦ εἶπε: «’Ἄν δέν μέ ἀκούσεις σ’ αὐτά πού σοῦ λέω, θά ἀναγνωρίσω τούς Ματθαιϊκούς». Εἶναι γεγονός ὅτι καί ὁ Σακκᾶς τήν ἔπαθε ὅπως καί ἐμεῖς.
Εἰς τήν συνέχειαν ὁ Σεβ. Κιτίου διευκρίνισεν: «Ὅταν ἤμουν στήν ‘Αμερική εἶπα στόν Καλλιόπιο. Δέν ἀμφισβητῶ τήν χειροτονία μου καί οὔτε ἔχω καμμίαν ἀγωνίαν δι’ αὐτήν».
Σεβ. Πειραιῶς: Ναί, σεβασμιώτατε, ἀλλά στήν συνείδησι τοῦ Καλλίστου δέν ἦτο ἡ ἴδια γνώμη.
Ὁ Ἐλ. Γκουτζίδης ἐπισημαίνει τάς ἀντιφάσεις αἱ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τήν ἀπόφασιν τῆς Ρωσικῆς Συνόδου καί ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἔργον ἑνός ἀτόμου καί ὄχι τῆς Συνόδου, ἠ ὁποία χωρίς νά τό μελετήση τό ἐνέκρινε. Ὁ π. Εὐγένιος ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω ἐξέφρασε ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις διά τήν ἀπόφασιν πρός τούς Ρώσους Ἐπισκόπους, καί αὐτοῦ τοῦ ἀπήντησαν: «Ἐδῶ εἴμαστε ἐμεῖς».
Σεβ. Κιτίου: ‘Απορῶ πῶς ὁ π. Εὐγένιος δέν ἀντέδρασε δι’ ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ἐγνώριζε πρό τῆς Συνόδου.
Ἐπίσης ὁ π. Χρυσόστομος ἐδήλωσε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ πρώην Κορινθίας ὅτι: «Προσπαθῶ νά πείσω τόν π. Εὐγένιο νά πᾶμε στήν Ἀμερική, ἀλλ’ αὐτός ἀντιδρᾶ. Ἔφθασα δέ στό σημεῖο νά χρησιμοποιήσω ψευδῶς τήν πληροφορία ὅτι εὑρῆκα τό φάρμακο τοῦ ζαχάρου».
Ἐπίσης ὁ π. Εὐγένιος ρητῶς ἀπεφαίνετο ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά μεταβῶμεν εἰς Ἀμερικήν πρίν ἤ ἀποστείλωμεν τό Πιστεύω μας καί τήν ἱστορίαν τοῦ Ἀγῶνός μας ἐγγράφως καί ἐάν μᾶς ἀπαντήσουν ὅτι δέχονται τό πιστεύω μας τότε νά πᾶμε.
Ἐπίσης τήν προηγουμένην τῆς ἀναχωρήσεως δι’ Ἀμερικήν ὁ π. Χρυσόστομος ἐλειτούργησεν εἰς Μοσχάτον καί ἤκουσε χαρακτηριστικῶς παρά τοῦ π. Εὐγενίου λέγοντος πρός τόν Κορινθίας: «Εἶμαι ἄρρωστος. Δέν εἶμαι ἐγώ γιά ταξείδια ἅγιε Κορινθίας», τήν δέ λειτουργίαν μετά βίας τήν ἔβγαλε. Ἐφαίνετο πράγματι πολύ ἄρρωστος.
Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Ὁ π. Εὐγένιος φρονῶ ὅτι ἔπεσε θῦμα Καλλιοπίου Παντελεήμονος καί Βίκτωρος. Τοῦτο δέ τόν ἐπηρέασε ἀποφασιστικά εἰς τήν ὐγείαν του καί τόν ὡδήγησε εἰς τήν παραίτησιν.
Σεβ. Κιτίου: Πιστεύω ὅτι εἶχε τύψεις. Ποῦ ὀφείλεται ὅμως δέν ξέρω. Μετά ἀπό συζήτησιν ὁ ἅγιος Κιτίου λέγει: «Φρονῶ ὅτι πρέπει νά γίνη σοβαρά μελέτη ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος».
Σεβ. Μεσσηνίας: «‘Εγώ εἶπα ἐπάνω στό θέμα αὐτό, ὅτι πρέπει νά γίνη σοβαρά μελέτη».
Σεβ. Ἀττικῆς: Πρέπει νά ληφθῆ ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Συνόδου ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ διά νά λήξη.
Σεβ. Κιτίου: Ἡ μελέτη θά τά βρῆ ὅλα.
Σεβ. Ἀττικῆς: Νά ἀρχίση ἡ μελέτη ἀπό τίς χειροτονίες.
Σεβ. Πειραιῶς: Δέν προσθέτω τίποτε ἄλλο. Νά γίνη μελέτη καί νά ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐζητήσαμεν ἀναθεώρησιν τῆς πράξεως, ἐπίσης ὅτι εἰς τό ἔγγραφον τό ὁποῖον μᾶς ἀπέστειλαν μετά τήν ἀποκήρυξιν: «Καταπίπτει ἡ χειροθεσία καί ἐπανέρχεσθε εἰς τήν προτέραν κατάστασιν».
Σεβ. Βρεσθένης: Εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπό τίς ἐργασίες, ἀλλά πρέπει νά ἀποκατασταθῆ πλήρως τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, μετά τό πέρασμα ἀπό τίς «Συμπληγάδες πέτρες» δηλαδή τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας.
Σεβ. Φθιώτιδος: Μετά τήν ἀποκάλυψιν τῶν γεγονότων πρέπει νά τονίσωμεν ὅτι κακῶς ἔγινε ὅ,τι ἔγινε καί νά ζητήσουμε διά τῆς μελέτης τήν λύσιν τοῦ προβλήματος.
Σεβ. Κοζάνης: Ἐδέχθημεν πλῆγμα. Τό πρόβλημα ὅμως εἶναι ὄχι εἰς τήν συνείδησιν ἡμῶν, διότι ἡμεῖς τό ἐδέχθιημεν ὑπό ἐκείνας τάς προϋποθέσεις, ἀλλά εἰς τό πῶς θά φανῆ τοῦτο εἰς τρίτους, ἵνα μή πολεμῆται ἡ Ἐκκλησία. Τήν Ρωσικήν Σύνοδον βάσει τῆς ἀποφάσεώς της τήν χαρακτηρίζει ὄχι μόνον τό ἀθεολόγητον, ἀλλά καί τό ἀπαίδευτον.
π. Παῦλος: ‘Η Ἐκκλησία ἔχει τήν δύναμι νά θεραπεύση τά πάντα.
π. Χρυσόστομος: Πιστεύω πώς ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο ὑπό τούς ὅρους ὅτι οἱ Ρῶσοι ὠρθοδόξησαν καί ὄτι ἡ χειροθεσία δέν καθάπτεται τῆς Ἀρχιερωσύνης των. Εἰς τήν συνείδησιν ὅλων καί τῆς Ἐξαρχίας καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων, πιστεύω ὅτι δέν ὑπῆρχε ἡ παραμικρά ἀμφιβολία περί δογματικῆς ὑποστάσεως τοῦ μυστηρίου. Ἀντιθέτως ἡ συνείδησις ὅλων τούς διεβεβαίωνε ὅτι καί ἡ Ὀρθοδοξία μεταδίδεται καί ἠ ἑνότης καλλιεργεῖται. Διά τῆς Ὁμολογίας πού ἐδόθη διά τῆς «Ἐκθέσεως» εἰς τήν Σύνοδον τῶν Ρώσων ἐπιστεύετο ὅτι διεδόθη ἠ Ὀρθοδοξία εἰς ὅλον τόν κόσμον. Ἐπίσης πιστεύω ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς δεχθέντες τήν χειροθεσίαν οὐδέποτε εἰς τήν συνείδησίν των ἐξέλαβον αὐτήν ὡς χειροθεσίαν ἀφορῶσαν τούς σχισματικούς.
Θεολ. Μηνᾶς Κοντογιάννης: Πιστεύω πώς δἐν μποροῦμε νά φθάσουμε στήν τελική λύσι. Διότι εἶναι μία πράξις, ἡ ὁποία εἶναι καταδικαστέα. Θεωρητικῶς μέν δύναται νά ἀντιμετωπισθῆ καί δικαιολογηθῆ, πρακτικῶς ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἔγινεν ἡ πράξις (ἤτοι ἡ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν τῆς χειροθεσίας) γιά μένα εἶναι ἕνα σοβαρόν πρόβλημα. Τό πρόσωπα ἔσφαλλον, ἡ Ἐκκλησία βεβαίως ὄχι.
Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Ἡ ὅλη ὐπόθεσις ἀποτελεῖ σαφῶς ἐπίθεσιν κατά τῆς Ἐκκλησίας. Δέν δυνάμεθα νά ἀμφισβητήσωμεν ὅτι ἡ πρᾶξις ἀποτελεῖ μῶμον κατά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τοῦτο ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ἔπληξε τήν Ἐκκλησία. Φρονῶ ὅτι ἡ μελέτη πρέπει νά ἀρχίση ἀπό τάς χειροτονίας τοῦ 1948 καί κατόπιν νά ἐξετασθῆ τό θέμα τῆς χειροθεσίας., ἤτοι νά ἀποκαλυφθοῦν τά σχέδια τῆς ληστρικῆς πράξεως καί προπάντων νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὅροι καί αἱ προοϋποθέσεις ὑφ’ ἅς ἐπραγματοποιήθη τόσον ἡ ἔνωσις μετά τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, ὡς καί ἡ χειροθεσία.
Ἰδιαιτέρως πρέπει νά ἀναλυθῆ καί ἀποδειχθῆ ὅτι δέν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν ἠ χειροθεσία μετά τοῦ Η’ Κανόνος. Οὕτω ἀποκαλυπτομένης τῆς ληστρικῆς Πράξεως διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος θά παραμείνη διδάσκον τό σφάλμα τοῦ βεβιασμένου καί παρατύπου τῶν ἐνεργειῶν της. Εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν καθ’ ἤν ἐξέρχεται κοινωνία μιᾶς Ἐκκλησίας μεθ’ ἑτέρας δέν ἐπιτρέπεται βάσει τῆς διηνεκοῦς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας, χειροθεσία, ἔστω καί ἄν εἶναι σχισματικοί.
Μετά ταῦτα ἡ Ι. Σύνοδος ὥρισεν ‘Επιτροπήν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν: α) Σεβ. Μεσσηνίας κ. Γρηγορίου, β) Σεβ. Πειραιῶς καί Νήσων κ. Νικολάου, γ) Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου, 4) Διακόνου Νεοφύτου, 5) Θεολόγου κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, 6) Θεολόγου κ. Μηνᾶ Κοντογιάννη, διά τήν περαιτέρω μελέτην τοῦ θέματος καί τήν εἰσήγησιν αὐτοῦ εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον.
Ἐπί τοῦ τρίτου θέματος «Θέσεις καί διατυπώσεις τοῦ Ἁγίου Κιτίου εἰς τά δημοσιεύματα αὐτοῦ κατά τά τελευταῖα ἔτη», ὁ Σεβασμιώτατος Κιτίου ἐδήλωσεν ἔλλειψιν προετοιμασίας καί ἐζήτησεν μετάθεσιν τῆς συζητήσεως ἐπί τοῦ θέματος διά τήν ἐπομένην συνεδρίασιν.
Ἡ συνεδρίασις ἔληξεν τήν 18ην μ.μ. μέ τήν συνήθη προσευχήν.
Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
+Ὁ Αθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος
ΑΝΔΡΕΑΣ
ΤΑ ΜΕΛΗ
+Ὁ Κιτίου ‘Επιφάνιος
+Ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος
+Ὁ ‘Αττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαῖος
+Ὀ Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαος
+Ὀ Βρεσθένης Λάζαρος
+Ὁ ‘Αργολίδος Παχώμιος
+Ὁ Φθιώτιδος Θεοδόσιος
+ὁ Σερβίων καί Κοζάνης Τίτος
Διά τήν Ἀντιγραφήν
ἐκ τοῦ Βιβλίου τῶν Πρακτικῶν
Ο ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
+Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
ΚΗΡΥΚΟΣ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; - Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΥΠΟ ΜΕΓΑ Λ. ΦΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;
- Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ
ΥΠΟ ΜΕΓΑ Λ. ΦΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Εις τα επόμενα ασχολούμαι με την παρουσίαση και την κριτική θεώρηση των θεολογικών ιδεών και απόψεων του Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα , όπως αυτές εκτίθενται εις το προσφάτως δημοσιευθέν βιβλίο του: «Η κτίση ως ευχαριστία, θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας», Αθήνα 1992.
Έναντι του θεοκεντρικού χαρακτήρος της «παραδοσιακής» ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, ήτις θεολογεί με αφετηρία και βάση την εν Ιησού Χριστώ θεία αποκάλυψη, όπως αυτή βιώνεται και διδάσκεται υπό της Ορθόδοξου Εκκλησίας, παρουσιάζει η εις το ως άνω βιβλίο του θεολογία του κ. Ζηζιούλα (εφεξής : κ. Ζ.) εμφανή την απόκλιση προς ένα ανθρωποκεντρισμό.
Ενταύθα πρόκειται ουχί περί επί μέρους επιδράσεων εκ της δυτικής θεολογίας, τις οποίες συναποκομίζει πας ορθόδοξος θεολόγος, θητεύσας εις τας θεολογικάς σχολάς της Δύσεως, αλλά περί ενός νέου τρόπου του θεολογείν στο χώρο της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, με ισχυρά τη ροπή προς την φυσική, τ.έ. την φιλοσοφική, θεολογία, όστις, εκρίθη σκόπιμο να καταστεί γνωστός ευρύτερο, προς θεολογική συζήτησιν, αντιπαράθεση και αξιολόγηση, και ένταξη εκεί, ένθα ανήκει, δεδομένου ότι απηχεί απόψεις ενός ουχί τυχαίου Έλληνος ορθοδόξου θεολόγου και επισκόπου.
Οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν εις το ως άνω βιβλίο του κ. Ζ., για δε τις υπογραμμίσεις, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθεί η δέουσα τάξη, παρακαλώ τον αναγνώστη, όπως ανατρέχει στο κείμενο προς επαλήθευση. Οι τίτλοι των περιεχομένων της δικής μου εργασίας έχουν ως ακολούθως:
3o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
«...για μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας»
1. Ο κ. Ζηζιούλας ανάγει την αρχήν και προέλευσιν της θείας Ευχαριστίας εις εκτός του Χριστιανισμού πνευματικά ρεύματα, όπως ήδη ανεφέρθη και εις προηγούμενα. Το γεγονός τούτο ενισχύεται και εκ του ότι εις ουδέ μίαν συνάφειαν του θεολογικού του λόγου θεωρεί ούτος την θείαν Ευχαριστίαν εν σχέσει πρός την Καινήν Διαθήκην, προς τους ιδρυτικούς λόγους του Κυρίου, και προς τας θεμελιώδεις αναφοράς του αποστόλου Παύλου. Επαναλαμβάνω φράσεις του κ. Ζ.: «ο κλασσικός Χριστιανισμός πήρε μορφή στα πλαίσια, και ίσως κάτω από την επιρροή, δύο πολιτισμών που επεκράτησαν»: «του ιουδαϊκού πολιτισμού», εκ του οποίου παρέλαβε «την προφητεία», και «του ελληνικού πολιτισμού», εκ του οποίου παρέλαβε «το κοσμολογικό ενδιαφέρον», εκ της «συνθέσεως» δε των δύο τούτων «στοιχείων» ανέπτυξεν ούτος την «κοσμολογικήν προφητείαν», και την «ευχαριστιακήν κοσμολογίαν», ήτοι την θείον Ευχαριστίαν, ως ευχαριστιακή αναφοράν του κόσμου «στο Θεό». Εκ του λόγου δε τούτου, «οι πρώτες ευχαριστιακές ευχές της Εκκλησίας,... γράφτηκαν σύμφωνα με την τυπικά ιουδαϊκή λειτουργική παράδοση». Οι δυο ανωτέρω πολιτισμοί, λοιπόν, ήτοι ο ιουδαϊκός και ο ελληνικός, «βρίσκονται στις ρίζες του κλασσικού Χριστιανισμού... η πρώτη Εκκλησία είχε να συνδυάσει μια άποψη για τον κόσμο», ήτοι την ελληνικήν, «και μια άλλη», ήτοι την Ιουδαϊκήν. «Ακριβώς από το συνδυασμό αυτόν ο αρχαίος Χριστιανισμός ανέπτυξε την ‘ευχαριστιακή κοσμολογία'», και «την κοσμολογική προφητεία». «Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η κοσμολογική προφητεία και η ευχαριστιακή κοσμολογία.,... προέκυψαν από τη σύνθεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη στο έδαφος του Χριστιανισμού» (47 - 51).
2. Την περί της Θείας Ευχαριστίας διδασκαλίαν του διατυπώνει ο κ. Ζ. ως ακολούθως, και δη: Όσον αφορά εις «την ευχαριστιακή Ακολουθία: στην αρχαία Εκκλησία η ακολουθία αυτή ονομαζόταν -όχι χωρίς ιδιαίτερη σημασία- καθαρά και απλά Αναφορά ή Ευχαριστία»(65). «Στην αρχαία ευχαριστιακή Λειτουργία... η ευχαριστία για τη δημιουργία φαίνεται να είναι το μόνο περιεχόμενο του ευχαριστιακού κανόνα, χωρίς να αναφέρεται καθόλου η θυσία του Χριστού... κεντρική θέση είχε η ‘αναφορά' της κτίσεως στην αρχαία Λειτουργία. Το ιερατικό στοιχείο της Ευχαριστίας -και αυτό αξίζει να το τονίσουμε- δεν ήταν η Ουσία, όπως συνέβαινε στο Μεσαίωνα, αλλά η αναφορά στο Θεό της δικής Του δημιουργίας»(61). «Όλες οι αρχαίες Λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους τόσο τον καθαγιασμό των δώρων -και ακόμα λιγότερο την ψυχολογική ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού- όσο την ‘αναφορά' των δώρων του άρτου και τον οίνου στο Δημιουργό Πατέρα»(60). Το αυτό υποστηρίζει και περί του νοήματος της ορθοδόξου θείας Ευχαριστίας ο κ. Ζ., ότι δηλ. «οι πιστοί δεν πηγαίνουν μόνοι στην Εκκλησία, αλλά συνοδεύονται από τα δώρα της δημιουργίας, τον άρτο, τον οίνο και το έλαιο... για να παραδοθούν στα χέρια του Επισκόπου,... ο οποίος θα τα ‘αναφέρει' στο θρόνο του Θεού ως Ευχαριστία»(22). Και εδώ ο χαρακτήρ της θείας Ευχαριστίας είναι «καθαρά και απλά Αναφορά ή Ευχαριστία»(60). Αυτή υπήρξεν η θεία Ευχαριστία «με το αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενο της»(19)!
Θα πρέπει να τύχει ιδιαιτέρας προσοχής και το argumentum ex silentio, ότι δηλ. ο κ. Ζ. εις «την έννοια της Ευχαριστίας... με τα αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενό της»(19) αποσιωπά τελείως την μνείαν αυτής και ως θυσίας, καθώς και την εκ της Καινής Διαθήκης προέλευσιν αυτής.
3. Αργότερον, όμως, η Έννοια της θείας Ευχαριστίας διεστράφη, και προσέλαβε ξένον προς το αρχικόν της περιεχόμενον: «η έννοια της Ευχαριστίας έχει πολύ παρεξηγηθεί και διαστραφεί, κυρίως από την εποχή του Σχολαστικισμού»(19). Εις τί συνίσταται η «παρεξήγησις» και η «διαστροφή» αυτή «του νοήματος της Ευχαριστίας»; -Εις το ότι προσέλαβεν αυτή τον χαρακτήρα της αναίμακτου θυσίας, δια «του καθαγιασμού των δώρων», εις «ανάμνησιν του Σταυρού του Χριστού».
Επαναλαμβάνομεν χωρία εκ του βιβλίου του κ. Ζ.: «Όλες οι αρχαίες Λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους τόσο τον καθαγιασμό των δώρων -και ακόμα λιγότερο την ψυχολογική(!) ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού- όσο την "αναφορά" των δώρων.»(60). Και κατωτέρω: «Στην αρχαία ευχαριστιακή Λειτουργία... η ευχαριστία για τη δημιουργία φαίνεται να είναι το μόνο περιεχόμενο του ευχαριστιακού κανόνα, χωρίς να αναφέρεται καθόλου η θυσία τον Χριστού». Ο χαρακτήρ της θείας Ευχαριστίας, ως θυσίας, είναι μεταγενέστερος: ανάγεται εις τον Μεσαίωνα: «Το Ιερατικό στοιχείο της Ευχαριστίας -και αυτό αξίζει να το τονίσουμε- δεν ήταν η θυσία, όπως συνέβαινε στο Μεσαίωνα, αλλά η αναφορά στο θεό της δικής Του δημιουργίας. Είναι κρίμα πραγματικά, γιατί η θυσία έφτασε να καλύψει για αιώνες το νόημα της ιερωσύνης. Είναι κρίμα», διότι, με το να εκληφθεί η θεία Ευχαριστία ως θυσία, συνέβησαν δύο ανακολουθίαι: «χάθηκε η διάσταση της δημιουργίας από την έννοια της Ιερωσύνης», και δεν εφθάσαμεν «σε μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας»(61).
4. Η «παρεξήγησις» και η «διαστροφή» «της εννοίας της Ευχαριστίας» συμβαίνει και εις τον χώρον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού από «την έλλειψη λειτουργικής αγωγής... των Ορθοδόξων» «η χριστιανική Ανατολή» θρησκεύει «ασυνείδητα μάλλον» (19. 20). Δύο κυρίως αποκλίσεις εκ της εννοίας της Ευχαριστίας... με το αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενο της»(19) επισημαίνει ο κ. Ζ.:
1. Ότι η θεία Ευχαριστία απώλεσε την έννοια της κοινωνίας. Λέγει: «Ο βασικός χαρακτήρας της Ευχαριστίας έγκειται στο ότι είναι σύναξη», «πράξη συνάξεως»(21. 20), η οποία, όμως, «δεν υπάρχει πια». «Η Ευχαριστία είναι σύναξη και κοινωνία. Η κοινωνία αύτη,... δεν υπάρχει πια. Την διέλυσεν η ευσεβιστική ατομοκρατία μας»(33).
2. Τί εννοεί, άραγε, ο κ. Ζ. υπό την φράσιν: «ευσεβιστική ατομοκρατία»;
-Εννοεί, ότι, ενώ «στην αρχαία Εκκλησία» η θεία Ευχαριστία ήτο «καθαρά και απλά Αναφορά ή Ευχαριστία»(60), και «δεν ήταν θυσία, όπως συνέβαινε στο Μεσαίωνα»(61), «Πολύ γρήγορα έγινε βασικά μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού και ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής»(55) Ακριβώς δε «ο καθαγιασμός των δώρων και ακόμα λιγότερο η ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού», πού «όλες οι αρχαίες Λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους» (60), συνιστά τον λόγον «διαστροφής της εννοίας της Ευχαριστίας». Η θεία Ευχαριστία διεστράφη από απλής Αναφοράς εις θυσίαν, εις «καθαγιασμόν των δώρων». Κατ' αυτόν τον τρόπον έγινε «η Ευχαριστία... μια εκδήλωση ευσεβισμού, ο οποίος την θεωρεί σαν αντικείμενο, σαν πράγμα και σαν μέσο εκδηλώσεως της ευσέβειάς μας η εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας»(19), και όχι ως «κοινωνία». «Ας μη βλέπουμε, λοιπόν, την Ευχαριστία σαν μέσο χάριτος» «ούτε προσκύνηση των τιμίων Δώρων» είναι αποδεκτή «υπό τη μορφή της μονίμου αναγωγής τους σε αντικείμενο ευσέβειας και λατρείας»(20).
Ότι ο κ. Ζ. απορρίπτει «τον καθαγιασμόν των τιμίων Δώρων» και τον χαρακτήρα της θείας Ευχαριστίας ως θυσίας, δύναται να συναχθεί και εκ των ακολούθων:
1. Ουδαμού αναφέρεται ρητώς εις τον καθαγιασμόν των τιμίων Δώρων. Εν σ. 60 υπάρχει μία αναφορά του «στην πράξη του Θεού, ο Οποίος στέλνει το Άγιο Πνεύμα, για να μεταβάλλει τα προσφερόμενα Δώρα σε Σώμα και Αίμα Χριστού». Η ορθοδόξου περιεχομένου αναφορά αυτή του κ. Ζ. εις ουδεμίαν συνάφειαν τελεί προς τας αλλάς περί θείας Ευχαριστίας απόψεις του, αλλ' ούτε και προς την ορθόδοξον περί Εκκλησίας και Ευχαριστίας θεολογίαν. Εις την ανωτέρω, μάλιστα, ορθόδοξον αναφοράν του προτάσσει ο κ. Ζ. κάτι το εκπληκτικόν: όχι τον ορθόδοξον ιερέα, όστις προσφέρει τα δώρα προς τον Θεόν, αλλά τον άνθρωπον - Ιερέα, ενδιαφερόμενος ουχί περί της «καινής» εν Ιησού Χριστώ κτίσεως, αλλά «για μια θεολογία της δημιουργίας». Ούτος «επικεντρώνει την προσοχή στην πράξη του ανθρώπου ως Ιερέως της δημιουργίας, καθώς και στην πράξη του Θεού, ο Οποίος στέλνει το Άγιο Πνεύμα..,». Η ανωτέρω δηλ. πρότασις αποτελεί απλήν διατύπωσιν χωρίς ορθόδοξον εκκλησιολογικήν βάσιν.
