ΜΝΗΜΗ Ζ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Μνήμη της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου … Την Κυριακή μετά την 11 Οκτωβρίου , Μνήμη επιτελούμε Των Αγίων Πατέρων της Αγίας και Οικουμενικής εβδόμης Συνόδου ... Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας από τις 24 Σεπτεμβρίου έως τις 13 Οκτωβρίου 787 μ.Χ. , με πρωτοβουλία της Αυτοκράτειρας Ειρήνης , η όποια ασκούσε χρέη Αντί Βασιλέως ... Υπό την Προεδρία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Ταρασίου , συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι πενήντα Ορθόδοξοι Επίσκοποι , προστέθηκαν άλλοι δέκα επτά Ιεράρχες , οι όποιοι Αποκήρυξαν την αίρεση των εικονομάχων ... Πλάι στους αντιπροσώπους του Πάπα Ρώμης και των Πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων , οι Μοναχοί οι όποιοι υπέφεραν δεινούς διωγμούς επί Βασιλείας των εικονομάχων Αυτοκρατόρων Λέοντος Γ΄ Ίσαύρου 717 – 741 μ.Χ. και Κωνσταντίνου Ε΄ Κοπρωνύμου 741 – 775 μ.Χ. αποτελούσαν έντονη παρουσία ήταν περίπου εκατόν τριάντα έξη ... Μετά από επιμελή προετοιμασία οι Πατέρες της Συνόδου αναθεμάτισαν τους αιρετικούς , οι όποιοι για περισσότερα από πενήντα έτη απαγόρευαν στους Ορθόδοξους Χριστιανούς να Τιμούν τις σεπτές Εικόνες Του Χριστού και Των Αγίων του διότι αποτελούσε ειδωλολατρία , έθεσαν τέρμα στην πρώτη περίοδο της εικονομαχίας , η οποία ξέσπασε εκ νέου λίγα χρόνια αργότερα επί Λέοντος Ε΄ Αρμενίου 813 – 820 μ.Χ. και δεν σταμάτησε ... Το 843 μ.Χ. χάρη στην Αυτοκράτειρα Θεοδώρα και στον Πατριάρχη Άγιο Μεθόδιο , Οι Άγιοι Πατέρες αναθεμάτισαν τους αιρετικούς πατριάρχες Αναστάσιο , Κωνσταντίνο και Νικήτα , Αποκήρυξαν την δήθεν Οικουμενική Σύνοδο που συν εκλήθη στο Ανάκτορο της Ιέρειας με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Ε΄ το 754 μ.Χ. … Κήρυξαν Αιωνία την Μνήμη Των Άγιων Υπερμάχων της Ορθοδοξίας , Του Πατριάρχου Αγίου Γερμανού 715 – 730 μ.Χ. , Του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού , Του Γεωργίου Κύπρου , όλων όσοι είχαν υποστεί βασάνους και εξορίες ως υπέρμαχοι των Αγίων Εικόνων ... Στον Όρο της Πίστεως που ανέγνωσαν στην έβδομη και τελευταία συνεδρία της Συνόδου , Οι Πατέρες Διακήρυξαν , Ορίζομεν συν ακριβεία πάση και εμμελεία , παραπλησίως τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας , τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης , εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις , εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι , τοίχοις τε και σανίσιν , οίκοις τε και οδοίς , της τε του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εικόνος και της αχράντου Δεσποίνης ημών Της Αγίας Θεοτόκου , τιμίων τε Αγγέλων , και Πάντων Άγιων και Οσίων Ανδρών ... Όσω γάρ συνεχώς δι’ εικονικής ανατυπώσεως ορώνται , τοσούτον και οι ταύτας θεώμενοι διανίστανται προς την των πρωτοτύπων μνήμην τε και επιπόθησιν και ταύταις ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησαν απονέμειν , ου μην την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν , η πρέπει μόνη τη θεία φύσει , αλλ’ ον τρόπον τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού και τοις αγίοις εύαγγελίοις και τοις λοιποίς ιεροίς αναθήμασι και θυμιαμάτων και φώτων προσαγωγήν προς την τούτων τιμήν ποιεισθαι , καθώς και τοις αρχαίοις εύσεβώς είθισται. η γαρ της εικόνος τιμή έπι το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την εικόνα , προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν , Ούτω γαρ κρατύνεται η των Αγίων Πατέρων ημών Διδασκαλία , είτουν παράδοσις της Καθολικής Εκκλησίας , της από περάτων εις πέρατα δεξαμένης το Ευαγγέλιον ... Οι Άγιοι Πατέρες Ανεδείχθησαν Υπέρμαχοι όχι μόνο των Αγίων Εικόνων αλλά , αυτού του ιδίου του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Υιού Του Θεού ... Πάλαι μεν ο Θεός ο ασώματος τε και ασχημάτιστος ουδαμώς εικονίζετο , νυν δε σαρκί οφθέντος Θεού και τοις ανθρώποις συναναστραφέντος εικονίζω Θεού το ορώμενον , Ού προσκυνώ τη ύλη , προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν , τον ύλην δι’ εμέ γενόμενον και εν ύλη κατοικήσαι καταδεξάμενον και δι’ ύλης την σωτηρίαν μου εργασάμενον και σέβων ου παύσομαι την ύλην , δι’ ης η σωτηρία μου είργασται ... Η εν τη Δόξα του είναι ακατάληπτη στις αισθήσεις μας , η ανθρώπινη φύση Του Σωτήρος δύναται να αποτυπωθεί , η Εικόνα Του Χριστού , την Πιστότητα της οποίας φυλάσσει η παράδοση της Εκκλησίας , καθίσταται Αληθής Παρουσία Του Θεανθρώπου προτύπου της , Αγωγός Χάριτος και Αγιασμού σε όσους με Πίστη της Απονέμουν Τιμητική Προσκύνηση ... Η δεύτερη Σύνοδος της Νικαίας είναι η έβδομη και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος που αναγνωρίζει η Ορθόδοξος Εκκλησία , συμπληρώνει τον αριθμό που μέσα στην Αγία Γραφή αντιπροσωπεύει την τελειότητα και ολοκλήρωση ... Σφραγίζει το πέρας της περιόδου των δογματικών συγκρούσεων , που επέτρεψαν στην Εκκλησία να διευκρινίσει με σαφείς και Ακριβείς ορισμούς τα όρια της Ορθοδόξου Πίστεως Εφεξής κάθε αίρεση δύναται και θα δύναται να αναχθεί σε μία από τις πλάνες που αναθεμάτισε η Εκκλησία στις οικουμενικές συνόδους , από την πρώτη 325 μ.Χ. έως την έβδομη 787 μ.Χ. εν Νικαία Σύνοδο ……. Απολυτίκιο … Ὑπερδεδοξασμένος εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν , ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας καὶ δι' αὐτῶν πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας , πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι …

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΔΙΑ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ (Η ΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΒΑΠΤΙΣΜΟΣ

ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΝΕΛΥΘΗΣΑΝ (ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΝ) ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ, ΟΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ ΑΧΑΡΝΩΝ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ, ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΝ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΚΤΟΝ. ΤΟ ΠΑΡΑΘΕΤΟΜΕΝ. Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΔΙΑ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ Ἡ στάσις τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου ἔναντι τῶν αἱρετικῶν καί ὁ ἀναβαπτισμός. Ἄρθρον δημοσιευθέν εἰς τήν «ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ» Τεύχος 617/ Αυγουστος 2012 Ὁ ἅγιος Νικόδημος, γνήσιος ἀπόγονος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀκολουθεῖ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξίας στηριζόμενος στούς Ἁγίους καί Θεοφόρους Πατέρες. Ἡ διδασκαλία του ἀπορρέει ἀπό τόν ἀσκητικόν του βίον, ἀπό τήν ἀμεσότητα προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ, διά τῶν μυστηρίων καί τῆς προευχῆς καί ἀπό τήν βαθυτάτην θύραθεν καί θεολογική γνώση πού ἀπέκτησε μέ τόν ἀπέραντο καί σπανίας δεκτικότητος καί συστηματικότητος χαρισματικό νοῦ του, λέγεται ὅτι τό 85% τῶν ἀναγνωσμάτων του τά συγκρατοῦσε μέ τήν πρώτη ἀνάγνωση. ἔχοντας αὐτά τά βασικά στοιχεῖα καί τίς πνευματικές προϋποθέσεις, ὡς φυσικά καί πνευματικά ἀποκτήματα, ἔγραψε συγγράματα πού ἐμπνέουν στόν ἀναγνώστη πλήρη ἐμπιστοσύνη, περί τῆς βαθειᾶς θεολογικῆς ἐμπειρίας καί τοῦ χαρίζουν τή δυνατότητα νά γνωρίση ὅλο τόν πλοῦτο τῶν Πατέρων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, συστηματοποιημένο καί ἐμπλουτισμένο μέ προσωπικά καί ἐμπειρικά σχόλια, πρωτοφανοῦς εὐστοχίας καί σπανίας διεισδυτικότητος. Οἱ ὀρθόδοξες θέσεις του εἶναι ξεκάθαρες, παρ᾿ ὅλες τίς ἀντίξοες συνθῆκες μέσα στίς ὁποῖες ἔζησε καί παρ΄ ὅλα τά διάφορα ἀντορθόδοξα Δυτικά ρεύματα, πού κυκλοφοροῦσαν στήν ἐποχή του. Ἀλλά καί ἡ στάση του ἀπέναντι στούς αἱρετικούς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι χαρακτηριστική καί ἐμφορεῖται ἀπό τό πνεῦμα τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τό θέμα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, πού μοῦ ἀνετέθη νά παρουσιάσω στό παρόν συνέδρειο, ὁ ἅγιος Νικόδημος κάνει ἐκτενέστατα σχόλια, στηριζόμενος στούς ἑξῆς Κανόνες : 1) στόν μστ΄ (46) τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 2) στόν ζ΄ (7) τῆς Δευτέρας Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί 3) στόν #ε΄ (95) τῆς ἕκτης Ο᾿ἰκουμενικῆς Συνόδου. 1. Ὁ 46ος Ἀποστολικός Κανών λέγει ἐπί λέξει τά ἑξῆς : «Ἐπίσκοπον ἤ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἤ θυσίαν, καθερεῖσθαι προστάσσομεν, τίς γάρ συμφώνησις Χριστοῦ πρός βελίαρ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου;». Δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀληθινόν τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν σχολιάζει ὁ Ἁγιος Νικόδημος, ἀναφερόμενοςστήν Σύνοδο τῶν 84ων Ἐπισκόπων τῆς, ὑπό τόν Ἐπίσκοπον Καρχηδόνος Κυπριανόν, ἡ ὁποία ἐξέδωσε κανόνες ἀναλόγους πρός τόν παραπάνω Ἀποστολικόν, γιατί δέν ὑπάρχουν πολλά βαπτίσματα. Σύμφωνα μέ τό Ἀποστολικό ρητό «Εἶς Κύριος, μία Πίστις ἕν Βάπτισμα», οἱ αἱρετικοί ἐφ᾿ ὅσον δέν εἶναι μέσα στήν ἀληθινή πίστη τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν μποροῦν νά ἔχουν ἀληθινό Βάπτισμα. ἄν εἶναι ἀληθινό τό Βάπτισμα καί τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν, ἀληθινό καί τῶν Ὀρθοδόξων, τότε δέν θά ἔχωμε ἕν Βάπτισμα, καθώς ὁ Παῦλος βοᾶ, ἀλλά δύο, «ὅπερ ἀτοπώτατον». Αὐτῆς τῆς Συνόδου τόν κανόνα «ἐπεσφράγισε» καί ἡ ἕκτη Οἰκουμενική, μέ τόν β΄ κανόνα της, ὁπότε ὁ περί οὖ ὁ λόγος κανών ἀπό κανών τοπικῆς γίνεται κανών οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀλλά καί ὁ Φιρμιλιανός πού ἐχρημάτισε ἔξαρχος στήν Σύνοδο τοῦ Ἰκονίου καί τόν ὁποῖον ὁ Μ. Βασίλειος στόν α΄ κανόνα τόν ὀνομάζει «ἰδικόν του», ὡς Ἐπίσκοπον Καισαρείας ἀκυρώνει καί ἀπορρίπτει τό Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. «Δέν εἶναι δυνατόν», λέγει «νά ἰσχυρισθῆ ἤ νά πιστεύση κανείς ὅτι μόνον ἡ ἐπίκλησις τῶν τριῶν ὀνομάτων τῆς Ἁγ. Τριάδος εἶναι ἀρκετή πρός ἄφεσιν τῶν πλημμελημάτων καί πρός τόν Ἁγιασμόν τοῦ Βαπτίσματος», ἄν πρῶτα καί ἐκεῖνος πού βαπτίζει δέν εἶναι ὀρθόδοξος. Συμφωνεῖ μέ τήν γνώμην αὐτήν καί ὁ Μ. Βασίλειος, τούς κανόνες τοῦ ὁποίου «ἐπεσφράγισεν» ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος. «Ἀπώλεσαν, λέγει, τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἱ αἱρετικοί καί σχισματικοί καί διεκόπη ἡ μετάδοσις αὐτῆς ἀπό τήν στιγμή πού ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Μεταβιβασθέντες δέ στήν τάξη τῶν λαϊκῶν, οὔτε χάρισμα πνευματικόν ἔχουν, οὔτε νά βαπτίζουν ἤ νά χειροτονοῦν ἔχουν ἐξουσίαν, καί οἱ ἐξ αὐτῶν βαπτιζόμενοι, πρέπει νά ξαναβαπτίζονταιμέ τό ἀληθινόν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα». Καί ἐνῶ μέ τόν α΄ κανόνα του ἀποδέχεται τήν γνώμην ὡρισμένων πατέρων τῆς Μ. Ἀσίας πού κατ᾿ οἰκονομίαν δέχονται τό βάπτισμα τῶν σχισματικῶν, μέ τόν 47ον Κανόνα του ἀναφέρει ὅτι «ἐκεῖνος σέ ἀντίθεση μέ τούς παραπάνω πατέρας, ὅλους τούς βαπτίζει». Τήν ἴδια γνώμη ἔχει καί ὁ Μ. Ἀθανάσιος τοῦ ὁποίου καί αὐτοῦ τούς λόγους «ἐπεσφράγισεν» ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος. Στόν τρίτο λόγο του κατά Ἀρειανῶν λέγει τά ἑξῆς: «Οἱ Ἀρειανοί κινδυνεύουν καί εἰς τό πλήρωμα τοῦ μυστηρίου, δηλαδή τοῦ βαπτίσματος. Διότι ἄν ἡ τελείωσις τοῦ Βαπτίσματος δίδεται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ οἱ δέ Ἀρειανοί δέν θεωροῦν Πατέρα ἀληθινόν, μέ τό νά ἀρνοῦνται τόν ἐξ αὐτοῦ ὅμοιον τῆς οὐσίας Υἱόν ἀληθινόν καί ἀναπλάττοντες μέ τήν φαντασίαν τους ἄλλον ἔκ μή ὄντων κτιζόμενον, πῶς τό τελούμενον βάπτισμα δέν εἶναι τελείως ἀνωφελές καί μάταιον»; Καί φαίνεται μέν κατά προσποίηση ὅτι εἶναι βάπτισμα, άλλά στήν οὐσία δέν παρέχει καμμία βοήθεια στήν πίστη καί τήν εὐσέβεια. Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀπευθυνόμενος πρός τούς Ἀρειανούς καί Μακεδονιανούς, τούς θεωρεῖ κατηχουμένους. «Ἐάν ἀκόμη χωλαίνης, λέγει,καί δέν καταδέχεσαι τό τέλειον τῆς Θεότητος τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, ζήτησε ἄλλον νά σέ βαπτίση ἤ μᾶλλον εἰπεῖν νά σέ πνίξη ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐπειδή ἐγώ δέν ἔχω ἄδειαν νά χωρίζω τήν Θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος ἀπό τήν Θεότητα τοῦ Πατρός καί νά σέ καταστήσω νεκρόν . . . Ἐπειδή ὅποια ἀπό τίς τρεῖς Ὑποστάσεις καταβιβάσης ἀπό τὀ ἀξίωμα τῆς Θεότητος, ὅλην τήν Ἁγία Τριάδα καταβιβάζεις ἀπό αὐτό καί τόν ἑαυτόν σου στερεῖς ἀπό τήν τελείωση τοῦ Βαπτίσματος». Ἀπαραίτητος λοιπόν ὅρος γιά τήν τελείωση τοῦ Βαπτίσματος ἡ ὀρθή πίστη. Ὁ ἅγιος Ἰωάνης ὁ Χρυσόστομος στήν ὁμιλία του «εἰς τό ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος» ἀναφέρει ὅτι «τῶν αἱρετικῶν τά συστήματα βάπτισμα μέν ἔχουν, δέν ἔχουν ὅμως φώτισμα. Βαπτίζονται κατά τό σῶμα κατά δέ τήν ψυχή δέν φωτίζονται». Ὁμοίως καί οἱ ἄλλοι Πατέρες κατά τόν ἴδιο τρόπο διδάσκουν ὅτι «οὐδείς αἱρετικός παρέχει ἁγιασμόν διά τῶν μυστηρίων» καί «τό τῶν δυσεβῶν βάπτισμα οὐχ ἁγιάζει». 2. Ὁ 7ος ὅμως κανών τῆς Β᾿ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὁ 95ος τῆς ἕκτης δέν ἐπέβαλαν σέ ὅλους τούς αἱρετικούς τό βάπτισμα σύμφωνα μέ τόν παραπάνω Ἀποστολικό κανόνα καί τούς κανόνας τῶν λοιπῶν Πατέρων, πού ἀναφέρθηκαν, ἄν καί ἡ ἴδια ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος στόν β΄ κανόνά της, τούς ἐδέχθη. ἄλλων αἱρετικῶν ἐδέχθησαν τό βάπτισμα καί ἄλλων ὄχι. Γιά νά γεφυρώσει αὐτή τή διαφορά ὁ ἅγιος καί νά λύση τήν ἀπορία, σέ ὅσους δέν μποροῦν νά ἀντιληφθοῦν ὀρθόδοξα τήν διακυβέρνηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρει τά ἑξῆς : Στήν Ἐκκλησία φυλάττωνται δύο εἴδη κυβερνήσεως καί διορθώσεως τῶν σφαλμάτων. Τό ἕνα ὀνομάζεται Ἀκρίβεια, τό δέ ἄλλο ὀνομάζεται Οἰκονομία καί Συγκατάβαση. Μέ αὐτά τά δύο οἱ τοῦ Πνεύματος οἰκονόμοι κυβερνοῦν τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν, πότε μέ τό ἕνα πότε μέ τό ἄλλο. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ προμημονευθέντες ἅγιοι, ἐφήρμοσαν τήν Ἀκρίβεια καί ἀπέβαλαν τελείως τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. Οἱ δύο δέ Σύνοδοι μετεχερειρίσθησαν τήν οἰκονομία. Καί ἄλλων ἐδέχθησαν τό βάπτισμα (Ἀρειανῶν καί Μακεδονιανῶν) ἄλλων δέ ὄχι (Εὐνομιανῶν κ.λ.