2. Ο κ. Ζ. συχνάκις ορίζει την θείαν Ευχαριστίαν ως Αναφοράν, επικαλούμενος το: «τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα» (24). Ουδέποτε, όμως, μνημονεύει το συμβαίνον κατά την Ιεράν ταύτην στιγμήν του: «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοί ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά Σου ο Θεός ημών», ήτοι «τον καθαγιασμόν των τιμίων Δώρων», όστις και προσδιορίζει ουσιωδώς την θείαν Ευχαριστίαν: «Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν, και παρακαλούμεν Σε και δεόμεθά και ικετεύομεν: κατάπεμψον τα Πνεύμα Σου το Άγιον εφ' ημάς και επί τα προκείμενα Δώρα ταύτα, και ποίησον τον μεν άρτον τούτον τίμιον Σώμα του Χριστού Σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτο τίμιον Αίμα του Χριστού Σου, μεταβαλών τω Πνεύματί Σου τω Αγίω». Ωμίλησε ποτέ ορθόδοξος θεολόγος περί της θείας Ευχαριστίας χωρίς να αναφερθεί εις τον ουσιώδη τούτον χαρακτήρα Αυτής ως αναίμακτου θυσίας δια του καθαγιασμού των τιμίων Δώρων εις Σώμα και Αίμα Χριστού;
3. Μίαν άλλην, συγκλονιστικήν όντως διαπίστωσιν, αποτελεί και το γεγονός ότι ο κ. Ζ. ουδαμού κάμνει λόγον περί κοινωνίας και μεταλήψεως υπό των εις την θείαν Λειτουργίαν προσερχόμενων πιστών των τιμίων Δώρων, κατά το: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, προσέλθετε», και: «μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Σώμα και Αίμα Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Ο κ. Ζ. παραθεωρεί το γεγονός, ότι οι πιστοί προσέρχονται εις την θείαν Λειτουργίαν δια να μεταλάβουν και λάβουν προς σωτηρίαν των τα τίμια Δώρα, και ουχί δια να προσφέρουν δώρα, και μάλιστα δι' ιδίας πρωτοβουλίας των, τούθ' όπερ επικυρώνει και το ακολουθούν τροπάριον: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβαμεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες. Αυτή γαρ ημάς έσωσεν».
Τυγχάνει δε αυτονόητον, διατί ο κ. Ζ. παρασιωπά την υπό των πιστών μετάληψιν των καθηγιασμένων τιμίων Δώρων: διότι, ούτω, μεταβάλλεται «η Ευχαριστία... σε μια εκδήλωση ευσεβισμού, ο οποίος την θεωρεί σαν αντικείμενο, σαν πράγμα και σαν μέσο εκδηλώσεως της ευσέβειάς μας ή εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας»(19). Ο κ. Ζ., εγκλωβισμένος εις τας ερμηνείας της θεολογο-φιλοσοφίας του Υπαρξισμού, κατανοεί όλην την χριστιανικήν αλήθειαν «υπαρξιακώς», αναζητών εις όλα «τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας... το βαθύτερο υπαρξιακό τους νόημα», όπως αναφέρει εις την μελέτην του: «Χριστολογία και ύπαρξη», και καταργών έτσι τας «εστί- προτάσεις» της θείας αποκαλύψεως, -μία θεολογία καινοφανής δι' ένα ορθόδοξον δογματικόν θεολόγον.
Ερωτώ, λοιπόν: Κατά την τελετήν καθαγιασμού των τιμίων δώρων συμβαίνει ή όχι αντικειμενική μεταβολή αυτών εις Σώμα και Αίμα Χριστού, ή : συμβαίνει εκείνο, πού Σεις υπονοείτε: «υπαρξιακή», δηλ. μόνον υποκειμενική ψευδαίσθησις και αυταπάτη, κατά το: «τί μου λέγει εμένα», χωρίς όντως και να είναι; Πλέον συγκεκριμένως: Κατά την θείαν Λειτουργίαν της Μεγάλης Πέμπτης, όπου τα τίμια Δώρα καθαγιάζονται εις Σώμα και Αίμα Χριστού, και φυλάσσονται καθ' όλην την διάρκειαν του έτους προς μετάληψιν των βαρέως ασθενούντων πιστών, λαμβάνει ή όχι χώραν πραγματική -αντικειμενική- μεταβολή τούτων εις Σώμα και Αίμα Χριστού; -Δεν υπάρχει, λοιπόν, εδώ προσκύνηση των τιμίων Δώρων; Ισχύει δηλ. αυτό, που γράφετε, ότι «η χριστιανική Ανατολή... ούτε προσκύνηση των τιμίων Δώρων υπό τη μορφή της μονίμου αναγωγής τους σε αντικείμενο ευσέβειας και λατρείας» γνωρίζει;
4. Την θείαν Ευχαριστίαν ορίζει ο κ. Ζ. αποκλειστικώς «ως πράξη συνάξεως» (20). Ερωτώ: Όταν ο Ιερεύς κοινωνεί τον βαρέως ασθενούντα με την θείαν μετάληψιν της Μεγάλης Πέμπτης, συμβαίνει εκεί «πράξη συνάξεως» ή απλώς κοινωνία ενός πιστού υπό του Ιερέως; -Και επειδή δεν λαμβάνει χώραν «πράξη συνάξεως», έχομεν εδώ «εκδήλωση ευσεβισμού, ο οποίος θεωρεί την Ευχαριστία σαν αντικείμενο» ; -Και μία ακόμη, όντως εκπληκτική, διαπίστωσις: Ο κ. Ζ. απορρίπτει την θείαν Ευχαριστίαν «σαν μέσο χάριτος»(20), «ή εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας»(19). Και διευκρινίζει με τρόπον προκλητικόν: μετά την κατά «περιεχόμενο διαστροφην της εννοίας της Ευχαριστίας»(19), «η Ευχαριστία πολύ γρήγορα έγινε βασικά μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού και ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής»(55).
Και λοιπόν: δέν είναι η Ευχαριστία «τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού»; -Δεν ισχύει δηλ. το: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του Σταυρού, του Τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως...» της θείας Λειτουργίας; -Δεν είναι «μέσο χάριτος» η θεία Ευχαριστία, δηλ. δεν μεταδίδει θείον Χάριν «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον»; -Δια τί άλλο είναι, αν ουχί δια «την εξυπηρέτησιν της σωτηρίας μας»(19); -Δεν είναι η θεία Ευχαριστία «ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής»(55); Δια ποίον λόγον προσέρχονται τότε οι πιστοί προς μετάληψιν αυτής; Είναι «αντίδωρον» αυτή; Δια ποίον λόγον κοινωνούμεν τους βαρέως ασθενούντας: ουχί δια την σωτηρίαν των, δια την σωτηρίαν της ψυχής των, αφού διά το σώμα ισχύει: «χους ει και εις χουν απελεύσει» μέχρι της κοινής αναστάσεως των νεκρών; Έχει νόημα εν γένη, η θεία Ευχαριστία, εάν απογυμνωθεί εκ των ουσιωδών τούτων περιεχομένων της και καταντήσει απλή αναφορά και ευχαριστία προς τον Θεόν, -τελετουργία προτεσταντικού τύπου, δηλ. απλή «πράξη συνάξεως»(20); Δια της Ευχαριστίας, ως «καθαρά και απλά Αναφοράς ή Ευχαριστίας»(60), λαμβάνει χωράν «συσσωμάτωσις», «συναποθνήσκειν», «συνανίστασθαι» εν Χριστώ Ιησού, όπερ ισχύει δια τους μεταλαμβάνοντας Ορθοδόξους; -Έχει δε, άραγε, «διαστραφεί... η έννοια της Ευχαριστίας»(19) ήδη εις το κείμενον της «Διδαχής» (μεταξύ 40 και 160 μ.Χ.), όταν εκεί αναφέρεται «περί του ποτηριού» και «του κλάσματος»: «Ευχαριστούμεν Σοι, Πάτερ Άγιε,... ότι εχαρίσω ημίν πνευματικήν τροφήν και ποτόν και ζωήν αιώνιον δια του Παιδός Σου»; -Το «πνευματικήν τροφήν και ποτόν» δεν αναφέρεται, άραγε, εις την ψυχήν, ή τί άλλο μπορεί να εννοείται; -Και το: «ζωήν αιώνιον» δεν έχει σχέσιν, λοιπόν, με «την σωτηρίαν μας» (19);
5. Ο κ. Ζ, εκφράζει την απογοήτευσίν του, διότι η κατανόησις της θείας Ευχαριστίας ως «θυσίας» εδίχασε τον χριστιανικόν κόσμον. «Είναι κρίμα πραγματικά, γιατί η θυσία... έδωσε αφορμή για ατέλειωτες αντιθέσεις ανάμεσα στους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες» -διατί όχι και τους Ορθοδόξους;!-, «εμποδίζοντάς τους να φτάσουν σε μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας ακόμα και σήμερα»(61), -αποτέλεσμα της οποίας θα ήτο η «ένωσις» των «εκκλησιών» εις το «κοινόν» ποτήριον. Και πάλιν, λοιπόν, εκ του Μεσαίωνος τα φαύλα! «Όλα, λοιπόν, τα προβλήματα για τα στοιχεία της Ευχαριστίας, για την πραγματική ή όχι παρουσία του Χριστού, transubstatio κ.τ.λ., που απασχόλησαν τόσο έντονα το Μεσαίωνα, απλώς και μόνο μας επανέφεραν στο να θεωρούμε την Ευχαριστία σαν πράγμα, σαν αντικείμενο»(21).
Δηλ. το « πώς» της παρουσίας του Χριστού εν τοις «στοιχείοις» του άρτου και του οίνου είναι αδιάφορον ή μάλλον «πρόβλημα του Μεσαίωνος»; -Είναι άνευ σημασίας το ερώτημα, εάν εν τη θεία Ευχαριστία: δεχόμεθα «πραγματικήν ή όχι παρουσίαν του Χριστού», ήτοι: εάν πρόκειται περί «πραγματικής παρουσίας του Χριστού», κατά το: «τούτο εστί το σώμα μου», «τούτο εστί, το αίμα μου», η περί της transubstatio των Λατίνων ή περί της «απλής», συμβολικής, «παρουσίας» του Χριστού, όπως δέχεται ο κόσμος των προτεσταντικών «εκκλησιών»; Και δια ποίους ισχύει το «καρφί»: «θεωρούμε την Ευχαριστία σαν πράγμα, σαν αντικείμενο», αν ουχί δια τους Ορθοδόξους, οι οποίοι κυριολεκτούν, αποδεχόμενοι πραγματικών μεταβολήν των «στοιχείων» του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα Χριστού; Ειδικώς τους Ορθοδόξους εννοείτε, στον μέμφεσθε εκείνους, που θεωρούν την θείοαν Ευχαριστίαν «σαν αντικείμενο, σαν πράγμα και σαν μέσο»(19). Διότι, ποίοι άλλοι εκ των Δυτικών πρεσβεύουν μίαν τόσον ρεαλιστικήν παρουσίαν του Χριστού εις την θείαν Ευχαριστίαν; Δι' όλας τας υπολοίπους χριστιανικάς «εκκλησίας» -ακόμη και δια τους Λατίνους- η παρουσία του Χριστού εις την θείον Ευχαριστίαν είναι έμμεσος ή συμβολική.
Άλλα ο «πόνος» του κ, Ζ. είναι ο Οικουμενισμός, εις το «ενωτικόν» έργον του οποίου πασχίζει να συμβάλει και, κατ' ακολουθίαν, να διακριθεί ως «διεθνής» οικουμενική προσωπικότης. Και ιδού, πώς ο κ. Ζ. διευθετεί, εν είδει «λύσεως» του γορδείου δεσμού, «τις ατέλειωτες αντιθέσεις» περί το «μεσαιωνικόν» ερώτημα «για την πραγματική ή όχι παρουσία του Χριστού». Δεν χρειάζεται να ασχολούμεθα με το «πώς» της παρουσίας του Χριστού «στα στοιχεία της Ευχαριστίας», διότι το ερώτημα τούτο εγείρει «ατέλειωτες αντιθέσεις». Αρκεί μόνον το «ότι» της «παρουσίας» του Χριστού. Θα πρέπει απλώς να λέγομεν: «ο ίδιος ο Χριστός, ο όλος Χριστός» -τί δηλ. ο «μισός» θα ήτο;!- είναι παρών εν τη θεία Ευχαριστία, και ότι «μέσα στην Ευχαριστία... βιώνεται το όλο μυστήριο του Χριστού»(21), και όχι το «μισό», βεβαίως! Έτσι, λοιπόν, αυτομάτως (!) λύονται όλα τα προβλήματα περί το ερώτημα «για την πραγματική ή όχι παρουσία του Χριστού», διότι ποία χριστιανική «εκκλησία», τελούσα την δικήν της «Ευχαριστίαν», δεν κηρύσσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι εν τω μέσω της «συνάξεώς» της «παρών», κατά το: «Ου γαρ είσι δυο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί είμι εν μέσω αυτών» (Ματθ. 18, 20);
Αυτό εστί ακριβώς Οικουμενισμός: «Ένωσις» εις το «φαινόμενον» ουδέν ερώτημα περί της «ουσίας» της χριστιανικής αληθείας και των υφισταμένων διαφορών. Ερωτήματα του είδους τούτου διαβάλλονται ως «μεσαιωνικά» και «σχολαστικά». Ποία, λοιπόν, χριστιανική «εκκλησία» δεν τελεί «Ευχαριστίαν»; -Ουδεμία. Άρα υπάρχει μία «Ευχαριστία»! Ποία χριστιανική «εκκλησία» δεν «ισχυρίζεται», ότι έχει «την Αλήθεια»(41); -Ουδεμία. Άρα υπάρχει μία «εκκλησία»! Επαναλαμβάνω: Οικουμενισμός είναι «ένωσις» εις το «φαινόμενον» και ουχί εις την «ουσίαν» της χριστιανικής πίστεως. Ερωτήματα περί της «ουσίας» και των διαφορών εν αναφορά προς τα διάφορα δόγματα, θεωρούνται απηρχαιωμένα. Έτσι, λοιπόν, εάν απορριφθεί το ερώτημα περί του «πώς» της παρουσίας του Χριστού εν τη θεία Ευχαριστία, και παραμείνει το «ότι»-φαινόμενον, το γεγονός δηλ. ότι όλαι αι χριστιανικαί «εκκλησίαι» τελούν «Ευχαριστίαν», «φθάνομεν σε μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας»(61) και, ακολούθως, εις την «ένωσιν» επί του ακανθώδους τούτου θέματος.
Ο κ. Ζηζιούλας θα πρέπει να θεωρείται ως κορυφαίος δεξιοτέχνης του Οικουμενισμού. Ο ίδιος επαίρεται, ότι είναι ο «εγκέφαλος» «του διαλόγου του αίσχους» με τους Παπικούς, προς «διεξαγωγήν» του οποίου επενοήθησαν, ειδικώς δια τους «ατίθασους» Ορθοδόξους, δύο επονείδιστοι «αρχαί»: να συζητηθούν εις τον «διάλογον» τούτον κατά πρώτον τα «κοινά» θέματα, εκείνα πού μας «ενώνουν», χωρίς συζήτησιν επ' αυτών και των υφισταμένων διαφορών, τα δε διαιρούντα ημάς εις το τέλος του «διαλόγου». Πλην του Λατινο-Ορθοδόξου τούτου «διαλόγου», ουδείς «οικουμενικός» διάλογος διεξήχθη ποτέ με του είδους τούτου τα δεσμά.
Το δε χείριστον πάντων: επενοήθη να συντάσσεται εξ αρχής εν ενιαίον και κοινόν κείμενον επί του αυτού θέματος δι' αμφοτέρας τας πλευράς: Ορθοδόξους και Λατίνους ούτως, ώστε οι συμμετέχοντες Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι, αγόμενοι προ «τετελεσμένων», εκαλούντο να προβαίνουν αποκλειστικώς εις αισθητικάς και φραστικάς παρατηρήσεις. Θεολογικός «αρχιτέκτων», λοιπόν, των «κοινών» τούτων κειμένων διετέλεσεν ο κ. Ζ., επαιρόμενος, μάλιστα, δια την συγγραφήν αυτών.
Αλλά κ. Ζ. υπάρχουν «κοινά» θέματα και «κοινά» κείμενα με τους ετεροδόξους, εξ επόψεως της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας και εκκλησιολογίας, όταν η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν αναγνωρίζει αληθή εκκλησίαν εκτός Εαυτής; -Σεις λογίζεσθε ως διακεκριμένος εκκλησιολόγος πως συντάσσετε, λοιπόν, «κοινά» λατινο-ορθόδοξα δογματικά κείμενα; -Είναι δυνατή η σύνταξις «κοινού» κειμένου εις την θείαν Ευχαριστίαν π.χ., όταν η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν αναγνωρίζει το έγκυρον των τελουμένων «Μυστηρίων» εκτός του «χώρου» της; -Η σημερινή θεολογία των Λατίνων δεν φέρει την παράδοσιν του Μεσαίωνος και του Σχολαστικισμού, εκ της οποίας καλείτε αδιαλείπτως τους Ορθοδόξους να «αποτοξινωθούν»; -Πώς, λοιπόν, εξηγείται το ότι Σεις «τα βρίσκετε» με τους Λατίνους και την θεολογίαν των; Ή ισχύει εδώ το Παύλειον: «τοις πάσι γέγονα τα πάντα»;
Εν κατακλείδι, μία ερώτησις, απευθυνόμενη προς τους Έλληνας λειτουργιολόγους: Ισχύει, άραγε, ο ισχυρισμός του κ. Ζ.: «Όλες οι αρχαίες Λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους τόσο τον καθαγιασμό των δώρων -και ακόμα λιγότερο την ψυχολογική ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού- όσο την "αναφορά" των δώρων του άρτου και του οίνου στο Δημιουργό Πατέρα»(60), και ακόμη ότι: «η ευχαριστία για τη δημιουργία φαίνεται να είναι το μόνο περιεχόμενο του ευχαριστιακού κανόνα, χωρίς να αναφέρεται καθόλου η θυσία του Χριστού»(61) κλπ.; -Η θεία Ευχαριστία της αρχαίας Εκκλησίας δεν οικοδομείται, άραγε, επί των σχετικών προς αυτήν γεγονότων και των μαρτυριών της Καινής Διαθήκης;
πηγή : ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ
ΣΧΟΛΙΟ
Όπως ξεκαθαρίζει πλέον, όλος ο συρφετός πού διοικεί την εκκλησία σήμερα και συνεργάζεται με το υπουργείο παιδείας δέν έχουν δογματικές διαφορές με την παράδοση :
ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΑΘΕΟΙ
Δέν θα έπρεπε επίσης να μάς εξηγήση επίσης ο σοφός κ.Ζηζιούλας γιατί στην μυστηριώδη πρώτη εκκλησία με το βάπτισμα και μόνον οι πιστοί εξέφραζαν ο καθένας το χάρισμα τού Αγίου Πνεύματος καί σήμερα Άγιο Πνεύμα δεν υπάρχει ούτε για δείγμα; Είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως ο αγιασμός των δώρων ήταν επιβεβλημένος από τη στιγμή που χάθηκε το Άγιο Πνεύμα;
Αμέθυστος
ΣΧΟΛΙΟ του κ. Κυπριανού Χριστοδουλίδη
Επιτέλους! Να και μια φωνή από τους "εντός" (οι "εκτός" τα φωνάζουν εδώ και χρόνια) που βάζει στα πράγματα στη θέση τους. Αυτά του Ζηζιούλα δεν είναι ούτε ορθόδοξα, ούτε ακόμη και νεο-ορθόδοξα. Τι πάει να πει "νεοορθόδοξα"; Προτιμότερο το "δαιμονιόδοξα" και το "δαιμονιοδοξία" την οποία πιστά υπηρετεί ο Ζηζιούλας και η συντροφία.
Η ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026
ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝ ΕΤΕΙ 2008) ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ
Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας Κατακομβων Ψαχνοντας εις το Αρχειο δια κείμενα εκκλησιολογικου ομολογιακου χαρακτηρος ευρηκα καί την παρακατω επιστολήν μου προς τον Επίσκοπον (του νεου Ημερολογιου) πρωην Φλωρινης Αυγουστινον Καντιωτην την οποίαν του απεστειλα ως απαντησιν εις το ρητορικόν ερωτημα του πρός εμε τον Επίσκοπον Κηρυκον: «Δύνασαι ἀγαπητέ νά μοί ἀποδείξης τήν Κανονικότητα τῆς χειροτονίας σου, ὅπως καί ἐγώ (δηλαδή ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης) ἀπέδειξα, ὅταν κατηγόρησαν ὡς ἀντικανονικήν τήν χειροτονίαν μου; ...» + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Α.Π. Ε/83 Ἐν Κορωπίω Ἰουνιος 2008 ΠΡΟΣ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη (τοῦ ν.ἡ.) πρώην Φλωρίνης κ. Αὐγουστῖνον Καντιώτην Σεβασμιώτατε καί πολιέ γἐροντα Αὐγουστῖνε. Ἀφορμή διά νά σᾶς ἐπιστείλω τήν παροῦσαν ἐπιστολήν, εἶναι τό γεγονός, ὅτι τυχαίως ἀνέγνωσα κατ’ αὐτάς εἰς τό διαδίκτυον ἀπόσπασμα ἄρθρου σας, δημοσιευθέντος ἐν ἔτει 1952 στήν «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΪΘΑ», τό ὁποῖον ἔχει οὕτως: «Η εκκλησία, η οποία προς απολαβή εγκόσμιων αγαθών, έκρινε καλόν να συζευχθεί, να ενώσει την τύχη της μετά του θηρίου της Αποκάλυψης, συν τω χρόνω απώλεσε την ελευθερία της, και ηδονικά καθισμένη στη ράχη του θηρίου, κυβερνάται υπ΄ αυτού και περιφέρεται στις οδούς και στις ρύμες του κόσμου ως μισθωτή πόρνη, θρησκευτική πόρνη, που εμπορεύεται τον Χριστόν, αναγκασμένη να κερνά τα πλήθη από το χρυσόν ποτήρι, όχι τον καθαρό οίνο της Κ. Διαθήκης, αλλά οίνο νοθευμένο, διδάγματα ξένα και αλλότρια προς το γνήσιο πνεύμα του Χριστιανισμού». (Ἀρχιμανδρίτης Αὒγουστῖνος Καντιώτης «Χριστιανική Σπίθα» 1952). Τό κείμενον τοῦτο μοῦ ἔκανε ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν, ἀλλά καί μοῦ ἐδημιούργησε μίαν δικαιολογημένην ἀπορίαν: Πῶς 50 ὁλόκληρα χρόνια παραμένετε καί ὑπηρετεῖτε μίαν τοιαύτην Ἐκκλησίαν; Μήπως πρέπει ἔστω τώρα νά προβληματισθῆτε, καί νά ἀποκηρύξετε αὐτήν τήν ψευδοεκκλησίαν, τήν ὁποίαν ὡς μή ὠφείλατα, ὑπηρετεῖτε διά τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ = οἰκουμενισμοῦ; Εὔχομαι ὁ Κύριος νά σᾶς δίνεη ἔτη πολλά ἀκόμη, διά νά ὡμολογήσετε τήν ἀκαινοτόμητον γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί νά ἐπανέλθτε εἰς τήν Κιβωτόν ἐξ’ ἧς ἐξεκόπητε. Καί ἐπειδή ἀπό τό 1992 ἐκρεμεῖ ἐκ μέρους μου μία προσωπική ἀπάντησις εἰς τό ρητορικόν ἐρώτημά σας: «Δύνασαι ἀγαπητέ νά μοί ἀποδείξης τήν Κανονικότητα τῆς χειροτονίας σου, ὅπως καί ἐγώ (δηλαδή σεῖς ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης) ἀπέδειξα, ὅταν κατηγόρησαν ὡς ἀντικανονικήν τήν χειροτονίαν μου...». δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νά «ἀπολογηθῶ» ἔστω μετά ἀπό εἰκοσαετίαν; Καί ἡ «ἀπολογία» μου εἶναι ἡ ἑξῆς: Τότε δέν σᾶς ἀπήντησα διά προσωπικῆς ἐπιστολῆς, ἀλλά εἶναι χιλιάδες οἱ σελίδες πού ἐγράφησαν ἀπό τότε διά τό ἴδιο θέμα, διά νά δοθῆ ἀπάντησις (κατά τό διδόναι λόγον παντί τῶ αἰτοῦντι»), εἰς τό «κίνημα» τῆς νεοημερολογιτικῆς «‘Εκκλησίας», κατά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς τῶν Ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω, ἀπό τότε πού διετυπώσατε αὐτό τό ρητορικό ἐρώτημα, ἡ νεοημερολογιτική Ἐκκλησία, ἀνεζωπύρωσε τό κίνημα - ἐπιχείρησι, περί ἐξαρτήσεως τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς τῶν Ἐπισκόπων τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῶν «Ματθαιϊκῶν» Ἐπισκόπων καί πρεσβυτέρων, ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, τό ὁποῖον ξεκίνησε ἀπό τήν χειροθεσία τοῦ 1971, ἡ ὁποία κατά τούς νεοημερολογίτας «ἀπεκατέστησε τούς σχισματικούς Ματθαϊκούς εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ἑνότητα καί κοινωνίαν». Εἰς τό κίνημα αὐτό οἱ νεοημερολογῖται καί οἱ Φλωρινκοί (παλαιοημερολογῖται οἰκουμενισταί) παρέσυραν καί ἐνέπλεξαν καί ἡμετέρους ‘Αρχιερεῖς καί ἐν τέλει ἐδημιούργησαν δύο μεγάλα σχίσματα, τῶν «πέντε» πρώην Μητροπολιτῶν (1995) σήμερον Γρηγοριανῶν, καί τῶν ‘Ανδρεϊκῶν (2003) κατόπιν Νικολαϊτῶν (2005). Πιστεύω, ὅτι ἀπαντώντας καί ἀντιμετωπίζοντας τά δύο αὐτά μεγάλα σχίσματα, ἀπαντοῦσα καί ἀντιμετώπιζα καί τό δικό σας ρητορικό ἐρώτημα. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι μέχρι τότε καί μέχρι τῆς ἀναδείξεως τοῦ Χριστοδούλου εἰς «Ἀρχιεπίσκοπον’’Αθηνῶν, σεῖς οὐσιαστικῶς ἡγείσθω αὐτοῦ τοῦ κινήματος τῶν νεοημερολογιτῶν. Δέν θέλω νά σᾶς κάνω τό διδάσκαλο, διότι τά γνωρίζετε καλύτερα ἀπό ἐμέ, θέλω ὅμως νά σᾶς ὑπενθυμίσω ταπεινῶς ὅτι Κιβωτός σωτηρίας μας δέν μπορεῖ νά εἶναι κάθε ἐκκοσμικευμένη Ἐκκλησία, ὅσον πολλοί καί ἄν ἀνήκουν εἰς αὐτήν, ἀλλά ἡ διαφυλάττουσα «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» πάντα τά τῆς Ὀρθοδοξίας», ἤτοι ἡ ἔχουσα καί διακρατοῦσα καί διακηρύτουσα τήν καλήν Ὁμολογίαν, ἡ ὁποία (καλή ὁμολογία) εἶναι ἡ ἀσφαλεστέρα βεβαίωσις ὅτι εἴμεθα γνήσια μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί μέτοχοι τῆς σωστικῆς θείας Χάριτος. Κατά τόν ἅγιον Μάξιμον τόν Ὁμολογητήν «Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὀρθήν καί σωτήριον τῆς εἰς αὐτόν πίστεως ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ... ὁ τῶν ὅλων εἶναι Θεός ἀπεφήνατο» (P.G. 90, 132), κατά δέ τήν Ζ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον, «ὅστις τῆς ὁμολογήσεως ταύτης ἔχεται τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐστίν γνήσιος υἱός τε καί μέτοχος», τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστου, ἥτις ἐστίν καί «ἐν τρισίν προσώποις ὁριζομένη» κατᾶ τούς Ἁγίους Πατέρας. +Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος See less Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας Κατακομβων · · Author Ηταν τοτε που το κινημα της υπαγωγης εις τον Νεοημερολογιτισμόν ολων των παλαιοημερολογιτων ευρισκετο εις εξαρσιν, τοτε δηλαδη πού ο νεοημερολογιτης Αρχιεπίσκοπος "Αθηνων" Χριστοδουλος ελεγε οτι αναγνωριζει τους υπό των Ρωσων της Διασπορας "χειροτονηθεντας Φλωρινικους" καί "χειροθετηθεντας Ματθαιικους", καί οτι τούς δεχεται ως "παλαιοημερολογιτας" (=δεκατριμεριτας), "δια την λύσιν του ημερολογιακου", αρκει να ενταχθουν εις αυτόν καί ως ητο φυσικόν συνεζητειτο ευρεως εις τα Συνοδικα Γραφεια του νεου Ημερολογιου καί απανταχου το θεμα της Αποστολικης μας Διαδοχης, ενω παραλληλα κανεις δεν τολμουσε από τους "ημετερους" να καταδικασει τα Απαλλακτικα Βουλευματα Πειραιως καί Δραμας.
ΕΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΕΧΩΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗΝ ΤΟΥ Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ ΜΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΚΤΙΚΟΣ
Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ ΜΑΣ
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΚΤΙΚΟΣ
Αν θέλουμε να επικοινωνούμε με το Θεό Πατέρα μας και να δεχόμαστε τη Χάρη Του, τότε ο Εκκλησιασμός μας πρέπει να είναι τακτικός, οπωσδήποτε και κάθε Κυριακή (ημέρα αφιερωμένη στον Κύριο - εξού και το όνομα Κυριακή - γι αυτό επίσης πρέπει να αποφεύγουμε την εργασία την ημέρα αυτή). Κατά τον εκκλησιασμό και ιδιαίτερα στη Θεία Λειτουργία (ακόμη περισσότερο όταν μετέχουμε στη Θεία Κοινωνία) λαμβάνουμε τη Χάρη του Θεού στη ζωή μας, ενισχύοντας τον Πνευματικό μας Αγώνα.
Φροντίζουμε επίσης να εκκλησιαζόμαστε στις μεγάλες Εορτές της Εκκλησίας μας, αλλά και καθημερινά σε πρωινές Ακολουθίες, (Όρθρος και Θεία Λειτουργία), στον Εσπερινό το απόγευμα, ή σε κατανυκτικές Ιερές Αγρυπνίες το βράδυ. Μέσα στην Εκκλησία δοξάζουμε και προσευχόμαστε στο Θεό Πατέρα μας, γνωρίζοντας οτι η δύναμη της κοινής προσευχής είναι κατά πολύ ανώτερη από την ατομική, όπως μας έχει πει ο ίδιος ο Χριστός, αλλά και συμμετέχουμε στα Ιερά Μυστήρια, όπως η Εξομολόγηση, η Θεία Κοινωνία και το Ιερό Ευχέλαιο.
Ο ίδιος ο Χριστός μας δίδαξε την αξία του Εκκλησιασμού όταν ακόμη και μικρό παιδί που ήταν προσερχόταν στο Ναό. Η ιερότητα επίσης του χώρου του Ναού και κατά συνέπεια όλων των ακολουθιών και Μυστηρίων που τελούνται μέσα σε αυτόν, φαίνεται και από την κίνηση του Χριστού να πάρει το φραγγέλιο και να διώξει μακριά όλους τους εμπόρους που εκμεταλλεύονταν το χώρο του Ναού λέγοντας: "...μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου" (Κατά Ιωάννη, κεφ.2 στ.16).
Η δύναμη της κοινής προσευχής
Η αξία της κοινής σύναξης και της κοινής προσευχής με άλλους Χριστιανούς στον ίδιο χώρο, στην Εκκλησία, φαίνεται από τα λόγια του Κυρίου μας: "οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν." (Κατά Ματθαίον κεφ.18, στ.20) δηλαδή: "όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ, ανάμεσά τους."
Επομένως ο ισχυρισμός οτι μπορεί κάποιος να προσευχηθεί και στο σπίτι του σαν να ήταν στην Εκκλησία, οπότε και δεν χρειάζεται να μεταβεί σε αυτήν, δεν μπορεί να σταθεί, διότι εφόσον η κοινή προσευχή έχει μεγαλύτερη δύναμη, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου μας, έναντι της προσωπικής προσευχής, επομένως μας είναι άκρως ωφέλιμο να εκκλησιαζόμαστε τακτικά.
Δεν εισακούγεται λοιπόν κάποιος τόσο πολύ παρακαλώντας μόνος του τον Κύριο, όσο όταν τον παρακαλεί μαζί με άλλους αδελφούς του Χριστιανούς.
Ας μην ξεχνάμε οτι όταν ο Απόστολος Πέτρος βρισκόταν αλυσοδεμένος στη φυλακή, έγινε θερμή προσευχή από τους συναγμένους πιστούς, κι αμέσως ελευθερώθηκε.
Προφάσεις για αναβολή του Εκκλησιασμού
• "δεν είναι σε γλώσσα κατανοητή"
Η απάντηση εδώ είναι οτι όλα τα αναγνώσματα της Εκκλησίας και οι ύμνοι είναι έργα που γράφτηκαν δια μέσου του Αγίου Πνεύματος, μετά από πολλή προσευχή από τους Άγιους Πατέρες της Εκκλησίας μας και περιέχουν μεγάλη σοφία και θεολογικό πλούτο, ο οποίος θα αλλοιωθεί εάν αλλάξει η ακριβή γλώσσα στην οποία γράφτηκαν. Επίσης η αξία του πρωτότυπου είναι πάντα μεγαλύτερη.
• "θέλω να ξεκουραστώ την Κυριακή"
Αυτό δείχνει την αμέλειά μας ή και την άγνοιά μας στο θέμα της σωτηρίας της ψυχής μας. Όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του δε θέτει τέτοιο ζήτημα, αλλά κανονίζει αλλιώς τις εργασίες του.
Ο χρόνος της ζωής μας είναι ελάχιστος σε σχέση με την αιωνιότητα, οπότε ας τον αξιοποιήσουμε σωστά για να σώσουμε την ψυχή μας αιώνια, πριν να είναι αργά.
• "δεν έχω χρόνο"
Χρόνος υπάρχει για ανώφελα πράγματα, για βόλτες, για γήπεδο, για εκδρομή για την καφετέρια, το καφενείο, τη θάλασσα.
Ο καθένας για τον τόπο που θέλει να φθάσει, στο δρόμο αυτόν θα περπατάει.
• "ο παπάς είναι αμαρτωλός"
Στην Εκκλησία πάμε μόνο για να λατρεύσουμε τον Τριαδικό Θεό και για τα Ιερά Μυστήρια. Η αναξιότητα του παπά και των υπολοίπων συντελεστών του Ναού δεν μας αφορά. Εμείς θα δώσουμε λόγο για τα δικά μας και αυτοί για τα δικά τους.
• "έχω πένθος"
Αντιθέτως πρέπει πιο συχνά να εκκλησια-ζόμαστε όταν έχουμε πένθος, με βάση το λόγο του Κυρίου μας: "Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς" (Κατά Ματθαίον κεφ.11, στ.28), αλλά και για να προσευχηθούμε για τις ψυχές των κεκοιμημένων, μέσω των μνημόσυνων, που αποδεδειγμένα βοηθούν τις ψυχές τους.
• "θα ακούσω τη Λειτουργία από το ραδιόφωνο"
Αυτό ισχύει μόνο για άρρωστους, κατάκοιτους, υπέργηρους, ή αν εργάζεται κανείς σε υποχρεωτική εργασία και δεν μπορεί να πάει στην Εκκλησία. Το Σώμα και το Αίμα Του Χριστού όμως, που είναι η κορύφωση της Θείας Λειτουργίας δεν μπορούμε να το λάβουμε μέσω ραδιοφώνου & τηλεόρασης.
• διάφορες άλλες δικαιολογίες όπως:
οτι μας ενοχλεί το λιβάνι, ή οτι δεν έχουμε πολυτελή ενδυμασία λες και θα πάμε σε δεξίωση, ή οτι δεν θα έχουμε καμία ωφέλεια, ή οτι δεν χρειάζεται αφού περάσαμε από το Ναό και ανάψαμε ένα κεράκι, λες και το κερί θα μας σώσει από μόνο του, ή για να μη μας κοροϊδεύουν τους νέους ως οπισθοδρομικούς και θρησκόληπτους κλπ.
Όλα αυτά είναι τακτικές του διαβόλου και άλλες πολλές, για να μας αποτρέψει από την Εκκλησία και κατά συνέπεια, σε βάθος χρόνου, από τη σωτηρία της ψυχής μας.
• "εργάζομαι την Κυριακή"
Αφήσαμε τελευταίο ένα από τα σπουδαιότερα θέματα. Η εργασία της Κυριακής δεν έχει την ευλογία του Θεού. Κυριακή λέγεται η ημέρα αυτή διότι είναι αφιερωμένη στον Κύριο (εξ' ου και η λέξη Κυριακή). "Είμαι φτωχός σου λέει κάποιος, πρέπει να εργασθώ και την Κυριακή για να βοηθήσω την οικογένειά μου" - δεν καταλαβαίνει όμως οτι το κέρδος που προέρχεται από την εργασία της Κυριακής είναι καταραμένο κέρδος και ακριβώς εάν την ημέρα αυτή την αφιέρωνε στον Κύριο, σε συνδυασμό με την καθημερινή πνευματική ζωή που θα έκανε και αυτός και η οικογένειά του, τότε πλέον δεν θα έφτανε ποτέ στο επίπεδο της φτώχιας ώστε να κινδυνεύει η επιβίωσή του, διότι ακριβώς δεν θα τον άφηνε ποτέ ο Χριστός να φθάσει.
Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται:
"έξι ημέρες πρέπει να εργάζεσαι και να κάνεις όλα τα έργα σου, την δε ημέρα την εβδόμη, ημέρα αναπαύσεως, θα την αφιερώνεις στον Κύριο και Θεό σου, σε αυτήν δε θα κάνεις κανένα έργο εσύ και ο υιός σου και η θυγατέρα σου και ο δούλος σου και η δούλη σου, το βόδι σου, το υποζύγιό σου και κάθε ζώο σου και αυτός ακόμη ο ξένος ο οποίος παραμένει προσωρινά κοντά σου. Διότι σε έξι ημέρες δημιούργησε ο Κύριος τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά και κατέπαυσε κατά την έβδομη ημέρα. Δια τούτο ευλόγησε ο Κύριος την εβδόμη ημέρα και την έκανε για εμάς αγία, αφιερωμένη σε Αυτόν." (Έξοδος κεφ.20, στ.9-11, και σε Δευτερονόμιον κεφ.5, στ.12-15)
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγάλος αυτός Εθναπόστολος, που αφορμή για το μαρτύριό του ήταν ο αγώνας του για την κατάργηση των παζαριών της Κυριακής και η μετάθεσή τους στα Σάββατα, στην Δ' Διδαχή του μας λέει τα εξής: «Πρέπει καί ἐμεῖς νά ἐργαζόμαστε τίς ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος γιά αὐτά τά μάταια, γήινα καί ψεύτικα πράγματα, καί τήν Κυριακή νά πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία καί νά στοχαζόμαστε τίς ἁμαρτίες μας, τόν θάνατο, τήν κόλαση, τόν Παράδεισο, τήν ψυχή μας πού εἶναι τιμιότερη ἀπό ὅλο τόν κόσμο, καί ὄχι νά πολυτρῶμε καί νά πολυπίνουμε καί νά κάνουμε ἁμαρτίες. Οὔτε νά ἐργαζόμαστε καί νά πραγματευόμαστε τήν Κυριακή. Ἐκεῖνο τό κέρδος ὁποῦ γίνεται τήν Κυριακή εἶναι ἀφορισμένο καί καταραμένο, καί βάζετε φωτιά καί κατάρα στό σπίτι σας καί ὄχι εὐλογία.»
Τέλος, να μην ξεχνάμε ότι 17 αιώνες πριν, στις 7 Μαρτίου του έτους 321 μ.Χ. ο Άγιος Μέγας Κωνσταντίνος καθιερώνει την αργία της Κυριακής, ως ημέρα αναπαύσεως, αγαλλιάσεως, Θείας Λατρείας και αγαθοεργίας. Σήμερα και πάντα οφείλουμε να προστατεύουμε την αργία της Κυριακής στη χώρα μας, στην οποία βρίσκεται η καρδιά της Ορθοδοξίας παγκοσμίως, με τόσο αίμα Αγίων να έχει ποτίσει τούτο το χώμα, διότι σε διαφορετική περίπτωση η ασέβεια είναι φοβερή προκαλώντας το Θεό να μας εγκαταλήψει.
Έχουμε ευθύνη λοιπόν οι Χριστιανοί για τη διαφύλαξη της αργίας της Κυριακής και θα δώσουμε λόγο γι αυτό, εν ημέρα κρίσης.
Ο Χριστιανός την Κυριακή:
• - κρατάει το κατάστημά του κλειστό
• - εκκλησιάζεται
• - αποφεύγει κάθε εμπορική συναλλαγή
• - στηρίζει τους εμπόρους που έχουν κλειστά τα καταστήματά τους τις Κυριακές, προτιμώντας αυτούς για τις αγορές του τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας
Η προετοιμασία για τον Εκκλησιασμό
• Κατ' αρχήν θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι πνευματικά, με μετάνοια, συμφιλίωση με όσους μας έβλαψαν, ή εμείς βλάψαμε, ελεημοσύνη, καλές πράξεις και γενικά καθαρότητα καρδιάς.
• Εάν πρόκειται να κοινωνήσουμε θα πρέπει πριν τον Εκκλησιασμό να διαβάσουμε την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως και μάλιστα από το προηγούμενο βράδυ, αλλά και το πρωί πριν ξεκινήσουμε για την Εκκλησία.
• Η καθυστέρησή μας και η προσέλευσή μας στο τέλος των Ιερών Ακολουθιών δεν αποτελεί ένδειξη σεβασμού στην Θεία Πρόσκληση. Όπως οι φίλοι ενός θεατρικού έργου προσέρχονται από την αρχή στο θέατρο, έτσι και στην Εκκλησία πρέπει να προσερχόμαστε από την αρχή.
• Πέρα από την πνευματική μας προετοι-μασία, απαιτείται και η σωματική μας προετοιμασία, καθαρό σώμα δηλαδή και σεμνή ενδυμασία, η οποία πρέπει να εμπνέεται από τη σοβαρότητα και την ιερότητα του χώρου. Άσεμνη και αποκαλυπτική εμφάνιση, ή ακόμη και ακριβά ενδύματα που προσελκύουν το ανθρώπινο μάτι, δεν συνάδουν με τον ιερό χώρο του Ναού, διότι αφενός προσβάλουν τον ίδιο το Χριστό και την Εκκλησία Του και αφετέρου είναι εστία πρόκλησης αμαρτιών στους υπόλοιπους Χριστιανούς, τους οποίους θα σκανδαλίσει η ενδυμασία μας. Και ναι μεν ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις αμαρτίες του, αλλά θα χρεωθούμε και εμείς το σκανδαλισμό που επιτρέψαμε στις ψυχές των άλλων ανθρώπων.
Η συμπεριφορά μας στον Ιερό Ναό
Ο Ναός είναι χώρος Ιερός και αυτό πρέπει να το πιστεύουμε εισερχόμενοι σε αυτόν. Μερικά πρακτικά θέματα που καλό είναι να θυμόμαστε κατά την είσοδο και παραμονή μας στον Ιερό Ναό είναι τα εξής:
1. Η εμφάνισή μας (όπως αναφέρθηκε και πριν) γενικά πρέπει να συνάδει με την ιερότητα του χώρου, που σημαίνει ότι πρέπει να είναι ταπεινή. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι ούτε αποκαλυπτική (π.χ. εξώπλατα, ντεκολτέ, μίνι φούστες κλπ για τις γυναίκες, ή κοντά παντελόνια για τους άνδρες), αλλά ούτε και εξεζητημένη, όπως περίτεχνες κομμώσεις, φαντασμαγορικά ρούχα κλπ για τις γυναίκες ή/και βαψίματα (μάτια, χείλη κλπ), σαν να ήταν βραδινή κοσμική έξοδος. Ειδικά η προσκύνηση των Εικόνων από γυναίκες με βαμμένα χείλη, γεγονός το οποίο επιπλέον λερώνει και την Εικόνα, είναι μεγάλη ασέβεια, καθώς επίσης αν γίνεται το ίδιο και κατά τη Θεία Κοινωνία.
Δεν προσερχόμαστε λοιπόν στην Εκκλησία ενδιαφερόμενοι για το τι θα πει ο κόσμος για την εμφάνισή μας, αλλά αναλο-γιζόμενοι πώς θέλει να μας δει ο Χριστός και εξωτερικά και εσωτερικά, γνωρίζοντας ότι αν νοιώθουμε πραγματικό σεβασμό και ευλάβεια, αυτό συγκινεί το Θεό. Συνήθως η εξωτερική μας εμφάνιση βέβαια εκφράζει και την εσωτερική μας διάθεση.
Επίσης το σωστό είναι οι γυναίκες να αποφεύγουν τα παντελόνια στους Ιερούς Ναούς, προς ένδειξη σεβασμού και αποφυγή σκανδαλισμών, ιδιαίτερα δε, εάν εισέρχονται σε Μοναστήρι οπότε, είτε θα φοράνε μακριές φούστες από πριν, ή θα εφοδιαστούν με επιπρόσθετη φούστα που συνήθως υπάρχουν στις εισόδους των Μοναστηριών για να τη φορέσουν πάνω από το παντελόνι, την οποία επιστρέφουν πάλι πίσω κατά την έξοδό τους.
Εάν πάντως έχουμε την οποιαδήποτε αμφιβολία για το ευπρεπές της ενδυμασίας μας που τυχόν να μην είναι η κατάλληλη, αλλά θέλουμε από εσωτερική ανάγκη να μπούμε στο Ναό και να προσευχηθούμε, τότε καλό είναι να συμβουλευόμαστε πρώτα κάποιο κληρικό από το Ναό πριν εισέλθουμε σε αυτόν, εκφράζοντάς του παράλληλα την ανάγκη μας αυτή.
2. Η είσοδος μας στον ιερό Ναό γίνεται ευλαβικά με βάδισμα αργό και αθόρυβο, χωρίς να κάνουν θόρυβο τα τακούνια των παπουτσιών μας και διακόπτοντας κάθε συζήτηση που τυχόν κάναμε έξω από το Ναό. Μέσα στο Ναό δεν συζητάμε με κανέναν, παρά μόνο προσευχόμαστε. Επομένως ότι θέλουμε να πούμε, ας το κάνουμε λίγο πριν μπούμε στο Ναό. Επίσης αν δούμε γνωστούς μας μέσα στο Ναό δεν τους ασπαζόμαστε και δεν αρχίζουμε τους χαιρετισμούς και τις κουβέντες.
Τέλος εάν τύχει κατά την είσοδό μας στο Ναό να διαβάζεται ο Εξάψαλμος (νωρίς στον Όρθρο πριν τη Θεία Λειτουργία), ή το Ευαγγέλιο, τότε σταματάμε ακίνητοι έως ότου λάβει τέλος η ανάγνωση. Το ίδιο κάνουμε αν τύχουμε στη Μικρή Είσοδο (με το Ευαγγέλιο) ή στη Μεγάλη Είσοδο (των Τιμίων Δώρων). 3. Το άναμμα του κεριού: αφού κάνουμε το σταυρό μας μπαίνοντας στο Ναό με μια μικρή υπόκλιση, κάνοντας μια πρώτη ευχή, κατευθυνόμαστε στο παγκάρι για να πάρουμε κεριά, αν θέλουμε. Ένα με δύο κεριά είναι αρκετά (ένα προς τιμήν του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων και ένα για τη σωτηρία των δικών μας ψυχών, ζώντων και κεκοιμημένων), ή ένα κερί για όλα. Τα πολλά κεριά συνήθως δημιουργούν και άλλα προβλήματα.
Ανάβοντας το κερί προσευχόμαστε στο Χριστό για να μας φωτίζει τη ζωή μας με το Φως Του, όπως το ταπεινό φως του κεριού και να λειώνει η ζωή μας από αγάπη, όπως λιώνει και το κερί. 4. Η προσκύνηση των Αγίων Εικόνων: κάνουμε μία ή τρεις μετάνοιες με σταυρό και ασπαζόμαστε την κάθε εικόνα. Αν έχει κόσμο, τότε δεν καθυστερούμε, αλλά κάνουμε τις μετάνοιες λίγο πριν έρθει η σειρά μας. Προσκυνώντας τις Εικόνες προσευχόμαστε λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», αν προσκυνάμε Εικόνα Χριστού, ή «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς» αν είναι της Παναγίας, ή «Άγιε του Θεού (το όνομα του Αγίου της Εικόνας) πρέσβευε υπέρ ημών» αν είναι Εικόνα Αγίου, ή ότι άλλο θέλουμε.
Στη συνέχεια αποχωρούμε με ευλάβεια από το πλάι, με σεβασμό να μην έχουμε προς τα πίσω μας την Εικόνα, αλλά και να μην δημιουργούμε πρόβλημα στους επόμενους. Τις Εικόνες του τέμπλου επίσης δεν τις προσκυνάμε κατά τη διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών, διότι αυτό μοιάζει ως υπερβολική ένδειξη ευλάβειας, αλλά ταυτόχρονα ενοχλεί τους υπόλοιπους πιστούς, διασπώντας την προσοχή τους.
5. Η παραμονή μας μέσα στο ναό κατά την τέλεση των Ιερών Ακολουθιών γίνεται με ιδιαίτερη πάντα ησυχία, χωρίς να πηγαινοερχόμαστε άσκοπα πέρα δώθε. Η θέση κατά προτεραιότητα που επιλέγουμε είναι αριστερά του Ναού για τις γυναίκες και δεξιά για τους άνδρες. Όσο μπορούμε επίσης και όσο η υγεία μας το επιτρέπει, παραμένουμε όρθιοι κατά τις Ακολουθίες, και καθόμαστε κατά διαστήματα, ενθυμούμενοι ότι τα καθίσματα είναι «για να ξεκουραζόμαστε επειδή στεκόμαστε και όχι για να κουραζόμαστε επειδή καθόμαστε». Σημαντικότατη στιγμή, εκτός των άλλων είναι κατά τη Θεία Κοινωνία, όπου είμαστε όλοι όρθιοι, είτε κοινωνάμε είτε όχι, διότι μπροστά στο Άγιο Βήμα εκείνη τη στιγμή βρίσκεται ο ίδιος ο Χριστός. 6. Σε συνάντηση με Ιερέα, (είτε μέσα, είτε έξω από το Ναό) κάνουμε μια μικρή υπόκλιση, χωρίς να κάνουμε το σταυρό μας και λέμε «Ευλογείτε» ή «Ευλόγησον Πάτερ», ή «Την ευχή σας Πάτερ (ή Δέσποτα εάν είναι κάποιος Επίσκοπος) και κατόπιν του φιλάμε το χέρι. Ο Ιερέας τότε απαντάει λέγοντας συνήθως: «Ευλογία Κυρίου», ή «του Κυρίου», ή «ο Κύριος». Εάν παραμείνουμε με τον Ιερέα και έχουμε διάλογο, τότε αποχωρώντας στο τέλος, ξανακάνουμε ότι κάναμε και πριν όταν τον συναντήσαμε. 7. Κάνουμε το Σταυρό μας μέσα στο Ναό, σε στιγμές που μας αναπαύει και μας ευχαριστεί, αλλά κυρίως στις παρακάτω στιγμές:
- κατά την είσοδο και έξοδό μας από το Ναό
- κατά το άναμμα του κεριού
- όταν προσκυνάμε τις Εικόνες και τα Άγια Λείψανα
- στην αρχή και στο τέλος της κάθε Ακολουθίας
- όταν γίνεται εκφώνηση της Αγίας Τριάδος («Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι», ή «…τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»)
- όταν γίνεται εκφώνηση της Παναγίας («Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας…»), καθώς και στο Μεγαλυνάριο της Παναγίας «Τὴν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν»
- στα Απολυτίκια και Τροπάρια των Αγίων, όπου ακούμε το όνομα του Αγίου, ή της Αγίας.
- στη Μικρή Είσοδο, όταν περνάει μπροστά μας το Ευαγγέλιο και στη Μεγάλη Είσοδο όταν περνάνε τα Τίμια Δώρα.
- στον Τρισάγιο Ύμνο «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς…»
- στο «Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ…»
- στο «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου Δεσπότα…» πριν το τέλος του Εσπερινού
- πριν και μετά τη Θεία Κοινωνία
Σύμφωνα τέλος με διάταξη που μας παραδόθηκε από παλαιά, δεν κάνουμε το Σταυρό μας: α) όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας (κάνουμε απλά μια υπόκλιση της κεφαλής) β) κατά την ανάγνωση του Εξάψαλμου στον Όρθρο γ) όταν φιλάμε το χέρι του Ιερέα και δ) όταν παίρνουμε το αντίδωρο από τον Ιερέα.
Οι πειρασμοί του διαβόλου κατά τον Εκκλησιασμό
Όταν πλέον ο διάβολος δεν μπορεί να μας αποτρέψει από το να πάμε στην Εκκλησία, τότε προσπαθεί αυτό που κάνουμε να μην είναι καθόλα θεάρεστο. Τί κάνει λοιπόν στην περίπτωση του εκκλησιασμού; Προσπαθεί με κάθε μέσο να αλλοιώσει την ουσιαστική συμμετοχή μας στις Ιερές Ακολουθίες και να μας αποτρέψει από την προσευχή μας, μέχρι να μας κάνει να αμαρτήσουμε και μέσα στην Εκκλησία.
Μερικές από τις τακτικές του είναι:
1. να μας αποσπάσει την προσοχή από τη ροή της Ακολουθίας και των τελουμένων μέσα στον Ιερό Ναό, αλλά και από την προσευχή μας, βάζοντας μας σκέψεις διάφορες, όπως το να χαζεύουμε τους πολυελαίους και τους ανθρώπους γύρω μας, το να σκεφτόμαστε αυτά που αφήσαμε σε εκκρεμότητα πριν έρθουμε να εκκλησιαστούμε και αυτά που μας περιμένουν στη συνέχεια κλπ, κάθε σκέψη δηλαδή που θα εμποδίσει την ψυχή μας να αφοσιωθεί στο Θεό και σε όσα λειτουργικά συμβαίνουν μέσα στο ναό.