π.). Καί οἰκονόμησαν ἔτσι τά πράγματα πρῶτον ἐπειδή κατά τήν ἐποχή τῆς Β᾿ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἤκμαζαν οἱ Ἀρειανοί καί Μακεδονιανοί οἱ ὁποῖο ὄχι μόνον ἦσαν κατά τό πλῆθος πολλοί, ἀλλά εἶχαν καί μεγάλες δυνάμεις, κοντά στούς Βασιλεῖς καί ἄρχοντας καί τήν Σύγκλητον. Μέ αὐτόν τόν τρόπο πίστευαν ὅτι θά τούς ἤλκυαν στήν ὀρθοδοξία καί θά τούς διώρθωναν εὐκολώτερα. Καί δεύτερον ἀντελήφθησαν οἱ Πατέρες ὅτι μέ τήν οἰκονομία δέν θά τούς ἐρέθιζαν οὔτε θά τούς ἐξαγρίωναν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά γίνη μεγαλύτερο κακό, καί ὅπως λέγει χαρακτηριστικά, «οἰκονομήσαντες τούς λόγους αὐτῶν ἐν κρίσει οἱ Θεῖοι Πατέρες, ἐσυγκατέβησαν νά δεχθοῦν τό βάπτισμα αὐτῶν». Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς συγκαταβάσεως ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος ἦλθε σέ ἀντίθεση καί μέ τόν ἑαυτό της καί μέ τήν Β᾿ Οἰκουμενική. Μέ τόν ἑαυτό της ἦλθε σέ ἀντίθεση γιατί μέ τόν β΄ κανόνα της ἐδέχθη τούς Ἀποστολικούς κανόνες, τούς κανόνες τῆς Καρχηδόνος καί τῶν ἄλλων Πατέρων, ἐνῶ μέ τόν 95ο δέν ἀπέβαλλε ὅλων τῶν αἱρετικῶν τό βάπτισμα. Μέ τήν Β΄ Οἰκουμενική δέ διότι ἐδέχθη τήν ἀκρίβεια τῶν Ἀποστολικῶν κανόνων καί τῶν λοιπῶν Πατέρων ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐδέχθησαν τό βάπτισμα ὡρισμένων αἱρετικῶν. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἄφησαν νά ἐννοήσουμε ὅτι στήν Ἐκκλησία ἰσχύουν καί τά δύο καί ἡ Ἀκρίβεια καί κατά τάς περιστάσεις ἡ Οἰκονομία. Δεύτερος λόγος πού ἐσυγκατέβησαν οἱ Πατέρες τούς μέν Ἀρειανούς καί Μακεδονιανούς νά τούς δεχθοῦν χωρίς ἀναβαπτισμό, τούς δέ Εὐνομιανούς καί Σαβελιανούς πού εἶναι ἰσοδύναμοι στίς αἱρετικές δοξασίες νά τούς ἀναβαπτίσουν, εἶναι τό γεγονός ὅτι, οἱ πρῶτοι «ἐφύλαττον ἀπαράλακτον καί τό εἶδος καί τήν ὕλην τοῦ βαπτίσματος τῶν Ὀρθοδόξων» καί ἐβαπτίζοντο κατά τόν τῦπο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τοὐλάχιστον πρό τῆς συγκλήσεως τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐνῶ οἱ δεύτεροι, τῶν ὁποίων τό βάπτισμα δέν ἐδέχθησαν, ἐπαραχάραξαν τήν τελετή τοῦ βαπτίσματος καί διέφθειραν εἴτε τόν τρόπο τοῦ εἴδους, δηαλδή τῶν ἐπικλήσεων, εἴτε τήν χρήση τῆς ὕλης, δηλαδή τῶν καταδύσεων καί ἀναδύσεων, βαπτιζόμενοι μέ μία μόνο κατάδυση. Γεγονός εἶναι ὅτι ὁ δεύτερος τοῦτος λόγος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομίας δέν εἶναι ἰσχυρός. Ἰσχυρότερος εἶναι ὁ πρῶτος λόγος πού ἀναφέρθηκε. 3. Κάνοντας ὁ ἅγιος Νικόδημος ὅλη αὐτή τήν ἱστορικοεκκλησιαστική ἀναφορά, χωρίς νά τήν θεωρ῀ῇ περιττή, τήν προβάλλει ὡς ἀναγκαιότατη γιά ὅλους τούς καιρούς κυρίως ὅμως στήν σύγχρονη ἐποχή ὅπου γίνεται μεγάλη λογοτριβή καί προκαλεῖ μεγάλη ἀμφισβήτηση τό τῶν Λατίνων βάπτισμα. Ἡ τριβή δέ δέν γίνεται μόνο μεταξύ ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων καί τῶν Λατίνων, ἀλλά καί μεταξύ ἡμῶν καί τῶν Λατινοφρόνων. Δέν διστάζη δέ νά τοποθετηθῆ ἐξ ἀρχῆς εὐθέως. ὅτι σύμφωνα μέ αὐτά πού εἰπώθηκαν, τό βάπτισμα τῶν Λατίνων εἶναι ψευδώνυμο Βάπτισμα. Γι᾿ αὐτό οὔτε μέ τό λόγο τῆς Ἀκριβείας γίνεται δεκτό, οὔτε μέ τό λόγο τῆς Οἰκονομίας. Μέ τό λόγο τῆς Ἀκριβείας δέν γίνεται δεκτό πρῶτον γιατί εἶναι αἱρετικοί. Τό ὅτι εἶναι αἱρετικοί δέν χωράει καμμιά ἀμφισβήτηση. Παραπέμπει στόν ἁγιώτατο Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεο, τόν ὀνομαζόμενον Παπομάστιγα, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει τίς αἱρετικές κακοδοξίες τῶν Λατίνων. Ὡς ἐπίσης καί στόν ἅγιο Μάρκο τόν ἐπίσκοπο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, ὁ ὁποῖος παρρησία λέγει τά ἑξῆς : «Ἡμεῖς δι᾿ οὐδέν ἄλλον ἀπεσχίσθημεν τῶν Λατίνων ἀλλ᾿ ἤ ὅτι εἰσιν, οὐ μόνον σχισματικοί, ἀλλά καί αἱρετκοί». Ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι τόσους αἰῶνες ἀποστρεφόμαστε τούς Λατίνους, ὡς αἱρετικούς, τούς βδελυττόμεθα, καθώς καί τούς Ἀρειανούς καί Σαβελλιανούς καί τούς πνευματομάχους Μακεδονιανούς. Ἐφ΄ ὅσον λοιπόν εἶναι αἱρετικοί, ὄχι μόνον δέν μποροῦμε, ἐπ΄ οὐδενί λόγω νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἀλλά καί ὡς ἀπωλέσαντες τήν ἐνεργό Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς θεωροῦμε οὐσιαστικά ἀβάπτιστους. Δεύτερον δέν γίνεται δεκτό οὔτε μέ τόν λόγο τῆς Οἰκονομίας, ἐπειδή δέν φυλάττουν τίς τρεῖς καταδύσεις στόν βαπτιζόμενο, ὅπως ὡς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παρέλαβε ἀπό τούς Ἀποστόλους καί Πατέρας. Καινοτομήσαντες πρῶτοι τό Ἀποστολικόν Βάπτισμα ρίχνουν μέ μία δέσμη τριχῶν στό μέτωπο τοῦ βρέφους λίγες ρανίδες ὕδατος. «Ἐν τρισί γάρ καταδύσεσι καί ἰσαρίθμοις τοῖς ἐπικλήσεσι τό Μυστήριον τοῦ Βαπτίσματος τελειοῦται, ἵναι καί ὁ τοῦ θανάτου τύπος ἐξεικονισθῆ καί τῇ παραδόσει τῆς θεογνωσίας τάς ψυχάς φωτισθῶμεν οἱ βαπτιζόμενοι», μαρτυρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος. Ἐφ᾿ ὅσον λοιπόν σύμφωνα μέ τά παραπάνω οἱ Λατίνοι δέν μποροῦν νά τελειώσουν ὡς αἱρετικοί καί παραχαράκτες τό ἔν Βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ἀπώλεσαν τήν τελεταρχική Χάρη, ἔστω κι ἄν προφέρουν τίς τρεῖς ἐπικλήσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ἅγιος ἐφιστᾶ τήν προσοχή σ᾿ ἐκείνους πού δέχονται τό ράντισμα τῶν Λατίνων. ἔχουν καθῆκον νά στοχασθοῦν τί θά ἀποκριθοῦν στήν αὐθεντία τοῦ Ἀποστολικοῦ Κανόνος καί τῶν λοιπῶν Πατέρων πού διδάσκουν τά ἀντίθετα. Προβάλλουν λέγει οί δεφένσορες αὐτοί τοῦ Λατινικοῦ ψευδοβαπτίσματος τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας συνήθισε νά τούς δέχεται, κατά τήν ἐπιστροφή τους μέ ἅγιο Μῦρο. Καί αὐτό ἀκόμη ἄν γίνεται φανερώνει καθαρά ὅτι, συμβαίνει ἐπειδή εἶναι αἱρετικοί. Οὔτε μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία σήμερα νά μεταχειρισθῆ τήν Οἰκονομία τῆς Β΄ καί Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Διότι οἱ θεῖοι Πατέρες πού ἐφήρμοσαν τήν Οἰκονομία, παραμερίζοντας προσωρινά τούς Ἀποστολικούς κανόνας μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἐπιστροφῆς των ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ τούτου. Καί μέ τήν οἰκονομία αὐτή οἱ αἱρετικοί ἔγιναν ἡμερώτεροι καί ἐπέστρεψαν στήν εὐσέβεια καί σέ λίγους χρόνους ἤ τελείως ἐξέλιπον ἤ ἔμειναν πολύ λίγοι. Δέχεται ὁ ἅγιος ὅτι καλῶς οἱ πρό ἡμῶν Πατέρες οἰκονόμησαν καί ἀποδέχθηκαν μέ Θεῖο Μῦρο τούς Λατίνους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι ὁ Παπισμός τότε ἤκμαζε καί κατεῖχε ὅλες τίς δυνάμεις τῶν Βασιλείων τῆς Εὐρώπης, τό δέ δικό μας Βασίλειο ἔπνεε τά λοίσθια. Ἦταν τότε ἀνάγκη νά γίνη αὐτή ἡ οἰκονομία, γιά νά μή ἐξεγείρη ὁ πάπας τά λατινικά γένη ἐναντίον τῶν Ἀνατολικῶν, ὥστε νά αἰχμαλωτίζουν καί νά φονεύουν καί μύρια ἄλλα κακά καί δεινά νά πράττουν. Τώρα ὅμως πού ἡ λύσσα τοῦ παπισμοῦ δέν ἰσχύει καί ἡ Θεία Πρόνοια κατέβαλε τήν ἐπηρμένην ὀφρύ τῶν παπικῶν, τί χρειάζεται πλεόν ἡ οἰκονομία ; Ἡ οἰκονομία ἔχει μέτρα καί ὅρια, καί δέν εἶναι παντοτινή καί ἀόριστη. Τή στιγμή μάλιστα πού στόν παπισμό συνεχίζει νά ὑπάρχει ἀνυποχώρητη καί σατανική ἐπιμονή στήν αἵρεση. Ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἀναφέρει τά ἑξῆς : «Ὁ κατ᾿ οἰκονομίαν λοιπόν ποιῶν τι, οὐχ ὡς ἁπλῶς καλόν τοῦτο ποιεῖ, ἀλλ᾿ ὡς πρός καιρόν χρειῶδες». Εἶναι κακή οἰκονομία λέγει ὁ ἅγιος Νικόδημος αὐτή πού οὔτε τούς Λατίνους μποροῦμε νά ἐπιστρέψωμε, ἀλλά καί ἡμεῖς γινόμεθα παραβάται τῶν ἱερῶν κανόνων, δεχόμενοι τό ψευδοβάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. «Οἰκονομητέον γάρ ἔνθα μή παρανομητέον» λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος. ἕως ὅτου ἐφαρμοσθῆ ἡ οἰκονομία, πάντως οἱ Ἀνατολικοί ἐβάπτιζον τούς Δυτικούς καθώς μαρτυρεῖ ἡ ἐν Λατερανῷ τῆς Ρώμης τοπική Σύνοδος τοῦ 1215. Καί ὅτι δέν λειτουργοῦσαν σέ ναούς πού πρότερον ἐλειτούργησαν οἱ Λατίνοι, ἄν πρῶτα δέν ἔκαναν ἁγιασμό. Τῆς οἰκονομίας λοιπόν παρελθούσης, ἡ ἀκρίβεια καί ἡ τήρηση τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας παίρνουν τήν φυσική τους θέση. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΝ ΚΑΡΧΗΔΟΝΙ ΤΟΠΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΟΝΤΕΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΝΙΖΟΥΝ ΜΕΤ’ ΕΜΦΑΣΕΩΣ ΜΑΛΙΣΤΑ, ΟΤΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΑΠΤΙΖΩΝΤΑΙ ΕΞΑΠΑΝΤΟΣ Ἐδημοσιεύθη εἰς τό kirykos livejournal τήν Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010 (ΕΛΗΦΘΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ, ΤΟΜΟΣ Α, ΣΕΛ.185 - 190, ΕΚΔΟΣΙΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ) «.... Καικίλλιος Λιβεράριος εἶπεν: Ἓν βάπτισμα ἐν μόνη τῆ Ἐκκλησίᾳ οἶδα, καὶ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, οὐδαμοῦ. Ἔνθα γάρ ἐστι το ἓν βάπτισμα, ὄντως καὶ ἐλπὶς ἀληθείας ἐστὶ, καὶ πίστις. Οὕτω γὰρ γέγραπται, μία πίστις, ἓν βάπτισμα. Οὐ γὰρ τοῖς αἱρετικοῖς, παρ’ οἷς οὐδεμία πίστις καὶ ἐλπὶς, ὅπου πάντα ψευδῆ, ὅπου ἐξορκίζει δαιμονιζόμενος, μυστήριον ἐρωτᾷ, οὗ τὸ στόμα λοιμώδη καὶ ἰώδη φθέγγεται, πίστιν δὲ δίδωσιν ἄπιστος, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρέχει ἁμαρτωλὸς. Καὶ εἰς ὄνομα Χριστοῦ βαπτίζει Ἀντίχριστος, ὑπισχνεῖται ζωήν νεκρος, εἰρήνην δίδωσιν εἰρήνης ἀλλότριος, Θεὸν ἐπικαλεῖται βλάσφημος, ἱερατείᾳ κέχρηται ἀσεβὴς, θυσιαστήριον προτίθησιν ἱερόσυλος, Θεῴ θυσίαν προσφέρει ὁ διαβόλῳ ὑπηρέτης. Οἱ αὐτοῖς συνηγοροῦντες εἰπάτωσαν, ταῦτα πάντα ψευδῆ εἶναι περὶ τῶν αἱρετικῶν Ἰδοὺ τίσιν ἀναγκάζεται ἡ Ἐκκλησία συνευδοκεῖν, ἵνα χωρὶς βαπτίσματος καὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν τοιούτοις συγκοινωνήσῃ. Ὅθεν ἀδελφοὶ φεύγειν καὶ ἐκκλίνειν ὀφείλομεν καὶ χωρίζειν ἑαυτούς ἀπὸ τοιούτων πλημμελημάτων, καὶ ἓν βάπτισμα κατέχειν τὸ μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ δεδωρημένον. Πρίαμος ἀπὸ Μαστρίπης εἶπε: Δογματίζω πάντα ἄνθρωπον ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενον, δεῖν βαπτίζεσθαι, μάτην γὰρ αὐτὸν ἐκεῖ βεβαπτίσθαι, μὴ ὄντος, εἰμὴ ἑνός βαπτίσματος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μόνῃ, ἐπεὶ καὶ ὁ Θεὸς εἷς, καὶ βάπτισμα ἓν, καὶ Ἐκκλησία μία, ἐν ᾗ τὸ βάπτισμα καὶ ὁ ἁγιασμὸς καὶ ὃσα ἄλλα εἰς σωτηρίαν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον ἐπιτελεῖται. Τὰ γὰρ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας γινόμενα, εἰς οὐδὲν τούτων ἀφικνεῖται. Πολύκαρπος Ἀδραμέντου εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν βάπτισμα δοκιμάζοντες, τὸ ἡμέτερον ἀδόκιμον ποιοῦσι. Νουσάτος ἀπὸ Θαννουβασιλέως εἶπε: Πᾶσαι αἱ γραφαὶ μαρτυροῦσι περὶ ἑνὸς καὶ μόνου τοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίσματος σωτηρίου, ὀφείλομεν τὴν ἡμετέραν πίστιν ὁμολογῆσαι, ἳνα τοὺς αἱρετικούς καὶ σχισματικοὺς προσερχομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ μετὰ τὸ ψευδὲς ἐκείνων βάπτισμα τᾡ ἀληθεῖ βαπτίσομεν. Kαὶ διὰ τοῦτο ἐγώ τοὺς ἐκεῖθεν ἐλθόντας πάντας ἐβάπτισα, καὶ τοὺς ἀπὸ κλήρου αὐτῶν λαϊκοὺς ἔστησα. Νεμεσιανὸς ἀπὸ Θουβούνων εἶπε: Βάπτισμα ὃ δίδωσιν αἱρετικὸς καὶ σχισματικὸς μὴ εἶναι ἀληθές πᾶσαι αἱ γραφαὶ μαρτυροῦσιν, ἐπεὶ αὐτοὶ προεστῶτες αὐτῶν ψευδόχριστοι εἰσι καὶ ψευδοπροφήται. Ἰαννουάριος ἀπὸ Λαβῆς εἶπε: Κατὰ τὰ προστάγματα τῶν ἁγίων γραφῶν κρίνω δεῖν πάντας τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι, καὶ οὕτως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν προσδέχεσθαι. Λούκιος από Γαστρογαλβής εἶπεν: Ὁ Κύριος ἐν τῶ Εὐαγγελίῳ φησὶν, ὑμεῖς ἐστε τὸ ἃλας τῆς γῆς, ἐὰν δὲ τὸ ἃλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀλισθήσεται; Ὁπότε οὖν σαφές ἐστι τοὺς αἱρετικοὺς τουτέστιν ἐχθροὺς τοὺ Θεοὺ, μὴ δεῖν δύνασθαι ζωοποιῆσαι τινα πνευματικῇ ὁμολογίᾳ μωρανθέντας αὐτοὺς καὶ ἔξω ὄντας τῆς Ἐκκλησίας, ἁγίῳ βαπτίσματι βαπτίζειν αὐτοὺς ἐρχομένους ὀφείλομεν. Κρίσκης ἀπὸ Κρήτης εἶπε: Καὶ αὐτὸς τοὺς αιρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς, ὁπόταν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Καθολικὴν ἔλθωσι, μὴ πρότερον δεχθῆναι, πρὶν ἐξορκισθῶσι καὶ βαπτισθῶσι, χωρὶς ἐκείνων τῶν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθέντων καὶ ἀποστάντων. Οὗτοι γὰρ ὀφείλουσι μετανοήσαντες χειροθεσίας μόνης τυχεῖν. Νικομήδης ἀπὸ Σεργομέων εἶπεν: Ἡ ἐμὴ ἀπόφασις αὕτη ἐστίν, ἵνα οἱ αἱρετικοὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ προσερχόμενοι βαπτισθῶσιν. Ἐπεὶ μηδεμίαν ἔξω ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰλήφασιν ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν βαπτισθέντες. Σεκουνδιανός ἀπὸ Καρινδίας εἶπε: Ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει, ὁ μὴ ὢν μετ’ εμοῦ, κατ’ ἐμοῦ ἐστί. Καὶ Ἰωάννης ὁ ἀπόστολος τούς ἐξερχομένους τῆς Ἐκκλησίας Ἀντιχρίστους ὀνομάζει. Ἀδύνατον γάρ ἐστίν αὐτοὺς ὑπηρετῆσαι χάριτι Θεοῦ, καὶ σωτηρίῳ βαπτίσματι, καὶ διὰ τοῦτο κρίνω τοὺς τῇ Ἐκκλησίᾳ προσελθόντας βαπτισθῆναι παρ’ ἡμὼν. Φίληξ ἀπὸ Γαμετῶν εἶπεν: Ὡς τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγῶν ἅμα εἰς βόθρον ἐμπίπτουσιν, οὕτω καὶ αἱρετικὸς αἱρετικὸν βαπτίζων τῷ βαπτιζομένῳ συναποθνήσκει. Καὶ διὰ τοῦτο παρ’ ἡμῖν τὸν αἱρετικὸν βαπτισθῆναι δεῖ, ἵνα μὴ ἡμεῖς οἱ ζῶντες νεκροῖς κοινωνήσωμεν. Σουκέντιος ἀπὸ Ἀβιργεμανικιανῆς εἶπεν: Αἱρετικoῖς ἢ οὐδέν ἔξεστιν, ἢ πάντα. Εἰ δύνανται βαπτίσαι, δύνανται καὶ Πνεῦμα Ἅγιον δοῦναι. Ἐπεὶ δὲ μὴ ἔχουσιν, οὐδὲ πνευματικῶς βαπτίζουσι, καὶ διὰ τοῦτο κρίνω δεῖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Φουρτουνάτος ἀπὸ Θουκχαβὼρ εἶπεν: Οἱ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας ὄντες, καὶ ἐναντίοι τῷ Χριστῷ, ὡς τὰ πρόβατα, καὶ τὴν ἀγέλην αὐτοῦ σκορπίζοντες, βαπτίζειν ἔξω οὐ δύναται. Θήδατος ἀπὸ Θουρβών εἶπε: Πάσῃ δυνάμει ἀγωνιστέον, ἵνα μὴ ὁ τὴν τῶν αἱρετικῶν πλάνην ἀφεὶς, τὸ μόνον τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα διστάσῃ λαβεῖν, ᾧ τις μὴ βαπτισθεὶς, ἀλλοτριοῦται τὴς τῶν Οὐρανῶν Βασιλείας. Προβατιανός ἀπὸ Σοφετίης εἶπεν: Εἰ ἀπὸ Θεοῦ ἡ αἵρεσις ἐστιν, ἕξει αἱρετικὸς καὶ δωρεὰν Θεοῦ. Εἰ δὲ μὴ ἐστιν ἀπὸ Θεοῦ, πῶς δύναται αὐτὸς ἔχειν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλῳ διδόναι; Μονούαλος ἀπὸ Γέρβης εἶπε: Τοῦ Κυρίου λέγοντος, βαπτίσατε πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἴδαμεν σαφῶς τοὺς αἱρετικοὺς, μήτε Πατέρα ἔχειν, μήτε Υἱὸν, μήτε Πνεύμα Ἅγιον. Δεῖ οὖν ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν βαπτίζειν, ἵνα ἀναγεννηθῶσιν. Πολιτιανός ἀπὸ Μίλεως εἶπεν: Ὀρθόν ἐστί τὸν ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζεσθαι. Θεόγνιος ἀπὸ Ἰππόνος ῥηγίου εἶπεν: Ἀκολούθως τῷ μυστηρίῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴς Οὐρανίου Χάριτος, ἣν εἰλήφαμεν, βάπτισμα, ὅ ἐστιν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ, οἴδαμεν. Διατίους ὁ Σεάδης εἶπεν: Ημεῖς ὃ ἐφ’ ἡμῖν ἐστιν, αἱρετικοῖς οὐ κοινωνοῦμεν, ἐὰν μὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθῇ, καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λάβῃ. Προβάτος