2. να ταράξει την ηρεμία μας, βάζοντάς μας σκέψεις εκνευρισμού από τη στάση και τη συμπεριφορά των τριγύρω μας, από τα μικρά παιδιά που ενδεχομένως προκαλούν μια αναταραχή κλπ, ενώ ο συγκεντρωμένος πραγματικά στην προσευχή πιστός Χριστιανός ουδόλως ενοχλείται από τέτοιες καταστάσεις, ακόμη και αν ο κόσμος χαλάει δίπλα του.
3. να μας ξυπνήσει σαρκικά πάθη, κοιτάζοντας άλλους ανθρώπους που σκανδαλίζουν με την εμφάνισή τους, γυναίκες με κάπως πιο αποκαλυπτική εμφάνιση, με ιδιαίτερη ομορφιά κλπ. Λέει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: "...Τί κάνεις εκεί άνθρωπέ μου; Στην Εκκλησία βρίσκεσαι και τις γυναικείες ομορφιές περιεργάζεσαι; Πώς βεβηλώνεις μ' έναν τέτοιο τρόπο το Ναό του Θεού; Νομίζεις πως η Εκκλησία είναι αγορά ή, κάτι χειρότερο, πορνείο; Μέσα στην αγορά μάλιστα, ντρέπεσαι να κοιτάξεις πονηρά μια γυναίκα και στο Ναό, την ώρα που ο Θεός ο ίδιος σου μιλάει, αποτρέποντάς σε από τέτοια αμαρτήματα - γιατί "όποιος βλέπει γυναίκα με πονηρή επιθυμία, έχει κιόλας διαπράξει μέσα του μοιχεία μαζί της" (Κατά Ματθαίον κεφ.5, στ.28) - μεταβάλλεις τα μάτια σου σε όργανα ανομίας και την καρδιά σου σε εργαστήριο ακολασίας; Καλύτερα να ήσουνα τυφλός, παρά να χρησιμοποιείς έτσι τα μάτια σου. Σκέψου άνθρωπε μου, μπροστά σε Ποιόν στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με ποιούς - με τα Χερουβίμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις ουράνιες δυνάμεις. Αναλογίσου μαζί με ποιούς ψάλλεις και προσεύχεσαι. Είναι αρκετό για να συνέλθεις, όταν θυμηθείς οτι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώθηκες να υμνείς τον Κύριο όλης της κτίσεως μαζί με τους άυλους Αγγέλους..."
Για το λόγο αυτό η Εκκλησία φρόντισε να υπάρχουν στο Ναό ξεχωριστές θέσεις για τους άνδρες και ξεχωριστές για τις γυναίκες. Αν δεν υπάρχουν οι σχετικές πινακίδες (Θέσεις Ανδρών - Θέσεις Γυναικών), τότε οφείλουμε να γνωρίζουμε οτι οι άνδρες προσέρχονται στις δεξιές θέσεις και οι γυναίκες στις αριστερές.
Οι ξεχωριστές αυτές θέσεις δεν είναι για θέμα διάκρισης, αλλά καθαρά για θέμα πειρασμών.
Να σημειώσουμε εδώ οτι στην Εκκλησία του Χριστού δεν υπάρχουν διακρίσεις - τα ίδια Τίμια Δώρα προσφέρονται και σε άνδρες και σε γυναίκες και το ίδιο στεφανώνονται Άγιοι και οι άνδρες και οι γυναίκες. Και όπως και πάλι αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: "...κατά την εποχή των Αποστόλων ήταν μαζί οι άντρες και οι γυναίκες. Καθ΄ όσον οι άντρες ήταν άντρες και οι γυναίκες ήταν γυναίκες. Τώρα όμως οι μεν γυναίκες μοιάζουν με πόρνες, οι δε άνδρες μοιάζουν με μανιασμένους ίππους. Τότε και οι γυναίκες ασκούσαν πολλή ευσέβεια και οι άνδρες σεμνότητα και σωφροσύνη. Τότε για τις γυναίκες το έργο ήταν πώς θα αυξηθεί το έργο του κηρύγματος, ενώ τώρα πώς θα φανούν όμορφες και ευπαρουσίαστες"(Ε.Π.Ε. 11,800-802)
4. να μας εξαντλήσει την υπομονή όταν βρισκόμαστε στην ουρά σε ένα προσκύνημα Ιερών Εικόνων, Λειψάνων, ακόμη και κατά τη στιγμή της Θείας Κοινωνίας, ή της λήψης του Αντίδωρου κλπ, έτσι ώστε αντί να σεβαστούμε την ιερότητα του χώρου και της στιγμής, να αρχίσουμε να εκνευριζόμαστε, να σπρώχνουμε, με αποτέλεσμα ότι καλό θα λαμβάναμε, τελικά να το χάνουμε με την ασεβή συμπεριφορά μας.
5. να μας κάνει να εκτελούμε διακονήματα στο Ναό χωρίς διάκριση, μη αναλογιζόμενοι πάλι την ιερότητα του χώρου και την υποχρέωσή μας να διαφυλάξουμε την ησυχία στο Ναό. Αυτό συμβαίνει καμιά φορά σε ανθρώπους που διακονούν στο Ναό, από επιτρόπους, νεωκόρους, άτομα του φιλόπτωχου κλπ, όπου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους τυχαίνει κάποτε να προκαλούν μεγαλύτερο εκνευρισμό στους υπόλοιπους Χριστιανούς και οχλαγωγία, όταν συμπεριφέρονται χωρίς διάκριση, όπως π.χ. κατακρίνοντας με υπερβάλλοντα ζήλο (πειρασμός εκ δεξιών) κάποιες αμέλειες των εκκλησιαζομένων, προκαλώντας περισσότερη ταραχή παρά ησυχία, την οποία οι ίδιοι θέλουν τυπικά να διαφυλάξουν. Αυτά συμβαίνουν όταν τα διακονήματα αυτά γίνονται χωρίς διάκριση, διότι είναι μεν ιερή η ευταξία μέσα στο Ναό και καθήκον για όσους έχουν οριστεί από τον Προϊστάμενο του Ναού να τη διαφυλάττουν, αλλά όταν αυτό γίνεται χωρίς διάκριση, τότε το αποτέλεσμα είναι χειρότερο, διότι όπως είπαμε και στην ενότητα των Αρετών "Μείζων πασῶν ἀρετῶν ἡ διάκρισις".
Τα 7 Ιερά Μυστήρια
Στον Ιερό Ναό επίσης τελούνται τα 7 Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, τα οποία είναι απαραίτητα για τον αγιασμό των μελών της Εκκλησίας. Τα Μυστήρια αυτά είναι Ιερές τελετές, με τις οποίες μεταδίδεται η Χάρη του Θεού προς τον άνθρωπο και είναι τα εξής: 1) το Βάπτισμα, 2) το Χρίσμα, 3) η Μετάνοια και Εξομολόγηση, 4) η Θεία Ευχαριστία, 5) ο Γάμος, 6) το Ιερό Ευχέλαιο και 7) η Ιερωσύνη.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΙΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΛΕΩΣ
Επιστολή του Γενναδίου
προς τους κατοίκους της Κων/πόλεως
27η Νοεμβρίου του έτους 1452.
Ἕξ μήνες προ της αλώσεως
Εάν έγινα μοναχός είτε από αντίθεσι προς τον επιχειρούμενο εκλατινισμό, είτε από την οποιαδήποτε επιδίωξι προσωρινής αναγνωρίσεως και τιμής που χάνεται μαζί με αυτόν τον βίο, και όχι για τις προς τον Κύριο υποσχέσεις από παλαιά, και για αληθινή επίτευξι μετανοίας προς τον Θεό, και αποφυγήν κάθε τιμής και αναπαύσεως, να κολάζεται η ψυχή μου αιωνίως.
Εάν δεν ήταν και δεν είναι η πρόθεσίς μου να ζώ και να ζήσω το υπόλοιπο του βίου μου στο Άγιον Όρος του Άθω, και εάν δεν το επεδίωξα αυτό πραγματικά για να αποκτήσω την εμπειρία του Θεού- εάν βεβαίως θα μου το επιτρέψει ο Κύριος,- να μην αξιωθώ να δω το πρόσωπο του Κυρίου.
Εάν με κράτησε στην πόλι άλλος λογισμός, εκτός από το να μη νομισθή από εμένα τον ίδιο και από όλους τους άλλους ορθοδόξους χριστιανούς, ότι με το να φύγω από την πόλι κινδύνευσε αυτή για θέματα πίστεως, να διαγραφώ από το βιβλίο της ζωής.
Εάν αδιαφόρησα για κάτι, όσο φρόντιζα για την οργάνωσι της πίστεως και της Εκκλησίας, παρ’ όλο που προέβλεπα και προέλεγα, τις δοκιμασίες αυτές, που μας στέλνει ο Θεός, από αυτήν την ευθύνη εγώ δεν θα απάλλαγα τον εαυτό μου, αφού τους έχω όλους μάρτυρες, και τον υψηλότατο βασιλέα και τους εκκλησιαστικούς και σχεδόν ολόκληρη την οικουμένη, ότι οι σχετικές συμβολές μου διαδόθηκαν παντού.
Εάν δεν ποθώ την ειρήνευσι των Εκκλησιών και την ομόνοια όλων των χριστιανών, αλλά βεβαίως την αληθινή και πιστή και εκκλησιαστική και δίκαιη και σωτήριο, να μη ειρηνεύση η ζωή μου....
Εγώ την αγία μητέρα, αυτήν την Εκκλησία, μαζί με τους τρείς αγιωτάτους Πατριάρχες, είχα πάντοτε και έχω αληθινή μητέρα των ορθοδοξων χριστιανών, στην οποία, όπως στην αρχή του κηρύγματος, σύμφωνα με την πρόρρησι του Κυρίου, δοκιμάζεται η πίστις από τις διάφορες επιθέσεις της αποστασίας, αυτής της Εκκλησίας όλα τα δόγματα αποδέχομαι θερμά ως θεία και αληθέστατα και πρόξενα σωτηρίας. Μεταξύ αυτών είναι και το ότι το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεται δηλαδή υπάρχει, από τον Θεό Πατέρα, όπως λέγει το Σύμβολο όλων των οικουμενικών Συνόδων. Όχι βεβαίως από τον Πατέρα και τον Υιό, όπως διαλαμβάνει το λατινικό σύμβολο και ο Φλωρεντινός όρος, το δόγμα αυτό το αναπτύσσουν με ανήκουστα επιχειρήματα.
Υποστηρίζω την Αγία και μεγάλη Σύνοδο, που συγκροτήθηκε κατά του λατινόφρονος Βέκκου, και την θεωρώ βεβαίως οικουμενική, διότι η απουσία του σχησματικού δεν της αφαιρεί τον οικουμενικό χαρακτήρα. Και την φοβερή εκείνη απόφαση με τους αφορισμούς και αναθεματισμούς τρέμω ως ιερή και θείαν απόφασι, που καθορίζει, βάζοντας τα όρια που πρέπει, και για τα λατινικά δόγματα και για το μνημόσυνο του Πάπα.
Μένω σταθερός:
Στην υπόσχεσι που έκανα μπροστά στον Θεό, τους αγγέλους και τους ανθρώπους, όταν αναχωρούσε προς τον Θεό ο μακάριος Εφέσου.
Στις συζητήσεις που έκανα με τον επίσκοπο Κορτώνης για την ανάδειξι της αληθείας που έχουμε.
Στα πολλά και διάφορα συγγράματα, τα οποία παρουσίασα υπερασπιζόμενος την πάτριο πίστη ως δώρο Θεού.
Στην Ομολογία της πίστεώς μου, μάλλον δε όλης της Εκκλησίας, την οποία εξέδωσα επεξειργασμένη πρίν από τρία χρόνια.
Στις υπογραφές τις οποίες υπογράψαμε μαζί με τους τότε εκκλησιαστικούς, που συμφωνούσαν, κατά τον καιρό του λεγάτου, και αργότερα, μετά την πρεσβεία του κυρ Βρυεννίου, με την οποία δεν συμφώνησα, για να μη αποδεχθήτε ποτέ το μνημόσυνο του Πάπα, όσο θα είμαστε στα βασικά δόγματα της πίστεως διηρημένοι και δεν θα συμφωνούμε μαζί του με την απόφαση της Συνόδου και των αγίων Πατέρων μας και όλων των καθηγεμόνων...κ.τ.λ.
Χειρόγραφο Μόσχας 208
Τα κείμενα του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού και του Πατριάρχου Γενναδίου είναι από το βιβλίο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΛΛΑΣ, ήτοι περί των Ελλήνων των γραψάντων ΚΑΤΑ ΛΑΤΙΝΩΝ, υπό Ανδρονίκου κ. Δημητρακόπουλου Αρχιμανδρίτου, εν Λειψία 1872. Η απόδωσις στην απλή γλώσσα έγινε από τον κ. Δημήτριον Ρίζον, Θεολόγον-Φιλόλογον.
Εκ του βιβλίου «Γνωρίζετε το αληθινό πρόσωπο του Παπισμου;» ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΚΟΥΤΖΙΔΗ: Η ΦΥΣΙΣ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ 1924 ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ (ΕΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑΝ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ "ΚΗΡΥΞ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ"))
ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ – ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ
Η ΦΥΣΙΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ 1924 ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ
Ὑπό Ἐλ. Χρ. Γκουτζίδη, Θεολόγου Καθηγητοῦ.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πρόδρομοι τῆς Ἡμερολογιακῆς Μεταρρυθμίσεως εἰς τόν Ρωμαιοκαθολικισμόν θεωροῦνται οἱ ἀποστάτες τῆς Ὀρθοδοξίας:
α) Ὁ Γεώργιος Γεμιστός ἤ Πλήθων (1360-1450). Οὗτος συνέταξεν νέον ἡμερολόγιον, τό ὁποῖον μετερρύθμιζεν καί τόν χρονικόν ἑορτασμόν του Πάσχα (μετέσχε τῆς ψευδο συνόδου τῆς Φλωρεντίας).
β) Ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς, διακεκριμένος Λατινόφρων καί ἐπί κεφαλῆς τῶν πολεμησάντων τόν ῞Αγ. Γρηγόριον τόν Παλαμᾶν. Οὗτος τό 1324 εἰς σχετικήν του εἰσήγησιν ἐνώπιον τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Β' καί τῆς Συγκλήτου, προ τείνει διόρθωσιν τοῦ τρόπου καθορισμοῦ τοῦ Πάσχα. Ἡ πρότασίς του ὅμως ἀπερρίφθη ἀπό τήν Ἐκκλησία. (Θ.Η.Ε. τόμος 4, σελ. 695).
Οἱ ἀνωτέρω ἐπέδρασαν μέ τάς περί μεταρρυθμίσεως τοῦ ἡμερολογίου ἰδέας των ἐπί τῶν Δυτικῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἄργησαν νά φέρουν τό θέμα εἰς ἀλλεπαλλήλους Συνόδους των (Ἐν Κωνσταντία 1414-1418, ἐν Βασιλεία 1431-1449, Πάπας Σίξτος ὁ Δ' 1471-1484, Πάπας Λέων ὁ Ι΄ 1513-1521, ἐν Τριδέντω 1545-1563). Τέλος ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ ΙΓ΄ (1572-1585) ἀνέθεσεν εἰς ἀστρονόμους καί μαθημα τικούς τήν μελέτην τοῦ θέματος. Ἡ πρότασις τοῦ Καλαβροῦ Λουδοβίκου Λελίου ἐγένετο ἀποδεκτή. Τό 1581 ἡ εἰδική ἐπιτροπή ὡλοκλήρωσε τό σχέδιον τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως, τήν δέ 24ην Φεβρουαρίου τοῦ 1582 διά εἰδικῆς βούλας ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ ΙΓ' εἰσήγαγεν καί ἐπέβαλεν τό νέον ἡμερολόγιον εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ Ἰουλιανοῦ, τό ὁποῖον ὡς ἐκ τοῦ ὀνόματός του ἀπεκλήθη Γρηγοριανόν Παπικόν ἡμερολόγιον.
Εἰς τήν προσπάθειάν του ὁ Πάπας νά ἐπιβάλη τήν Καινοτομίαν του ἀνά τήν Οἰκουμένην, συναντᾶ ἀμέσως ἀντιδράσεις ἐκ τῶν ἰδίων τῶν Λατίνων, ἀλλά καί τῶν Προτεσταντῶν. Ἰδιαιτέρως ὅμως τό νέον του ἡμερολόγιον ὁ Πάπας Γρηγόριος ἠθέλησεν νά ἐπιβάλη εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τάς φοβεράς πιέσεις καί δοκιμασίας, ἦσαν οἱ ἐνετοκρατούμενοι ῾Επτανήσιοι, οἱ ὁποῖοι ὄχι σπανίως κατέληγον καί εἰς αἱματηράς συγκρούσεις, οἱ δέ Κρῆτες ἦσαν ἕτοιμοι εἰς ἐπανάστασιν ἐάν ἐγίνετο ἀπόπειρα ἐπιβολῆς (Γρηγ. Παπαμιχαήλ, «Ἐπί τῆς Ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως», «Πάνταινος» 10.6.1910, σ. 625 καί Χ. Παπαδοπούλου «Ἐκκλησιαστικός Κῆρυξ» 21.4.1918, σ. 188).
Πρό τῆς σθεναρᾶς ἀντιστάσεως τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τῶν Λατίνων, αἱ Ἐνετικαί Ἀρχαί ἀπευθύνθησαν πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην, Ἱερεμίαν τόν Β΄, ἵνα πείσουν αὐτόν ὅπως δεχθῆ τήν καινοτομίαν. Πρός τοῦτο ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς Ἐνετίας Νικόλαος Δαπόντε, ἀπέστειλε τάς προτάσεις του πρός τόν Πατριάρχην Ἱερεμίαν τόν Β΄ μέ τόν πρόξενον Βάϊλον Μουρεζίνη, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀπερρίφθησαν, ὡς προκύπτει ἀπό τήν σχετικήν ἀπαντητικήν πρός τόν Δαπόντε ἐπιστολήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ τοῦ Τρανοῦ. Παραθέτομεν τήν ἐπιστολήν ταύτην:
«Ἱερεμίας Ἐλέῳ Θεοῦ
Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης
καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης.
Γαληνότατε Πρίγκηψ τῶν κλεινῶν Βενετῶν, κύριε κύριε Νικόλαε Νταπόντε. υἱέ ἀγαπητέ κατά πνεῦμα τῆς ἡμῶν μετριότητος, χάριν, εἰρήνην, ἔλεος καί πᾶν ἀγαθόν καί σωτήριον ἐπευχόμεθά σοι ἀπό Θεοῦ Παντοκράτορος καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἐνταῦθα περιφανέστατος Βαΐουλος κύριος Τζουάν Φραντζέσκος Μουρεζίνης ἐμφανισθείς σωματικῶς, ἠξίωσεν ἡμᾶς, ὡς ἀπό τῆς σῆς Γαληνότητος καί πάσης τῆς μεγαλοπρεποῦς Ἀριστοκρατείας, ἵνα πρόσλεψίν τινα οἰκονομήσωμεν, δι' ἧς τῆς νέας διορθώσεως γεγονυίας δυνηθῇ ἡ Ἐκκλησία τῆς παλαιᾶς καί νέας Ρώμης συνεορτάζειν ἕνεκα τῆς ἑπομένης εἰρήνης τῶν Χριστιανῶν. Καί ἐπειδή ἤκουσε παρ᾽ ἡμῶν, ὅτι οὐ δυνατόν ἡμῖν γενέσθαι ἐν μέρει τά κωλύοντα διηγησαμένων, ὡς φιλόχριστον, ὄντα σέ καί φιλέλληνα καί ὡς τήν Ἀρχήν ὑμῶν φιλοῦσα τούς Γραικούς, τῶν ἄλλων πλέον χριστιανικῶν ἀρχῶν γράψαι πρός σέ ἐκρίναμεν διά τήν θείαν εἰρήνην· οὐ γάρ ἀγνοοῦμεν, ὅσα σκάνδαλα ἔχου σι γενέσθαι διά τά νέα τοῦτα ὡρολόγια. ῎Αξιον τό νῦν κρίνομεν δικονομίαν τινα γενέσθαι ἥν μέν ἐγώ πᾶσι κηρύξω καί ὁρίσω καί μᾶλλον εἰς Κρήτην καί τάς λοιπάς νήσους· ἡ δέ Γαληνότης σου ἐπινεύσοι καί προστάξοι.
Καί ὥς περ οἱ κατά καιρούς τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης Μακαριώτατοι διά τό καλόν τῆς εἰρήνης ἔγραψαν καί ὥρισαν, ἵνα οἱ μέν αὐτῆς ὑπήκοοι, τά ἔθνη αὐτῶν κρατῶσι, οἱ δέ τῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας τά ἡμῶν καί οὔτε οἱ Λατῖνοι Γραικούς ἐνοχλῶσιν, οὔτε Γραικοί Λατίνους, ἀλλ' ἐν ἀγάπῃ τόν ῞Ενα Χριστόν δοξάζωσιν ἀσκανδαλίστως, οὕτω καί νῦν ἡ μέν Ἀνατολική Ἐκκλησία ἡμῶν διακρατεῖ τά αὐτῇ παραδοθέντα, ἡ δέ Δυτική ὡς θέλει καί σούλεται. ῎Αλλως γάρ ποιῆσαι οὐκ ἔχομεν παντός Πατριάρχου τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ταύτης κανόσι καί νόμοις ὀφείλο ντος ὑποκεῖσθαι καί παραδόσεσιν ἐκκλησιαστικαῖς.
Τό σεβάσμιον τοίνυν Πάσχα, ἐν ὧ τό κεφάλαιον τῆς περί ἡμᾶς τοῦ Κυρίου οἰκονομίας ἐξείργασται παρά τε τοῦ θείου Κλήμεντος διετάγη καί παρά τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου καλῶς ἐθεωρήθη, κανόνιόν τε πανάριστον συνετέθη αἰώνιον, ἀστρονόμων οὐ δεόμενον, παραδεδομένον τῇ Ἐκκλησίᾳ οὖ τό ἰσον, ὡς οἶμαι, ἔχει ὁ ἡμέτερος ἐπίτροπος αὐτοῦ, ὁ Φιλαδελφείας Ἱερώτατος Ἀρχιερεύς καί εἰ βούλητόν σοι, ἀνάγνωθι καί γνώσῃ ὡς καλόν καί διορθώσε ως οὐ χρείαν ἔχον, ὡς παρά τῶν θεοσόφων Πατέρων ἀρτιωθέν. Τῶν αὐτῶν λοιπόν τούτων καί ἄλλων εὐλόγων πολλῶν τό περί τοῦ Πάσχα ἀκαταζήτητον διατηροῦμεν καί ὅριον αἰώνιον ἔχομεν, ἄχρι τῆς ἐνδόξου τοῦ Χριστοῦ ἐλεύσεως φυλαττόμενον· οὐ γάρ ὑπέρτεροι Κανόνων ἡμεῖς, δι' ὅ πολλοί τῆς εὐθείας ἐξετράπησαν ὑπήκοοι δέ καί ἐκπληρωταί, ὡς δυνατόν, προσοικοδομεῖν τήν ἐξουσίαν, ἥν ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Κύριος, χρώμενοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῇ καθ' ἡμᾶς, ἥτις λόγους Ἁγίων ἔχει, μαρτύρια, κανόνας καί ἄλλα ἀναγινωσκόμενα καθ' εἱρμόν ὅλον τόν ἐνιαυτόν καί εἴ τι τῆς παγχρύσου ἁλύσεως ταύτης ἀποτεμοῦμεν, εἰς τήν τοῦ ὅλου καθαίρεσιν τήν ζημίαν ἐπάξομεν ἀνω φελῶς. Ὁ γάρ σύμπας τῶν Ἁγίων Πατέρων σκοπός, οὐχί περί θεωρηματικῶν ἐστίν ἀλλά περί Χριστοῦ μαθημάτων τοῦ μή Ἰουδαίοις συνεορτάσαι.
Εἰ οὖν συνέση τοῦτο ποτέ, σκῆψίν τινα τά νέα εἶχον· ἐπεί Θεοῦ δέ χάριτι ἄπταιστα μέχρι τοῦ νῦν καί παλαιᾷ καί νέᾳ Ρώμη, καλῶς τόν ῞Ενα Χριστόν συνεώρταζεν, ἕνεκα τίνος ἡ σύγχυσις αὕτη, καί τό παγκόσμιον σκάνδαλον τῶν ἀκουομένων δέκα ἡμερῶν; ῎Αν γάρ κἄν κατά Πτολεμαῖον τόν Μέγαν ἔλεγον, ἡμέραν μίαν δι' ἑκάστων ἐτῶν τριακοσίων συνάγοντα, ἀπό τῆς πρώτης Συνόδου εἶχον ἡμέρας τέσσαρας.
Ποῦ τοίνυν ἐξευρέθησαν αἱ λοιπαί ἕξ ἡμέραι καί τόσον παρεξετάθησαν ἀστρονομίᾳ θαρρήσαντες; Τήν αὐθεντίαν ἐχέτωσαν οἱ τῶν Θείων Πατέρων Κανόνες καί οἱ τῶν εὐσεσῶν Βασιλέων νόμοι καί οὐχί οἱ ἀστρονόμοι, ὧν τά τοιαῦτα συμσούλια ἀσθενῆ τινα, ὡς δοκεῖ, εὑρόντες λαβήν, αἰνιττομένων τοῖς θείοις Πατράσι καί φυλαχθεῖσαν ἀναμάρτητον ἕως τήν σήμερον. Εἰ γάρ καί ὁ χρόνος καί ἡ τῶν φωστήρων κίνησις περί τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα ἀνωμαλίαν τινά ποιεῖ, τῇ εὐσεβείᾳ γε μήν, οὐδ' ὅπως οὖν τοῦτο λυμαίνεται. ῞Οθεν οὐδέν μετατρέπειν δεῖν τόν τῶν Ἁγίων Πατέρων κανόνα καί καινοτομεῖν καί εἰς αἰτίαν στάσεως τάς Χριστοῦ Ἐκκλησίας κινεῖν.
Εἰπερ ἀληθείᾳ καί θείῳ πνεύματι περί ἀναγκαίων κυρίως ἐσκόπουν, πολλά ἄλλα εἰσί ψυχωφελῆ καί σωτήρια καί οὐχί τά παίγνια τῶν ὡρολογίων τούτων οὐδέν ὄντων.
Δώη οὖν Κύριος ὁ Θεός εἰρηναίαν κατάστασιν ἅπασι τοῖς Χριστιανοῖς τῇ τε Γαληνότητί σου καί παντί σου τῷ ὑπηκόῳ, ὑγείαν σωτηρίαν καί μετά τῶν παρόντων εὐτυχῶν ἀγαθῶν καί τῶν ἐπουρανίων καλῶν τήν ἀπόλαυσιν τῇ χάριτι αὐτοῦ· οὗ δή ἡ χάρις καί τό ἄπειρον ἔλεος καί ἡ εὐχή καί ἡ εὐλογία τῆς ἡμῶν μετριότητος, εἰη μετά τῆς σῆς Γαληνότητος, πᾶν καταθύμιον δηλούσης, καί ἐκπληρουμένου ὡς δυνατόν.
Ἐν μηνί Φεβρουαρίῳ Ἰνδικτιῶνος ια΄.
Εἰς αὐτήν εἶναι χαρακτηριστικόν τό αὐστηρόν ὕφος καί ἡ σαφής θέσις τοῦ Πατριάρχου παρά τό γεγονός ὅτι ἀπηυθύνετο πρός τόν Δόγην τῆς Ἐνετίας Νικόλαον Δαπόντε. (ὅρα Ἐλ. Γκουτζίδη «ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ» σελ. 57-59, ῎Αθῆναι 1980).
῎Οχι ὅμως μόνον πρός τάς Ἐνετοκρατουμένας νήσους ἀλλά καί πρός ὁλόκληρον τήν Ἀνατολήν διά τῶν Ἰησουϊτῶν, ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ ΙΓ' ἐπεχείρησε γενικόν προσηλυτισμόν καί ἐπεδίωξε τήν ἐπιβολήν τοῦ νέου ἡμερολογίου του. Τό 1583, ἐνῶ οἱ Ἰησουΐται ἐγκαθίστανται εἰς τήν Κων/πολιν, εἰδική παπική ἀποστολή φθάνει εἰς τόν Πατριάρχην μέ δῶρα καί ἐπιστολή τοῦ Πάπα, δι' ἦς ζητεῖ τήν ἕνωσιν καί τήν ἀποδοχήν τοῦ νέου ἡμερολογίου του (Β. Στεφανίδη, Ἐκκλ. Ἱστορία, Αθῆναι 1970, σελ. 698-699). Πρό τῆς τοιαύτης ἐπιμονῆς ὁ Πατριάρχης ἀπαντᾶ δι᾽ ἀποφάσεων Πανορθοδόξων Συνόδων.
ΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΤΩΝ ΕΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΟΥΠΟΛΙ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διά νά ἀντιμετωπίση τήν ἐκ τοῦ Παπισμοῦ ἀφ ἐνός φοβεράν προσηλυτιστικήν δρᾶσιν, ἀλλά καί ἀφ ἑτέρου ἀνακόινη τήν διά παντός μέσου ἐπι χειρουμένην ἐπιβολήν τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας, ἐθωράκισεν τήν Ὀρθοδοξίαν διά Συνοδικῶν ἀποφάσεων, καταδικάσασα τήν καινοτομίαν καί ἀποκλείσασα διά πα ντός τήν εἴσοδον αὐτῆς εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν. Εἰδικώτερον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐχομένη στερρῶς τῶν Ἱερῶν παραδόσεων καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί ἑδραζομένη ἐπί τῶν πηγῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, κατέκρινεν καί κατεδίκασεν εἰς Πανορθοδόξους Συνόδους τήν ἐν λόγῳ καινοτομίαν, διότι δι' αὐτῆς ἐπεχειρεῖτο;
1. Καταπάτησις καί ἀθέτησις Ἐκκλησιαστικῆς ῾Εορτολογικῆς Παραδόσεως τότε 1.600 ἐτῶν (σήμερον 2.000).
2. Καταπάτησις τῶν περί τῆς Ἁγίας ῾Εορτῆς τοῦ Πάσχα διατάξεων τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
3. Διατάραξις τοῦ ἑορτολογίου καί τῆς λατρευτικῆς τάξεως, καθόσον ἡ καινοτομία ὡρμᾶτο οὐχί ἐξ ἐκκλησιαστικῶν λόγων, οὐδεμίαν δέ λατρευτικήν ἤ ἄλλην τινά ἀνάγκην ἐθεράπευσεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
4. Ἀπετέλει, ἡ καινοτομία καθαράν ἐνασχόλησιν περί τήν ἀκρίβειαν τοῦ χρόνου, ἥν οὐκ οἶδεν ἡ Ἐκκλησία.
Πρός τούτοις διαπιστώσασα τότε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία:
1. Τήν ἐπιμονήν τοῦ Παπισμοῦ ὅπως παντί τρόπῳ εἰσαγάγη τήν ἡμερολογιακήν καινοτομίαν εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
2. Τό γεγονός ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς Παπικῆς Καινοτομίας ἐπέρχεται αἰσθητή καί ἐξωτερική διαφοροποίησις μεταξύ τοῦ Παπισμοῦ καί Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἑορτολογικήν λατρευτικήν τάξιν καί ζωήν, διότι ἀπεμακρύνθη διά τοῦ νέου ἡμερολογίου ὁ Παπισμός καί δέν συνεορτάζει μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
3. Πλήττεται διά τοῦ ἀνωτέρω ἡ προσηλυτιστική δρᾶσις τῆς ἀδιστάκτου Οὐνίας, ἡ ὁποία τόν 16ον αἰώνα ἐμάστιζεν κυριολεκτικῶς τήν Ὀρθοδοξίαν.
4. Καθίστανται ἐμφανέστεραι αἱ κακοδοξίαι τῆς Δύσεως καί συνειδητοποιοῦνται ὑπό τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, τοῦ σχίσματος οὕτω πλέον αἰσθητοῦ γενομένου.
Δι' ὅλων τῶν ἀνωτέρω ἐνισχύεται καί διαφυλάσσεται ἡ ὀρθόδοξος συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Διά ταῦτα πάντα καί ἵνα ἀνακόινη διά παντός τήν ὁρμήν τῆς Δύσεως καί προφυλάξη τήν ἀκαινοτόμητον πίστιν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί Ἁγίων Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐκ τῶν μιασμάτων τῆς Παπικῆς λεγομένης ἐκκλησίας, ἐνήργησεν ἀποφασιστικῶς καί ἀπέκρουσεν τήν ὀρμήν τῆς Δύσεως δι' ἀποφάσεων Πανορθοδόξων Συνόδων.
Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΓΑΛΗ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η ΕΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΕΒΙ ΣΥΓΚΛΗΘΕΙΣΑ
(20 Νοεμβρίου 1583).
Ἡ ἀπόφασις τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου ταύτης ἔχει οὕτω:
«Σιγγίλιον Πατριαρχικῆς διατυπώσεως Ἐγκυκλίου τοῖς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς, εἰς τό μή παραδέχεσθαι τό νεώτερον Πασχάλιον ἤ Καλενδάριον τοῦ καινοτομηθέντος μηνολογίου, ἀλλ' ἐμμένειν τοῖς ἅπαξ καί καλῶς διατυπωθεῖσι παρά τοῖς Ἁγίοις 318 (τριακοσίοις δέκα ὀκτώ) Θεοφόροις Πατράσι τῆς Αγίας Οἰκουμενικῆς Πρώτης Συνόδου μετ' ἐπιτιμίου καί ἀναθέματος.
Πᾶσι τοῖς ἐν Τριγοβυστίῳ καί ἁπανταχοῦ Χριστιανοῖς γνησίοις τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς. Χάρις εἴη καί εἰρήνη καί ἔλεος παρά Θεοῦ Παντοκράτορος.
Οὐ μικρά τε ζάλη τήν παλαιάν κιβωτόν κατέλαβεν, ὅτε σφοδρῶς κλυδωνιζομένη ἐφέρετο ἐπί τῶν ὑδάτων· καί εἰ μή Κύριος ὁ Θεός μνησθείς τοῦ Νῶε εὐδόκησε κοπᾶσαι τό ὕδωρ οὐδεμία ἐλπίς σωτηρίας αὐτῇ ἦν.
Οὕτω καί τήν Νέαν Κιβωτόν τῆς καθ' ἡμᾶς Ἐκκλησίας ἐπεί ἄσπονδον πόλεμον οἱ κακόδοξοι ἤγειραν καθ᾽ ἡμῶν κατά τούτων καί ἡμεῖς τόν παρόντα τόμον ἐγκαταλιπεῖν ἔγνωμεν, ὅπως τοῖς τούτῳ γεγραμμένοις ἔχετε κα-τά τῶν τοιούτων ἀσφαλεστέρως τήν ὑμετέραν Ὀρθοδοξίαν συνηγορεῖν.
Ἀλλ' ἵνα μή τοῖς ἁπλουστέροις φορτικόν εἴη τό Σύγγραμμα, ἁπλῆ διαλέκτῳ πᾶσαν ὑμῖν τήν ὑπόθεσιν καταρτίσαι ἔγνωμεν, ἥτις ἔχει οὑτωσί εἰς ἁπλῆν διάλεκτον:
Ἀπό τήν παλαιάν Ρώμην ἤλθασι τινές, ὁποῦ ἔμαθον ἐκεῖ νά λατινοφρονοῦσι, καί τό κακόν εἶναι πώς ἀπό Ρωμαῖοι τῆς Ρούμελης γεννήμματα καί θρέμματα ὄντες, ὄχι μόνο ἤλλαξαν τήν πίστιν των, ἀλλά καί πολεμοῦσι τά Ὀρθόδοξα δόγματα καί ἀληθινά τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπου μᾶς παρέδωκεν αὐτός ὁ Χριστός καί οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι καί αἱ ῞Αγιαι Σύνοδοι τῶν Ἁγίων Πατέρων. ῞Οθεν τούτους ὡς σεσηπότα μέλη ἀποκόπτοντες ὁρίζομεν:
……………………………………………………………………..
Ζ. Ὅποιος δέν ἀκολουθεῖ τά ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαι Σύνοδοι ἐθεσπισαν καί τό ῞Αγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν καί θέλει νά ἀκολουθῆ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα, καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καί τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.
Η. Ἐσεῖς δέ οἱ εὐσεβεῖς καί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, μένετε ἐν οἷς ἐμάθετε καί ἐγεννήθητε καί ὅταν τό καλέσῃ ὁ καιρός καί ἡ χρεία, αὐτό τό αἷμα σας νά χύσετε διά νά φυλάξετε τήν Πατροπαράδοτον Πίστιν καί ὁμολογίαν σας· καί φυλάγεσθε ἀπό τῶν τοιούτων καί προσέχετε, ἵνα ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός σᾶς βοηθεῖ ἅμα καί ἡ εὐχή τῆς ἡμῶν μετριότητος εἴη μετά πάντων ὑμῶν, Ἀμήν.
῎Ετους ἀπό Θεανθρώπου αφπγ (1583) Ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ Νοεμβρίου Κ΄.
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΙΕΡΕΜΙΑΣ
Ὁ Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὁ Ἀλεξανδρείας ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ
Καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες».
Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΓΑΛΗ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η ΕΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΕΒΙ ΣΥΓΚΛΗΘΕΙΣΑ
ΚΑΤΑ ΤΟ 1587
Τό νέον Παπικόν ἡμερολόγιον κατεδικάσθη καί ὑπό δευτέρας Συνόδου ἐν Κων/πόλει ἐν ἔτει 1587, παρόντων ἐν αὐτῇ τῶν Ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν Κωννπόλεως ΙΕΡΕΜΙΟΥ τοῦ Β', Ἀλεξανδρείας ΜΕΛΕΤΙΟΥ καί Ἱεροσολύμων ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ.
Η ΤΡΙΤΗ ΜΕΓΑΛΗ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η ΕΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΕΒΙ ΣΥΓΚΛΗΘΕΙΣΑ
(Φεβρουαρίου 12 1593)
Ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὤθησεν τήν Ὀρθοδοξίαν νά ἐπανέλθῃ ἐντός 10 ἐτῶν τρεῖς φοράς ἐπί τοῦ ἰδίου θέματος εἶναι εἷς καί μόνον: Ἡ ἀκατάσχετη προσηλυτιστική ὁρμή τῶν Παπικῶν, οἱ ὁποῖοι μέ ἀθέμιτα μέσα, (βία, ἐξαγορά συνειδήσεως καί κυρίως ψεύδη κ.λ.π.), κατέτρωγε τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Οὕτω κατεδικάσθη τό τρίτον ὑπό Πανορθοδόξου Συνόδου, εἰς τήν ὁποίαν ἔλαβον μέρος; ὁ Κωνργπόλεως Ἱερεμίας ὁ Β΄, ὁ Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ὁ ὁποῖος ἐπεῖχεν καί τήν θέσιν τοῦ Ἀντιοχείας, Ἰωακείμ τοῦ Ζ', ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος καί τεσσαράκοντα ἐν ἐνεργεία Ἀρχιερεῖς.
Ἡ Πανορθόδοξος αὐτή «Μεγάλη Σύνοδος διεκήρυξε πρωτίστως τήν ἐμμονήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τοῖς ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τεθεσπισμένοις ἐναντίον τῶν Καινοτομιῶν τῆς Ρώμης».
Ἐπίσης ἐκύρωσεν τήν ἵδρυσιν τοῦ Ρωσσικοῦ Πατριαρχείου καί ἀπέκρουσεν τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον ὡς νεωτερισμόν ἀντιβαίνοντα εἰς Κανόνας καί διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας.
Κυρίως δέ ἐπεσήμανεν τήν ἐμμονήν της εἰς τήν περί τοῦ Πάσχα διάταξιν τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀπηγόρευσε δέ τόν συνεορτασμόν τοῦ Πάσχα μετά Ἰουδαίων συμφώνως τῷ 1ῳ Κανόνι τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, καί ἀπέκρουσεν καί κατεδίκασεν τό νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον.
Οὕτω ἅμα τῇ ἐμφανίσει του τό νέον Παπικόν Καλενδάριον ἤ ἡμερολόγιον ἤ ἑορτολόγιον ἐκρίθη καί κατεδικάσθη τελεσιδίκως καί ἀπεκλείσθη ἡ εἴσοδός του εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΩΗ ΠΗΓΩΝ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΑΥΤΩΝ
Τάς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ 1583, 1 587 καί 1593, αἱ ὁποῖαι κατεδίκασαν τήν Παπικήν ἡμερολογιακήν καινοτομίαν, ἄλλοι σκοπίμως ἠμφισβήτησαν, ἄλλοι δέ ὑπετίμησαν, ἵνα ἀποφύγουν τόν σκόπελον τοῦ δεδικασμένου τοῦ Νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀλλά οὔτε ἡ ἀξιοπιστία τῶν πηγῶν δύναται νά ἀμφισβητηθῇ, οὔτε τό κῦρος τῶν ἀποφάσεων νά ὑποβιβασθῇ· διότι καί ἱστορικῶς εἶναι πληθωρικά καί ἐπακριβῶς κατωνομασμέναι αἱ ἐν λόγῳ Σύνοδοι, καί τό κῦρος τό ὁποῖον κέκτηνται αὗται αἱ Συνοδικαί Ἀποφάσεις εἶναι ἰσχυρόν καί ἀναμφισβήτητον.
Ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος τῆς Κωννπόλεως 1583, μνημονεύεται ρητῶς:
1) Ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Μελετίου, ὁ ὁποῖος εἰς τό Σύγγραμμά του Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τόμος Γ', σελ. 402 (ἐν Βιέννῃ 1784) γράφει: «Πατριαρχεύοντος τούτου τοῦ Ἱερεμίου, Σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/πόλει τῷ 1583, ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατακρίνασα τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τοῦ Ρώμης Καλενδάριον, δέν τό ἐδέχθη, κατά τήν αἴτησιν τῶν Λατίνων». (Ἐκκλησ. Ἱστορία Μελετίου, Τόμος 3ος, σελίς 402, παράγρ. 9).
2) Ὑπό τοῦ Ἀθανασίου Κομνηνοῦ Ὑινηλάντου, ὁ ὁποῖος εἰς τό σύγγραμμά του «Τά Μετά τήν ῞Αλωσιν» σελ. 111-112 (ἐν Κων/πόλει 1870) γράφει: Ὑπό τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ «συγκροτεῖται Σύνοδος Μητροπολιτῶν ἐν Κων/πόλει, παρόντος καί τοῦ Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου καί κατεκρίθη τό ὑπό τοῦ Πάπα Γρηγορίου τοῦ ΙΓ', εἰσαχθέν Καλενδάριον καί οὐκ ἀπεδέχθη αὐτό κατά τήν τῶν Λατίνων αἴτησιν».
3) Ὁ Μητροπολίτης Διδυμοτείχου Φιλάρετος Βαφείδης (1850-1933) εἰς τήν Ἐκκλησιαστικήν του Ἱστορίαν, τόμος 3ος, σελ. 124-125, Κων/πολις 1912, γράφει: «…. Ὁ Ἱερεμίας ἔχων ὑπ' ὄψιν τάς δυσκολίας τῆς ἐφαρμογῆς ἀπορρίπτει τήν πρότασιν τοῦ Πάπα, κοινῶς δέ μετά τοῦ Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου ἐκδίδωσι τό 1583 ἐπιστολήν ἐν ᾖ καθορίζων τάς τέσσαρας διατάξεις τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, καταδεικνύει καί τάς ἐλλείψεις τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ἡ ἐπιστολή αὕτη ἐγράφη συνεπείᾳ τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης Συνόδου, ἥτις κυρίως ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τό Γρηγοριανόν ῞Ημερολόγιον. (Βλ. καί Δοσιθέου «Τόμος Ἀγάπης», σελ. 538).
4) Ὁ Μητροπολίτης Αθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος εἰς τό ἔργον του «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας» (Ἀλεξάνδρεια 1935) σελ. 628 γράφει: «τῇ 20 Νοεμβρίου 1583 ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας, παρόντος τότε ἐν Κων/πόλει καί τοῦ Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου, συνοδικῶς διασκεινάμενος ἀπέκρουσε τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον». Καί ἐν τῷ «Ἐκκλησιαστικῷ Κήρυκι» 14.4.1918, σελ. 172-173 γράφει ὁ ἴδιος ὡς Ἀρχιμανδρίτης καί Πανεπιστημιακός διδάσκαλος: «ὁ Πατριάρχης ἐξέδωκε συνοδικήν ἀπόφασιν, δι' ἧς κατεδίκαζε τήν γενομένην μεταρρύθμισιν τοῦ ἡμερολογίου».
Ὡσαύτως ποιεῖ λόγον καί ἐν τῇ Ἱστορίᾳ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων.
Παρομοίως μαρτυρεῖται καί ἡ Σύνοδος τοῦ 1587 τόσον ἀπό τούς προμνημονευθέντας Φιλάρετον Βαφείδην (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 125) καί Α.Κ. Ὑινηλάντου (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 113) ὅσον καί ἀπό πλείστους ἄλλους.
Ἐξαιρέτως ὅμως μνημονεύεται καί ὑπογραμμίζεται ὑπό πάντων ἡ Σύνοδος τοῦ 1593.
Δέν θά ἀναφέρω τούς προηγουμένους ἱστορικούς ἀλλά μόνον αὐτόν τόν μεταρρυθμιστήν τόν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ «Ἐκκλησιαστικῷ Κήρυκι» φ. 146/1918 γράφει:
«Ἐπισημότερον ἀπεκρούσθη τό ἡμερολόγιον μετά τριετίαν, ὑπό τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συνελθούσης ἐνδημούσης Συνόδου τῷ 1593, ἧς συμμετέσχον ἐκτός τοῦ Ἱερεμίου, ὁ Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς ἐπέχων καί τόν τόπον τῆς Ἀντιοχείας καί ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος καί πλεῖστοι Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον ἐχαρακτηρίσθη ἐν αὐτῇ ὡς νεωτερι σμός ἀντισαίνων εἰς κανόνας καί διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας. (Ἐκκλ. Κῆρυξ Φ. 146/1918).
Ὁ αὐτός δέ πάλιν εἰς τό ἔργον του «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καί ἐν σελίδι 482 λέγει:
«Μεταβάς δέ εἰς Κωνσταντινούπολιν (ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος ὁ Δ') τῷ ἔτει ἐκείνῳ συμμετέσχε τῆς ἐκεῖ συγκροτηθείσης Συνοδικῆς διασκέινεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ ῞Ημερολογίου, διά τοῦ ὁποίου ἐσκόπει ἡ Λατινική Ἐκκλησία νά παραπλανήση τούς Ὀρθοδόξους… Ἀλλ' οἱ Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχαι καί Θεολόγοι ἐν οἷς ἐπρώτευε τότε ὁ Μελέτιος ὁ Πηγᾶς, διαδεχθείς τόν Σίλβεστρον ἐν τῷ Πατριαρχικῷ θρόνῳ τῆς Ἀλεξανδρείας, δραστηρίως ἀπέκρουον τόν ἀπό τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας κίνδυνον. Τῆς ἀποκρούσεως ταύτης συμμετεῖχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ὅστις φαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ ῞Ημερολογί ου μετέβη εἰς Ἱεροσόλυμα».
ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΣΥΝΟΔΩΝ
Πρέπει νά τονισθῇ, ὄχι μόνον ἡ ἱστορικότης – ἀξιοπιστία τῶν πηγῶν περί τῶν ἐν λόγω Συνόδων, ἀλλά πρό πάντων καί τό κῦρος αὐτῶν τῶν Συνόδων καί τῶν ἀποφάσεών των.
Αἱ προμνημονευθεῖσαι Σύνοδοι τῆς Κωνργπόλεως 1583, 1587 καί ἰδιαιτέρως τοῦ 1593 εἶναι Κανονικαί καί Ὀρθόδοξοι Σύνοδοι! Εἰδικώτερον:
- Δέν εἶναι τοπικαί Σύνοδοι, ἀλλά Πανορθόδοξοι, δι᾽ ὧν ὡμίλησεν ἡ Καθολική τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τό ῞Εν ῞Αγιον Πνεῦμα, τό λαλῆσαν καί εἰς τάς Οἰκουμενικάς καί λοιπάς ἁγίας Συνόδους.
- Αἱ ἅγιαι αὗται Σύνοδοι, ἔχουσιν ἐσωτερικόν σύνδεσμον καί ἀδιάσπαστον ἀλληλουχίαν πρός ἁπάσας τάς προηγηθείσας ἁγίας Συνόδους.
- Αἱ ἀποφάσεις τῶν ἐν λόγῳ Συνόδων ἔχουσιν ἀναμφισβήτητον κῦρος, εἶναι ἀπολύτως σεβασταί , ἡ δέ ἀθέτησίς των ἀποτελεῖ ἀθέτησιν κατά τῆς Ὀρθοδοξίας καί βλασφημίαν κατά τοῦ ῾Ενός Ἁγίου Πνεύματος, ὅπερ ἐλάλησεν εἰς τάς Ἁγίας Οἰκουμενικάς Συνόδους καί εἰς τάς ἐν λόγῳ Πανορθοδόξους, αἵτινες ἐκείνων ἑπόμεναι ἐθωράκισαν τήν Ἐκκλησίαν κατά τόν 16ον αἰῶνα.
- Τό κῦρος λοιπόν τῶν ἐν λόγῳ Ἁγίων Πανορθοδόξων Συνόδων εἶναι τό αὐτό μέ τό κῦρος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἔνθεν μέν διότι συμμετέχει εἰς αὐτάς ἡ Καθολική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔνθεν δέ διότι αἱ ἅγιαι αὗται Σύνοδοι ἔχουσι ἀδιάσπαστον ἐσωτερικήν ἀλληλουχίαν καί ἀποτελοῦν προέκτασιν τοῦ ἑνός καί αὐτοῦ Ὀρθοδόξου Πνεύματος, ὅπερ διακρίνει τάς ἑπτά Ἁγίας Οἰκου μενικάς Συνόδους. Ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος ἐν τῷ βιβλίῳ του «Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», τήν Σύνοδον τοῦ 1593 ὀνομάζει «Μεγάλην Οἰκουμενικήν Σύνοδον»: «Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΙΣΤ' αἰών: Τήν αἵρεσιν τοῦ Λουθήρου, τήν αἵρεσιν τοῦ Καλβίνου, τήν αἵρεσιν τῶν Γιεζουβιτῶν καί τήν αἵρεσιν τοῦ νέου Καλενδαρίου· καί κατά μέν τῶν αἱρέσεων Λουθήρου καί Καλβίνου ἔγραψαν οἱ… κατά δέ τῆς αἱρέσεως τοῦ νέου Καλενδαρίου ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλη Οἰκουμενική Σύνοδος τῷ 1593».
Η ΕΝ ΤΩ ΠΑΡΟΝΤΙ ΑΙΩΝΙ
ΑΝΑΚΙΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ
Ἡ ἀνακίνησις τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος κατά τάς ἀρχάς τοῦ παρόντος αἰῶνος ἐνεργεῖται ὑπό τῶν ὀργάνων τῆς Οἰκουμενιστικῆς κινήσεως καί διά τόν Οἰκουμενισμόν.
Τί εἶναι Οἰκουμενισμός
Ἡ Οἰκουμενιστική Κίνησις ἐμφανίζεται εἰς τούς Προτεστάντας ἀπό τό τέλος τοῦ περασμένου αἰῶνος, κρατυνόμενος δέ ἀπό τάς ἀρχάς τοῦ παρόντος αἰῶνος κατέληξεν τό 1948 εἰς τό λεγόμενον Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.), τό ὁποῖον ἀποτελεῖ τό κέντρον καί ὄργανον πού ἐκφράζει τήν ὅλην οἰκουμενιστικήν κίνησιν.
Ἐκεῖνο τό ὁποῖον χαρακτηρίζει τόν Οἰκουμενισμόν εἶναι κυρίως ἡ βλασφημία κατά τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, μή δεχόμενος τήν ὕπαρξιν τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας (Ἐκκλησιολογική αἵρεσις).
Οὐσία τῆς Ἐκκλησιολογικῆς ταύτης αἱρέσεως εἶναι ἡ διαβόητος περί κλάδων θεωρία (BRANCH THEORY) τῆς Ἀγγλικανικῆς θεολογίας.
Ὡς λέγει ὁ διακεκριμένος θεολόγος Καθηγητής κ. Ἀνδρέας Θεοδώρου, κατά τήν Ἐκκλησιολογίαν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία δέν ἐνσαρκοῦται εἰς μίαν τῶν ἐπί μέρους ὁρατῶν ἱστορικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ' εἶναι κατατεμαχισμένη καί διάσπαρτος εἰς ὁλόκληρον τόν κόσμον. ῾Εκάστη τῶν ἐπί μέρους χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἀποτελεῖ μέρος μόνον τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τυχόν τοιοῦτος διϊσχυρισμός, θά ἦτο κατά τήν γνώμη αὐτῶν ἀπότοκος οἰήσεως καί ὑπερηφανείας! Ἡ πραγματική τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, κατ' οὐσίαν ἀόρατος, ἀποτελεῖ κοινωνίαν ἰδανικήν, πρός πλήρωσιν, τῆς ὁποίας ἀναβαίνουν σύν τῷ χρόνῳ προὶόντι αἱ ἱστορικαί Ἐκκλησίαι, ἀπο βάλλουσαι τάς ἐλλείψεις καί τάς ἀτελείας αὐτῶν.