ἀπὸ Ζοφιστοῦ εἶπεν: Ὁ δοκιμάζων παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βάπτισμα εἶναι, τί ἄλλο, ἤ τοῖς αἱρετικοῖς κοινωνεῖ; Ὀρτισιανός ἀπὸ Λαβούρνης εἶπε: Καὶ ἡμεῖς ἕν βάπτισμα, ὅπερ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ οἵδαμεν, τοῦτο τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκδικοῦμεν. Κάσιος ἀπὸ Κομαζῶν εἶπε: Ἐπεὶ δύο βαπτίσματα εἶναι οὐ δύναται, ὁ συγχωρῶν τοῖς αἱρετικοῖς βάπτισμα, ἑαυτὸν τοῦ βαπτίσματος ἀποστερεῖ. Διὸ ἐπικυρῶ αἱρετικοὺς βαπτίζειν δεῖν, ὅταν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔρχωνται, χωρὶς τῶν τῆς Ἐκκλησίας τῶν πιστῶν χωρισθέντων, καὶ ἑαυτοὺς τῷ σκότει τῆς αἱρέσεως προδόντων, οὕς δεῖ ἐπανελθόντας, μόνῃ τῇ χειροθεσίᾳ προσλαβέσθαι. Ἰαννουάριος ἀπὸ Οὐβικοῦ εἶπεν: Εἰ μὴ συγκατατίθεται ἡ πλάνη τῆ ἀληθείᾳ, πολὺ μᾶλλον ἡ ἀλήθεια οὐ συγκατατίθεται τῇ πλάνῃ. Διὸ καὶ ἡμεῖς συνιστάμεθα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ καὶ προκαθεδράσθημεν, ἵνα τοὺς ἐν αὐτῇ μὴ βαπτισθέντας βαπτίσωμεν. Σεκουνδῖνος ὁ ἀπὸ Καλπῶν εἶπεν: Εἰ Χριστιανοί εἰσιν οἱ αἱρετικοὶ, διατὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ εἰσίν; Εἰ δὲ μὴ Χριστιανοί εἰσί, γινέσθωσαν. Δῆλον οὖν ἐπάνω υἱῶν ἀλλοτρίων καὶ σπορᾶς Ἀντιχρίστου, διὰ μόνης χειρεπιθεσίας, μὴ δύνασθαι Ἅγιον Πνεῦμα κατελθεῖν. Οὐικτερῖνος ἀπὸ Θαβάκων εἶπεν: Εἰ ἔξεστι τοῖς αἱρετικοῖς βαπτίσαι, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα δοῦναι καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, τί αὐτῶν καταψευδόμεθα, ἵνα αὐτοὺς αἱρετικοὺς ὀνομάσωμεν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Θύνης εἶπεν: Ὀφείλομεν διαβεβαιῶσαι ἵνα πάντες οἱ αἱρετικοί οἱ προσερχόμενοι τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθῶσιν, ὅπως ἡ ἔξω γενομένη διαστροφή ἐπανορθωθῇ καὶ ἁγιασθῇ. Κούϊντος ἀπὸ Οὐροὺκ εἶπεν: Εἰ οἱ παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βαπτιζόμενοι ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ αἰωνίου ζωῆς τυγχάνουσι, τί πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔρχονται; Εἰ δὲ εἰς μετάνοιαν ἔρχονται, ἐν ᾗ καὶ ζωοποιοῦνται βαπτίσματι, ὅπερ ἐν τῇ Καθολικῆ Ἐκκλησίᾳ ἐστὶ, βαπτισθῆναι καὶ ἁγιασθῆναι ὀφεῖλουσιν. Κάστος ἀπὸ Δίκης εἶπεν: Ὁ παραπεμπόμενος τὴν ἀλήθειαν, καὶ τῇ συνηθείᾳ ἑπόμενος, ἢ περὶ τοὺς ἀδελφοὺς φθονερός, οἷς ἡ ἀλήθεια ἀπεκαλύφθη. Ἤ πρὸς Θεὸν τόν ἀποκαλύψαντα ἀχάριστος. Εὐκράτιος ἀπὸ Θενῶν εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὀρθῷ καὶ καθολικῷ βαπτίσματι βαπτίζεσθαι δεῖ, ἵνα ἀπονιψάμενοι τὰς ἁμαρτίας ἁγιασθῶσιν. Λίβυσσος ἀπὸ Οὐργάσης εἶπεν: Ὁ Κύριός φησιν, Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια. Ὥστε ἀποκαλυφθείσης τῆς ἀληθείας παραχωρείτω ἡ συνήθεια, ἵνα, εἰ καὶ τὸ προτερόν τις ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοὺς αἱρετικοὺς μὴ ἐβάπτισε, νῦν βαπτίσῃ. Λευκῖνος ἀπὸ Θιουίστου εἶπε: Τοὺς γὰρ αἱρετικοὺς ὡς βλασφήμους καὶ ἀνουσίους, πλάνοις λόγοις τὰς Θείας Γραφὰς παραχαράσσοντας, ἀναθεματίζειν δεῖ, καὶ διὰ τοῦτο τοὺς τοιούτους ἐξορκίζειν καὶ βαπτίζειν ὀφείλομεν. Εὐγένιος Ἀμμεδάρων εἶπε: Κᾀγὼ τοῦτο κρίνω, δεῖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Μεκκόρας εἶπε: Καὶ αὐτός ἑπόμενος τῷ κανόνι τῶν Θείων Γραφῶν, τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς, βαπτίζεσθαι ἀποφαίνομαι. Ἰαννουάριος ἀπὸ Μουδούζης εἶπεν: Αἱρετικοὶ έχουσι βάπτισμα, ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν. Εἰ ἡμεῖς ἔχομεν, αἱρετικοὶ ἔχειν οὐ δύνανται. Ἀμφισβητήσιμον δὲ οὐκ ἔστι τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Καθολικὴν τῷ τοῦ Χριστοῦ βαπτίσματι κεχρῆσθαι, τὴν μόνην κεκτημένην χάριν καὶ ἀγάπην καὶ ἀλήθειαν τοῦ Χριστοῦ. Ἀδέλφιδος ἀπὸ Θασβέλθης εἶπε: Μάτην τινὲς τῇ ἀληθείᾳ πολεμοῦσι, λέγοντες ἡμᾶς ἀναβαπτίζειν. Ἡ γὰρ Ἐκκλησία τοὺς αἱρετικοὺς οὐκ ἀναβαπτίζει, ἀλλὰ βαπτίζει. Δημήτριος ἀπὸ πολεμόνου εἶπεν: Οἱ λέγοντες, ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ἀληθῶς καὶ νομίμως βαπτίζουσιν, οὗτοι οὐ μόνον δύο, ἀλλά καὶ πολλά βαπτίσματα εἰσάγουσιν. Ὁπότε γὰρ διάφοροι καὶ πολλαὶ αἱρέσεις εἰσὶ, κατὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, καὶ τὰ βαπτίσματα ἀριθμεῖται. Οὐικέντιος ἀπὸ Θιβάρης εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς οἴδαμεν χείρονας τῶν σχισματικῶν ἐὰν δέ μετανοήσαντες θελήσωσιν ἐλθεῖν εἰς κανόνα τῆς ἀληθείας, πρότερον ἐξορκίζειν, ἔπειτα βαπτίζειν αὐτοὺς δεῖ. Τότε γὰρ δύνανται τῆς Χριστοῦ ἐπαγγελίας τυχεῖν. Μάρκος ἀπὸ Μαθάρων εἶπε: Κρίνω ὡς μηδὲν ἔχοντας τοὺς αιρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Σάτιος ἀπὸ Σακιλιβύης εἶπεν: Εἰ τοῖς Αἱρετικοῖς ἐν τῷ βαπτίσματι αὐτῶν ἄφεσις ἁμαρτιῶν γίνεται, μάτην τῇ Ἐκκλησίᾳ προσέρχονται. Οὐδὲν γὰρ ἐστι τὸ δυνάμενον φοβῆσαι αὐτοὺς, ἐν τῇ κρίσει τοῦ Χριστοῦ, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰληφότας. Αὐρήλιος ἀπὸ Ἀττικῆς εἶπε: Λέγοντος τοῦ Ἀποστόλου ἀλλοτρίαις ἁμαρτίαις μὴ κοινωνεῖν, βαπτίζεσθαι τοὺς αἱρετικοὺς, ἵνα λάβωσι πρότερον ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ οὕτω αὐτοῖς κοινωνήσομεν. Ἰαμβὸς ἀπὸ Γερμανικείας εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν δοκιμάζοντες βάπτισμα, ἡμέτερον ἀποδοκιμάζουσιν. Λουκιανός ἀπὸ Ῥουκούμης εἶπεν: Εἰ δυνατὸν φῶς καὶ σκότος κοινωνεῖν, δύναται καὶ ἡμῖν καὶ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναί τι κοινόν. Κρίνω οὖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Πελάγιος ἀπὸ Λουπερκιανῆς εἶπεν: Εἰ αἵρεσις οὐκ ἔστιν ἐν Ἐκκλησίᾳ, πῶς δύναται παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι τὸ τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα; Ἰάδερ ἀπὸ Μηδείας εἶπε: Μία πίστις, ἕν βάπτισμα, ἀλλὰ τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἔξεστι βαπτίζειν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Μαρδιανῆς εἶπε: Τὰ αὐτά. Παῦλος ἀπὸ Σαβᾶς εἶπεν: Εἰ ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστι, πῶς ἔσται παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς ἀληθὲς βάπτισμα, παρ’ οἷς οὐκ ἔστι Θεός; Πομπώνιος ἀπὸ Διονυσιανῆς εἶπεν: Οἱ αἱρετικοὶ οὐ δύνανται βαπτίζειν, οὐδὲ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν δοῦναι, οἱ μὴ ἔχοντες ἐξουσίαν λῦσαί τι ἐπὶ τῆς γῆς ἢ δῆσαι. Οὐινάτος ἀπὸ Θηνίσης εἶπεν: Ὁ τὸ βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας τοῖς αἱρετικοῖς κοινῶν, τὴν νύμφην τοῦ Χριστοῦ μοιχοῖς παραδίδωσιν. Λυμμός ἀπὸ Ἀσιάγης εἶπεν: Ἡμεῖς ἕν βάπτισμα εἰλήφαμεν, καὶ τούτῳ ἐξακολουθοῦμεν. Ὁ δὲ λέγων, καὶ τοῖς αἱρετικοῖς ἔξεστι βαπτίζειν, δύο βαπτίσματα εἰσάγει. Σατορνῖλος ἀπὸ Ἰουκτοριανῆς εἶπεν: Εἰ ἔξεστι τοῖς αἱρετικοῖς βαπτίζειν ἀνέγκλητοί εἰσιν ἄνομα ποιοῦντες. Οὐδὲ εὑρήσεις διὰ τί αὐτοὺς ὁ Χριστὸς ἐναντίους, ἢ ὁ Ἀπόστολος Ἀντιχρίστους ὀνομάζει. Σατορνῖλος ἄλλος ἀπὸ Συκῆς εἶπε: Οἱ ἐθνικοὶ εἰ καὶ εἴδωλα σέβονται, ὅμως τὸν Θεὸν Πατέρα καὶ Κτίστην ἐπιγινώσκουσι καὶ ομολογοῦσι Δεσπότην. Εἰς τοῦτον Μαρκίων βλασφημεῖ, καὶ πῶς οὐκ αἰσχύνονται οἱ τὸ Μαρκίωνος βάπτισμα δοκιμάζοντες; Μάρκελλος ἀπὸ Ζάμης εἶπε: Ὁπότε ἄφεσις ἁμαρτιῶν οὐδαμοῦ, εἰ μὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ δίδοται, ὁ αἱρετικοὺς μὴ βαπτίζων, ἁμαρτωλῷ κοινωνεῖ. Εἰρηναῖος ἀπὸ Οὐλῶν εἶπεν: Εἰ διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία τὸν αιρετικὸν οὐ βαπτίζει, ὅτι ἤδη λέγεται βεβαπτίσθαι, προκρίνει ἡ αἵρεσις καὶ μείζων γίνεται. Δονάτος ἀπὸ Κιβαλινῆς εἶπεν: Ὁ λέγων παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς χάριν βαπτίσματος εἶναι, πρότερον ἀποδειξάτω ἐκεῖ Ἐκκλησίαν. Ζώσιμος ἀπὸ Θαραζοῦ εἶπεν: Ἀποκαλυφθείσης τῆς ἀληθείας, παραχωρείτω ἡ πλάνῃ τῇ ἀληθείᾳ. Ἰουλιανὸς ἀπὸ Φιλίππου εἶπε: Γέγραπται, οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν, ἐὰν μὴ ἦ δεδομένον αυτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, εἰ ἡ αἵρεσις ἐξ οὐρανοῦ ἐστι, δύναται καὶ οὐράνιον βάπτισμα δοῦναι. Φαῦστος ἀπὸ Θημίδης εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν πρὸς τὸ τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα ἐνιστάμενοι, ἐκείνους μὲν Χριστιανοὺς, ἡμᾶς δὲ αἱρετικοὺς ποιοῦσιν. Γεμίνος ἀπὸ Φόρμης εἶπε:Ὁ ἅπαξ ἐκρίναμεν, τοῦτο καὶ κατέχομεν, ἵνα τοὺς ἀπὸ αἱρέσεων ἐρχομένους βαπτίζωμεν. Ῥογατιανὸς ἀπὸ Οὔσης εἶπε: Τὴν Ἐκκλησία ὁ Χριστὸς ᾠκοδόμησε, τὴν αἵρεσιν ὁ διάβολος, πῶς οὖν δύναται ἔχειν βάπτισμα Χριστοῦ ἡ συναγωγὴ τοῦ διαβόλου; Θεράπιος ἀπὸ Βουλισμίου εἶπεν: Ὁ τοῖς αἱρετικοῖς τὸ βάπτισμα τὴς Ἐκκλησίας προδιδοὺς, τί ἄλλο ἢ τὴς νύμφης τοῦ Χριστοῦ προδότης γίνεται; Λούκιος ἀπὸ Μεμεράσης εἶπε: Γέγραπται, ὅτι ὁ Θεὸς ἁμαρτωλῶν οὐκ ἀκούει. Ὁ δὲ αἱρετικὸς ὢν ἁμαρτωλὸς, πῶς ἀκούεται ἐν τῷ βαπτίζειν; Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Οὐαγλακηνῆς εἶπεν: Ἐν τῷ προσδέχεσθαι τοὺς αἱρετικοὺς ἄνευ τοῦ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματος, μηδεὶς τὴν συνήθειαν λόγου καὶ τῆς ἀληθείας προκρινέτω. Ἄλλος Σατορνῖλος ἀπὸ Πλουτίμνης εἶπεν: Εἰ δύναται Ἀντίχριστος δοῦναι τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ, δύνανται καὶ οἱ αἱρετικοὶ βαπτίζειν, οἱ ονομασθέντες αντίχριστοι. Κουΐντος ἀπὸ Οὐγβᾶς εἶπεν: Ὁ Θεὸς εἷς ἐστι, καὶ Ἐκκλησία μία, καὶ ἕν βάπτισμα. Καὶ πῶς δύναταί τις βαπτισθῆναι ἐκεῖ, ὅπου οὔτε Θεὸς, οὔτε Χριστὸς, οὔτε Ἐκκλησία ἐστί; Ἰουλιανός ἀπὸ Μαρκελλιανῆς εἶπεν: Εἰ δύναται ἄνθρωπος δυσὶ κυρίοις δουλεύειν Θεῷ και μαμωνᾷ, δύναται καὶ τὸ βάπτισμα δυσὶν ὑπηρετεῖν. Τέναξ ἀπὸ Ὁρίων Κελλίων εἶπε: Βάπτισμα ἕν ἐστιν, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἧς τὸ βάπτισμα ἀληθές. Ἄλλος Οὐίκτωρ ἀπὸ Ἀσούρας εἶπεν: Ὁμοίως. Δουνατοῦλος ἀπὸ Κάμψης εἶπεν: Ἀεὶ τοῦτο ἐγὼ ἐφρὸνησα, ἵνα οἱ αἱρετικοὶ μηδὲν ἔξω λαβεῖν δυνάμενοι, ὅταν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔλθωσι, βαπτισθώσιν. Οὐήρουλος ἀπὸ Ῥουσιοκάδας εἶπεν: Ἄνθρωπος αἱρετικὸς οὐ δύναται δοῦναι ὃ μὴ ἔχει, πολὺ μᾶλλον σχισματικὸς, ὃπερ εἶχεν καὶ ἀπολέσας. Πουδευτιανὸς ἀπὸ Κουϊνκόλης εἶπεν: Ἐάν τις ἀπὸ αἱρέσεως ἔλθῃ βαπτισθῆναι αὐτὸν ὀρθῶς καὶ δικαίως κέκριτται. Πέτρος ἀπὸ Ἱππώνος Διαῤῥύτου εἶπεν: Ἐπεὶ ἔν βάπτισμά ἐστιν ἐν μόνη τῇ Ἐκκλησίᾳ, διὰ τοῦτο τοὺς ἀπὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν ἐλθόντας, ὡς μηδὲν ἐκεῖθεν εἰληφότας, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζεσθαι κρίνω. Ἄλλος Λούκιος ἀπὸ Αὐσάφης εἶπεν: Ἑνὸς ὄντος Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ μιᾶς ἐλπίδος, καὶ μιᾶς Ἐκκλησίας, τὰ παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς πραττόμενα λύεσθαι δεῖν φημι, καὶ τὺυς ἀπ’ αὐτῶν ἐρχομένους ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζειν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Τουριτῶν εἶπεν: Ἐγὼ κρίνω, ἵνα ἀκολούθως ταῖς Θείαις Γραφαῖς ἄνομοι παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βαπτισθέντες, ἄν πρὸς τὴν Ἐκκκλησίαν καταφύγωσι, τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι, ἔνθα πᾶσα ἐξουσία παρὰ τοῦ Θεοῦ δέδοται, βαπτισθώσιν. Πλουτιανὸς ἀπὸ Λαβάνης εἶπεν: Ἐγὼ πιστεύω βαπτίσματι σωτηρίαν μὴ εἶναι, εἰ μὴ ἐν μόνη τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ ὅταν ἔξω τῆς Ἐκκλησίας γένηται, πιθηκισμὸν εἶναι. Σαλουϊανὸς ἀπὸ Ζυφάλης εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς μηδὲν ἔχειν συνέστηκε, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς ἡμάς ἔρχονται, ἵνα λάβωσιν, ὃ μὴ ἔχουσιν. Ὀνωράτος ἀπὸ Λούγκης εἶπεν: Ὁπότε ὁ Χριστὸς ἀληθής ἐστι, μᾶλλον τῇ ἀληθείᾳ, ἢ τῇ συνηθείᾳ ἕπεσθαι ὀφείλομεν, ἵνα τοὺς αἱρετικοὺς, διὰ τοῦτο πρὸς ἡμᾶς ἐρχομένους, ὅτι ἔξω μηδὲν λαβεῖν ἠδυνήθησαν, τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι ἁγιάσωμεν. Οὐίκτωρ ἀπὸ Ὀκτύβου εἶπε: Τοῦτο καὶ αὐτὸς φρονῶ, ἵνα οἱ ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενοι, ἀδιστάκτως βαπτισθῶσι. Κλάριος ἀπὸ Μασκούλης εἶπε: Πρόδηλός ἐστιν ἡ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπόφασις ἀποστέλλοντος τοὺς ἑαυτοῦ Ἀποστόλους, καὶ αὐτοῖς μόνοις τὴν ἐξουσίαν ἐπιτρέποντος, οἷς ἡμεῖς ἐξακολοῦθούμεν, τῇ αὐτῶν ἐξουσίᾳ τὴν Ἐκκλησίαν Θεοῦ κυβερνῶντες, καὶ τοὺς πιστεύοντας βαπτίζοντες, καὶ διὰ τοῦτο οἱ αἱρετικοὶ, οἱ μήτε τὴν ἐξουσίαν ἔχοντες, μήτε τὴν Ἐκκλησίαν, οὐδὲ βαπτίζειν τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι δύνανται. Σεκουνδιανὸς ἀπὸ Θάμβης εἶπεν: Οὐδαμῶς ὀφείλομεν τοὺς αἱρετικοὺς τῇ ἡμετέρᾳ φιλονικείᾳ ἐνεδρεύειν, ἵνα οἱ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μὴ βαπτισθέντες, ὁπόταν ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως ἔλθῃ, ἡμᾶς αἰτιάσωνται, ὅτι δι’ ἡμᾶς οὐκ ἐβαπτίσθησαν, οὐδὲ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἔλαβον, διόπερ μιᾶς οὔσης τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἑνὸς βαπτίσματος, ὅταν πρὸς ἡμᾶς ἔλθωσι, μετὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ βαπτίσματος τυχεῖν ὀφείλουσιν. Αὐρήλιος ἀπὸ Χολλαβῆς εἶπεν: Ἰωάννης ὁ Ἀπόστολος ἐν ἐπιστολῇ αὐτοῦ ἔφη, εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς, καὶ τὴν διαδοχὴν τοῦ Θεοῦ οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε, ὁ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς λόγοις αὐτοῦ, καὶ τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πῶς οὖν οὗτοι εἰς δεχθῆναι εἰς οἰκίαν τοῦ Θεοῦ δύνανται, ἢ πῶς αὐτοῖς χωρὶς τοῦ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματος κοινωνῆσαι δυνάμεθα, εἰ μὴ τοῖς πονηροῖς αὐτῶν ἔργοις κοινωνοῦμεν; Βίκτωρ ἀπὸ Γεμέλλων εἶπε: Τυφλὸς τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται, ἐπεὶ οὖν σαφές ἐστι, μὴ δύνασθαι αἱρετικόν τινα φωτίσαι, ἅτε δὴ τυφλῶν αὐτῶν ὄντων, τῶν τοιούτων τὸ βάπτισμα οὐδέν ἐστι. Νατόλιος ἀπὸ Οἴας εἶπε: Κᾀγώ παρὼν καὶ Πομπήιος ἀπὸ Σαβράτων, καὶ Διογὰς ἀπὸ Λεπτιμάγνης, οἵπερ ἐνετείλαντό μοι σώματι μὲν ἀπόντες, τῷ δὲ πνεύματι παρόντες κρίνομεν, ὅπερ καὶ πολλοὶ συνεπίσκοποι ἡμῶν, τοὺς αἱρετικοὺς κοινωνεῖν ἡμῖν μὴ δύνασθαι, ἐὰν μὴ παρ΄ἡμῶν βαπτισθῶσιν. Ἰούνιος ἀπὸ Νεαπόλεως εἶπεν: Ἀπ’ ἐκείνου οὗ ἅπαξ ἐκρίναμεν, οὐ χωρίζομαι, ἵνα τοὺς αἱρετικοὺς τοὺς ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν βαπτίζωμεν. Κυπριανὸς ἀπὸ Καρχηδόνος εἶπε: Τὴν ἐμὴν ἀπόφασιν ὁλόκληρος δείκνυσιν ἐπιστολή πρὸς Ἰοβιανὸν συνεπίσκοπον ἡμῶν γραφεῖσα, τοὺς αἱρετικοὺς κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴν καὶ Ἀποστολικὴν μαρτυρίαν ἐναντίους τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἀντιχρίστους ὀνομασθέντας, ὁπόταν τῇ Ἐκκλησίᾳ προσέλθωσι, τῷ ἑνὶ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι, βαπτίζεσθαι δεῖν, ἵνα δυνηθῶσι γενέσθαι ἀντὶ ἐχθρῶν φίλοι, καὶ ἐξ Ἀντιχρίστων Χριστιανοί.