Ἀνάλογος πρός τήν ἰδέαν ταύτην εἶναι καί ἡ περί Θείας Ἀληθείας ἐκδοχή τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ἡ θεία ἀλήθεια κατά τούς Διαμαρτυρομένους δέν εὑρίσκεται πλήρης καί ἀκεραία εἰς μίαν τῶν ἐπί μέρους ἱστορικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ' ἐνυπάρχει ἐπιμερισμένη καί κατατεμαχισμένη εἰς τάς ἐπί μέρους Χριστιανικάς Ὁμολογίας. ῾Εκάστη τούτων κατέχει μέρος μόνον τῆς ἀληθείας καί τοῦτο ἀναμε μιγμένον μετά τῆς πλάνης.
Συγκολλώμενα ἑπομένως μεταξύ των τά ἐπί μέρους τμήματα τῆς Ἐκκλησίας καί συρραπτόμενα πρός ἄλληλα τά τεμάχια τῆς ἀληθείας, δύνανται νά ἀπαρτίσουν κατά τό μᾶλλον ἤ ἦττον τήν ἰδέαν τῆς Μιᾶς τοῦ Χριστοῦ Ἁγίας Ἐκκλησίας, ὡς καί τῆς μιᾶς θείας ἐξ ἀποκαλύψεως ἀληθείας. Καί αὕτη μέν ἐν βασικαῖς γραμμαῖς ἡ περί κλάδων θεωρία τοῦ Προτεσταντισμοῦ».
Καί συνεχίζει ὁ ἴδιος Πανεπιστημιακός Διδάσκαλος:
«Ἀνάλογος πρός τήν περί Ἐκκλησίας καί Θείας ἀληθείας θεωρίαν αὐτῶν εἶναι καί ἡ ἀντίληινις τῶν Προτεσταντῶν περί δόγματος καί δογματικῶν διαφορῶν. Ἡ προσκόλλησις εἰς τά δόγματα εἶναι κατ' αὐτούς ἐπιβλαβής καί ἐπιζημία, διαιροῦσα μᾶλλον τούς ἀνθρώπους καί ἀφιστῶσα τούτους ἀπ' ἀλλήλων. ῾Επομένως αἱ ἑνωτικαί προσπάθειαι τῶν Ἐκκλησιῶν δέν πρέπει νά διέρχωνται διά μέσου τῶν δογματικῶν διαφορῶν αὐτῶν (ἀλλά πλησίον αὐτῶν).
Ἐφ ὅσον δέ τό δόγμα δέν ἔχει καί τόσον μεγάλην σημασίαν διά τήν ζωήν καί τό ἔργον τῶν Ἐκκλησιῶν, αἱ δογματικαί διαφοραί αὐτῶν δέν εἶναι πραγματικοί καί οὐσιώ δεις διαχωριστικοί φραγμοί. Αἱ Ἐκκλησίαι δύνανται νά συνυπάρξουν μεταξύ των, ἔστω καί ἄν διαχωρίζουν αὐτάς μεγάλαι ἤ μικραί διαφοραί. (Ἀνδρ. Θεοδώρου, «Ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», Ἀθῆναι 1973).
Ὁ Οἰκουμενισμός λοιπόν κατέλυσεν κάθε ἔννοιαν αὐθεντίας καί ἀρχῆς εἰς τόν Χριστιανισμόν μέ ἀκραίαν θέσιν τήν τοποθέτησιν τῆς Ὀρθοδοξίας παραλλήλως πρός τάς αἱρέσεις, παραλλήλως καί πρός τάς ἐξωχριστιανικάς θρησκείας, εἰς τάς ὁποίας δέν ἀμφισβητεῖται ἡ σωτηρία!!
Η ΕΙΣΔΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ
Ἡ εἴσοδος εἰς τόν χῶρον τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ ἀθέου Οἰκουμενισμοῦ ἐσημειώθη κατά τάς ἀρχάς τοῦ παρόντος αἰῶνος καί εἶχεν θεαματικώτατα ἀποτελέσματα, διότι ἐνήργησεν ἐκ τῶν ἔνδον! Δηλαδή δέν ἦλθον εὐθέως οἱ Προτεστάνται Οἰκουμενισταί νά ἐπιβάλουν τήν αἵρεσίν των, ἀλλά ἐχρησιμοποίησαν ὡς ὄργανα τούς Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν φορεῖς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰς τόν χῶρον τῆς Ὀρθοδοξίας.
Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ
ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ 1902
Τό 1902, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ , εἰς Πατριαρχικήν Συνοδικήν Ἐγκύκλιον, τήν ὁποίαν ἀποστέλ λει εἰς τούς ἀρχηγούς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, θίγει τό ζήτημα τῆς ἑνώσεως μέ τούς Παπικούς καί Προτεστάντας, ἐρωτῶν ποῖαι πρέπει νά εἶναι αἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μέ τάς δύο αὐτάς μεγάλας αἱρέσεις. Τό θέμα, ἐνῶ εἶναι λελυμένον, παραδόξως θίγεται εἰς τήν Ἐγκύκλιον αὐτήν ὡς πρόβλημα πού πρέπει νά ἀντιμετωπισθῇ ἐπί νέας πλέον βάσεως καί ὄχι τῆς τῶν Πατέρων.
Θέτει λοιπόν ζήτημα «περί τῶν ἐν τῷ παρόντι καί ἐν τῷ μέλλοντι σχέσεων ἡμῶν μετά τῶν δύο μεγάλων τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδων, τῆς Δυτικῆς δηλονοῦν καί τῆς τῶν Διαμαρτυρομένων» καί τῆς ποθητῆς μετ' αὐτῶν, (συμπεριλαμβανομένων καί τῶν Παλαιοκαθολικῶν), ἐν τῶ παρόντι καί τῷ μέλλοντι ἑνώσεως. Γίνεται ἀποδεκτή ἡ δυσκολία τοῦ ἐγχειρήματος, ἀλλά προτείνεται; «ἄρα σκεπτέον καί φροντιστέον, κατά τό ἑνόν, πῶς ἄν εἴη δυνατόν προλειᾶναι τήν πρός τοιοῦτον τέρμα ἄγουσαν ἀνώμαλον, τό γε νοῦν, ὁδόν, ἐξευρεῖν τε σημεῖα συναντήσεως καί ἐπαφῆς, ἤ καί ἀμοιβαίων θεμιτῶν παροράσεων, μέχρι τῆς διά τοῦ χρόνου τοῦ ὅλου ἔργου τελειώσεως, δι' ἧς πληρωθήσεται πρός κοινήν εὐφροσύνην καί ὠφέλειαν ἡ περί μιᾶς ποίμνης καί ἑνός ποιμένος ρῆσις τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».
Τί λέγει ἡ ἀνωτέρω ἐγκύκλιος;
α) «Περί τῶν σχέσεων ἐν τῷ παρόντι καί μέλλοντι» μετά τῶν αἱρετικῶν, παπικῶν καί προτεσταντῶν. Δηλαδή ἀπορρίπτεται ἡ θέσις τῶν Πατέρων ἔναντι τῶν αἱρετικῶν καί ζητεῖται νά ὁρισθοῦν νέαι σχέσεις, ἀκριβῶς αὗται αἱ σχέσεις πού ζητεῖ ὁ Οἰκουμενισμός.
β) Ὀνομάζει τούς αἱρετικούς Παπικούς καί Προτεστάντες δύο μεγάλες ἀναδενδράδες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐδῶ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τήν Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν καί δέχεται τάς διαφόρους αἱρέσεις καθώς καί τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὡς κλάδους τῆς Ἐκκλησίας.
γ) Νά εὑρεθοῦν σημεῖα ἐπαφῆς καί νά προλειανθῇ ἡ ὁδός ὅσο καί ἄν εἶναι δύσκολος καί νά παραβλεφθοῦν ἄλλα ἐμπόδια μέχρις ὅτου γίνη ἡ ἕνωσις εἰς τόν Οἰκουμενισμόν.
Αὐτά πού κηρύσσονται εἰς τήν Ἐγκύκλιον αὐτή δέν εἶναι ἁπλῶς αἱρετικά, εἶναι παναίρεσις, εἶναι ἡ χειρότερη μορφή ἀθεΐας. Περιϋβρίζεται ἡ Παράδοσις, οἱ Πατέρες, οἱ ῞Αγιοι Ἀπόστολοι, ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία Του, ἡ Παναγία Τριάς.
Ἀλλά καί εἰς τήν Ἐγκύκλιον τοῦ 1904 ὁ ἴδιος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ γράφει διά τό ἴδιο θέμα, ὅτι δέν πρέπει νά διανοηθῆ κανείς ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἕνωσις μέ τούς αἱρετικούς· νά μή θεωρῆται λέγει «ἀνεπίδεκτον σκέινεως ἤ δυσέφικτον ὅλως ὑπολαμβάνειν τό πρᾶγμα».
Αἱ ἐγκύκλιοι αὗται ἔχουν γραφεῖ κατά τόν αἱρετικό Λέ Γκυὶγιοῦ, «ὑπό ἕν νέον ὅλως πνεῦμα, πλῆρες τοῦ μέ τρου καί τῆς ἀγάπης».
Νέον πνεῦμα πλῆρες τοῦ μέτρου καί τῆς ἀγάπης, τήν ὁποίαν, ὅπως εἴπαμε, κηρύσσει ὁ Οἰκουμενισμός. Ἡ ἀλήθεια ποῦ πῆγε; Πῶς ἐχωρίσθη ἡ ἀλήθεια ἀπό τήν ἀγάπη; Ἀγάπη χωρίς ἀλήθεια εἶναι σατανικό μῖσος καί ὄχι ἀγάπη.
Η ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ 1920
Μεγάλος ὅμως σταθμός τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰς τόν χῶρον τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἰδιαιτέρως εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, σημειώνεται μέ τήν Πατριαρχικήν Ἐγκύκλιον τοῦ 1920.
Ἡ Ἐγκύκλιος αὕτη ἀποτελεῖ ἐπίσημον σχέδιον διά τήν Οἰκουμενιστικήν κίνησιν καί συνετάγη παράλληλα πρός δύο ἄλλα σχέδια, ἕν ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Σουηδικῆς Ἐκκλησίας Οὐινάλας Νάθαν Σόδερμπλομ καί ἄλλο ἀπό τόν Ἰωσήφ Ολνταμ. Ἀλλά ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Πατριαρχείου ἐθεωρήθη ὡς καλύτερον ἐκφράζουσα καί ἐξυπηρετοῦσα τήν Οἰκουμενιστικήν κίνησιν. Δηλ. εἰς τήν οὐσίαν τό Πατριαρχεῖον φαίνεται νά προηγῆται εἰς τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἀκολουθοῦν οἱ αἱρετικοί.
Σημειωθήτω ὅτι τόν αὐτόν μῆνα, δηλ. τόν Ἰανουάριο τοῦ 1920, καθ' ἐξεδόθη ἡ Ἐγκύκλιος, ἐδημιουργήθη καί ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν (Κ.Ε.), τήν ὁποίαν ρητῶς μνημονεύει ἡ Ἐγκύκλιος καί ζητεῖ νά ἀκολουθήση καί ἡ ἵδρυσις παρομοίας ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως. Δηλαδή «Κοινωνία Ἐκκλησιῶν».
Ἡ Ἐγκύκλιος αὕτη εἶναι εἰς τό σύνολόν της ἕνα πρωτοφανές αἱρετικόν σύστημα, τό ὁποῖον καταργεῖ ὁλόκληρον τήν Ὀρθοδοξίαν, ἀποτελεῖ δέ ἀπό τό 1920, τόν καταστατικόν χάρτην τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὡς καί πρόσφατα διεκήρυξεν ὁ Μύρων Χρυσόστομος ἀπό τοῦ βήματος τῆς αἰθούσης τῆς Ἀρχαιολογικῆς ῾Εταιρείας; Ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1920 εἶναι ὁ καταστατικός χάρτης τῆς οἰκουμενιστικῆς κινήσεως» (Ἐκκλ. Ἀλήθεια).
Εἰδικώτερον:
1) Ἀπευθύνεται κατ' ἀρχήν «πρός τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας», ἤτοι τάς Ὀρθοδόξους καί τάς αἱρετικάς, τάς ὁποίας ἀδιακρίτως ὀνομάζει Ἐκκλησίας Χριστοῦ! Καί μόνον ἀπό τό «πρός» αὐτό ἀποκαλύπτεται ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰσεχώρησεν εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους καί ὅτι ἐδέχθησαν οὗτοι τήν αἱρετικήν ἐκκλησιολογίαν αὐτῆς.
Ἡ Ὀρθοδοξία γνωρίζει ἀπό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί μέχρι σήμερον ὅτι Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία (Μία, ῞Αγία, Καθολική καί Ἀποστολική) καί ὅτι αἱ αἱρέσεις δέν εἶναι ἐκκλησίαι, ἀλλά ὀργανώσεις ἀποκομμέναι ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί δέν ἔχουν κεφαλήν τόν Χριστόν, ἀλλά τόν διάβολον. Ἐδῶ τί κάμνει; Καταργεῖ καί τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους καί συλλήβδην ὅλους τούς Πατέρας καί διδάσκει διά πρώτην φοράν, ὅτι αἱ αἱρέσεις εἶναι Ἐκκλησίαι Χριστοῦ. Ὀνομάζει τάς αἱρέ σεις ἀδελφάς καί σεβασμίας Ἐκκλησίας καί τάς κηρύσ σει συγγενεῖς καί οἰκείας ἐν Χριστῷ καί συγκληρονόμους καί συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Χριστῷ»!
2) Ἐπίσης καταργεῖ ὅλα τά δόγματα καί τούς Πατέρας, ὡς δῆθεν φορεῖς παλαιῶν προλήινεων καί ἕξεων, αἱ ὁποῖαι ἐμπόδιζαν τό ἔργον τῆς ἑνώσεως! Εἰς τό ἐξῆς, λέ γει ἡ Ἐγκύκλιος αὐτή, δέν θά γίνεται λόγος διά τά Δόγματα καί δέν θά εἶναι βάσις τῆς ἑνώσεως ἡ εἰς τήν Δογματικήν πίστιν ταυτότης, ἀλλά θά ἀρχίση ἡ ἕνωσις ἁπλᾶ διά τῆς πρακτικῆς ὁδοῦ, ἤτοι τῆς ἐν ἀγάπῃ συνυπάρξεως (πρακτικός Οἰκουμενισμός).
Χαρακτηριστικῶς λέγει; Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως φρονεῖ , ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τάς αἱρετικάς δέν ἐμποδίζεται ἀπό τάς δογματι κάς διαφοράς! Ἀντιθέτως δέ εἶναι ἐπιβεβλημένη! ῎Αν δέ μερικοί ἀντιδράσουν εἰς τήν ἕνωσιν τότε εἰς τήν ἀρχήν ἡ ἕνωσις θά παρουσιασθῇ ὡς ἁπλῆ σχέσις καί ἔτσι θά παραμερισθοῦν αἱ ἀντιδράσεις ἀπό τούς θρησκολήπτους.
3) Προσδιορίζει τάς δύο προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διά νά γίνη ἡ ἕνωσις μέ τούς αἱρετικούς.
Αὗται εἶναι:
α) Νά μήν βλέπουν οἱ Ὀρθόδοξοι τούς αἱρετικούς μέ δυσπιστίαν καί δυσφορίαν, ἀλλά νά βλέπουν αὐτούς ὡς εἰλικρινεῖς καί νά τούς ἔχουν ἐμπιστοσύνη…!
β) Νά ἀναζωπυρωθῇ καί ἐνισχυθῇ ἡ ἀγάπη μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν αἱρετικῶν, πρό πάντων δέ νά μή θεωρῆται, ὅτι ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί αἱρετικῶν, ἀλλά νά δέχωνται τάς αἱρέσεις ὡς συγγενεῖς καί ὅτι προῆλθον ἀπό τόν Χριστόν καί εἶναι σῶμα Χριστοῦ καί ἔχουν τήν χάριν τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Χριστοῦ!!
Εἰς τό δεύτερον μέρος της ἡ Ἐγκύκλιος αὐτή κατονο μάζει μέ ποίας μεθόδους ἤ τρόπους θά δυνηθῇ νά ἐπέλθῃ ὑπούλως ἡ ἕνωσις.
Ἰδού! «Δύναται δέ ἡ φιλία αὕτη καί ἀγαθόφρων πρός ἀλλήλοις διάθεσις ἐκφαίνεσθαι (νά ἐκδηλώνεται) καί τεκμηριοῦσθαι (καί νά ἀποδεικνύεται) εἰδικώτερον, κατά τήν γνώμην ἡμῶν, ὡς ἑξῆς; α) Διά τῆς παραδοχῆς ἑνιαίου ἡμερολογίου πρός ταυτόχρονον ἑορτασμόν τῶν μεγάλων Χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπό πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν».
β) Διά τῆς ἀνταλλαγῆς ἀδελφικῶν γραμμάτων καί μέ τάς αἱρετικάς Ἐκκλησίας ὡς συμβαίνει καί μέ τάς Ὀρθοδόξους.
Ἀπαριθμεῖ δέ εἰς τήν συνέχεια 11 τρόπους-μεθόδους διά τῶν ὁποίων παρά τάς δογματικάς διαφοράς θά προχωρήσῃ ἡ ἕνωσις μέ τούς αἱρετικούς. Διά νά μήν νομισθῇ ὅτι ὑπερβάλουμε ἰδού τί λέγουν οἱ ἴδιοι οἱ οἰκουμενισταί περί τῆς Ἐγκυκλίου ταύτης.
Ὁ προωθητής τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀρχηγός τῆς Σουηδικῆς Ἐκκλησίας, Ἀρχιεπίσκοπος Οὐψάλας Νάθαν Σόδερμπλομ δηλοῖ τά κάτωθι ἐξ ἀφορμῆς τῆς αἱρετικῆς ταύτης Ἐγκυκλίου:
«Τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως δέν εἶχε ποτέ μεγαλυτέραν ἀποστολήν κατά τήν μακράν αὐτοῦ ἱστορίαν καί ἐπιλέγει! «Ἡμῶν αἱ καρδίαι διαπνέονται ζωηρῶς ἀπό τοῦ αὐτοῦ ζήλου τῆς ἑνώσεως, ὅστις ἐνέπνευσε τήν μεγάλην Ἐγκύκλιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἥν οὗτος ἀπέλυε κατά τό 1920 πρός ὅλους τούς πιστούς» (῞Ορα Παύλου Μοναχοῦ «Νεοημερολογιτισμός Οἰκουμενισμός» Ἀθῆναι 1983, σελ. 35).
Καί σύγχρονος ἐπίσημος Προτεστάντης συγγραφεύς, παρατηρεῖ διά τήν Ἐγκύκλιον ταύτην:
«Ἐν ἀντιδιαστολῇ πρός τήν ἀντίληινιν ταύτην (περί τῆς ἀποκλειστικότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας), ἡ περίφη μος Ἐγκύκλιος τοῦ 1920 τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀποφασιστική διά τήν συμμετοχήν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τήν Οἰκουμενιστικήν Κίνησιν, ἀπευθύνεται γενικῶς πρός ὅλας τάς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀνά τόν κόσμον, ὡς δέ ἐκ τοῦ κειμένου αὐτῆς προκύπτει, υἱοθετεῖ μίαν ἄλλην ἀντίληψιν τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ προβλήματος; ἐκεί νην ἀκριβῶς, ἡ ὁποία κατέστησε δυνατήν τήν συμμετοχήν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν. Βεβαίως, αἱ δύο αὐταί ἐκκλησιολογικαί ἀντιλήινεις συνυπάρχουν εἰς τούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀποδεικνύουσαι οὕτω εἰς αὐτήν πλείονα τοῦ ἑνός ρεύματα. Ὡς ἐκ τούτου καλοῦνται (οἱ αἱρετικοί) νά ἐπιδείξουν πνεῦμα κατανοήσε ως διά τάς παρατηρουμένας αὐτάς ἀντινομίας εἰς τάς θέ σεις τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας ἔναντι τῶν ἑτεροδό ξων (Αὐτόθι σελ. 35).
Εἶναι ἄπειρα τά ἐγκώμια τῶν αἱρετικῶν καί «Ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν, διά τήν ἐν λόγῳ Ἐγκύκλιον.
Ἐνταῦθα θά ἀναφέρωμεν χαρακτηριστικῶς, δήλωσιν τοῦ μεγάλου Οἰκουμενιστοῦ, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θυατείρων Ἀθηναγόρου Κοκκινάκη, ὁ ὁποῖος λέγει:
«Ἡ Ὀρθοδοξία ἐξῆλθε τῶν τοιχωμάτων αὐτῆς καί ἐδημιούργησε σχέσεις καί ἐπεδίωξε συνεργασίαν ἤδη ἀπό τοῦ 1920 διά τῆς περιφήμου Ἐγκυκλίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, συνετέλεσεν εἰς τήν ἔναρξιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως καί τήν ἵδρυσιν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν. ῞Ολη ἡ οἰκουμενιστική καί εἰρηνιστική ἐνέργεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου οὐδέν ἄλλο εἶναι παρά ἡ συνέχεια τῆς Ἐγκυκλίου ἐκείνης τοῦ 1920, ἐπεκτεινομένη πρός τάς νεωτέρας ἀνάγκας καί πραγματικότητας (Αὐτόθι, σελ. 36).
Ἀλλά καί οἱ ἴδιοι οἱ καινοτόμοι Μελέτιος Μεταξάκης καί Χρυσόστ. Παπαδόπουλος, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον, ἀντιστοίχως εἰς τούς θρόνους τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν Αθηνῶν, ὡς Οἰκουμενισταί, τά αὐτά εἶπον ἀμφότεροι εἰς τούς ἐνθρονιστηρίους λόγους των. Εἰς ἐπίσημον προτεσταντικόν κείμε νον ἀναφέρεται:
«Ἡ Α. Παναγιότης ἐπανειλημμένως καί μάλιστα εἰς τόν ἐνθρονιστήριον αὐτῆς λόγον ὑπεσχέθη νά συμσάληται εἰς τήν ἕνωσιν μεταξύ τῆς Ἀνατολικῆς, Παλαιοκαθολικῆς καί Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας….
Καί ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, εἰς τόν ἐνθρονι στήριον λόγον του διεκήρυσσε:
«Δέον νά συγχρονισθῇ ἡ Ἐκκλησιαστική δρᾶσις πρός τήν ζωήν τῆς κοινωνίας, ἀπό τῆς ὁποίας φαίνεται σήμερον ἀπομεμακρυσμένη… Ζητοῦντες δέ τήν ἕνωσιν τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν καί Χριστιανικῶν κοινοτήτων μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέον, πρό παντός νά ἐπιδιώξωμεν τήν πραγματικήν ἑνότητα καί ἀδιάλειπτον ἐπικοινωνίαν καί συναντίληινιν τῶν δογματικῶς συνηνωμένων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, τόν συντονισμόν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν ὑπό τήν πνευματικήν πάντοτε ἡγεσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τόν καθορισμόν κοινῆς βάσεως τῶν σχέσεων πρός τάς ἑτεροδόξους Ἐκκλησίας καί χριστιανικάς κοινότητας… Πρός τοιαύτην συνεργασίαν καί ἀλληλεγγύην δέν εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις ἡ δυσεπίτευκτος, δυστυχῶς, δογματική ἕνωσις, διότι ἀρκεῖ ἡ ἕνωσις τῆς ἀγάπης τῆς χριστιανικῆς, ἥτις ἄλλως τε, δύναται νά προλειάνῃ τήν ὁδόν πρός τήν τελείαν ἕνωσιν τήν πρός αὐτό τό πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀνταποκρινομένην…» (Αὐτόθι σ. 60).
Τέλος, τό 1919, ὁ Σελευκείας ῎Ανθιμος, (μετέπειτα Θυατείρων), εἰς σχετικήν ἔκθεσιν ἐπιτροπῆς εἰς τήν ὁποίαν συμμετεῖχεν, διά τήν εἰσαγωγήν τοῦ νέου Ἡμερολογί ου, εἶπεν:
«῞Αποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου προτείνει ὁ Μητροπολίτης Σελευκείας, φρονῶν ὅτι ἡ χρησιμοποίησις αὐτοῦ καί ὑπό τῆς Ἐκκλησίας εἰς οὐδένα κανονικόν λόγον προσκρούει, ἀποτελεῖ δέ μάλιστα τό πρῶτον σῆμα πρός τήν ποθητήν Κοινωνίαν τῶν Ἐκκλησιῶν… Φόβος σκανδαλισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου δέν ὑφίσταται πλέον, κατ' αὐτόν. Πρός τήν τοιαύτην ἀντίληψιν διαφωνεῖ ὁ Μητροπολίτης πρ. Καισαρείας…».
Δέν εἶναι ὅμως μόνον αὐτό τό κείμενον, τό ὁποῖον ἀπο καλύπτει ὅτι ὁ Νεοημερολογιτισμός εἶναι σατανικόν κα τασκεύασμα καί ἐπεβλήθη διά τόν Οἰκουμενισμόν. ῞Ετερον σημαντικώτατον κείμενον, ὡς θά ἴδωμεν ἀμέσως κατωτέρω, εἶναι τά Πρακτικά καί αἱ ἀποφάσεις τοῦ δαιμονιώδους ληστρικοῦ συνεδρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῆς 10ης Μαΐου τοῦ 1923, ὑπό τόν μασῶνον καί αἱρεσιάρχην Μελέτιον Μεταξάκην.
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΜΕΤΑΞΑΚΗΣ
ΚΑΙ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Πρίν ὅμως ὁμιλήσω διά τό Συνέδριον τοῦ 1923 πρέπει νά εἴπω τά ἑξῆς διά τά πρόσωπα πού ἐπεκάθησαν τήν περίοδον ταύτην εἰς τόν Θρόνον τῶν Ἀθηνῶν καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὡς καί διά τό Νομοθετικόν Διάταγμα τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1923.
Πρέπει ἰδιαιτέρως νά ληφθῆ ὑπ' ὄινιν, ὅτι ἀπό τό 1918 ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Μελέτιος Μεταξάκης (1918-1920) ὁμοῦ μετά τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί τοῦ Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτου, ἀμφοτέρων Πανεπιστημιακῶν Διδασκάλων, εἶχον μυστικάς ἐπαφάς μετά τῶν Ἐπισκοπιανῶν προτεσταντῶν τῆς Ἀμερικῆς καί τῶν Ἀγγλικανῶν τῆς Ἀγγλίας. (Ἐνήργησαν διά τήν ἀναγνώρισιν τῶν ῎Αγγλικανικῶν χειροτονιῶν) (῞Ορα Α.Δ. Δελήμπαση «Πάσχα Κυρίου». Ἀθῆναι 1985, σελ. 625).
῎Ηδη οἱ τρεῖς τοῦτοι ἀναλαμβάνουν συνειδητά τήν ἐπιβολήν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰς τόν χῶρον τῶν Ὀρθοδόξων. Δέν εἶναι λοιπόν τυχαῖον τό γεγονός τῆς ἀναρρήσεως κατά τήν 25.11.1921 τοῦ Μελετίου Μεταξάκη εἰς τόν Οἰκουμενικόν Θρόνον τῆς Κωνργπόλεως, τοῦ δέ Ἀρχ/του Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου εἰς τόν Θρόνον τῶν Ἀθηνῶν τήν 25.2.1923.
Ἀνατέλλοντος τοῦ 1923, ὁ Μ. Μεταξάκης διά τοῦ ὑπ᾽ ἀριθμ. 872/3.2.1923 γράμματός του πρός τήν ῾Ελλαδικήν Ἐκκλησίαν, ζητεῖ τήν συμμετοχήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος εἰς τό προετοιμαζόμενον Συνέδριον, τό ὁποῖον θά ἀπεφάσιζε περί τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου «… πρός ἐξυπηρέτησιν ἐν γε τούτῳ τῷ μέρει τῆς Παγχριστιανικῆς ἑνότητος, πάντων τῶν ἐπικαλουμένων τῷ ὀνόματι Κυρίου ἑορταζόντων τήν αὐτήν ἡμέραν τήν Γέννησιν Αὐτοῦ καί τήν ῎Ανάστασιν…» (Θεοκλ. Στράγκα, «Ἐκκλησίας ῾Ελλάδος Ἱστορία», σελίς 1136, Τόμος Β΄ ΑΘΗΝΑΙ 1970).
Παραλλήλως ὁ Ἀθηνῶν Χρυσόστομος συγκαλεῖ τήν 3.4.1923 τήν Ἱεραρχίαν ἀπό τήν ὁποίαν διά τῆς βίας, τοῦ ψεύδους καί τῆς ἀπάτης ἀποσπᾶ τήν ἀπόφασιν περί ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου.
Ἐπί τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἐστηρίχθη μετά δύο μήνας τό Συνέδριον τῆς Κωνργπόλεως, διά νά ἀποφασίση τήν ἀλλαγήν τοῦ Ἡμερολογίου.
ΤΟ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
«ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ» ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ
(10 Μαΐου — 8 Ἰουνίου 1923)
Τό Πανορθόδοξον δῆθεν Συνέδριον τοῦ 1923, ἤρξατο τάς ἐργασίας του τήν 10ην Μαΐου, πλήν ὅμως δέν προσῆλθον ἀντιπρόσωποι ἐξ οὐδεμιᾶς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἀπουσίαζον χαρακτηριστικῶς τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων, γεγονός ὅπερ ἐκ τῶν προτέρων καταδικάζει τό ἐν λόγῳ Συνέδριον νά παραμείνῃ, ἐφ ὅσον συνέχισεν τάς ἐργασίας του, ὡς ἕν παράνομον καί ληστρικόν συνέδριον, τό ὁποῖον ἐπείγεται νά εἰσαγάγῃ καί ἄλλας καινοτομίας πλήν τῆς Ἡμερολογιακῆς.
Πρό τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἐν πανικῷ ὁ Πατριάρχης Μελέτιος, διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 2001 τηλεγραφήματός του πρός τόν Ἀθηνῶν, ἀναφέρει τήν κατάστασιν καί τήν ἀπόφασίν του, περί ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν, ἀλλά καί τήν σφοδράν ἐπιθυμίαν του νά προσέλθουν καί αἱ ἄλλαι τρεῖς Ἐκκλησίαι: Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων.
Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, λαβοῦσα γνῶσιν τοῦ ὡς ἄνω τηλεγραφήματος ἀποφασίζει «ν' ἀναθέση τῷ Ἀθηνῶν Χρυσοστόμῳ ἵνα ἐνεργήσῃ παρά τῇ Κυβερνήσει, ὅπως συντελέσῃ αὕτη, ἵνα καί τά τρία Πατριαρχεῖα μετάσχωσι τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου, ἀφοῦ τό ζήτημα τῆς διευθετήσεως τοῦ ἡμερολογίου ἐπείγει καί ἡ ἀποχή αὐτῶν θά ἠδύνατο νά ματαιώσῃ αὐτήν» (Θεοκλήτου Στράγκα «Ἱστορία Ἐκκλησίας ῾Ελλάδος», Τόμος Β', σελ. 1 145, Ἀθῆναι 1970).
Παρά ταῦτα ὅμως, τήν 10ην Μαΐου ἡμέραν Πέμπτην, ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι τοῦ Συνεδρίου.
Παρόντες ἦσαν: Ὁ Μητροπολίτης Κυζίκου Καλλίνικος καί ὁ Καθηγητής τῆς Θεολογίας ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ τῆς Χάλκης Βασίλειος Ἀντωνιάδης διά τήν Ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κισνοβίου καί Χοτίνης Ἀναστάσιος, μετά τοῦ παρεπιδη μοῦντος εἰς Κων/πολιν, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεωτίδων Νήσων καί Βορείου Ἀμερικῆς Ἀλεξάνδρου διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσίας. Ὁ Μητροπολίτης Μαυροβουνίου καί Παραθαλασσίας Γαβριήλ μετά τοῦ Καθηγητοῦ τῶν Μαθηματικῶν καί τῆς Μηχανικῆς ἐν τῷ Παν/μίῳ Βελιγραδίου Δρός Μιλούτιν Μιλάνκοβιτς, διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Σερβίας. Ὁ Μητροπολίτης Νικαίας Βασίλειος διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου. Ὁ Μητροπολίτης Δυρραχίου Ἰάκωβος διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς ῾Ελλάδος.
Ἀρχιμ. Ἰούλιος Σκριμπάν μετά τοῦ Γερουσιαστοῦ Πέτρου Δραγίτς, ὡς τεχνικοῦ Συμβούλου, διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ρουμανίας.
Καθήκοντα Γραμματέως ἐτέλει ὁ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Γερμανός.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω 7 Μητροπολιτῶν, οἱ 4 ἦσαν Μασῶνοι! ἤτοι ὁ Μελέτιος Μεταξάκης, ὁ Ἀμερικῆς Ἀλέξανδρος, ὁ Νικαίας Βασίλειος καί ὁ Δυρραχίου Ἰάκωβος. ῾Επομένως, πρόκειται περί συνεδρίου παρανόμων καί δούλων τῆς ῾Εβραιομασωνίας. Αὐτό ὅμως τό Συνέδριον ἀποφάσισε τήν ἀλλαγήν τοῦ Ἡμερολογίου διά τήν «Παγχριστιανικήν ἑνότητα» (παναιρετικήν ἑνότητα).
Εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι εἰς τήν ἐναρκτήριον προ σφώνησίν του ὁ Μελέτιος Μεταξάκης θρασύτατα εἶπεν διά τό θέμα τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου:
«Τήν ἑνότητα διατηρηθεῖσαν ἐπί δεκατρεῖς συναπτούς αἰῶνας διέσπασεν ἀπό τριῶν καί ἡμίσεως αἰώνων ἡ μονομερής ἀπόφασις τοῦ Ἀρχηγοῦ μιᾶς μεγάλης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Πιστεύομεν ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἐκ νέου ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν τουλάχιστον ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ».
Περί τούτου ἔγραφε σχετικῶς ὁ Κασανδρείας Εἰρηναῖος:
«Κόπτεται ὁ κύρ Μεταξάκης ἔν τινι τῶν εἰσηγήσεων αὐτοῦ ἐν τῷ Πανορθοδόξῳ Συνεδρίῳ διότι ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ ΙΓ’ διά τῆς παρατόλμου καινοτομίας τῆς ὑπ᾽ αὐτοῦ εἰσαγωγῆς εἰς τήν Δυτικήν Ἐκκλησίαν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, διέσπασε τήν ἑνότητα ἐν τῷ ἑορτολογίῳ καί ἤνοιξε τό χάσμα τό διαχωρίζον ἀμφοτέρας τάς Ἐκκλησίας· ζητεῖ δέ παραδόξως διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς Παπικῆς καινοτομίας, ὅπως γεφυρώσῃ τό διανοιχθέν ὑπό τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου χάσμα!».
Δηλαδή ἀντίστροφα τά πράγματα! Ἀντί νά ἐπιστρέψῃ ὁ παρανομήσας διά νά γίνη ἑνότης, νά παρανομοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι, διά… ἑνότητα ἐν παρανομίᾳ!
Εἶναι χαρακτηριστικόν ὅτι μετά τόν Οἰκουμενικόν τόν λόγον ἔλαβεν ὁ Μητροπολίτης Δυρραχίου, ὅστις προκαταλαβών τό Συνέδριον διά τῆς ἀνακοινώσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τῶν Ἱεραρχῶν τῆς ῾Ελλαδικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἰσηγεῖτο τήν ἀλλαγήν, καταθέτει καί τά σχετικά ἔγγραφα, μεθ' ὅ πάλιν ὁ Πατριάρχης λαμβάνει τόν λόγον καί ἀποφαίνεται μετ' ἄκρας ἱκανοποιήσεως:
«Ἰδού μία πρότασις συγκεκριμένη. Ὑπάρχει ἄλλη τις;» (Πρακτικά καί ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνρπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου 10 Μαἴου – 8 Ἰουνίου 1923, ἐν Κων/πόλει 1923, σελ. 17, 18).
Συνεχίζων ὁ Μελέτιος Μεταξάκης ἀποκαλύπτει τόν κρυφόν Οἰκουμενιστικόν σκοπόν τοῦ Συνεδρίου, ὅστις εἶναι εἷς καί μόνος, ἡ προσέγγισις πρός τήν Δύσιν. Ἐρωτᾶ λοιπόν τούς συνέδρους:
«… Ἐκτιμᾶται (ἄραγε) ἰδιαζόντως ὁ σκοπός ὅπως ἐπιτύχωμεν τόν ταυτόχρονον ἑορτασμόν ὑφ ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου τῶν δύο μεγάλων αὐτοῦ ἑορτῶν: Τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἐπί κεφαλῆς τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν εὑρισκομένης, καί τῆς Ἀναστάσεως αὐτοῦ, ἐπί κεφαλῆς τῶν κινητῶν ἑορτῶν τεθειμένης, καί μόνον τονίζεται νά μή ἀποδεχθῶμεν τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον ὡς ἀποδειχθέν καί τοῦτο λελανθασμένον (Αὐτόθι σελ. 21).
῎Ητοι προέχει, λέγει ὁ Μελέτιος, ὁ συνεορτασμός μας μεθ' ὅλων τῶν λεγομένων Χριστιανῶν, ὅποιοι καί ἄν εἶναι αὐτοί καί δέν πειράζει, ἄς μή εἶναι τέλειον καί τό Γρηγοριανόν.
Συνεχίζων, δέ λέγει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν πρέπει νά περιορισθῇ μόνον εἰς αὐτήν τήν καινοτομίαν, ἀλλά νά λάβῃ τήν πρωτοβουλίαν καί νἀ συνεργασθῇ μετά τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας καί Ρωμαϊκῆς (Παπικῆς) διά νά ἐξεύρουν ἀπό κοινοῦ τελειότερον ἡμερολόγιον. (Αὐτόθι σελ. 22).
Ἐκ τῶν ὅσων ἐλέχθησαν κατά τήν δευτέραν συνεδρίασιν τῆς 11 Μαΐου 1923, ἀναφέρομεν μόνον μερικά τά ὁποῖα ἀποκαλύπτουν τό οἰκουμενιστικόν πνεῦμα, τό ὁποῖον πρυτανεύει εἰς τό διαβόητον Συνέδριον. Ἐν προκειμένῳ καί ὁ Μητροπολίτης Κυζίκου εἶναι χαρακτηριστικός:
«Θεωρῶ ἀναγκαῖον ὅπως γένηται σκέινις καί περί συ σφίγξεως τῶν σχέσεων τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας πρός τήν Ἀγγλικανικήν καί τήν τῶν Παλαιοκαθολικῶν» (σελ. 24).
Καί ὁ Μητροπολίτης Νικαίας:
«Εἰσηγοῦμαι ὅπως ὑπό τῆς Πανορθοδόξου Ἐπιτροπῆς γένηται σκέινις καί περί ῾Ενώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Ρωμαὶκῆς» (Παπικῆς). (Αὐτόθι σελ, 29).
Καί ὁ Καθηγητής Β. Ἀντωνιάδης:
«Καλόν θά ἦτο ὅπως ἀποστέλλωνται ἑκατέρωθεν παρά τῶν διαφόρων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νέοι καί σπουδάζωσι εἰς τάς Θεολογικάς Σχολάς ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἵνα κατόπιν οὗτοι χρησιμεύωσιν ὡς κατάλληλα ὄργανα συσφίγξεως τῶν μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν σχέσεων» (σελ. 31).
Κατά τήν Γ' συνεδρίαν τοῦ λεγομένου Πανορθοδόξου Συνεδρίου τῆς 18.5.1923 ἐλέχθησαν καί τά ἑξῆς ὑπό τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναλάβει νά ἐξετάσῃ τό θέμα τοῦ ἡμερολογίου ἀπό πρακτικῆς ἀπόινεως, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἀπεφάνθη ὅτι δέν παρουσιάζεται οὐδέν πρόβλημα ἀπό πρακτικῆς ἀπόινεως συνεχίζει:
«Ἀλλ' ἡ αὐτή ἀνάγκη προσαρμογῆς πρός τό νέον ἡμερολογιακόν καθεστώς παρουσιάζεται καί διά τό Πασχάλιον. Πᾶσα Χριστιανική Ἐκκλησία, ὑπό τοῦ πνεύματος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ὁδηγουμένη, πρέπει διά τῶν σκέψεων καί τῶν πράξεων αὐτῆς νά τείνῃ εἰς τήν προσέγγισιν καί τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν».
«῎Αλλος ἐπί πλέον λόγος πρός ἄμεσον προσαρμογήν καί τοῦ Πασχαλίου εἶναι ἡ μεγάλη ἠθική σημασία καί ἐντύπωσις, ἥν θά παραγάγη εἰς ὅλον τόν πεπολιτισμένον κόσμον ἡ διά τῆς ἀβιάστου πρωτοβουλίας ταύτης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας προσέγγισις τῶν δύο Χριστιανικῶν Κόσμων τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως ἐν τῷ ἑορτασμῷ τῶν μεγάλων Χριστιανικῶν ἑορτῶν.
Τό λεγόμενον Πανορθόδοξον Συνέδριον, ἀπεδείχθη ληστρικόν Συνέδριον κατά τῆς Ὀρθοδοξίας καί τυφλόν ὄργανον τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
Ὁ Αγγλικανός ἐπίσκοπος Ὀξφόρδης CORE, Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κινήσεως διά τήν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν, ταξιδεύων εἰς τάς Ἀνατολικάς χώρας, τυχαίως δέ εὑρεθείς εἰς Κωνσταντινούπολιν γινομένου τοῦ συνεδρίου, ἐζήτησε νά παρευρεθῇ εἰς αὐτό, γενομένης εὐμενῶς δεκτῆς τῆς ἐπιθυμίας του ὑπό τοῦ Μεταξάκη. Προσελθών εἰς τήν Ε' συνεδρίαν (23 Μαΐου 1923), «καταλαμβάνει θέσιν ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατριάρχου». Εἰς διαλογικήν συζήτησιν Πατριάρχου καί Αγγλικανοῦ ἐνώπιον τοῦ «Πανορθοδόξου συνεδρίου», ἐλέχθησαν σύν ἄλλοις καί ταῦτα:
-- Πατριάρχης: «Μεταξύ τῶν ζητημάτων, τά ὁποῖα θά μᾶς ἀπασχολήσουν, ἔχομεν καταγράινει καί τά ἀφορῶντα εἰς τήν ἕνωσιν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν καί ἰδιαιτέρως εἰς τήν ἕνωσιν τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας. Γνωρίζομεν τήν ὑμετέραν Σεβασμιότητα ὅτι ἐπιθυμεῖ διακαῶς τήν ἕνωσιν καί ὅτι ἐργάζεται ἀνενδότως δι' αὐτό, θά χαρῇ δέ ἀναμφιβόλως πληροφορουμένη ἐπί συνεδρίας τοῦ Πανορθοδόξου Συνεδρίου, ὅτι ὁ πόθος τῆς ἑνώσεως καί ἡ πίστις εἰς τό δυνατόν αὐτῆς ἐν μέλλοντι προσεχεῖ ηὔξησε σημαντικῶς εἰς ὅλας ἐν γένει τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας».
-- Ὁ Ἀγγλικανός: «Δι' ἡμᾶς τούς ἐν τῇ Δύσει θά ἦτο μεγάλη πνευματική εὐχαρίστησις νά εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν, ὥστε νά συνεορτάζωμεν τάς μεγάλας Χριστιανικάς ἑορτάς τῆς Γεννήσεως, τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς Πεντηκοστῆς. Ἐγένετό τι τό ὁποῖον ἀφορᾶ τήν προσέγγιση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Αγγλικανικῆς, καί τό ὁποῖον ἐπλήρωσε χαρᾶς τήν καρδίαν μου. Τό γεγονός τοῦτο ἀποτελεῖ ἕν βῆμα πρός τήν ἕνωσιν· τό δεύτερο βῆμα θά μᾶς κάμη τό ἡμερολογιακόν ζήτημα, τό ὁποῖον θά μᾶς φέρη εἰς τόν συνεορτασμόν τῶν ἑορτῶν. Θά ἦτο καλόν νά ἐπιτευχθῇ μία διαρρύθμισις ἡμερολογιακή τοιαύτη, ἡ ὁποία θά συντελέσῃ ὥστε ὅλοι οἱ Χριστιανοί νά συνεορ τάζωμεν ταυτοχρόνως τό ἅγιον Πάσχα».
-- Πατριάρχης: «Θά παρακαλέσω τήν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα νά ἀνακοινώση εἰς τόν ἀρχιεπίσκοπον Κανταουρίας, ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι νά δεχθῶμεν τό νέον ἡμερολόγιον, τό ὁποῖον θά ἐξευρίσκετο ὑπό τῆς Δύσεως…».
Συνεχῶς ἐπαναλαμβάνεται εἰς τά πρακτικά τοῦ συνεδρίου», ὅτι τό ἐπιζητούμενον ἦτο ὁ ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρα ἑορτασμός τῆς Γεννήσεως καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὑπό πάντων καί ἐννοεῖ μέ τοῦτο ὅλα τά ἀθροίσματα τῶν δυσσεβῶν αἱρετικῶν.
Τό γελοῖον δέ, καί ἀναιδέστατον τοῦ Μεταξάκη κορυφώνεται εἰς τήν κατωτέρω διατύπωσιν, τήν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν εἰς τό ἐπίσημον ὄργανον τοῦ Πατριαρχείου:
«Ἐκ τῶν Ἐκκλησιῶν ἐνέκρινε τάς ἀποφάσεις τοῦ Πανορθοδόξου Συνεδρίου ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως!.. Αἱ λοιπαί, πρός τάς ὁποίας καί ἀνεκοινώθησαν αἱ ἀποφάσεις, ἤ δέν ἀπήντησαν εἰσέτι, ἤ ἀπαντήσασαι εἰς τήν Μ. Ἐκκλησίαν ἐδήλωσαν, ὅτι δέν θεωροῦσι τὸν χρόνον τοῦτον ἐκεῖνον κατά τόν ὁποῖον πρέπει νά τεθῶσι εἰς ἐφαρμογήν αἱ ἀποφάσεις αὗται».
Σημειωτέον, ὅτι κατά τάς ἐπί τῇ λήξει προσφωνήσεις, ὁ Νικαίας Βασίλειος, μέγας καί φανατικός μασῶνος καί νεωτεριστής, ἀπευθύνεται ὡς ἑξῆς «Παναγιώτατε Οἰκουμενικέ Πατριάρχα, τιμιώτατοι ῾Εταῖροι...». Προσφώνη σις ἥκιστα Ὀρθόδοξος, μᾶλλον δέ μασωνική, ἀφοῦ μασῶνοι ἦσαν οἱ συγκροτοῦντες αὐτό τό «συνέδριον».
Η ΒΔΕΛΥΡΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣ
ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Τό Συνέδριον τῶν παρανόμων, ὑπό τήν Προεδρίαν τοῦ Μελετίου Μεταξάκη, βαδίζον τήν ὁδόν τῆς προδοσίας, τήν ὁποίαν ὑπηγόρευεν καί ἐνεθάρρυνεν ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος διά τοῦ πορίσματός του καί τό ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ Δυρραχίου Ἰάκωβος ὡς ἐκπρόσωπος τῆς ῾Ελλαδικῆς Ἐκκλησίας, ἐκινήθη μέ ἐξαιρετικήν ἄνεσιν εἰς ὅλας τάς βλασφήμους οἰκουμενιστικάς του θέσεις.
Ἡ ἀπουσία τῶν τριῶν μεγάλων Πατριαρχείων δέν τούς ἠμπόδισεν νά ὀνομάσουν τήν προδοτικήν των συναγωγήν «Πανορθόδοξον Συνέδριον», ἐνῶ τῇ οὐσίᾳ ὑπῆρξεν κακόδοξον καί ληστρικόν κατά τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τήν 5ην Ἰουνίου 1923 προέβη εἰς τήν διατύπωσιν τῆς περί ἡμερολογίου ἀποφάσεώς του, φέρον οὕτω εἰς πέρας τήν ἐντολήν, τήν ὁποίαν ἔλαβεν παρά τοῦ νεογεννήτου τέρατος, τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἡ βδελυρά ἀπόφασις διετυπώθη ὡς ἑξῆς:
«Α’. Τό ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθόδοξον Συνέδριον συνελθόν ὑπό τήν Προεδρίαν τῆς Α.Θ.Π. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Μελετίου τοῦ Δ’ ἀναγνωρίσαν ὅτι ἡ ἄρσις τῆς μεταξύ θρησκευτικοῦ καί πολιτικοῦ ἡμερολογίου διαφορᾶς εἶναι ἀνάγκη ἀναπόφευκτος καί ὅτι οὐδέν κανονικόν κώλυμα ὑπάρχει διά τήν διόρθωσιν τοῦ ἐν χρήσει ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου κατά τά δεδομένα τῆς Ἀστρονομικῆς Ἐπιστήμης, ὁμοφώνως ἀποφασίζει τήν διόρθωσιν τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ὡς ἑξῆς:
1) Ἁπαλείφονται αἱ 13 ἡμέραι τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου κ.λπ.»
Μέ τό συνέδριον τοῦτο ὁλοκληροῦται ἡ πρώτη φάσις τῶν ἐνεργειῶν τοῦ προκαθημένου τῆς ῾Ελλαδικῆς Ἐκκλησίας, Παποκαίσαρος Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί τοῦ Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη, πρός ἐπιβολήν τοῦ προοδευτικοῦ κοσμικοῦ νεωτεριστικοῦ ἤ ἐν ἑνί λόγῳ Οἰκουμενιστικοῦ πνεύματος ἐν τῇ ῾Ελληνικῇ Ἐκκλησίᾳ.
Τό ἐν λόγῳ συνέδριον οὐδόλως ὑπῆρξεν Πανορθόδοξον, ἀφοῦ δέν μετέσχον τά ὑπόλοιπα Πατριαρχεῖα καί τά ὁποῖα σαφῶς ἠμφεσβήτησαν τοῦτο. Ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συγκλήσεώς του, τοῦ σκοποῦ καί τῶν πορισμάτων του, τό ἐν λόγῳ συνέδριον παρέμεινεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἕν ληστρικόν συνέδριον κατά τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Διά τό «Πανορθόδοξον Συνέδριον» τοῦτο καί τάς ἀποφάσεις του, ἐξέφρασαν καί πάλιν τήν μεγάλην χαράν καί σφοδράν ἱκανοποίησίν των οἱ κοσμικοί κύκλοι τῆς Εὐρώπης καί οἱ αἱρετικοί, χάριν τῶν ὁποίων, ἄλλωστε, ἐγίνοντο πάντα ταῦτα καί πρός τούς ὁποίους ὁ Μεταξάκης ἔσπευσε νά ἀνακοινώσῃ. Ὡς ἔγραινε τό ἐπίσημον ὄργανον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὁ «ἀρχιεπίσκοπος» Οὐψάλης Νάθαν Σόδερμπλομ, ἔγραφε πρός Μεταξάκην:
«Εὐχαρίστως ἐνωτίσθην τήν ἀνακοίνωσιν ἥν τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως ἀπέστειλέ μοι καί χαίρω, διότι τό Πανορθόδοξον Συνέδριον κατέληξεν εἰς τόσον μεγάλα ἀποτελέσματα. Φρονῶ ὅτι τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως ἔχει μεγαλυτέραν ἀποστολήν ὅσην δέν εἶχε ποτέ κατά τήν μακράν αὐτοῦ ἱστορίαν…».
Κατά τούς «Ἐκκλησιαστικούς Καιρούς» τοῦ Λονδίνου:
«Ἡ εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου τυγχάνει, μόνον μέρος τῆς παγκοσμίου πρός τό ὁμοιόμορφον καί τήν ἁπλότητα τοῦ ἡμερολογίου κινήσεως…».
Ἐφημερίδες τῆς Πράγας καί τοῦ Βερολίνου ἀναφέρουν ὅτι αἱ ὑπό τοῦ Πανορθοδόξου Συνεδρίου ληφθεῖσαι σχετικαί ἀποφάσεις ἐπί τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος ἔχουσι κοσμοϊστορικήν σημασίαν.
῞Ολος ὁ Εὐρωπαὶκός Τύπος ἐξαίρει τήν ἀπόφασιν τοῦ Πανορθοδόξου Συνεδρίου καθ' ἥν τοῦτο οὐ μόνον ἀπεδέχθη τροποποίησιν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, ἀλλά καί ἐδήλωσεν ὅτι δέν θά ἔφερεν ἀντίστασιν τινα ἐάν νέον ἡμερολόγιον ἐπροτείνετο παγκόσμιον, ἐν ᾖ περιπτώσει τό τοιοῦτον παραδέχοντο ὅλαι αἱ χριστιανικαί Ἐκκλησίαι…
Η ΛΗΣΤΡΙΚΩ ΤΩ ΤΡΟΠΩ ΕΠΙΒΟΛΗ
ΤΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ
Ὀ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ἰδιαίτερα μετά τήν Ε’ Ἱεραρχίαν (24-3/12/1923), καθ' ἥν οὐσιαστικά κατηργήθη ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἅπασα δέ ἡ ἐξουσία περιῆλθε εἰς αὐτόν, κατέστη μονοκράτωρ καί Παποκαῖσαρ.