ΠΟΙΑ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ" ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΟΥΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ.

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013 Ποιά εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴ στάση τοῦ πιστοῦ ἀπέναντι σὲ ἐκείνους τοὺς «ὀρθόδοξους» Ἐπισκόπους, ποὺ συνειδητὰ ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς; Ο Αρχιαιρεσιαρχης της Ανατολης Βαρθολομαιος, συλλειτουργησε δυο φορες με τον Αρχιαιρεσιαρχη της Δυσεως παπα Βενεδικτο. Η συλλειτουργια ηταν ολοκληρωμενη, εκτος απο την κοινωνια τους απο το ιδιο "αγιο ποτηριο". του Θεολογου κ. Παναγ. ΣΗΜΑΤΗ Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, μιλοῦν περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ ἐκείνους ποὺ διδάσκουν ἀντίθετα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε αὐτοὶ καταδικάστηκαν ἀπὸ Σύνοδο, εἴτε ὄχι. Ὁμιλοῦν, δηλαδή περὶ τῆς ἀκοινωνησίας τῶν αἱρετικῶν καὶ ἡ διδασκαλία τους αὐτὴ ἔχει περιληφθεῖ στὰ Πατερικὰ κείμενα, στὶς Δογματικοὺς Ὅρους καὶ τοὺς Ἱ. Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Ἐξ ὅλων αὐτῶν μνημονεύω: 1) Τὸν Β΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἁγίας Συνόδου (341), ὅστις διαγορεύει: «Μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δέ φανείη τις τῶν Ἐπισκόπων ... τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι ὡς ἂν συγχέοντα τὸν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας» (Πηδάλιον, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1993, σελ. 176). 2). 2) Τὴν Σύνοδο τοῦ 1351: «Τοὺς κοινωνοῦντας τούτοις [τοῖς παπικοῖς] ἐν γνώσει ἀκοινωνήτους ἔχομεν». 3) Τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ποὺ λέγει: «Ἐχθροὺς γὰρ τοῦ Θεοῦ, οὐ μόνον τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῆ φωνῇ ἀπεφήνατο» (P.G. 99. 1049 Α). Καί ἀλλοῦ λέγει: «Ἄλλοι μὲν ἐναυάγησαν περὶ τὴν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δὲν ἀσπάσθηκαν τὴν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέσθησαν ὅμως μὲ τοὺς λοιποὺς λόγῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν» (P.G. 99, 1164A). 4) Τὸν ἅγιο Μᾶρκο Εὐγενικό, ποὺ γράφει: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (P.G. 160. 105 C). Καί ἀλλοῦ: «Φεύγετε καὶ ὑμεῖς ἀδελφοί, τὴν πρὸς τοὺς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καὶ τὸ μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἰδοὺ ἐγώ, Μᾶρκος ὁ ἁμαρτωλὸς λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ Πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχος ἔστι ...καὶ ὁ λατινοφρονῶν μετὰ τῶν Λατίνων κριθήσεται καὶ ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (P.G. 160, 1097 D, 1100 Α). 5) Οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες, τό 1272, γράφουν: «Καὶ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχὴ καὶ οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα ..., ὅτι μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία, ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (V. LAURENT - J. DARROUZES, DOSSIER GREC. DE L’ UNION DE LYON [1273-1277] Παρίσι 1976, σ. 399). 6) Ὁ Μ. Ἀθανάσιος προτρέπει τοὺς Ὀρθόδοξους Ἐπισκόπους, ὄχι ἁπλῶς νὰ μὴ ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ οὔτε τὶς ἐπιστολὲς ποὺ τοὺς στέλουν νὰ δέχονται. Καὶ τί νὰ τὶς κάνουν; Νὰ τὶς σχίζετε τοὺς συμβουλεύει καὶ νὰ περιφρονεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς τὶς μεταφέρουν «ὡς ἀσεβεῖς καὶ πονηρίας ὄντας διακόνους». Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τὰ εἰρηνικὰ γράμματα ποὺ σᾶς στέλνουν οἱ αἱρετικοί, οὔτε αὐτὰ νὰ δέχεσθε»: «Παρακαλῶ, μὴ παρίδητε τὰ τηλικαῦτα μηδὲ ἐπιτρέψητε τὴν περιβόητον Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίαν ὑπὸ αἱρετικῶν καταπατηθῆναι. διὰ ταῦτα γὰρ εἰκότως καὶ οἱ λαοὶ καὶ οἱ λειτουργοὶ καθ' ἑαυτούς εἰσι, διὰ μὲν τὰς τοῦ ἐπάρχου βίας σιωπῶντες, τὴν δὲ ἀσέβειαν τῶν Ἀρειομανιτῶν ἐκτρεπόμενοι. ἐὰν τοίνυν γράφῃ πρὸς ὑμᾶς Γρηγόριος ἢ ἄλλος τις περὶ αὐτοῦ, μὴ δέξησθε, ἀδελφοί, τὰ γράμματα αὐτοῦ, ἀλλὰ σχίσατε καὶ δυσωπήσατε τοὺς κομίζοντας ὡς ἀσεβεῖς καὶ πονηρίας ὄντας διακόνους. ἐὰν δὲ καὶ τύπον εἰρηνικὸν τολμήσῃ γράφειν, μηδὲ ταῦτα δέχεσθε· τῷ γὰρ φόβῳ τοῦ ἡγεμόνος οἱ δεχόμενοι κομίζουσι διὰ τὰς πολλὰς αὐτοῦ βίας» (Μ. Ἀθανασίου, Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις “Γρ. ὁ Παλαμᾶς”, τόμ. 9, σελ. 210). Πῶς ἀντιμετωπίζουν αὐτὴν τὴν διαχρονικὴ Ὀρθόδοξη Παρακαταθήκη οἱ Ἐπίσκοποί μας; Οἱ μέν, δὲν ἀντέχουν νὰ τὴν ἐφαρμόσουν. Οἱ ἄλλοι δέ, τὴν παραθεωροῦν καὶ πρακτικὰ τὴν διαγράφουν. Ἀσφαλῶς, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, ὁ Δημητριάδος Ἰγνάτιος, ὁ Σύρου Δωρόθεος, ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος κ.ἄ., θὰ θεωροῦν τὸν Μ. Ἀθανάσιο, ποὺ συμβουλεύει νὰ σχίζουμε τὶς ἐπιστολὲς ποὺ μᾶς στέλνουν οἱ αἱρετικοί, ὡς ἀγενέστατο καὶ φονταμενταλιστή, ἀφοῦ τέτοια μεταχείριση ἐπιφυλάσσει στοὺς ἀμετανόητους καὶ ὕπουλους αἱρετικούς. Ἀλλὰ δὲν τολμοῦν νὰ ἐκφραστοῦν ἔτσι γιὰ τὸν Μέγα αὐτὸν θεολόγο καὶ Ἅγιο, γι’ αὐτὸ ψελίζουν γελοῖες δικαιολογίες περὶ διακρίσεως, ἢ ὅτι σήμερα ἄλλαξαν οἱ καιροί καὶ τὰ τοιαῦτα. Θὰ ἀναφέρω ἕνα-δυὸ ἀπὸ τὰ πολλὰ παραδείγματα τῆς στάσεως τῶν Ἁγίων μας ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς τους. Τὸ ἕνα εἶναι ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ Νεστοριανισμοῦ. Ὅταν ἔγιναν γνωστὲς οἱ δογματικὲς παρεκλίσεις τοῦ Νεστορίου περὶ τῆς Θεοτόκου, ἐναντιώθηκαν σ’ αὐτὲς πολλοὶ μοναχοὶ ἀλλὰ καὶ πιστοὶ τῆς Κων/πόλεως, ἀσφαλῶς πρὶν χαρακτηρισθεῖ ἀπὸ Σύνοδο ὡς αἱρετικὸς ὁ Νεστόριος καὶ πρὶν καταδικασθεῖ. Γιὰ τὴν αἵρεση ἐνδιαφέρθηκε καὶ ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Κύριλλος, ὁ ὁποῖος ἀμέσως διέγνωσε τὴν κακοδοξία τῆς διδασκαλίας του. Τὴν πρώτη ἔντονη ἀντίδραση καὶ ἐπέμβαση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου προκάλεσε ἡ πληροφορία ὅτι τὴν αἵρεση δίδασκαν ὄχι ὁ ἴδιος ὁ Νεστόριος (ἐπίσημα), ἀλλ’ οἱ σύμμαχοί του στὴν αἵρεση, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδέχοντο τὴν μητέρα τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοτόκο. Ὁ ἅγιος Κύριλλος, κατ’ ἀρχὰς τὸν ἐλέγχει, γιατί ὁ Νεστόριος δὲν ἀντέδρασε στὴν λεκτικὴ διατύπωση τῆς αἱρετικῆς αὐτῆς δοξασίας, ἀλλὰ σιώπησε (π.χ. δὲν ἀντέδρασε κατὰ τοῦ Ἀναστασίου ποὺ τὴν κήρυξε, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ Δωροθέου, ἀλλὰ κοινώνησε μαζί του). Γράφει: «Ὅπως ἐφωράθη Νεστόριος δι̉ Ἀναστασίου τοῦ μαθητοῦ διδάσκοντος μὴ θεοτόκον ἀλλὰ χριστοτόκον τὴν ἁγίαν καλῶν θεομήτορα͵ δι᾿ ἣν αἰτίαν καὶ αἱρετικὸς ὡμολόγηται. - ὅτε καὶ Θεοδώρῳ κατὰ τὴν Μοψουεστίαν συντυχὼν ὁ Νεστόριος τῆς εὐσεβείας παρετράπη τῶν ἐκείνου διδαγμάτων ἀκροασάμενος, ὡς Θεοδούλῳ περὶ τούτων ἐπιστολικῶς γέγραπται, τὰς διαλέξεις τῷ φιλοχρίστῳ λεῲ ποιούμενος ἀνὰ τὴν ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως ἀναφανδὸν ἐτόλμησεν εἰπεῖν· Θεοτόκον τὴν Μαρίαν καλείτω μηδείς. Μαρία γὰρ ἄνθρωπος ἦν· ὑπὸ ἀνθρώπου δὲ θεὸν τεχθῆναι ἀδύνατον», βλ. Νικηφόρου Καλλίστου τοῦ Ξανθοπούλου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, XIV, ΛΒ, PG 146, 1160-116. (Περισσότερα στὸ ἄρθρο τῆς Ἀρτέμη Εἰρήνης, ὑπ. διδάκτορος Θεολογίας «Σκάνδαλον Οἰκουμενικόν». Τὰ κείμενα στὴν P.G. 77, 41B ἑξ.). Ὁ Ἅγιος Κύριλλος, λοιπόν, ἀμέσως ἀντέδρασε στὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τοῦ Νεστορίου, χωρὶς νὰ περιμένει τὴν σύγκληση καὶ καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ ἀπὸ Σύνοδο. (Ὡς γνωστὸν ὁ Νεστόριος κατεδικάσθη ἀργότερα ἀπὸ τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο). Κατεδίκασε τὴν αἵρεση καὶ ἐπαίνεσε τοὺς ἱερεῖς, τοὺς μοναχοὺς καὶ τὸ λαὸ ποὺ διέκοψαν τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν θεσμικὰ κανονικὸ καὶ «ὀρθόδοξο» Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο. Στὴ συνέχεια ἀντάλλαξε ἐπιστολὲς μὲ τὸν Νεστόριο, κινητοποίησε τὸν Πάπα Ρώμης Κελεστῖνο, καὶ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου –ἀστραπιαῖα, θά λέγαμε γιὰ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ ταχύτητα ἐπικοινωνία μεταξύ τους εἶχε τὴν μορφὴ χελώνας– συνεκάλεσαν Σύνοδο, στὴν ὁποία κατεδίκασαν τὸν ὑπόδικο Νεστόριο. Ὁ Νεστόριος, ὡς ἐξουσίαν ἔχων, μόλις ἄρχισε νὰ στερεώνει τὴν κακοδοξία του καὶ νὰ ἐπιμένει σ’ αὐτὴ –ὅπως τώρα ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος– καθήρεσε τοὺς κληρικοὺς ποὺ ἀντέδρασαν καὶ διέκοψαν τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Νεστόριο. Ὅταν, βέβαια, συνεκλήθη ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καθήρεσε μὲν τὸν Νεστόριο, αὐτοὺς δὲ τοὺς κληρικοὺς τοὺς ἐδικαίωσε καὶ τοὺς ἐπανέφερε στὴ θέση τους, ὅπως διαβάζουμε στὸν τρίτο Κανόνα τῆς Συνόδου. Ἔκανε δηλαδή προδρομικὰ ἡ Σύνοδος, ὅ,τι προβλέπει ὁ μετὰ ἀπὸ αἰὦνες θεσπισθείς, ΙΕ΄ Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Ἀναφέρει ὁ γ΄ κανόνας τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς τά ἑξῆς (ὅπως τὸν ἑρμηνεύει ὁ ἁγ. Νικόδημος: «Ἐπειδὴ Πατριάρχης ὢν ὁ Νεστόριος, ἀφώρισε, καὶ ἐκάθηρε τοὺς κληρικοὺς ἐκείνους ὁποῦ δὲν ἦσαν σύμφρονες μὲ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ οἱ ὁμόφρονες τούτῳ Ἐπίσκοποι ἐν ἄλλαις χώραις τὸ αὐτὸ ἔκαμαν· διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν ἔκρινε δίκαιον νὰ ἀπαλάβωσιν οἱ καθαιρεθέντες οὗτοι τὸν ἐδικὸν τους βαθμόν. Καὶ καθολικῶς εἰπεῖν, ἐπρόσταξε κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ᾖναι ὑποκείμενοι εἰς τοὺς ἀποστατήσαντας Ἐπισκόπους οἱ κληρικοὶ ἐκεῖνοι, ὁποῦ εἶναι ὁμόφρονες μὲ τὴν ὀρθόδοξον, καὶ οἰκουμενικὴν Σύνοδον ταύτην» (Ἀρτέμη Εἰρήνης, στὸ ἴδιο). Εἶναι σαφές, ὅτι ἡ ἱστορία τῆς διατυπώσεως, ἐπεκτάσεως καὶ διαδόσεως μιᾶς αἱρέσεως ἐπαναλαμβάνεται σήμερα ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές, καὶ κυρίως ἀπὸ τὸ δίδυμο πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη. Εἶναι φανερὲς οἱ ὁμοιότητες. Ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ πατριάρχη καὶ μὲ σύμφωνη γνώμη του, ὁ μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας διδάσκει τὶς αἱρετικὲς δοξασίες περὶ «βαπτισματικῆς θεολογίας», περὶ «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», περὶ «διηρημένης Ἐκκλησίας», περὶ «δύο πνευμόνων». Στὴν προσπάθεια τους αὐτή, νὰ ἐπικαλύψουν τὸ «Πρωτεῖο» μὲ ὀρθόδοξο θεολογικὸ μανδύα, βοηθοῦνται καὶ ἀπὸ ἄλλους μητροπολίτες, ὅπως ὁ Μεσσηνίας, ὁ Δημητριάδος, καὶ εἰδικὰ γιὰ τὸ Πρωτεῖο, ἀπὸ τὸν νῦν ἐπίσκοπο Προύσσης, ποὺ διεκήρυξε ὅτι «ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως πρωτείου... συνιστᾷ αἵρεση»! Εἶπε: «Ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως πρωτείου τινός στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἑνὸς πρωτείου τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ἐνσαρκώσει παρὰ κάποιος Πρῶτος –τοὐτέστι κάποιος Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ προνόμιο νὰ εἶναι ὁ πρῶτος μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν του Ἐπισκόπων– συνιστᾷ αἵρεση»!!! http://www.theodromia.gr/92BD47EB.el.aspx. Γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς κακοδοξίες ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶναι ὁ κυρίως ὑπέυθυνος, γιατὶ ἢ τὶς ὑποβάλλει, ἢ τὶς καλύπτει, ἢ τὶς διακηρύσσει καὶ ὁ ἴδιος, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε καὶ ὁ αἱρετικὸς προκάτοχός του, Πατριάρχης Κων/πόλεως Νεστόριος. Ὁ ἅγιος Κύριλλος τότε, «μέ ἔμμεσο τρόπο ρωτάει τό Νεστόριο “Πῶς οὖν ἔνι σιωπῆσαι, πίστεως ἀδικουμένης, καὶ τοσούτων διεστραμμένων;”. Συνεχίζοντας ὁ Κύριλλος ...τόν προτρέπει νά χαρακτηρίσει τήν ἁγία Παρθένο Θεοτόκο, γιά νά σταματήσει ἡ ταραχή πού προκλήθηκε ἀπό τή ἀπόρριψη τοῦ ὅρου Θεοτόκος γιά τήν Παναγία, μέσα στούς κόλπους ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή νά πάψει τό “σκάνδαλον οἰκουμενικόν”» (Ἀρτέμη Εἰρήνης, στὸ ἴδιο). Καὶ σήμερα, αὐτὲς οἱ κακόδοξες θεωρίες ἔχουν ἐπισημανθεῖ καὶ καταγγελθεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπὸ Ὀρθόδοξους Ἐπισκόπους, θεολόγους καὶ πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἐλεγχουν τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, τὸν Περγάμου Ἰωάννη καὶ τοὺς ὁμοίους των, αὐτοὶ ὅμως «οὐκ ἠβουλήθησαν συνιέναι». Αὐτὴ τους ἡ ἄρνηση, ὅμως, δηλώνει ὅτι ἐμμένουν στὶς Οἰκουμενιστικές τους παναιρετικὲς θέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες σαφῶς καταλύονται βασικὰ σημεῖα Πίστεώς μας, ὅπως τὸ ἔνατο (9ο) ἄρθρο τοῦ «Συμβόλου τῆς Πίστεως», διὰ τοῦ ὁποίου Πανορθοδόξως ὁμολογοῦμε τὴν Πίστη μας «εἰς Μίαν» Ἐκκλησίαν», καὶ ὄχι σὲ διηρημένες ἐκκλησίες, οὔτε σὲ «ἀδελφὲς ἐκκλησίες» καὶ ἄλλες ἀνώμαλες καὶ ἀφύσικες καταστάσεις, σὰν αὐτὲς ποὺ βιώνουν καὶ ἐμπράκτως διδάσκουν οἱ ὁμοφυλόφιλοι Ἀγγλικανοὶ «ἐπίσκοποι». Πολλάκις ὁ Πατριάρχης προτρέπεται, παρακαλεῖται, ἐλέγχεται αὐστηρὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὶς αἱρετικές του θέσεις, χωρὶς αὐτὸς νὰ τὸ κάνει, ἀντίθετα, μέρα μὲ τὴ μέρα τὶς ἐνισχύει, τὶς ἐπεκτείνει ἔμπρακτα καὶ τὶς ἐπιβάλλει, ἐφ’ ὅσον οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες καὶ πιστοὶ τὸν ἀνέχονται καὶ δὲν διακόπτουν τὴν μετ’ αὐτοῦ ἐπικοινωνία, ἐγκληματοῦντες ἔτσι κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Τότε, «ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Νεστορίου ἐχαρακτηρίζετο ὡς “σκάνδαλον οἰκουμενικόν”, γιατὶ δὲν ἀφοροῦσε μόνο στὶς σχέσεις τῶν Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως-Ἀλεξανδρείας, ἀλλὰ ἦταν ἕνα θέμα δογματικὸ ποὺ εἶχε νὰ κάνει μὲ τὴ διδασκαλία ὁλόκληρης τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» (Ἀρτέμη Εἰρ., στὸ ἴδιο). Ὑπῆρχε δηλαδὴ παρέμβαση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου σὲ ἄλλη Ἐκκλησία, ἐνέργεια ποὺ «ξορκίζουν» οἱ (καταπατητὲς μυρίων Ἱ. Κανόνων) σύγχρονοι Οἰκουμενιστές, γιατὶ τὴν ἐκλαμβάνουν ὡς «εἰσπήδηση» σὲ ἁρμοδιότητες ἄλλης Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ ἁμαρτία τῆς ἐπιλεκτικῆς «λήθης» ἔχει ἐγκατασταθεῖ στὶς καρδιές τους. Ἄλλο ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὸν Μ. Βασίλειο. Πρὶν συγκληθεῖ ἡ Β΄ Οἰκ. Σύνοδος ποὺ κατεδίκασε τὴν αἵρεσι τῶν Πνευματομάχων, ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποκαλοῦσε τοὺς Πνευματομάχους αἱρετικούς, γιατὶ ἐδίδασκαν ὅτι τό Ἅγ. Πνεῦμα δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ κτίσμα, ὅπως δηλαδὴ οἱ Ἀρειανοὶ ἐδίδασκαν γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος πολέμησε τὶς κακόδοξες θέσεις τους διὰ τῶν συγγραμμάτων του, δὲν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικὰ μαζί τους καὶ προέτρεπε τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ἀπομακρύνονται κι αὐτοὶ καὶ νὰ ἀναθεματίζουν τοὺς Πνευματομάχους: ««ἀναθεματίζεσθαι τοὺς λέγοντας τῆς κτιστῆς εἶναι καὶ δουλικῆς φύσεως τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐσίγησαν. Οὐδὲν γὰρ ὅλως τῆς θείας καὶ μακαρίας Τριάδος κτιστόν» (ΕΠΕ 1,340)». Σὲ ἐπιστολή του ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα πεπιστεύκατε· μὴ προδῶτε ταύτην τὴν παρακαταθήκην» (ΕΠΕ 2,372). Ἂν ἦταν ὁ Μ. Βασίλειος στὴ θέση τῶν σημερινῶν Ἐπισκόπων καὶ τῶν διακριτικῶν γερόντων θὰ σιωποῦσε ἢ θὰ ἀναλάμβανε ἀγῶνα ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν; Ἀσφαλῶς τὸ δεύτερο καὶ θὰ ἔγραφε κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τοὺς πιστοὺς τὰ ἐξῆς: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν Ἐκκλησίαν πεπιστεύκατε καὶ εἰς ἓν βάπτισμα ἐβαπτίσθητε· μὴ προδῶτε ταύτην τὴν παρακαταθήκην», ἀκολουθώντας αἱρετικοὺς Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους. Σὲ ἐπιστολή του ἐπίσης «Τοῖς ἐν Ταρσῷ Πρεσβυτέροις» ὁ ἅγιος διδάσκει στοὺς Πρεσβυτέρους νὰ μὴν δέχωνται εἰς ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τοὺς διδάσκοντες διαφορετικὰ ἀπὸ ὅ,τι ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐδογμάτισε. Μάλιστα ὁ ἅγιος λέγει ὅτι προκειμένου νὰ ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικὰ μὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνωρίζουν ἂν ὀρθοδοξοῦν, νὰ ἐξετάζουν ἂν συμφωνοῦν μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου καὶ ἂν ὁμολογοῦν ὅτι δὲν εἶναι κτίσμα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἄν δέ, δὲν ὁμολογήσουν καί τά δύο αὐτά νά μήν ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αὐτούς: «Ἐπεὶ οὖν πολλὰ στόματα ἤνοικται κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου καὶ πολλαὶ γλῶσσαι ἠκόνηνται εἰς τὴν κατ' αὐτοῦ βλασφημίαν, ἀξιοῦμεν ὑμᾶς, ὅσον ἐστὶν ἐφ' ὑμῖν, εἰς ὀλίγον ἀριθμὸν περιστῆσαι τοὺς βλασφημοῦντας καὶ τοὺς μὴ λέγοντας κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δέχεσθαι εἰς κοινωνίαν, ἵνα μόνοι καταλειφθῶσιν οἱ βλάσφημοι καὶ ἢ καταισχυνθέντες ἐπανέλθωσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἢ ἐπιμένοντες τῇ ἁμαρτίᾳ ἀναξιόπιστοι ὦσι διὰ τὴν ὀλιγότητα. Μηδὲν τοίνυν πλέον ἐπιζητῶμεν, ἀλλὰ προτεινώμεθα τοῖς βουλομένοις ἡμῖν συνάπτεσθαι ἀδελφοῖς τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν, κἂν ἐκείνῃ συνθῶνται, ἐπερωτῶμεν καὶ τὸ μὴ δεῖν λέγεσθαι κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μηδὲ κοινωνικοὺς αὐτῶν εἶναι τοὺς λέγοντας. Πέρα δὲ τούτων ἀξιῶ μηδὲν ἐπιζητεῖσθαι παρ' ἡμῶν» (ΕΠΕ 3,252)». Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη στάση τοῦ ὀρθόδοξου πιστοῦ, ἀπέναντι σὲ κάθε αἵρεση, περισσότερο δὲ στὴν κατεγνωσμένη αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Παρακαλοῦμε, λοιπόν, καὶ προκαλοῦμε τοὺς ὀρθοδόξους ποιμένες νὰ πράξουν καθηκόντως, ὡς πνευματικοὶ Πατέρες ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν σωτηρία καὶ ἑνὸς πλανηθέντος προβάτου νὰ κάνουν τὸ αὐτονόητο: ἢ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὅλα ὅσα ἔχουν πεῖ οἱ «ὀρθόδοξοι» αὐτοὶ Οἰκουμενιστὲς δὲν ἀποτελοῦν αἱρετικὲς θέσεις, καὶ ἄρα καλῶς κάνουν καὶ τοὺς ἀποδέχονται ὡς Ὀρθόδοξους, ἤ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἂν δηλαδὴ οἱ παραπάνω καταγγελόμενοι Ἐπίσκοποι διδάσκουν αἱρετικά, νὰ μᾶς ἐξηγήσουν, γιατί δὲν μιμοῦνται τοὺς Ἁγίους; Γιατί δὲν τοὺς καταγγέλλουν καὶ κατονομάζουν ὡς αἱρετικὰ διδάσκοντας, ὥστε νὰ προφυλαχθεῖ ἡ ποίμνη τοῦ Χριστοῦ ποὺ πέφτει θύμα τῶν αἱρετικῶν «λύκων λυμαινομένων αὐτήν»; Γιατί κοινωνοῦν μὲ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ἀκοινώνητοι, τοὺς συγχρόνους ψευδοποιμένες καὶ λυκοποιμένες; Ἰδιαίτερα παρακαλοῦμε, ὅσους ἔχουν χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀντι-οἰκουμενιστές. Αὐτοὶ γνωρίζουν θεωρητικὰ τὰ πράγματα καλύτερα ἀπὸ μᾶς. Ἀλλὰ δὲν πράττουν τὰ δέοντα. Δὲν εἶναι παράδοξο καὶ ἀπογοητευτικὸ νὰ μᾶς διδάσκουν χρόνια τώρα καὶ νὰ καταγγέλλουν, αὐτοὶ οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό, χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸν Νεστοριανισμό; Νὰ διδάσκουν πὼς ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι μόνο αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεση, ἡ ὁποία μάλιστα ἐξελίσσεται σὲ Πανθρησκεία, καὶ ἐνῶ διδάσκουν αὐτὰ νὰ παραμένουν κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη αὐτῶν τῶν αἱρετικῶν; Αναρτήθηκε από ΟΔΥΣΣΕΑΣ στις 6:40 π.μ.

Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΠΡΕΣΒΥΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΑΣΣΑΝΔΡΕΙΑΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ)

Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΠΡΕΣΒΥΓΕΝΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΑΣΣΑΝΔΡΕΙΑΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ 1929) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΣ (kirykos) έγραψε, 2011-10-24 13:51:00 Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΠΡΕΣΒΥΓΕΝΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΠΡΕΣΒΥΓΕΝΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ από τον ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ, Δευτέρα, 24 Οκτώβριος 2011 στις 9:46 μ.μ. Ιδού τι έγραφεν ο Κασσανδρείας Ειρηναίος εν έτει 1929: « Ενταύθα του λόγου γενόμενος ιερόν θεωρώ καθήκον απέναντι της Πρεσβυγενούς Ορθοδόξου Μητρός ημών Εκκλησίας και ενώπιον της Ιεράς ταύτης και Σεβασμίας Ομηγύρεως να χαρακτηρίσω ως παράτολμον και αντικανονικήν πράξιν και παίγνιον εν ου παικτοίς την αλλαγήν ή συμπλήρωσιν, ή διόρθωσιν, ή οπωσδήποτε και αν αποκαλώσι ταύτην του Ιουλιανού Ημερολογίου, όπερ συνυφασμένον μεθ’ όλου του βίου της Αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας, συνδεόμενον προς όλας τας επί τω κρείττω ή τα χείρω μετατροπάς των τυχών αυτής συνδεδεμένον μετά των γενεθλίων των Μεγάλων της Εκκλησίας ημών μαρτύρων και εν γένει μεθ’ όλου του Εορτολογίου της Αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελεί το ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν αυτής γνώρισμα, περιφρουρεί ως άλλος Άγγελος φύλαξ την πίστιν, τας παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα των ανά το πρόσωπον της γης διεσπαρμένων αυτής τέκων και υπομιμνήσκει εις αυτά, ότι εορτάζοντα κατ’ αυτό ανήκουσι εις την μίαν και μόνην πρεσβυγενή και ακαινοτόμητον του Χριστού Εκκλησίαν, την φέρουσαν καταφανή τα γνωρίσματα της Αποστολικότητος, Καθολικότητος και κατά Χριστόν Αγιότητος και ως εκ τούτου πολύ διαφέρουσαν των εις καινοτομίας περιπεσουσών ή των εις χρόνον πολύ μεταγενέστερον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, των Αγίων Αποστόλων και των Θεοφόρων Πατέρων αναγουσών την αρχήν αυτών ανωτέρω χριστιανικών Εκκλησιών. Μητροπολίτου Κάσσανδρείας Ειρηναίου Υπόμνημα, Αθήναι 1929 Tags: Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΠΡΕΣΒΥΓΕΝΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΣ epkirykos

ΥΠ ΟΨΙΝ ΣΕΒ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1981 (ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ ΕΠΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας Κατακομβων p͏S͏d͏t͏s͏n͏o͏r͏o͏e͏l͏9͏9͏7͏i͏1͏a͏9͏0͏8͏u͏4͏6͏u͏m͏5͏l͏h͏u͏i͏5͏u͏c͏7͏g͏1͏i͏h͏8͏7͏2͏g͏c͏3͏i͏1͏5͏2͏9͏t͏m͏0͏a͏l͏6͏1͏f͏m͏2͏7͏ · Shared with Public ΥΠ ΟΨΙΝ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ (58) ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1981 ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ ΕΠΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΞΕΩΝ - ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΙ ΟΠΟΙΑΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΩΡΑ 6 Μ.Μ. ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΑΙΣΚΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΝΣΙΣ: ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΚΑΡΕΑ 56, ΤΗΛ. 210. 7643909 (210. 6020176) ΤΕΥΧΟΣ 206 ΜΑΡΤΙΟΣ 2008 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΥ ΤΗΣ 19 & 20. 8. 1981 ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ» «...Μετά μικράν διακοπήν ἤρχισε τό θέμα «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ». Κατ’ ἀρχήν ἀνεγνώσθη τό κείμενον τοῦ Βίκτωρος Μοναχοῦ «Πρότασις τῆς 11/24.5.1971». Κατόπιν τούτου ἐζητήθη νά κατατεθοῦν στοιχεῖα περί τοῦ θέματος. Ὁ Σεβ/τος Κιτίου εἶπεν ὅτι ἔχει πολλά ἐκ τοῦ ‘Αρχείου τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ καί ὅτι θά ἀποστείλη τά σχετικά ἀποσπάσματα. ‘Επίσης λέγει ὅτι ἡ πρόσκλησις τήν ὁποίαν ἔλαβε τοῦ λέγει ὅτι ἐξελέγη διά τήν Ἐπιτροπήν ἡ ὁποία θά ὑπάγη εἰς τήν Ἀμερικήν διά νά διαφωτίση τούς Λευκορώσους διά τό θέμα τοῦ Ἡμερολογίου. Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐγένετο ἀναφορά εἰς τά πρό τοῦ 1971, ἤτοι εἰς τό ρόλον τόν ὁποῖον ἔπαιξεν ὁ Καλλιόπιος, ἵνα παρασύρη τήν ‘Εξαρχίαν εἰς ‘Αμερικήν. Εἰς αὐτό τό σημεῖον ὁ Σεβ. Κιτίου εἶπεν ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐσχεδίαζε νά λάβη τήν χειροτονίαν ἀπό τούς Ρώσσους καί ἀφοῦ δέν τήν ἔλαβε ἐνήργησε νά πᾶνε οἱ Ματθαιϊκοί μήπως ἐπιτύχη οὕτω διά τῆς ὁδοῦ τασύτης νά γίνη Ἐπίσκοπος. Θεολ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης: Πῶς εἴδατε τούς Κάλλιστον καί Καλλιόπιον κατά τήν παραμονήν σας εἰς ‘Αμερικήν. Πάντως ὁ Καλλιόπιος εἶχεν ἐπαφάς μετά τοῦ Καλλίστου ἀπό δύο τουλάχιστον ἤ τριῶν ἐτῶν προηγουμένως. Σεβ. Κιτίου: Τίποτε δέν γνωρίζω, ἐγώ ἤμουν ἀπομεμονωμένος εἰς τήν Κύπρον. Σεβ. Βρεσθένης:’Από πληροφορίας πού ἔχω ὁ Καλλιόπιος ἔλεγε στόν Ματθαῖο Λαγγῆν ά πᾶμε στήν ‘Αμερική νά τακτοποιήσουνε τήν ἀναγνώρισι ἀπό τούς Ρώσους καί ὁ π. Εὐγένιος τοῦ ἔλεγε, ἄν θέλης νά πάρης τήν μίτρα πήγαινε, οἱ Φλωριναῖοι δέν πρόκειται νά ἐπιστρέψουν. Σεβ. ‘Αργολίδος: Κάποτε, μᾶλλον πρό τοῦ 1970 ἐσυνάντησα τόν Καλλιόπιο στό Μοναστήρι τῶν Ταξιαρχῶν εἰς ‘Αθήκια καί χαιρετηθήκαμε, τίποτ’ ἄλλο δέν γνωρίζω. Σεβ. Κιτίου: Ἡ Μακαρία κάποτε μέ ρώτησε ἄν γνωρίζω περί τοῦ π. Παντελεήμονος εἰς ‘Αμερικήν καί ἐγώ τῆς εἶπα ὅτι ἀπ’ ὅ,τι ἤκουσα εἶναι Μακρακιστής. Σεβ. Κιτίου: Μακαριώτατε εἴχατε συνεννοηθεῖ πρίν μέ τόν π. Εὐγένιο περί τῆς μεταβάσεώς των εἰς ‘Αμερικήν; Μακαριώτατος: Ὄχι. ‘Αρχιμ. Χρυσόστομος: Περί τοῦ ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐνεργοῦσε πρό τοῦ 1970 περί τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πληροφορίας ἀπό τόν ἴδιο τόν Καλλιόπιο, ὅταν μετά τήν ἐπιστροφήν των ἐξ’ ‘Αμερικῆς τό 1971 εὑρισκόμεθα εἰς τό δωμάτιόν του στόν Πειαριᾶ παρόντων καί τοῦ π. Κλήμη μεθ’ ἑνός Μοναχοῦ ἐκ τῆς συνοδείας του, τοῦ Καλλίστου, τῆς Μακαρίας καί ἐμοῦ, ὅπου ἔλεγε ὅτι διά τήν ὑπόθεσιν, ἤτοι τῆς μεταβάσεως εἰς ‘Αμερικήν καί ἀναγνώρισιν ἀπό τούς Ρώσους εἴχαμε ἐπαφάς καί συνεννοήσεις πρό δύο ἐτῶν μέ τόν Κάλλιστο καί τήν Μακαρία, ὅπου ἤρχοντο ἐδῶ εἰς τό ταπεινόν μου κελλίον καί τά ἐσυζητούσαμε. Τούς ἔλεγα δέ ὅτι πρέπει νά πᾶμε εἰς τήν ‘Αμερικήν καί νά συναντηθοῦν μέ τόν Φιλάρετο νά τούς ἀναγνωρίση. Διότι ἄν πᾶτε στήν ‘Αμερική καί δέν συναντῆστε τόν Φιλάρετο μήν πᾶτε καθόλου. Θά φροντίσω ἐγώ νά μήν φανῆ προσυνεννοημένη ἡ συνάντησίς σας. Τηλεφωνικῶς δέ εἶχα ἐπικοινωνήσει εἰς ‘Αμερικήν μέ τόν π. Παντελεήμονα ὁ ὁποῖος ὑπεδέχθη εἰς ‘Αμερικήν τόν Κάλλιστον τό 1970, καί ὁ ὁποῖος ἐνήργησε νά συναντηθῆ ὀ Κάλλιστος μέ τόν Φιλάρετο. Κατά τήν ἀφήγησιν τοῦ Καλλιοπίου οὐδείς τόν διέψευσε, μάλιστα ὁ Κάλλιστος εἰς μίαν στιγμήν τοῦ εἶπε: «Λέγε, λέγε π. Καλλιόπιε, νά φωτίζωνται τά παιδιά». Χαρακτηριστικῶς ὁ Καλλιόπιος εἶπεν ὅτι ἀρχικῶς ἤρχοντο ὁ Καλλιόπιος καί ἡ Μακαρία ἐδῶ καί ἐφοβοῦντο μήπως γίνουν ἀντιληπτοί πού ἔχουν σχέσι μαζί μου. Σεβ. Κοζάνης: Ἔχω πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐπῆγε στόν Πολύκαρπο Λιώση καί τόν πίσεσε νά ὑπογράψη τήν πληροφορία ὅτι ὁ Φλωρίνης εἶχε πεῖ, ὅτι οἱ Ματθαιϊκοί νά χειροθετοῦνται. Ἀρχιμ. Χρυσόστομος: Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐνθυμοῦμαι πού μοῦ εἶχεν εἰπεῖ ὀ Καλλιόπιος ὅτι διά τό θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ματθαιϊκῶν καί τῆς χειροθεσίας των συνεννοήθησαν 4 ἄτομα: 1) Βίκτωρ Μοναχός 2) Πολύκαρπος Λιώσης 3) Ἕνας ‘Αγιορείτης δέν ἐνθυμοῦμαι τό ὄνομά πού μοῦ εἶπε καί 4) Ἴσως ἐννοοῦσε τόν ἐαυτόν του. ‘Ελ. Γκουτζίδης: Ὅλα ἦσαν προκατασκευασμένα ὑπό τοῦ Καλλιοπίου, Βίκτωρος καί Παντελεήμονος. Τά ἐγνώριζον καί ἄλλα πρόσωπα, ὅπως ὁ π. Κων/νος ‘Αλεξανδρόπουλος, ὅστις ἐπανειλημμένως μέ ἠρώτησεν πῶς θά γίνουν δεκτοί οἱ ‘Αρχιερεῖς ἀπό τούς Ρώσους. Καί εἰς τήν ἀπάντησίν μου ὅτι δι’ ἁπλῆς Συνοδικῆς Πράξεως, ἐφ’ ὅσον βεβαίως πρωτίστως ὑπάρξει ταυτότης ἐν τῆ Πίστει, οὗτος μέ διεβεβαίωσεν ὅτι θά γίνουν δεκτοί διά χειροθεσίας.» Μεθ’ ἡμέρας δέ ἦλθε εἰς τό Γραφεῖον καί εἰρωνικῶς μοῦ εἶπεν: «’Ἐλευθέριε τούς ἐχειροθέτησαν», ὅταν ἐμεῖς ἀγνοούσαμε τά πάντα. Ἡ ἀπάντησίς μου ἦτο: «Εἶναι ἀδύνατον, τότε δέν εἶναι ‘Επίσκοποι. Πῶς λοιπόν ἐγνώριζε τά πάντα ὁ π. Κων/νος;;». ‘Ενθυμοῦμαι ἀκόμη ὅτι εἰς τό ἀεροδρόμιον ἐπληροφορήθην ὑπό τοῦ Κων/νου Σαραντοπούλου ὅτι ὁ Καλλιόπιος τοῦ ἐτηλεφώνησε καί τοῦ εἶπεν ὅτι τούς χειροθέτησαν, τότε ἐν καταφανεῖ ἀγανακτήσει ἐπεχείρησα νά ἀποχωρήσω τοῦ ἀεροδρομίου, διότι δέν ἐννοοῦσα νά ὑποδεχθῶ προδότας ἀρχιερεῖς. Τῆ ἐπιμονῆ ὅμως τῶν Κληρικῶν Ματθαίου καί Νικολάου ἀνέμενον νά πληροφορηθῶ ἀκριβῶς. Ὅτε ἔφθασεν ἡ ‘Εξαρχία ἦτο καταφανῶς στενοχωρημένη, ἀλλά ἐπεδιώχθη νά δημιουργθῆ ἀτμόσφαιρα πανηγυρική, ἐνῶ οἱ πληροφορίες πού μᾶς ἔδωσαν ἦσαν ὅτι οἱ Ρῶσοι ὀρθοδόξησαν, ὅτι ἠ Ὀρθοδοξία διεδόθη εἰς τά τέσσερα σημεῖα τοῦ κόσμου καί ὅτι ἐδέχθησαν χειροθεσίαν ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἁπλῆς εὐλογίας καί διά νά μήν ἔχη οὐδείς πρόφασιν νά ἐμποδίση τήν ἐνότητα καί τήν πρόοδον τῆς Ἐκκλησίας. Ἦτο χαρακτηριστικόν τό παράδειγμα πού μοῦ εἶπον: Ὑπῆρχε μία παράβασις ἐξωτερική, τυπική, ὅπως ὅταν ἐσύ εἶσαι παραβάτης καί σέ συγχωρεῖ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν ὁ πνευματικός σου, ἔτσι ἐδέχθημεν καί ἡμεῖς τήν χειροθεσίαν. Μετά ταῦτα βεβαιωθείς ὅτι δέν θίγει ἡ χειροθεσία τήν ἀκεραιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας ἠρέμησα καί ἐζήτησα συγγνώμην, διότι ἀπεδοκίμασα ὡς προδότας τούς Ἀρχιερεῖς τῆς ‘Εξαρχίας. Ἔσφαλα ὅμως διότι ἐζήτησα τά κείμενα καί δέν ἐπεμεινα εἰς γραπτάς βεβαιώσεις, ἀλλά ἐπείσθην εἰς τά προφορικῶς λεχθέντα. Σεβ. Κιτίου: Θά σᾶς πῶς ὅ,τι ἠσθανόμην καί τότε καί τώρα. Ὅταν ἦλθα εἰς τήν Ἑλλάδα μοῦ εἶπον, εἶσαι ἕτοιμος νά φύγωμεν δι’ ‘Αμερικήν; Καί ἀπήντησα ναί εἶμαι. Καί σύμφωνα μέ τήν πρόσκλησιν ξεκίνησα ἔχων τήν ἐντύπωσιν ὅτι θά διαφωτίσωμεν τούς Ρώσους διά τό Ἡμερολόγιο. ‘Από τήν ἡμέρα τῆς ἀφίξεώς μας εἰς τήν ‘Αμερικήν δέν ἐπικοινωνούσαμε μεταξύ μας ἕως τήν προηγουμένην πού θά εἰσερχόμεθα εἰς τήν Σύνοδον τῶν Ρώσων. Σεβ. Κιτίου: ΄Αναγινώσκει ἐξ ἐγγράφου του τό ἱστορικόν τῆς ἑνώσεώς των μετά τῶν Ρώσων. Σεβ. Κιτίου: Κατά τόν Αὔγουστον τοῦ 1971, ἔλαβον μίαν ἐπιστολήν ἐκ τοῦ π. Εὐγενίου Τόμπρου, διά τῆς ὁποίας ἐκαλούμην εἰς Ἑλλάδα καί μοῦ ἐξηγοῦσε ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ ἐξέλεξε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, νά ὑπάγωμεν εἰς ‘Αμερικήν νά φωτίσωμεν τούς ἀνωτέρω Ρώσους διά τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου. Ἔφθασα εἰς Ἑλλάδα τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1971. Τήν ἄλλην ἡμέραν συνελθοῦσα ἡ Ἱερά Σύνοδος χωρίς ἄλλης ἐξηγήσεως ἀπεφάσισεν νά φύγωμεν ἀμέσως διά τήν Ἀμερικήν. Φθάσαντες εἰς ‘Αμερικήν ὁ Κορινθίας Κάλλιστος, ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος, ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος, Πρωτοσύγκελλος καί ‘Αρχιγραμματεύς τῆς Συνόδου καί ὁ π. Καλλιόπιος, ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο χωρισμένος ἀπό τῆς «Ματθαιϊκῆς» Συνόδου, τόν μέν Μητροπολίτην Κιτίου καί Καλλιόπιον ἐτοποθέτησαν εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Μεταμορφώσεως Βοστώνης ΗΠΑ εἰς τόν 3ον ὄραφον, εἰς τόν 1ον ὄροφον ἦτο ἡ Ἐκκλησία, τόν δέ Κορινθίας καί τόν π. Εὐγένιον Πρωτοσύγκελλον, εἰς τό σπίτι τῆς κ. Μαρίας ‘Αρβανίτου, πολύ μακρυά ἀπό τήν Μονήν. ‘Εκεῖ ἐγώ παρέμεινα ἕως τῆς ἡμέρας πού ἐπήγαμε εἰς τήν Ν. Ὑόρκην δηλαδή τήν 13ην Σεπτεμβρίου. Εἰς τό διάστημα τοῦτο εἶδον ὅτι ὁ π. Εὐγένιος ἔδωσε τό Ὑπόμνημά του εἰς τόν π. Παντελεήμονα, νά τό μεταφράση εἰς τήν Ἀγγλικήν. Ὁ π. Παντελεήμων μόλις εἶδε τήν φρᾶσιν, ὅτι «οἱ νεοημερολογῖται ἔχασαν τήν χάριν», τοῦ εἶπε ὅτι δέν θά δεχθοῦν αὐτό οἱ Ρῶσοι. Ὁ π. Εὐγένιος τοῦ ἀπήντησεν: «Ἐσύ βάλε το καί ἀς μή τό δεχθοῦν». Ἄλλην συνάντησιν δέν εἶχον οὔτε μέ τόν Κορινθίας, οὔτε μέ τόν π. Εὐγένιον. Εἰς τήν προσευχήν δέν κατέβαινον. Ὁ π. Καλλιόπιος πήγαινε εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Μιά βραδυά πηγαινάμενος εἰς τό δωμάτιό μου ἐσυναντήθην μετά τοῦ π. Καλλιοπίου εἰς τόν διάδρομον καί μοῦ εἶπεν: «Ἔπρεπε νά κάνετε μίαν αἴτησιν εἰς τήν Σύνοδον διά τήν χειροτονίαν σας». Τοῦ ἀπάντησα δέν ἔχω ἀνάγκην, δέν ἀμφιβάλλω ἐγώ, ἐκτός διά τόν κόσμον ὅπου σκανδαλίζεται. Ὁ π. Καλλιόπιος καί ὀ π. Παντελεήμων ἐπήγαιναν καί ἐσυναντοῦντο μέ τόν Κορινθίας καί τόν Πρωτοσύγκελλο. Ὅλοι μαζί συναντηθήκαμε καί ξεκινήσαμε διά τήν Νέαν Ὑόρκην τήν 13ην Σεπτεμβρίου. Τό βράδυ ὁ Κορινθίας καί ἐγώ ἐμείναμεν εἰς τό σπίτι τοῦ κ. Ἀντωνίου Γαβαλᾶ, θεολόγου. ‘Εκεῖ ἑωρτάσαμε μόνοι τήν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, οἱ ἄλλοι δέν ξέρω ποῦ ἔμειναν. Εἰς τάς 15 Σεπτεμβρίου συνηντήθημεν ὅλοι εἰς Σύνοδον μετά 13 Ρώσων ‘Αρχιερέων. Κατ’ ἀρχάς ἀνεγνώσθη τό Ὑπόμνημα καί μετεφράζετο εἰς τά Ρωσικά καί κατόπιν ὁ π. Παντελεήμων μετέφραζε πρός ἡμᾶς εἰς τά Ἑλληνικά. Εἰς μίαν στιγμήν οἱ Ρῶσοι ἔδειξαν θαυμασμόν, δέν ἀντελήφθην διά ποίαν αἰτίαν. Τό ἐξέλαβον διά τό βαθύ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Στό τέλος μᾶς ἀπήντησαν ὅτι δέν ἔχουν δεχθεῖ τό νέον Ἡμερολόγιον, διότι δέν ἔγινε Οἰκουμενική Σύνοδος καί ἐθεώρησαν τοῦτο μοντερνισμόν (νεωτερισμόν). Τώρα λόγω τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπεφάσισαν νά χωρίσουν τελείως ἀπό τούς νεωτεριστάς. ‘Αμέσως ὁ π. Εὐγένιος σηκώθηκε καί κατηυθύνθη εἰς ἕνα τραπεζάκι ἐντός τῆς αἰθούσης καί ἐκάλεσε τόν Κορινθίας καί ὑπέγραψε ἕνα χαρτί. ‘Αμέσως μέ ἐκάλεσε καί ἐμένα. Τόν ἐρώτησα τί εἶναι. Μοῦ εἶπε: «Μία αἴτησις διά νά ἐξετάσουν τό θέμα τῶν χειροτονιῶν». Τοῦ λέγω: «Μἀ ἀκόμα δέν ἡνώθημεν». Μοῦ λέγει: «Ὑπέγραψε καί θά δοῦμε». Ἀμέσως τό κατέθεσε καί ἀνεγνώσθη. Οἱ Ρῶσοι μᾶς εἶπον: «‘’Αφοῦ γράφετε ὅτι εἶσθε Κανονικοί, τί θέλετε ἀπό ἐμᾶς». Ὁ π. Εὐγένιος εἶπε: «’Εμεῖς ἔτσι φρονοῦμε. ‘Εσεῖς ὡς μείζων Σύνοδος νά ἐξετάσετε συμφώνως τῶν Ἱερῶν Κανόνων». Μᾶς εἶπαν: «Νά βγῆτε ἔξω μισή ὥρα καί θά σᾶς καλέσωμεν». Μετά μισήν ὥραν μᾶς κάλεσαν καί μᾶς ἀνέγνωσαν τήν ἀπόφασιν καί μᾶς εἶπαν: «Εἶσθε εὐχαριστημένοι. ‘Εμεῖς αὐτά γράφουμε, ἐσεῖς ὅπως θέλετε πάρτε τα». Νά εἶναι σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνας, νά μήν εὐθύνεσθε οὔτε ἐσεῖς, οὔτε ἐμεῖς». Μή ὑπαρχούσης καμμιᾶς ἐνστάσεως, ἐσηκώθησαν ὅλοι καί ἔγινεν ἀσπασμός καί ὠνόμασαν τήν στιγμήν ἐκείνην Μικράν Ἀνάστασιν. ‘Εγώ εἶχον κάποια ἀνησυχίαν μέσα μου, ἀλλά λόγῳ τόπου, χρόνου καί γλώσσης δέν ἠδυνάμην νά ἐκφρασθῶ. Τήν ἰδίαν ἡμέραν ὅταν μείναμε τήν νύκτα μαζί μέ τόν Κορινθίας, ἄνοιξα τό βιβλίον τοῦ ‘Αλιβιζάτου «Σύνοψις Κανόνων» καί ἐρευνώντας τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγω εἰς τόν Κορινθίας: «Σεβασμιώτατε, μᾶς μεταχειρίζονται σάν σχισματικούς. Ἔχω μέσα μου κάποιαν ἀνησυχίαν» Μοῦ λέγει: «Νά τό πῶ τοῦ Πρωτοσυγκέλλου...». Τήν ἄλλην ἡμέραν, φύγαμε διά Βοστώνην. ‘Ανάμενα νά κληθῶ εἰς συνάντησιν. Δέν ἔγινε. Μετά δύο ἡμέρας ἦλθε τό χαρτί πού ἔγραφε ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, ἐκεῖνα πού μᾶς εἶπον ἐν Συνόδῳ περί Ἡμερολογίου. ‘Εν τῶ μεταξύ, ἐνῶ ἐκαθόμην μόνος ἐντός τῆς αἰθούσης πλησίον τῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε ὁ π. Εὐγένιος καί μέ ρὠτησε ἄν ἦλθε τό χαρτί. Τοῦ εἶπον ὅτι «τό χαρτί ἦλθεν, ἀλλά τίποτα δέν λέγει». Μοῦ λέγει: «Κάτι λέγει. Κάτι λέγει». Τοῦ λέγω: «Ναί, ἀλλά δέν λέγει ὅτι πρέπει νά λέγη». ‘Εκεῖ προσπάθησε νά μή καθησυχάση καί μοῦ λέγει: «Μά δέν ἔγινε καί κανένα γεγονός ἤ θαῦμα τοῦ Ματθαίου καί δεσμυεόμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν ἕνωσιν καί τήν ἀποδοχήν τῆς χειροθεσίας». Τότε ἐσκέφθην, ἔφ’ ὅσον ἐδέχθη ὁ π. Εὐγένιος τόν ὁρισμόν νά ἑνωθῶμεν μετά τῶν Αὐξεντιανῶν, καί ἐφ’ ὅσον μία ὁλόκληρος ‘Εκκλησία ἐγκατεσπαρμένη εἰς ὅλον τόν κόσμον θά ὀρθοδοξοῦσε μέ χιλιάδας πιστῶν, δέν ἔπρεπε νά ἀντιδράσω καί νά γίνω ἀφορμή διασπάσεως τοῦ τόσον μεγάλου καλοῦ πού ἔμελλε νά λάβη χώραν..... Καί ἔμεινα σιωπηλός. Τήν ἄλλην ἡμέραν ἔγινε ἡ χειροθεσία τοῦ Κορινθίας. Δέν γνωρίζω τί ἐπηκολούθησεν ἐν τοῖς παρασκηνίοις. Πρίν τῆς ἀπολύσεως ὁ προεξάρχων τῆς τελετῆς, ὁ Γερμανίας Φιλόθεος ὡμίλησεν Ἑλληνικά καί σύν τοῖς ἄλλοις εἶπεν: «’Εσπούδασα εἰς τήν Σχολήν τῆς Χάλκης, γνωρίζω πολλούς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν μπορῶ νά ἔχω ἕνωσιν μέ αὐτούς. Μέ ἐσᾶς θά ἔχω ἕνωσιν, μέ τούς Ἕλληνας θά ἔχω ἕνωσιν». Καί τό ἐπανέλαβε, εἶναι δέ μαγνητοφωνημένο. Εἰς τό σημεῖον αὐτό διεσκεδάσθη ἡ λύπη μου ὡς πρός τήν Ὀμολογίαν, καί ἔκρινα ὅτι ἐφ’ ὅσον ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Συνόδου διά τήν τελετήν, διορισθείς ἐξ αὐτῆς, ὀμολογεῖ ὄτι κόπτει τήν κοινωνίαν μετά τῶν νεοημερολογιτῶν, συνεπῶς καί ἡ Σύνοδός του, ἐδέχθην καί ἐγώ τήν ἄλλην ἡμέραν χειροθεσίαν, ὥρα τῆς δοξολογίας, χωρίς νά γνωρίζω τί διαβάσανε, ἐφ’ ὅσον ἦτο εἰς ἄλλην γλῶσσαν, χωρίς νά ἐκφωνήσουν ἔξω τίποτα. Ὡμίλησε καί πάλιν τά ἴδια ὁ Γερμανίας, ὅτι δέν θά ἔχη ἕνωσιν μέ τούς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καί ἀντεφώνησα ὅτι ἐπί τῆς Ὁμολογίας ταύτην πεποίθαμεν ὅτι θά τήν τηρήσουν, ὅπως καί ἐμεῖς μέχρι θυσίας αἵματος. Κατόπιν καθήσαμεν εἰς Τράπεζαν., ὅπου ἔγιναν προσφωνήσεις ἀπό π. Παντελεήμονα, Εὐγένιον κλπ. Μετ’ ὀλίγας ἠμέρας πήγαμε εἰς Τορόντο Καναδᾶ, συλλειτουργήσαμε μετά τῶν ἱερέων Παντελεήμονος, Παναγιώτη Καραθανάση, ‘Αλεξάνδρου Διακόνου καί μἐ ἐκκλησίαν ἀνάμεικτον, ὡς καί πολλῶν Αὐξεντιανῶν. ‘Εκεῖ ὠμίλησεν ὁ π. Εὐγένιος καυχώμενος ὅτι οἱ κόποι του ἐστέφθησαν ἀπό τόν Θεόν καί κατηγορώντας τούς Αὐξεντιανούς, ὅτι χειροτονήθηκαν ἀπό Νεοημερολογίτας κ.λ.π. Ἄρχισα καί πάλιν νά ἀνησυχῶ. Τά ἐν Ἑλλάδι εἶναι γνωστά εἰς ὅλους. Ὁ Σεβ. Κιτίου μετά τήν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεώς του εἶπεν. Σκέπτομαι τώρα καί συμπεραίνω, ὅτι ὅλα ἦσαν προσυζητημένα καί προετοιμασμένα, ὥστε νά γίνη ἡ χειροθεσία. Ἡ χειροθεσία ἔγινε στήν Δοξολογία. Δέν εἶχα μελετήσει προσφάτως τό θέμα περί χειροθεσίας διά νά εἶμαι κατατοπισμένος, ὁπότε μέ ἀιφνιδίασε. Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Σεβασμιώτατε, ἀγία αὐτή ἠ ἀνησυχία σας περί τοῦ Η΄ Κανόνος, διατί ὅμως δέν τήν εἴπατε ἀμέσως, ὅταν ἐπιστρέψατε; Σεβ. Κιτίου: Ἐγώ τίς ἀνησυχίες μου τίς εἶπα. Ἐλ. Γκουτζίδης: Ποῦ τίς εἴπατε, Σεβασμιώτατε; Σεβ. Κιτίου: Δέν ἐνθυμοῦμαι. Ἐλ. Γκουτζίδης: Οὔτε κἄν τήν ἀπόφασιν εἴδαμε. Τήν γνωρίσαμε δέ τό πρῶτον ἀπό τά «Χαρμόσυνα Μηνύματα» τοῦ Βίκτωρος. Δέν θά ἦτο δυνατόν νά ἀκολουθήση καμμία ἐνέργεια, ἄν ἐγνωρίζαμε τήν ἀπόφασιν. Μακαριώτατος: Ἐγώ περίμενα στήν συνεδρίασι μέ τούς Κληρικούς νά ἀκούσω τήν ἀπόφασι, ἀλλά δέν ἀνεγνώσθη. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης: Ἡ ρητή δήλωσις τῆς Ἐξαρχίας ὅτι οἱ Ρῶσοι ὡμολόγησαν καί ἀνεγνώρισαν τήν χειροτονίαν τοῦ 1948, τήν δέ χειροθεσίαν ἔκαμαν τυπικῶς ὑπό τύπον μιᾶς συγχωρητικῆς εὐχῆς καί διά τήν ἐνότητα, μᾶς εἰρήνευσε καί μᾶς χαροποίησε, ὥστε νά μήν ἀντιδράσωμεν καθόλου. Δηλαδή πρῶτον ἠ Ὁμολογία τῆς Ἐκθέσώς των καί δεύτερον ὅτι ἡ χειροθεσία ἦτο μία συγχωρητική εὐχή, ἦσαν αἱ προϋποθέσεις πού ἐδεχθήκαμε τό γεγονός, καί ἐπιδιώξαμε νά δεχθοῦν τουλάχιστον, ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν χειροθεσίαν, ἵνα μή ὑπάρξῃ σχίσμα. Μεσσηνίας: Ναί ἔτσι δεχθήκαμε τήν χειροθεσία καί ἵνα μή δημιουργηθῆ μεταξύ μας σχίσμα. Ἐνθυμοῦμαι τόν π. Εὐγένιο πού εἶπε, τό κάναμε διά νά γίνη ἡ ἕνωσις νά ἔλθη ἡ εἰρήνευσις στήν Ἐκκλησία θέλουμε δἐν θέλουμε. Ἀττικῆς: Ναί ἐπεκράτησε τό πνεῦμα νά μή γίνη σχίσμα στήν Ἐκκλησία καί νά δεχθοῦμε τήν χειροθεσία, ἐφ’ ὅσον οἱ Ρῶσοι ἦσαν πράγματι ὀρθόδοξοι κατά τήν διαβεβαίωσιν τῆς Ἐξαρχίας καί ὄτι ἐπρόκειτο περί συγχωρητικῆς εὐχῆς. Μακαριώτατος: Τήν δεχθήκαμε τήν χειροθεσία σάν τύπο συγχωρητικῆς εὐχῆς. Σεβ. Κιτίου: Μετά τήν χειροθεσία βαδίζοντες καθ’ ὁδόν Εὐγένιος, Καλλιόπιος, Μακαρία καί ἐγώ, καί ἐνῶ ἤμουν σέ κάποια στιγμή πλησίον τῆς Μακαρίας, μοί εἶπεν αὕτη: «Σεβασμιώτατε νά φύγη τό ὑφ’ ἑνός καί τότε χωρίζουμε ἀπό τούς Ρώσους». Αὐτό μοῦ ἐδημιούργησε ἐκ τῶν ὐστέρων τήν ἐντύπωσι ὅτι ἦτο προσυνεννοημένη ἠ ὑπόθεσις. Σεβ. Πειραιῶς: Ἄν ὅταν ἦλθε ἡ Ἐξαρχία μᾶς ἔλεγε πῶς ἔγιναν ἀκριβῶς τά πράγματα θά ἐδιορθώνετο ἡ κατάστασις ἀμέσως τότε. Σεβ. Κιτίου: Δέν ἀρνοῦμαι τήν ἐνοχήν, ἔστω καί μέ τήν ἀμάθειαν μου, ὅλα τά εἶπα τά πράγματα στήν Σύνοδο τότε. Σεβ. Μεσσηνίας: Δέν τά εἴπατε, Σεβασμιώτατε. Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Αὐτά τά πράγματα Ἅγιε Κιτίου, περί τοῦ Η΄ Κανόνος καί περί τοῦ Γερμανίας δέν τά εἴπατε τότε. Σεβ. Κιτίου: Δέν φοβοῦμαι θά πῶ ὅτι ἔφταιξα ἑπτά φορές, ἀλλά φέρουν καί ἄλλοι τήν εὐθύνη. Σεβ. Μεσσηνίας: Ὁ π. Εὐγένιος εἶχε πεῖ τότε ὅτι ἐδέχθη τήν χειροθεσίαν διά νά γίνη ἡ ἕνωσις. Κατόπιν ἡ Ἱερά Σύνοδος διευκρίνισε ρητῶς, ὅτι ἐγένετο δεκτή ἡ χειροθεσία ὑπό τήν ρητήν διαβεβαίωσιν τῆς ‘Εξαρχίας, ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος ἐδέχθη τήν ‘Εκκλησιολογίαν - Ὁμολογίαν μας καί τήν χειροθεσίαν ὡς ἁπλῆν εὐλογίαν – συγχωρητικήν εὐχήν ὡς μίαν ἐξωτερικήν τυπικήν πράξιν, ταῦτα δέ ἐπί τῶ σκοπῶ τῆς ἑνώσεως καί τῆς εὐοδώσεως τοῦ Ἱεροῦ ‘Αγῶνος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν συνεχείᾳ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις διά τήν σήμερον κατόπιν τῆς κεκανονισμένης προσευχῆς». Παραθέτομεν καί τό Πρακτικόν τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος καί Κύπρου τῆς 20.8.1981, τό ἀφορῶν εἰδικώτερον τήν Ἀπόφασιν τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἀπό ὑπ’ ἀριθμ. 16-11 τῆς 15/28.9.1971. Σήμερον ἡμέραν Τετάρτην 20.8.1981 καί ὥραν 9.30 π.μ. καί ἐν τῆ αἰθούση τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, παρόντων τοῦ Μακαριωτάτου κ. Ἀνδρέου καί τοῦ Σεβ. Κιτίου καθώς καί ἁπάντων τῶν Ἱεραρχῶν, ὅπως καί εἰς τάς προηγουμένας συνεδριάσεις ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ωτῆς Ἱεραρχίας. Ἀρχικῶς ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔκρινε σκόπιμον, ὅπως ἐπανέλθη ἐπί τοῦ θέματος τῆς χειροθεσίας καί ὀλοκληρώση αὐτό. Σεβ. Κιτίου: Κατόπιν ἀναγνώσεως κειμένου τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ εἴχαμε γνῶσιν ὅτι οἱ Ρῶσοι εἶχον κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Τό ὅτι δέν ἐχειροθετήσαμεν τούς Ἱερεῖς μας αὐτό ἦταν σωστό. Οἱ Ρῶσοι μᾶς ἐδέχθησαν διά τοῦ π. Παντελεήμονος, ὀ ὁποῖος προηγουμένως εἶχεν ἔλθει εἰς ρῆξιν μετά τοῦ Αὐξεντίου. Τοῦτο εἰκάζω ἀπό διάλογον μεταξύ Παντελεήμονος καί Αὐξεντίου. Τοῦ εἶπε: «’Ἄν δέν μέ ἀκούσεις σ’ αὐτά πού σοῦ λέω, θά ἀναγνωρίσω τούς Ματθαιϊκούς». Εἶναι γεγονός ὅτι καί ὁ Σακκᾶς τήν ἔπαθε ὅπως καί ἐμεῖς. Εἰς τήν συνέχειαν ὁ Σεβ. Κιτίου διευκρίνισεν: «Ὅταν ἤμουν στήν ‘Αμερική εἶπα στόν Καλλιόπιο. Δέν ἀμφισβητῶ τήν χειροτονία μου καί οὔτε ἔχω καμμίαν ἀγωνίαν δι’ αὐτήν». Σεβ. Πειραιῶς: Ναί, σεβασμιώτατε, ἀλλά στήν συνείδησι τοῦ Καλλίστου δέν ἦτο ἡ ἴδια γνώμη. Ὁ Ἐλ. Γκουτζίδης ἐπισημαίνει τάς ἀντιφάσεις αἱ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τήν ἀπόφασιν τῆς Ρωσικῆς Συνόδου καί ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἔργον ἑνός ἀτόμου καί ὄχι τῆς Συνόδου, ἠ ὁποία χωρίς νά τό μελετήση τό ἐνέκρινε. Ὁ π. Εὐγένιος ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω ἐξέφρασε ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις διά τήν ἀπόφασιν πρός τούς Ρώσους Ἐπισκόπους, καί αὐτοῦ τοῦ ἀπήντησαν: «Ἐδῶ εἴμαστε ἐμεῖς». Σεβ. Κιτίου: ‘Απορῶ πῶς ὁ π. Εὐγένιος δέν ἀντέδρασε δι’ ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ἐγνώριζε πρό τῆς Συνόδου. Ἐπίσης ὁ π. Χρυσόστομος ἐδήλωσε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ πρώην Κορινθίας ὅτι: «Προσπαθῶ νά πείσω τόν π. Εὐγένιο νά πᾶμε στήν Ἀμερική, ἀλλ’ αὐτός ἀντιδρᾶ. Ἔφθασα δέ στό σημεῖο νά χρησιμοποιήσω ψευδῶς τήν πληροφορία ὅτι εὑρῆκα τό φάρμακο τοῦ ζαχάρου». Ἐπίσης ὁ π. Εὐγένιος ρητῶς ἀπεφαίνετο ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά μεταβῶμεν εἰς Ἀμερικήν πρίν ἤ ἀποστείλωμεν τό Πιστεύω μας καί τήν ἱστορίαν τοῦ Ἀγῶνός μας ἐγγράφως καί ἐάν μᾶς ἀπαντήσουν ὅτι δέχονται τό πιστεύω μας τότε νά πᾶμε. Ἐπίσης τήν προηγουμένην τῆς ἀναχωρήσεως δι’ Ἀμερικήν ὁ π. Χρυσόστομος ἐλειτούργησεν εἰς Μοσχάτον καί ἤκουσε χαρακτηριστικῶς παρά τοῦ π. Εὐγενίου λέγοντος πρός τόν Κορινθίας: «Εἶμαι ἄρρωστος. Δέν εἶμαι ἐγώ γιά ταξείδια ἅγιε Κορινθίας», τήν δέ λειτουργίαν μετά βίας τήν ἔβγαλε. Ἐφαίνετο πράγματι πολύ ἄρρωστος. Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Ὁ π. Εὐγένιος φρονῶ ὅτι ἔπεσε θῦμα Καλλιοπίου Παντελεήμονος καί Βίκτωρος. Τοῦτο δέ τόν ἐπηρέασε ἀποφασιστικά εἰς τήν ὐγείαν του καί τόν ὡδήγησε εἰς τήν παραίτησιν. Σεβ. Κιτίου: Πιστεύω ὅτι εἶχε τύψεις. Ποῦ ὀφείλεται ὅμως δέν ξέρω. Μετά ἀπό συζήτησιν ὁ ἅγιος Κιτίου λέγει: «Φρονῶ ὅτι πρέπει νά γίνη σοβαρά μελέτη ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος». Σεβ. Μεσσηνίας: «‘Εγώ εἶπα ἐπάνω στό θέμα αὐτό, ὅτι πρέπει νά γίνη σοβαρά μελέτη». Σεβ. Ἀττικῆς: Πρέπει νά ληφθῆ ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Συνόδου ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ διά νά λήξη. Σεβ. Κιτίου: Ἡ μελέτη θά τά βρῆ ὅλα. Σεβ. Ἀττικῆς: Νά ἀρχίση ἡ μελέτη ἀπό τίς χειροτονίες. Σεβ. Πειραιῶς: Δέν προσθέτω τίποτε ἄλλο. Νά γίνη μελέτη καί νά ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐζητήσαμεν ἀναθεώρησιν τῆς πράξεως, ἐπίσης ὅτι εἰς τό ἔγγραφον τό ὁποῖον μᾶς ἀπέστειλαν μετά τήν ἀποκήρυξιν: «Καταπίπτει ἡ χειροθεσία καί ἐπανέρχεσθε εἰς τήν προτέραν κατάστασιν». Σεβ. Βρεσθένης: Εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπό τίς ἐργασίες, ἀλλά πρέπει νά ἀποκατασταθῆ πλήρως τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, μετά τό πέρασμα ἀπό τίς «Συμπληγάδες πέτρες» δηλαδή τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας. Σεβ. Φθιώτιδος: Μετά τήν ἀποκάλυψιν τῶν γεγονότων πρέπει νά τονίσωμεν ὅτι κακῶς ἔγινε ὅ,τι ἔγινε καί νά ζητήσουμε διά τῆς μελέτης τήν λύσιν τοῦ προβλήματος. Σεβ. Κοζάνης: Ἐδέχθημεν πλῆγμα. Τό πρόβλημα ὅμως εἶναι ὄχι εἰς τήν συνείδησιν ἡμῶν, διότι ἡμεῖς τό ἐδέχθιημεν ὑπό ἐκείνας τάς προϋποθέσεις, ἀλλά εἰς τό πῶς θά φανῆ τοῦτο εἰς τρίτους, ἵνα μή πολεμῆται ἡ Ἐκκλησία. Τήν Ρωσικήν Σύνοδον βάσει τῆς ἀποφάσεώς της τήν χαρακτηρίζει ὄχι μόνον τό ἀθεολόγητον, ἀλλά καί τό ἀπαίδευτον. π. Παῦλος: ‘Η Ἐκκλησία ἔχει τήν δύναμι νά θεραπεύση τά πάντα. π. Χρυσόστομος: Πιστεύω πώς ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο ὑπό τούς ὅρους ὅτι οἱ Ρῶσοι ὠρθοδόξησαν καί ὄτι ἡ χειροθεσία δέν καθάπτεται τῆς Ἀρχιερωσύνης των. Εἰς τήν συνείδησιν ὅλων καί τῆς Ἐξαρχίας καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων, πιστεύω ὅτι δέν ὑπῆρχε ἡ παραμικρά ἀμφιβολία περί δογματικῆς ὑποστάσεως τοῦ μυστηρίου. Ἀντιθέτως ἡ συνείδησις ὅλων τούς διεβεβαίωνε ὅτι καί ἡ Ὀρθοδοξία μεταδίδεται καί ἠ ἑνότης καλλιεργεῖται. Διά τῆς Ὁμολογίας πού ἐδόθη διά τῆς «Ἐκθέσεως» εἰς τήν Σύνοδον τῶν Ρώσων ἐπιστεύετο ὅτι διεδόθη ἠ Ὀρθοδοξία εἰς ὅλον τόν κόσμον. Ἐπίσης πιστεύω ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς δεχθέντες τήν χειροθεσίαν οὐδέποτε εἰς τήν συνείδησίν των ἐξέλαβον αὐτήν ὡς χειροθεσίαν ἀφορῶσαν τούς σχισματικούς. Θεολ. Μηνᾶς Κοντογιάννης: Πιστεύω πώς δἐν μποροῦμε νά φθάσουμε στήν τελική λύσι. Διότι εἶναι μία πράξις, ἡ ὁποία εἶναι καταδικαστέα. Θεωρητικῶς μέν δύναται νά ἀντιμετωπισθῆ καί δικαιολογηθῆ, πρακτικῶς ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἔγινεν ἡ πράξις (ἤτοι ἡ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν τῆς χειροθεσίας) γιά μένα εἶναι ἕνα σοβαρόν πρόβλημα. Τό πρόσωπα ἔσφαλλον, ἡ Ἐκκλησία βεβαίως ὄχι. Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Ἡ ὅλη ὐπόθεσις ἀποτελεῖ σαφῶς ἐπίθεσιν κατά τῆς Ἐκκλησίας. Δέν δυνάμεθα νά ἀμφισβητήσωμεν ὅτι ἡ πρᾶξις ἀποτελεῖ μῶμον κατά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τοῦτο ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ἔπληξε τήν Ἐκκλησία. Φρονῶ ὅτι ἡ μελέτη πρέπει νά ἀρχίση ἀπό τάς χειροτονίας τοῦ 1948 καί κατόπιν νά ἐξετασθῆ τό θέμα τῆς χειροθεσίας., ἤτοι νά ἀποκαλυφθοῦν τά σχέδια τῆς ληστρικῆς πράξεως καί προπάντων νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὅροι καί αἱ προοϋποθέσεις ὑφ’ ἅς ἐπραγματοποιήθη τόσον ἡ ἔνωσις μετά τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, ὡς καί ἡ χειροθεσία. Ἰδιαιτέρως πρέπει νά ἀναλυθῆ καί ἀποδειχθῆ ὅτι δέν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν ἠ χειροθεσία μετά τοῦ Η’ Κανόνος. Οὕτω ἀποκαλυπτομένης τῆς ληστρικῆς Πράξεως διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος θά παραμείνη διδάσκον τό σφάλμα τοῦ βεβιασμένου καί παρατύπου τῶν ἐνεργειῶν της. Εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν καθ’ ἤν ἐξέρχεται κοινωνία μιᾶς Ἐκκλησίας μεθ’ ἑτέρας δέν ἐπιτρέπεται βάσει τῆς διηνεκοῦς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας, χειροθεσία, ἔστω καί ἄν εἶναι σχισματικοί. Μετά ταῦτα ἡ Ι. Σύνοδος ὥρισεν ‘Επιτροπήν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν: α) Σεβ. Μεσσηνίας κ. Γρηγορίου, β) Σεβ. Πειραιῶς καί Νήσων κ. Νικολάου, γ) Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου, 4) Διακόνου Νεοφύτου, 5) Θεολόγου κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, 6) Θεολόγου κ. Μηνᾶ Κοντογιάννη, διά τήν περαιτέρω μελέτην τοῦ θέματος καί τήν εἰσήγησιν αὐτοῦ εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον. Ἐπί τοῦ τρίτου θέματος «Θέσεις καί διατυπώσεις τοῦ Ἁγίου Κιτίου εἰς τά δημοσιεύματα αὐτοῦ κατά τά τελευταῖα ἔτη», ὁ Σεβασμιώτατος Κιτίου ἐδήλωσεν ἔλλειψιν προετοιμασίας καί ἐζήτησεν μετάθεσιν τῆς συζητήσεως ἐπί τοῦ θέματος διά τήν ἐπομένην συνεδρίασιν. Ἡ συνεδρίασις ἔληξεν τήν 18ην μ.μ. μέ τήν συνήθη προσευχήν. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ +Ὁ Αθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΑ ΜΕΛΗ +Ὁ Κιτίου ‘Επιφάνιος +Ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος +Ὁ ‘Αττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαῖος +Ὀ Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαος +Ὀ Βρεσθένης Λάζαρος +Ὁ ‘Αργολίδος Παχώμιος +Ὁ Φθιώτιδος Θεοδόσιος +ὁ Σερβίων καί Κοζάνης Τίτος Διά τήν Ἀντιγραφήν ἐκ τοῦ Βιβλίου τῶν Πρακτικῶν Ο ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ +Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; - Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΥΠΟ ΜΕΓΑ Λ. ΦΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; - Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΥΠΟ ΜΕΓΑ Λ. ΦΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ Εις τα επόμενα ασχολούμαι με την παρουσίαση και την κριτική θεώρηση των θεολογικών ιδεών και απόψεων του Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα , όπως αυτές εκτίθενται εις το προσφάτως δημοσιευθέν βιβλίο του: «Η κτίση ως ευχαριστία, θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας», Αθήνα 1992. Έναντι του θεοκεντρικού χαρακτήρος της «παραδοσιακής» ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, ήτις θεολογεί με αφετηρία και βάση την εν Ιησού Χριστώ θεία αποκάλυψη, όπως αυτή βιώνεται και διδάσκεται υπό της Ορθόδοξου Εκκλησίας, παρουσιάζει η εις το ως άνω βιβλίο του θεολογία του κ. Ζηζιούλα (εφεξής : κ. Ζ.) εμφανή την απόκλιση προς ένα ανθρωποκεντρισμό. Ενταύθα πρόκειται ουχί περί επί μέρους επιδράσεων εκ της δυτικής θεολογίας, τις οποίες συναποκομίζει πας ορθόδοξος θεολόγος, θητεύσας εις τας θεολογικάς σχολάς της Δύσεως, αλλά περί ενός νέου τρόπου του θεολογείν στο χώρο της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, με ισχυρά τη ροπή προς την φυσική, τ.έ. την φιλοσοφική, θεολογία, όστις, εκρίθη σκόπιμο να καταστεί γνωστός ευρύτερο, προς θεολογική συζήτησιν, αντιπαράθεση και αξιολόγηση, και ένταξη εκεί, ένθα ανήκει, δεδομένου ότι απηχεί απόψεις ενός ουχί τυχαίου Έλληνος ορθοδόξου θεολόγου και επισκόπου. Οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν εις το ως άνω βιβλίο του κ. Ζ., για δε τις υπογραμμίσεις, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθεί η δέουσα τάξη, παρακαλώ τον αναγνώστη, όπως ανατρέχει στο κείμενο προς επαλήθευση. Οι τίτλοι των περιεχομένων της δικής μου εργασίας έχουν ως ακολούθως: 3o ΚΕΦΑΛΑΙΟ «...για μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας» 1. Ο κ. Ζηζιούλας ανάγει την αρχήν και προέλευσιν της θείας Ευχαριστίας εις εκτός του Χριστιανισμού πνευματικά ρεύματα, όπως ήδη ανεφέρθη και εις προηγούμενα. Το γεγονός τούτο ενισχύεται και εκ του ότι εις ουδέ μίαν συνάφειαν του θεολογικού του λόγου θεωρεί ούτος την θείαν Ευχαριστίαν εν σχέσει πρός την Καινήν Διαθήκην, προς τους ιδρυτικούς λόγους του Κυρίου, και προς τας θεμελιώδεις αναφοράς του αποστόλου Παύλου. Επαναλαμβάνω φράσεις του κ. Ζ.: «ο κλασσικός Χριστιανισμός πήρε μορφή στα πλαίσια, και ίσως κάτω από την επιρροή, δύο πολιτισμών που επεκράτησαν»: «του ιουδαϊκού πολιτισμού», εκ του οποίου παρέλαβε «την προφητεία», και «του ελληνικού πολιτισμού», εκ του οποίου παρέλαβε «το κοσμολογικό ενδιαφέρον», εκ της «συνθέσεως» δε των δύο τούτων «στοιχείων» ανέπτυξεν ούτος την «κοσμολογικήν προφητείαν», και την «ευχαριστιακήν κοσμολογίαν», ήτοι την θείον Ευχαριστίαν, ως ευχαριστιακή αναφοράν του κόσμου «στο Θεό». Εκ του λόγου δε τούτου, «οι πρώτες ευχαριστιακές ευχές της Εκκλησίας,... γράφτηκαν σύμφωνα με την τυπικά ιουδαϊκή λειτουργική παράδοση». Οι δυο ανωτέρω πολιτισμοί, λοιπόν, ήτοι ο ιουδαϊκός και ο ελληνικός, «βρίσκονται στις ρίζες του κλασσικού Χριστιανισμού... η πρώτη Εκκλησία είχε να συνδυάσει μια άποψη για τον κόσμο», ήτοι την ελληνικήν, «και μια άλλη», ήτοι την Ιουδαϊκήν. «Ακριβώς από το συνδυασμό αυτόν ο αρχαίος Χριστιανισμός ανέπτυξε την ‘ευχαριστιακή κοσμολογία'», και «την κοσμολογική προφητεία». «Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η κοσμολογική προφητεία και η ευχαριστιακή κοσμολογία.,... προέκυψαν από τη σύνθεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη στο έδαφος του Χριστιανισμού» (47 - 51). 2. Την περί της Θείας Ευχαριστίας διδασκαλίαν του διατυπώνει ο κ. Ζ. ως ακολούθως, και δη: Όσον αφορά εις «την ευχαριστιακή Ακολουθία: στην αρχαία Εκκλησία η ακολουθία αυτή ονομαζόταν -όχι χωρίς ιδιαίτερη σημασία- καθαρά και απλά Αναφορά ή Ευχαριστία»(65). «Στην αρχαία ευχαριστιακή Λειτουργία... η ευχαριστία για τη δημιουργία φαίνεται να είναι το μόνο περιεχόμενο του ευχαριστιακού κανόνα, χωρίς να αναφέρεται καθόλου η θυσία του Χριστού... κεντρική θέση είχε η ‘αναφορά' της κτίσεως στην αρχαία Λειτουργία. Το ιερατικό στοιχείο της Ευχαριστίας -και αυτό αξίζει να το τονίσουμε- δεν ήταν η Ουσία, όπως συνέβαινε στο Μεσαίωνα, αλλά η αναφορά στο Θεό της δικής Του δημιουργίας»(61). «Όλες οι αρχαίες Λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους τόσο τον καθαγιασμό των δώρων -και ακόμα λιγότερο την ψυχολογική ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού- όσο την ‘αναφορά' των δώρων του άρτου και τον οίνου στο Δημιουργό Πατέρα»(60). Το αυτό υποστηρίζει και περί του νοήματος της ορθοδόξου θείας Ευχαριστίας ο κ. Ζ., ότι δηλ. «οι πιστοί δεν πηγαίνουν μόνοι στην Εκκλησία, αλλά συνοδεύονται από τα δώρα της δημιουργίας, τον άρτο, τον οίνο και το έλαιο... για να παραδοθούν στα χέρια του Επισκόπου,... ο οποίος θα τα ‘αναφέρει' στο θρόνο του Θεού ως Ευχαριστία»(22). Και εδώ ο χαρακτήρ της θείας Ευχαριστίας είναι «καθαρά και απλά Αναφορά ή Ευχαριστία»(60). Αυτή υπήρξεν η θεία Ευχαριστία «με το αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενο της»(19)! Θα πρέπει να τύχει ιδιαιτέρας προσοχής και το argumentum ex silentio, ότι δηλ. ο κ. Ζ. εις «την έννοια της Ευχαριστίας... με τα αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενό της»(19) αποσιωπά τελείως την μνείαν αυτής και ως θυσίας, καθώς και την εκ της Καινής Διαθήκης προέλευσιν αυτής. 3. Αργότερον, όμως, η Έννοια της θείας Ευχαριστίας διεστράφη, και προσέλαβε ξένον προς το αρχικόν της περιεχόμενον: «η έννοια της Ευχαριστίας έχει πολύ παρεξηγηθεί και διαστραφεί, κυρίως από την εποχή του Σχολαστικισμού»(19). Εις τί συνίσταται η «παρεξήγησις» και η «διαστροφή» αυτή «του νοήματος της Ευχαριστίας»; -Εις το ότι προσέλαβεν αυτή τον χαρακτήρα της αναίμακτου θυσίας, δια «του καθαγιασμού των δώρων», εις «ανάμνησιν του Σταυρού του Χριστού». Επαναλαμβάνομεν χωρία εκ του βιβλίου του κ. Ζ.: «Όλες οι αρχαίες Λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους τόσο τον καθαγιασμό των δώρων -και ακόμα λιγότερο την ψυχολογική(!) ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού- όσο την "αναφορά" των δώρων.»(60). Και κατωτέρω: «Στην αρχαία ευχαριστιακή Λειτουργία... η ευχαριστία για τη δημιουργία φαίνεται να είναι το μόνο περιεχόμενο του ευχαριστιακού κανόνα, χωρίς να αναφέρεται καθόλου η θυσία τον Χριστού». Ο χαρακτήρ της θείας Ευχαριστίας, ως θυσίας, είναι μεταγενέστερος: ανάγεται εις τον Μεσαίωνα: «Το Ιερατικό στοιχείο της Ευχαριστίας -και αυτό αξίζει να το τονίσουμε- δεν ήταν η θυσία, όπως συνέβαινε στο Μεσαίωνα, αλλά η αναφορά στο θεό της δικής Του δημιουργίας. Είναι κρίμα πραγματικά, γιατί η θυσία έφτασε να καλύψει για αιώνες το νόημα της ιερωσύνης. Είναι κρίμα», διότι, με το να εκληφθεί η θεία Ευχαριστία ως θυσία, συνέβησαν δύο ανακολουθίαι: «χάθηκε η διάσταση της δημιουργίας από την έννοια της Ιερωσύνης», και δεν εφθάσαμεν «σε μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας»(61). 4. Η «παρεξήγησις» και η «διαστροφή» «της εννοίας της Ευχαριστίας» συμβαίνει και εις τον χώρον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού από «την έλλειψη λειτουργικής αγωγής... των Ορθοδόξων» «η χριστιανική Ανατολή» θρησκεύει «ασυνείδητα μάλλον» (19. 20). Δύο κυρίως αποκλίσεις εκ της εννοίας της Ευχαριστίας... με το αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενο της»(19) επισημαίνει ο κ. Ζ.: 1. Ότι η θεία Ευχαριστία απώλεσε την έννοια της κοινωνίας. Λέγει: «Ο βασικός χαρακτήρας της Ευχαριστίας έγκειται στο ότι είναι σύναξη», «πράξη συνάξεως»(21. 20), η οποία, όμως, «δεν υπάρχει πια». «Η Ευχαριστία είναι σύναξη και κοινωνία. Η κοινωνία αύτη,... δεν υπάρχει πια. Την διέλυσεν η ευσεβιστική ατομοκρατία μας»(33). 2. Τί εννοεί, άραγε, ο κ. Ζ. υπό την φράσιν: «ευσεβιστική ατομοκρατία»; -Εννοεί, ότι, ενώ «στην αρχαία Εκκλησία» η θεία Ευχαριστία ήτο «καθαρά και απλά Αναφορά ή Ευχαριστία»(60), και «δεν ήταν θυσία, όπως συνέβαινε στο Μεσαίωνα»(61), «Πολύ γρήγορα έγινε βασικά μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού και ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής»(55) Ακριβώς δε «ο καθαγιασμός των δώρων και ακόμα λιγότερο η ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού», πού «όλες οι αρχαίες Λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους» (60), συνιστά τον λόγον «διαστροφής της εννοίας της Ευχαριστίας». Η θεία Ευχαριστία διεστράφη από απλής Αναφοράς εις θυσίαν, εις «καθαγιασμόν των δώρων». Κατ' αυτόν τον τρόπον έγινε «η Ευχαριστία... μια εκδήλωση ευσεβισμού, ο οποίος την θεωρεί σαν αντικείμενο, σαν πράγμα και σαν μέσο εκδηλώσεως της ευσέβειάς μας η εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας»(19), και όχι ως «κοινωνία». «Ας μη βλέπουμε, λοιπόν, την Ευχαριστία σαν μέσο χάριτος» «ούτε προσκύνηση των τιμίων Δώρων» είναι αποδεκτή «υπό τη μορφή της μονίμου αναγωγής τους σε αντικείμενο ευσέβειας και λατρείας»(20). Ότι ο κ. Ζ. απορρίπτει «τον καθαγιασμόν των τιμίων Δώρων» και τον χαρακτήρα της θείας Ευχαριστίας ως θυσίας, δύναται να συναχθεί και εκ των ακολούθων: 1. Ουδαμού αναφέρεται ρητώς εις τον καθαγιασμόν των τιμίων Δώρων. Εν σ. 60 υπάρχει μία αναφορά του «στην πράξη του Θεού, ο Οποίος στέλνει το Άγιο Πνεύμα, για να μεταβάλλει τα προσφερόμενα Δώρα σε Σώμα και Αίμα Χριστού». Η ορθοδόξου περιεχομένου αναφορά αυτή του κ. Ζ. εις ουδεμίαν συνάφειαν τελεί προς τας αλλάς περί θείας Ευχαριστίας απόψεις του, αλλ' ούτε και προς την ορθόδοξον περί Εκκλησίας και Ευχαριστίας θεολογίαν. Εις την ανωτέρω, μάλιστα, ορθόδοξον αναφοράν του προτάσσει ο κ. Ζ. κάτι το εκπληκτικόν: όχι τον ορθόδοξον ιερέα, όστις προσφέρει τα δώρα προς τον Θεόν, αλλά τον άνθρωπον - Ιερέα, ενδιαφερόμενος ουχί περί της «καινής» εν Ιησού Χριστώ κτίσεως, αλλά «για μια θεολογία της δημιουργίας». Ούτος «επικεντρώνει την προσοχή στην πράξη του ανθρώπου ως Ιερέως της δημιουργίας, καθώς και στην πράξη του Θεού, ο Οποίος στέλνει το Άγιο Πνεύμα..,». Η ανωτέρω δηλ. πρότασις αποτελεί απλήν διατύπωσιν χωρίς ορθόδοξον εκκλησιολογικήν βάσιν. 2. Ο κ. Ζ. συχνάκις ορίζει την θείαν Ευχαριστίαν ως Αναφοράν, επικαλούμενος το: «τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα» (24). Ουδέποτε, όμως, μνημονεύει το συμβαίνον κατά την Ιεράν ταύτην στιγμήν του: «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοί ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά Σου ο Θεός ημών», ήτοι «τον καθαγιασμόν των τιμίων Δώρων», όστις και προσδιορίζει ουσιωδώς την θείαν Ευχαριστίαν: «Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν, και παρακαλούμεν Σε και δεόμεθά και ικετεύομεν: κατάπεμψον τα Πνεύμα Σου το Άγιον εφ' ημάς και επί τα προκείμενα Δώρα ταύτα, και ποίησον τον μεν άρτον τούτον τίμιον Σώμα του Χριστού Σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτο τίμιον Αίμα του Χριστού Σου, μεταβαλών τω Πνεύματί Σου τω Αγίω». Ωμίλησε ποτέ ορθόδοξος θεολόγος περί της θείας Ευχαριστίας χωρίς να αναφερθεί εις τον ουσιώδη τούτον χαρακτήρα Αυτής ως αναίμακτου θυσίας δια του καθαγιασμού των τιμίων Δώρων εις Σώμα και Αίμα Χριστού; 3. Μίαν άλλην, συγκλονιστικήν όντως διαπίστωσιν, αποτελεί και το γεγονός ότι ο κ. Ζ. ουδαμού κάμνει λόγον περί κοινωνίας και μεταλήψεως υπό των εις την θείαν Λειτουργίαν προσερχόμενων πιστών των τιμίων Δώρων, κατά το: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, προσέλθετε», και: «μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Σώμα και Αίμα Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Ο κ. Ζ. παραθεωρεί το γεγονός, ότι οι πιστοί προσέρχονται εις την θείαν Λειτουργίαν δια να μεταλάβουν και λάβουν προς σωτηρίαν των τα τίμια Δώρα, και ουχί δια να προσφέρουν δώρα, και μάλιστα δι' ιδίας πρωτοβουλίας των, τούθ' όπερ επικυρώνει και το ακολουθούν τροπάριον: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβαμεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες. Αυτή γαρ ημάς έσωσεν». Τυγχάνει δε αυτονόητον, διατί ο κ. Ζ. παρασιωπά την υπό των πιστών μετάληψιν των καθηγιασμένων τιμίων Δώρων: διότι, ούτω, μεταβάλλεται «η Ευχαριστία... σε μια εκδήλωση ευσεβισμού, ο οποίος την θεωρεί σαν αντικείμενο, σαν πράγμα και σαν μέσο εκδηλώσεως της ευσέβειάς μας ή εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας»(19). Ο κ. Ζ., εγκλωβισμένος εις τας ερμηνείας της θεολογο-φιλοσοφίας του Υπαρξισμού, κατανοεί όλην την χριστιανικήν αλήθειαν «υπαρξιακώς», αναζητών εις όλα «τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας... το βαθύτερο υπαρξιακό τους νόημα», όπως αναφέρει εις την μελέτην του: «Χριστολογία και ύπαρξη», και καταργών έτσι τας «εστί- προτάσεις» της θείας αποκαλύψεως, -μία θεολογία καινοφανής δι' ένα ορθόδοξον δογματικόν θεολόγον. Ερωτώ, λοιπόν: Κατά την τελετήν καθαγιασμού των τιμίων δώρων συμβαίνει ή όχι αντικειμενική μεταβολή αυτών εις Σώμα και Αίμα Χριστού, ή : συμβαίνει εκείνο, πού Σεις υπονοείτε: «υπαρξιακή», δηλ. μόνον υποκειμενική ψευδαίσθησις και αυταπάτη, κατά το: «τί μου λέγει εμένα», χωρίς όντως και να είναι; Πλέον συγκεκριμένως: Κατά την θείαν Λειτουργίαν της Μεγάλης Πέμπτης, όπου τα τίμια Δώρα καθαγιάζονται εις Σώμα και Αίμα Χριστού, και φυλάσσονται καθ' όλην την διάρκειαν του έτους προς μετάληψιν των βαρέως ασθενούντων πιστών, λαμβάνει ή όχι χώραν πραγματική -αντικειμενική- μεταβολή τούτων εις Σώμα και Αίμα Χριστού; -Δεν υπάρχει, λοιπόν, εδώ προσκύνηση των τιμίων Δώρων; Ισχύει δηλ. αυτό, που γράφετε, ότι «η χριστιανική Ανατολή... ούτε προσκύνηση των τιμίων Δώρων υπό τη μορφή της μονίμου αναγωγής τους σε αντικείμενο ευσέβειας και λατρείας» γνωρίζει; 4. Την θείαν Ευχαριστίαν ορίζει ο κ. Ζ. αποκλειστικώς «ως πράξη συνάξεως» (20). Ερωτώ: Όταν ο Ιερεύς κοινωνεί τον βαρέως ασθενούντα με την θείαν μετάληψιν της Μεγάλης Πέμπτης, συμβαίνει εκεί «πράξη συνάξεως» ή απλώς κοινωνία ενός πιστού υπό του Ιερέως; -Και επειδή δεν λαμβάνει χώραν «πράξη συνάξεως», έχομεν εδώ «εκδήλωση ευσεβισμού, ο οποίος θεωρεί την Ευχαριστία σαν αντικείμενο» ; -Και μία ακόμη, όντως εκπληκτική, διαπίστωσις: Ο κ. Ζ. απορρίπτει την θείαν Ευχαριστίαν «σαν μέσο χάριτος»(20), «ή εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας»(19). Και διευκρινίζει με τρόπον προκλητικόν: μετά την κατά «περιεχόμενο διαστροφην της εννοίας της Ευχαριστίας»(19), «η Ευχαριστία πολύ γρήγορα έγινε βασικά μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού και ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής»(55). Και λοιπόν: δέν είναι η Ευχαριστία «τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού»; -Δεν ισχύει δηλ. το: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του Σταυρού, του Τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως...» της θείας Λειτουργίας; -Δεν είναι «μέσο χάριτος» η θεία Ευχαριστία, δηλ. δεν μεταδίδει θείον Χάριν «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον»; -Δια τί άλλο είναι, αν ουχί δια «την εξυπηρέτησιν της σωτηρίας μας»(19); -Δεν είναι η θεία Ευχαριστία «ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής»(55); Δια ποίον λόγον προσέρχονται τότε οι πιστοί προς μετάληψιν αυτής; Είναι «αντίδωρον» αυτή; Δια ποίον λόγον κοινωνούμεν τους βαρέως ασθενούντας: ουχί δια την σωτηρίαν των, δια την σωτηρίαν της ψυχής των, αφού διά το σώμα ισχύει: «χους ει και εις χουν απελεύσει» μέχρι της κοινής αναστάσεως των νεκρών; Έχει νόημα εν γένη, η θεία Ευχαριστία, εάν απογυμνωθεί εκ των ουσιωδών τούτων περιεχομένων της και καταντήσει απλή αναφορά και ευχαριστία προς τον Θεόν, -τελετουργία προτεσταντικού τύπου, δηλ. απλή «πράξη συνάξεως»(20); Δια της Ευχαριστίας, ως «καθαρά και απλά Αναφοράς ή Ευχαριστίας»(60), λαμβάνει χωράν «συσσωμάτωσις», «συναποθνήσκειν», «συνανίστασθαι» εν Χριστώ Ιησού, όπερ ισχύει δια τους μεταλαμβάνοντας Ορθοδόξους; -Έχει δε, άραγε, «διαστραφεί... η έννοια της Ευχαριστίας»(19) ήδη εις το κείμενον της «Διδαχής» (μεταξύ 40 και 160 μ.Χ.), όταν εκεί αναφέρεται «περί του ποτηριού» και «του κλάσματος»: «Ευχαριστούμεν Σοι, Πάτερ Άγιε,... ότι εχαρίσω ημίν πνευματικήν τροφήν και ποτόν και ζωήν αιώνιον δια του Παιδός Σου»; -Το «πνευματικήν τροφήν και ποτόν» δεν αναφέρεται, άραγε, εις την ψυχήν, ή τί άλλο μπορεί να εννοείται; -Και το: «ζωήν αιώνιον» δεν έχει σχέσιν, λοιπόν, με «την σωτηρίαν μας» (19); 5. Ο κ. Ζ, εκφράζει την απογοήτευσίν του, διότι η κατανόησις της θείας Ευχαριστίας ως «θυσίας» εδίχασε τον χριστιανικόν κόσμον. «Είναι κρίμα πραγματικά, γιατί η θυσία... έδωσε αφορμή για ατέλειωτες αντιθέσεις ανάμεσα στους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες» -διατί όχι και τους Ορθοδόξους;!-, «εμποδίζοντάς τους να φτάσουν σε μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας ακόμα και σήμερα»(61), -αποτέλεσμα της οποίας θα ήτο η «ένωσις» των «εκκλησιών» εις το «κοινόν» ποτήριον. Και πάλιν, λοιπόν, εκ του Μεσαίωνος τα φαύλα! «Όλα, λοιπόν, τα προβλήματα για τα στοιχεία της Ευχαριστίας, για την πραγματική ή όχι παρουσία του Χριστού, transubstatio κ.τ.λ., που απασχόλησαν τόσο έντονα το Μεσαίωνα, απλώς και μόνο μας επανέφεραν στο να θεωρούμε την Ευχαριστία σαν πράγμα, σαν αντικείμενο»(21). Δηλ. το « πώς» της παρουσίας του Χριστού εν τοις «στοιχείοις» του άρτου και του οίνου είναι αδιάφορον ή μάλλον «πρόβλημα του Μεσαίωνος»; -Είναι άνευ σημασίας το ερώτημα, εάν εν τη θεία Ευχαριστία: δεχόμεθα «πραγματικήν ή όχι παρουσίαν του Χριστού», ήτοι: εάν πρόκειται περί «πραγματικής παρουσίας του Χριστού», κατά το: «τούτο εστί το σώμα μου», «τούτο εστί, το αίμα μου», η περί της transubstatio των Λατίνων ή περί της «απλής», συμβολικής, «παρουσίας» του Χριστού, όπως δέχεται ο κόσμος των προτεσταντικών «εκκλησιών»; Και δια ποίους ισχύει το «καρφί»: «θεωρούμε την Ευχαριστία σαν πράγμα, σαν αντικείμενο», αν ουχί δια τους Ορθοδόξους, οι οποίοι κυριολεκτούν, αποδεχόμενοι πραγματικών μεταβολήν των «στοιχείων» του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα Χριστού; Ειδικώς τους Ορθοδόξους εννοείτε, στον μέμφεσθε εκείνους, που θεωρούν την θείοαν Ευχαριστίαν «σαν αντικείμενο, σαν πράγμα και σαν μέσο»(19). Διότι, ποίοι άλλοι εκ των Δυτικών πρεσβεύουν μίαν τόσον ρεαλιστικήν παρουσίαν του Χριστού εις την θείαν Ευχαριστίαν; Δι' όλας τας υπολοίπους χριστιανικάς «εκκλησίας» -ακόμη και δια τους Λατίνους- η παρουσία του Χριστού εις την θείον Ευχαριστίαν είναι έμμεσος ή συμβολική. Άλλα ο «πόνος» του κ, Ζ. είναι ο Οικουμενισμός, εις το «ενωτικόν» έργον του οποίου πασχίζει να συμβάλει και, κατ' ακολουθίαν, να διακριθεί ως «διεθνής» οικουμενική προσωπικότης. Και ιδού, πώς ο κ. Ζ. διευθετεί, εν είδει «λύσεως» του γορδείου δεσμού, «τις ατέλειωτες αντιθέσεις» περί το «μεσαιωνικόν» ερώτημα «για την πραγματική ή όχι παρουσία του Χριστού». Δεν χρειάζεται να ασχολούμεθα με το «πώς» της παρουσίας του Χριστού «στα στοιχεία της Ευχαριστίας», διότι το ερώτημα τούτο εγείρει «ατέλειωτες αντιθέσεις». Αρκεί μόνον το «ότι» της «παρουσίας» του Χριστού. Θα πρέπει απλώς να λέγομεν: «ο ίδιος ο Χριστός, ο όλος Χριστός» -τί δηλ. ο «μισός» θα ήτο;!- είναι παρών εν τη θεία Ευχαριστία, και ότι «μέσα στην Ευχαριστία... βιώνεται το όλο μυστήριο του Χριστού»(21), και όχι το «μισό», βεβαίως! Έτσι, λοιπόν, αυτομάτως (!) λύονται όλα τα προβλήματα περί το ερώτημα «για την πραγματική ή όχι παρουσία του Χριστού», διότι ποία χριστιανική «εκκλησία», τελούσα την δικήν της «Ευχαριστίαν», δεν κηρύσσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι εν τω μέσω της «συνάξεώς» της «παρών», κατά το: «Ου γαρ είσι δυο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί είμι εν μέσω αυτών» (Ματθ. 18, 20); Αυτό εστί ακριβώς Οικουμενισμός: «Ένωσις» εις το «φαινόμενον» ουδέν ερώτημα περί της «ουσίας» της χριστιανικής αληθείας και των υφισταμένων διαφορών. Ερωτήματα του είδους τούτου διαβάλλονται ως «μεσαιωνικά» και «σχολαστικά». Ποία, λοιπόν, χριστιανική «εκκλησία» δεν τελεί «Ευχαριστίαν»; -Ουδεμία. Άρα υπάρχει μία «Ευχαριστία»! Ποία χριστιανική «εκκλησία» δεν «ισχυρίζεται», ότι έχει «την Αλήθεια»(41); -Ουδεμία. Άρα υπάρχει μία «εκκλησία»! Επαναλαμβάνω: Οικουμενισμός είναι «ένωσις» εις το «φαινόμενον» και ουχί εις την «ουσίαν» της χριστιανικής πίστεως. Ερωτήματα περί της «ουσίας» και των διαφορών εν αναφορά προς τα διάφορα δόγματα, θεωρούνται απηρχαιωμένα. Έτσι, λοιπόν, εάν απορριφθεί το ερώτημα περί του «πώς» της παρουσίας του Χριστού εν τη θεία Ευχαριστία, και παραμείνει το «ότι»-φαινόμενον, το γεγονός δηλ. ότι όλαι αι χριστιανικαί «εκκλησίαι» τελούν «Ευχαριστίαν», «φθάνομεν σε μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας»(61) και, ακολούθως, εις την «ένωσιν» επί του ακανθώδους τούτου θέματος. Ο κ. Ζηζιούλας θα πρέπει να θεωρείται ως κορυφαίος δεξιοτέχνης του Οικουμενισμού. Ο ίδιος επαίρεται, ότι είναι ο «εγκέφαλος» «του διαλόγου του αίσχους» με τους Παπικούς, προς «διεξαγωγήν» του οποίου επενοήθησαν, ειδικώς δια τους «ατίθασους» Ορθοδόξους, δύο επονείδιστοι «αρχαί»: να συζητηθούν εις τον «διάλογον» τούτον κατά πρώτον τα «κοινά» θέματα, εκείνα πού μας «ενώνουν», χωρίς συζήτησιν επ' αυτών και των υφισταμένων διαφορών, τα δε διαιρούντα ημάς εις το τέλος του «διαλόγου». Πλην του Λατινο-Ορθοδόξου τούτου «διαλόγου», ουδείς «οικουμενικός» διάλογος διεξήχθη ποτέ με του είδους τούτου τα δεσμά. Το δε χείριστον πάντων: επενοήθη να συντάσσεται εξ αρχής εν ενιαίον και κοινόν κείμενον επί του αυτού θέματος δι' αμφοτέρας τας πλευράς: Ορθοδόξους και Λατίνους ούτως, ώστε οι συμμετέχοντες Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι, αγόμενοι προ «τετελεσμένων», εκαλούντο να προβαίνουν αποκλειστικώς εις αισθητικάς και φραστικάς παρατηρήσεις. Θεολογικός «αρχιτέκτων», λοιπόν, των «κοινών» τούτων κειμένων διετέλεσεν ο κ. Ζ., επαιρόμενος, μάλιστα, δια την συγγραφήν αυτών. Αλλά κ. Ζ. υπάρχουν «κοινά» θέματα και «κοινά» κείμενα με τους ετεροδόξους, εξ επόψεως της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας και εκκλησιολογίας, όταν η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν αναγνωρίζει αληθή εκκλησίαν εκτός Εαυτής; -Σεις λογίζεσθε ως διακεκριμένος εκκλησιολόγος πως συντάσσετε, λοιπόν, «κοινά» λατινο-ορθόδοξα δογματικά κείμενα; -Είναι δυνατή η σύνταξις «κοινού» κειμένου εις την θείαν Ευχαριστίαν π.χ., όταν η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν αναγνωρίζει το έγκυρον των τελουμένων «Μυστηρίων» εκτός του «χώρου» της; -Η σημερινή θεολογία των Λατίνων δεν φέρει την παράδοσιν του Μεσαίωνος και του Σχολαστικισμού, εκ της οποίας καλείτε αδιαλείπτως τους Ορθοδόξους να «αποτοξινωθούν»; -Πώς, λοιπόν, εξηγείται το ότι Σεις