Ἐν τῇ Ἱεραρχίᾳ ταύτῃ, ἦτο παροῦσα καί ἡ ἐπαναστατική Κυβέρνησις Πλαστήρα, ἥτις κατηύθυνε τάς ἐργασίας. Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, διά τῆς παρουσίας αὐτῶν, ἐξασκοῦν ινυχολογικήν βίαν ἐπί τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἀπεδείχθη ἐν τῷ συνόλῳ της δειλή καί ἀναξία νά ὀνομάζεται Σύνοδος. Ἐν αὐτῇ, φωναί τινές ὑγιεῖς κατεπνίγησαν ὑπό τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ὅστις εἰς τό θέμα τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως, ὡς ἀπό Πανεπιστημιακῆς καθέδρας πρός πρωτοετεῖς φοιτητάς, ἐφθέγγετο ὅτι οὐδέν κανονικόν καί δογματικόν θέμα προκύπτει διά τήν ἀλλαγήν τοῦ ἡμερολογίου.
Εἰς μίαν τοιαύτην συνεδρίαν (ἡ ὁποία ἦτο καί ἡ τελευταία), ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἐπέτυχεν νά ὑφαρπάσῃ ἤ μᾶλλον νά ὑποκλέινῃ εἰς τήν κυριολεξίαν τάς ὑπογραφάς τῶν Ἀρχιερέων, ἐπί τοῦ ζητήματος τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου. Ἐπεκαλέσθη δέ, τήν σύμφωνον γνώμην τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου, ὅπως προβῇ εἰς τήν ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν. Μετά τέσσαρας ἡμέρας ἀπό τῆς διαλύσεως τῆς Συνόδου, ὁ Χρ. Παπαδόπουλος, ὡς ἀπόλυτος πλέον Μονάρχης ἐκβιάζει τόν Πατριάρχην Γρηγόριον, ἵνα προβῇ εἰς τάς ὑπ᾽ αὐτοῦ ὑποδεικνυομένας ἐνεργείας ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου. Τό ὑπ' ἀριθμ. 70/Δ3046/4.1.24 ἔγγραφόν του πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην εἶναι ἄκρως ἀποκαλυπτικόν.
Ἀριθ. Πρωτ. 70/Δ3046
«Τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριάρχῃ.
Ἀπό χρόνου ἱκανοῦ πολύς γίνεται λόγος περί τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ κρατοῦντος ἡμερολογίου… Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, διασκεψαμένη αὖθις ἐπί τοῦ ζητήματος τούτου, ἀπαραίτητον ἔκρινεν τήν, χάριν τοῦ Ὀρθοδόξου ῾Ελληνικοῦ λαοῦ, προσαρμογήν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ πρός τό πολιτικόν… Καίτοι δέ ἀπαραίτητον καί ἐπιβεβλημένην θεωροῦμεν τήν μεταβολήν τοῦ ἡμερολογίου, ὅπως ἀπαραίτητον ὡσαύτως καί ἐπιβεβλημένην κρίνομεν τήν συμφωνίαν τῆς ὑμετέρας Παναγιότητος… Λυπηρόν ὅτι οἱ λοιποί Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς, οὐδαμῶς ἀπεδέχθησαν τήν μεταβολήν τοῦ ἡμερολογίου, ὡς αὕτη ἰδίως προὐτάθη ὑπό τοῦ ἐν Κων/πόλει συνελθόντος Πανορθοδόξου Συνεδρίου».
Εἰς τό ἀνωτέρω ἰταμόν ἔγγραφον τοῦ Ἀθηνῶν, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἤδη διαδεχθῆ τόν ἐκθρονισθέντα Μελέτιον Μεταξάκην, ἀπήντησεν ὡς κάτωθι:
Ἀριθ. Σ.Π. 320) 14.2.1924.
«Μακαριώτατε Μητροπολῖτα Ἀθηνῶν, ὑπέρτιμε καί ἔξαρχε πάσης ῾Ελλάδος, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ λίαν ἡμῖν ἀγαπητέ καί περιπόθητε ἀδελφέ καί συλλειτουργέ τῆς ἐμῆς Μετριότητος Κύριε Χρυσόστομε, τήν φίλην ἡμῖν σεβασμίαν Αὐτῆς Μακαριότητα ἀδελφικῶς ἐν Κυρίῳ κατασπαζόμενοι ὑπερήδιστα προσαγορεύομεν…
Ἡ μετριότης ἡμῶν μετά τῆς περί ἡμᾶς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, σπουδαίως καί αὖθις ἐπί τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος διασκεινάμενοι, καί εἰς τό δυνατόν ἐν τῇ παρούσῃ τῶν πραγμάτων καταστάσει ἀφορῶντες, πρῶτον μέν ἔγνωμεν ἀποδέξασθαι τήν ὑπό τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος εἰσηγουμένην γνώμην περί ἀποδοχῆς τό γε νῦν τῆς ἀναφερομένης μέσης λύσεως, ἤτοι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου (ἡμερολογίου)… Καί προτείνομεν πρός ἀποδοχήν ὡς ἡμέραν κοινῆς ὑπό πασῶν τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου, τήν δεκάτην τοῦ μηνός Μαρτίου τοῦ ἀρξαμένου 1924 ἔτους, εἰσηγούμενοι ὅπως αὕτη… λογισθῇ καί ὀνομασθῇ καί ἑορτασθῇ ὡς 23η Μαρτίου… Παρακαλοῦμεν τήν Ὑμετέραν Μακαριότητα, ὅπως τό γε ἐπ' Αὐτῇ ὡς οἷον τε τάχιστα διά τηλεγραφήματος Αὐτῆς, γνωρίσῃ ἡμῖν τήν γνώμη καί τήν τελειωτικήν συναίνεσιν τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλη σίας τῆς ῾Ελλάδος πρός ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς ἀπό 10 τοῦ προσεχοῦς Μαρτίου, οὐ μήν δ' ἀλλά καί εἴ που νομίζει πρόσφορον ἐνεργήσῃ, ἵνα καί ὑπό ἄλλων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν ὁμοίᾳ ἐξενεχθῇ ἀπόφασις καί ταχέως φθάσῃ πρός ἡμᾶς ἡ ἀναγκαία δήλωσις τῆς συναινέσεως αὐτῶν. Ἐπί τούτοις καί αὖθις ἐν Κυρίῳ κατασπαζόμενος Αὐτήν, διατελοῦμεν μετ' ἀγάπης ἀδελφικῆς.
Τῆς ὑμετέρας σεβασμίας Μακαριότητος ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί ὅλως πρόθυμος.
† ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ»
Ἀνάγλυφος προκύπτει ἡ ἐπικρατοῦσα κατάστασις ἐν ῾Ελλάδι καί Κωνχπόλει καί εὐκρινῶς ἀπηχεῖται ἡ παντοδύναμος μονοκρατορία τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου.
Ἐπί τῆς ἀνωτέρω ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου στηριχθείς, ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τῷ ἀποστέλλει τό ὑπ' ἀριθμ. 320/14.2.1924 τηλεγράφημα.
«Συμφώνως ἐγγράφῳ Ὑμετέρας Παναγιότητος περί ἡμερολογίου, ἔναρξις ἐφαρμογῆς νέου ἡμερολογίου 10 μηνός Μαρτίου. Παρακαλοῦμεν ἀναγγείλατε Μητροπολίταις Νέων Χωρῶν ῾Ελλάδος, σχετικήν ἀπόφασιν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί γνωρίσατε ἡμῖν ἀμέσως τοῦτο πρός συμμόρφωσιν καί ἐνέργειαν δεόντων.
† Ὁ Ἀθηνῶν ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ»
Ἐνῶ ὅμως ταῦτα συμβαίνουν, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Φώτιος ἀντιδρᾶ καί ἀρνεῖται νά συγκατατεθῇ εἰς τήν ἀποφασισμένην ἡμερολογιακήν καινοτομίαν, ὅπως το νίζει εἰς τό σχετικόν ἔγγραφόν του πρός τόν Κων/πόλεως Γρηγόριον.
Ἀριθ. 28
«Πατριάρχῃ Γρηγορίῳ
Κωνσταντινούπολιν
Συνεπεία τηλεγραφήματος Ὑμετέρας Παναγιότητος συνελθοῦσα σήμερον ἡ Ἱερά καθ' ἡμᾶς Σύνοδος ἔγνω τά ἑξῆς: ῎Εχοντες ὑπ' ὄινει γράμματα τῶν Ἐκκλησιῶν Ρουμανίας καί Σερβίας, ὡς καί τάς προτάσεις Αἰγινήτου ἐμμένομεν ἐν προδεδογμένοις Συνοδικαῖς συνεδριάσεσι καί ἀποκρούομεν πᾶσαν προσθήκην ἤ πᾶσαν μεταρρύθμισιν ἡμερολογίου πρό συγκλήσεως μόνης ἁρμοδίας εἰς συζήτησιν αὐτοῦ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἧς σύγκλησιν προτείνομεν ταχίστην.
Κάϊρον 15 Ἰανουαρίου 1924
† Ὁ πατριάρχης ΦΩΤΙΟΣ
Ἀντί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἀπαντᾶ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος:
Ἀριθ. 327)16.2.1924.
«Ἀμέσου συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀδυνάτου καθισταμένης, ἐπειγούσης δέ ἀφομοιώσεως ἡμερολογιακῆς χάριν ἑκατομμυρίων Ὀρθοδόξων λαῶν, ἐκλιπαροῦμεν Ὑμετέραν Μακαριότητα δεχθῆναι πρότασιν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περί συνταυτίσεως ἡμερομηνιῶν διά προσθήκης 13 ἡμερῶν ἀπό ΙΟης προσεχοῦς Μαρτίου ἄνευ οὐδεμίας μεταβολῆς Πασχαλίου, μόνης ταύτης παραπεμφθησομένης Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ.
† Ὁ Ἀθηνῶν ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ»
Ἐνῶ ὅμως ἐκλιπαρεῖ εἰς τό πρός τόν Πατριάρχην Φώτιον ἔγγραφόν του, παραλλήλως κινεῖ τό Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν, ἵνα συνδράμῃ τάς ἐνεργείας του, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τήν τελικήν φάσιν τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας.
«Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν
4 Μαρτίου 1924
Παρακαλοῦμεν εἰδοποιήσατε ἐπειγόντως τηλεγραφικῶς Μακαριωτάτους Πατριάρχας Ἱεροσολύμων, Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Σερβίας καί τούς Ἀρχιεπισκόπους Ρουμανίας καί Κύπρου ὅτι Ἐκκλησία ῾Ελλάδος ἀπεδέχθη ἀπό φασιν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περί συνταυτισμοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καί πολιτικοῦ τοιούτου, ὁριζομένης τῆς 10ης Μαρτίου ὡς 23ης, τόν δέ Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ἔθηκεν εἰς ἐφαρμογήν τήν περί Ἡμερολογίου σχετικήν ἀπόφασιν αὐτοῦ.
† Ὁ Ἀθηνῶν ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ»
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ὁ Χρυσόστομος ἐξαπέλυσεν τήν ὑπ' ἀριθμ. 430/123/3.3.1924 ἀπόφασίν του τήν ὁποίαν καί μόνος προσυπογράφει, καί διά τῆς ὁποίας, παρά πᾶσαν κανονικήν τάξιν καί κριτήριον Ὀρθοδοξίας, ἐπιβάλλει ἀμετακλήτως ὡς ὑπερεκκλησιαστική ἀρχή τό νέον ἡμερολόγιον. Ἰδού ἡ βδελυρά ἀπόφασις:
Ἀριθ. 430) 123) 3.3.1924.
«Πρός τούς Σεβασμιωτάτους Ἱεράρχας τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ῾Ελλάδος καί Πανοσ. Τοποτηρητάς.
Ἐκκλησία τῆς ῾Ελλάδος συμφώνως ἀποφάσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀπεδέχθη τήν ὁρισθεῖσαν ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διόρθωσιν τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, καθ' ἥν ἡ ΙΟη Μαρτίου τοῦ ἑορτολογίου θά λογισθῆ καί θά ὀνομασθῆ 23… Κατά ταῦτα ἀπό τῆς 23 ἀρξαμένου μηνός Μαρτίου ἕν ὑπάρχει ἡμερολόγιον ἐν ῾Ελλάδι διά τε τήν Ἐκκλησίαν καί πολιτείαν.
† Ὁ Ἀθηνῶν ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Πρόεδρος
Αὐτό ἦτο ὅλον. Διά μιᾶς τηλεγραφικῆς ἐντολῆς κατελύθησαν τά πάντα. Ἡ προδοσία τετελεσμένη! Ἡ καινοτομία τῆς Δύσεως εἰσεχώρησεν! Ὁ Οἰκουμενισμός καλλιεργεῖται! Ἡ Ἱεραρχία τῆς ῾Ελλάδος ἐξέπεσεν καί σχιζομένη ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁδηγεῖται ὑπό τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου δεσμία πρός τήν Δύσιν.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ἀβιάστως προκύπτει ἐκ τῶν ὅσων ἐξετέθησαν, ὅτι ὁ Νεοημερολογιτισμός πρωτίστως εἶναι Οἰκουμενισμός.
Ὑπό τῆς Οἰκουμενιστικῆς κινήσεως ἀνεκινήθη, προωθήθη καί ἐπεβλήθη.
Ἡ δεοντολογία τῆς ἐπιβολῆς του, δεοντολογία ἀπολύτως οἰκουμενιστική, συνίσταται εἰς τήν ἐν τῷ κοινῷ συνεορτασμῷ συνύπαρξιν καί ἕνωσιν αἱρετικῶν ὀρθοδόξων.
Ἀποτελεῖ, λοιπόν, ὁ Νεοημερολογιτισμός τό πρῶτον βῆμα» τῆς ἐν τῷ Οἰκουμενισμῷ ἑνώσεως. Δι' αὐτοῦ κατεπατήθη καθηγιασμένη παράδοσις 1900 ἐτῶν.
Κατηργήθησαν καί ἠλλοιώθησαν ἤ κατεπατήθησαν τυπικαί διατάξεις νηστεῖαι, ἑορταί κ.λπ.
Ἀπό δογματικῆς δέ ἀπόψεως:
α) Κατέτμησε τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔρριψεν εἰς τόν Οἰκουμενισμόν Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ἐδημιουργήθη τό ὀξύ σχῆμα: Ἀπόσχισις καί ἀπομάκρυνσις ἐκ τῆς Ὀρθοδοξίας καί στροφή καί ἕνωσις πρός τούς αἱρετικούς καί διαφοροποίησις εἰς τήν χρονικήν ἑορτολογικήν τάξιν πρός τούς Ὀρθοδόξους καί ταύτισις πρός τήν τῶν αἱρετικῶν, διά τήν ἀπαρχήν τῆς παγχριστιανικῆς ἑνώσεως.
β) Περιΰβρισις Βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τῆς καταπατήσεως ἀποφάσεων Πανορθοδόξων Συνόδων, ὡς τοῦ 1583, 1587 καί 1593 καί ὑπακοή καί σεβασμός εἰς ὑπαγορεύματα τοῦ Σατανᾶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως εἶναι ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1920, τό Συνέδριο τοῦ 1923, ἡ Ε’ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος τῆς 24/12/1923, ὡς καί λοιπαί σχετικαί ἐνέργειαι τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί τέλος ἡ ὑπ' ἀριθμ. 430/123/3.3.1924 τηλεγραφική βούλα τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου δι' ἦς ἐπέβαλε τήν Καινοτομίαν.
Σημειώνεται δηλονότι ἐκτροπή ἐκ τῆς πορείας τῶν Πατέρων, διακοπή τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς ἀλληλουχίας τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί Πνεύματος καί στροφή καί συμπόρευσις πρός τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἡ ἡμερολογιακή ἑορτολογική καινοτομία περιέχει ἐν αὐτῇ τήν ἐκκλησιολογικήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλά καί περιέχεται εἰς αὐτήν. ῎Εχομεν εἶδος τι ἀλληλοπεριχωρήσεως Νεοημερολογιτισμοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τανάπαλιν. Διότι ὁ Οἰκουμενισμός ἤ καλύτερον ἡ ἐν τῷ Οἰκουμενισμῷ ἕνωσις ἐκκινεῖ ἐκ τῆς νεοημερολογιτικῆς καινοτομίας καί δι' αὐτῆς πάλιν ἐκκινεῖ ὁ Οἰκουμενισμός εἰς τόν χῶρον τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ Οἰκουμενισμός περιέχεται εἰς τόν Νεοημερολογιτισμόν καί ὑπηρετεῖται καί προωθεῖται ὑπ' αὐτοῦ, ἀλλά καί ὁ Νεοημερολογιτισμός περιέχει τόν Οἰκουμενισμόν, ἀπο τελῶν τό πρῶτο βῆμα τῆς ἐν τῷ Οἰκουμενισμῷ συνυπάρξεως ἐν τῷ ἑορτολογίῳ καί τῇ λατρείᾳ τῶν αἱρετικῶν καί «Ὀρθοδόξων».
Οἱ ἀνωτέρω λόγοι προεκάλεσαν τό Σχίσμα τοῦ 1924. Κατ' αὐτό ἡ Ἱεραρχία μετά τοῦ κλήρου, μοναχῶν καί τῶν λαὶκῶν, οἵτινες ὁμοῦ ἐδέχθησαν καί ἠκολούθησαν σταθερῶς τήν καινοτομίαν, προσέκρουσαν εἰς ἅπαντα τά ἀνωτέρω, ἤτοι εἰς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας, εἰς Καθηγιασμένην ἑορτολογικήν παράδοσιν, εἰς ἀποφάσεις Ἁγίων Συνόδων. Τοῦτο δέ διά τήν ἐν τῷ Οἰκουμενισμῷ ἀπαρχήν τῆς ἑνώσεως Ὀρθοδόξων - αἱρετικῶν.
Οἱ τοιοῦτοι ἀρνηθέντες καί ἐκτραπέντες τῆς Ὀρθοδόξου πορείας, ἐστράφησαν πρός τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. ῎Επαυσαν νά συνεορτάζουν μετά Ὀρθοδόξων (τῆς τε στρατευομένης καί θριαμβευούσης Ἐκκλησίας) καί συνεορτάζουν καί συμπορεύονται μετά τῶν αἱρετικῶν.
Οὕτως ὅμως ἀπέκοιναν ἑαυτούς ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐξῆλθον Αὐτῆς καί ἐσύρθησαν ὡς δοῦλοι καί θύματα εἰς τό ἅρμα τοῦ Σατανοκινήτου Οἰκουμενισμοῦ. Ἀπεκόπησαν δι' αὐτῆς ταύτης τῆς καινοτομίας ἥτις δεδικασμένη καί κατακεκριμένη ὑπάρχει.
Ἡ καταδίκη τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας ὑπό τῆς Καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ἐξωτερικήν αἰσθητήν πρᾶξιν ποιμαντικῆς φύσεως, ἡ ὁποία ὅμως ἀποκλείει τό ἐπιχείρημα περί δῆθεν ὑποδικίας τῆς καινοτομίας.
Ἡ νεοημερολογιτική, οὕτως εἰπεῖν, Ἐκκλησία, διά αὐτήν ταύτην τήν καινοτομίαν καί διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, κυρίως δέ τῆς αἱρετικῆς αὐτῆς Ἐκκλησιολογίας, ἡλλοτριώθη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνον ὡς πρός τήν ἑορτολογικήν παράδοσιν, ἀλλά καί ὡς πρός τήν ἐσωτερικήν πνευματικήν ἀλληλουχίαν τοῦ ἑνός Ὀρθοδόξου Πνεύματος, τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως τῶν Πατέρων.
Δέν ταυτίζεται καί ἐσωτερικῶς πρός τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἀφοῦ βαναύσως περιύβρισεν καί αὐτό τό ῞Αγιον Πνεῦμα τό λαλῆσαν εἰς τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους εἰς τάς ὁποίας συμμετεῖχε καί ὡμίλει ἡ Καθολική Ὀρθοδοξία, ἀλλά καί εἰς αὐτάς τάς Πανορθοδόξους Συνόδους, αἱ ὁποῖαι διά τήν ἐσωτερικήν των ἀλληλουχία καί ταυτότητα δέον νά λογίζωνται ὡς Μία τοιαύτη συνεχής καί αἰωνία Σύνοδος. Ταυτίζεται ὅμως ἡ Νεοημερολογιτική Ἐκκλησία πρός τόν Οἰκουμενισμόν, ἥτις ταύτισις ἤρξατο διά τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920.
Ἀντιθέτως ὁ Ἱερός Κλῆρος μετά τῶν μοναχῶν καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἀπεδέχθη τήν καινοτομίαν, ἀλλά παρέμεινε ἑδραῖος καί ἀμετακίνητος εἰς τήν δισχιλιετῆ παράδοσιν τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας. Παρέμεινε ἐν τῇ Μιᾷ, Ἁγίᾳ, Καθολικῇ καί Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ. Παρέμεινεν εἰς τό καθηγιασμένον ὑπό τῆς δισχιλιετοῦς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως ῾Εορτολόγιον. Ἐσεβάσθη τούς Ἱερούς Κανόνας, τά δόγματα καί τάς ἀποφάσεις Αγίων Συνόδων καί δέν παρεσύρθη εἰς τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἡ συνείδησις τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος τοῦ 1924 τό ὁποῖο δέν ἠκολούθησε τήν καινοτομίαν ἦτο ὅτι τοῦτο εἶναι «ΦΡΑΓΚΙΑ», ἡ ὁποία ΧΩΡΙΖΕΙ ἀπό τόν Χριστόν.
Ἐκ τῆς φύσεως καί τῆς οὐσίας τοῦ Ἡμερολογιακοῦ σχίσματος τοῦ 1924, ὡς προσδιορίζεται ἐκ τῶν ἀνωτέρῳ προκύπτει ὅτι:
Τό 1924 ἡ καινοτομία προεκάλεσεν σχίσμα, τό ὁποῖον βαρύνει τούς ἀποδεξαμένους αὐτήν. Ἡ φύσις καί οὐσία τοῦ Νεοημερολογιακοῦ Σχίσματος, ὡς ἐκ τῶν κανονικῶν καί δογματικῶν αἰτίων προκύπτει ὅτι, εἶναι σχίσμα τετελειωμένον.
Ὁ Νεοημερολογιτισμός προκαλέσας διάσπασιν εἰς τό πλήρωμα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δέν προεξένησεν σχίσμα ἐξωτερικόν περί τά διοικητικά ἤ μικρά καί ἀσήμαντα, ἀλλά σχίσμα τῆς πλέον βαρυτάτης μορφῆς, ἀφοῦ δι' αὐτοῦ σημειώνεται ὄχι ἁπλῶς διαφοροποίησις ὡς πρός τήν ἑορτολογικήν τάξιν μετά τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί συνεορτασμός μετά τῶν αἱρετικῶν καί κυρίως στροφή καί σταθερά πορεία πρός τόν Οἰκουμενισμόν.
Δέν πρόκειται ἑπομένως περί διοικητικοῦ σχίσματος ἐντός τοῦ χώρου τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά περί σχίσματος, τό ὁποῖον ἔχει ὡς αἰτίας: καταπάτησιν καθηγιασμένης ἑορτολογικῆς παραδόσεως, καταπάτησιν Ἱερῶν Κανόνων, Πανορθοδόξων Συνόδων καί τέλος περιέχει τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐκ τῆς φύσεως λοιπόν καί τῆς οὐσίας τοῦ Ἡμερολογιακοῦ ῾Εορτολογικοῦ Σχίσματος τοῦ 1924 προκύπτει ὅτι αὐτό εἶναι σχισματοαίρεσις.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Τά δῶρα συνέκειντο, ὡς ἔγραφε τῇ 12.2.1582 ὁ ἐν Ρώμῃ πρεσβευτής «τῆς ῾Ενετικῆς Δημοκρατίας» Λεονάρδος Δονᾶτος, εἰς «ὡραῖον ἐσταυρωμένον χρυσοῦν καί εἰρήνην λιθοκόλλητον ἐξόχου ὡραιότητος», «εἶδος παπικοῦ φυλακτηρίου». Οἱ ἀποτελοῦντες τήν ἐπιτροπήν τό ἔτος 1582, «ἀναχωρήσαντες ἐκ Ρώμης», «μετέβησαν εἰς ῾Ενετίαν καί κατά τό ἔαρ τοῦ ἑπομένου ἔτους (1583), ἐφωδιασμένοι μέ γαλλικά διαβατήρια, ἀπῆλθον εἰς Κωνσταντινούπολιν καί παρουσιασθέντες εἰς τόν ῾Ιερεμίαν, ἐξέθηκαν τό αἴτιον τῆς ἀποστολῆς των».
2. Διασώζονται δύο μέρη κανόνων τῆς Συνόδου. «Τό πρῶτον μέρος ὑπεγράφη τήν 2αν Φεβρουαρίου, τό δέ δεύτερον κατά Μάϊον τοῦ 1593.
3. π.χ. παρουσίαζον καί διέδιδον ψευδῆ στοιχεῖα περί δῆθεν ἀποδοχῆς τῆς παπικῆς καινοτομίας ὑπό ᾽Ορθοδόξων κληρικῶν καί ἀρχόντων κ.λ.π. Δέν ἐδίστασαν νά παρουσιάσουν καί ψευδές κείμενον, ἀποδιδόμενον εἰς τόν Πατριάρχην ῾Ιερεμίαν ὅτι δῆθεν ἐδέχθη τό νέον ἡμερολόγιον.
Subscribe to:
Posts (Atom)
ΥΠ ΟΨΙΝ ΣΕΒ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1981 (ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ ΕΠΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ
Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας Κατακομβων p͏S͏d͏t͏s͏n͏o͏r͏o͏e͏l͏9͏9͏7͏i͏1͏a͏9͏0͏8͏u͏4͏6͏u͏m͏5͏l͏h͏u͏i͏5͏u͏c͏7͏g͏1͏i͏h͏8͏7͏2͏g͏c͏3͏i͏1͏5͏2͏9͏t͏m...
-
Επίσκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης 2 λεπτά · Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ Στην...
-
Ολόκληρη η ΑΛΗΘΕΙΑ περί της στάσεως του Αγίου Χρυσοστόμου απέναντι στους ΣΤΑΣΙΑΣΤΑΣ επισκόπους Λ ί α ν - α π ο κ α λ υ π τ ι κ ά κείμενα ύστ...
-
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΙΕΡΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΝ...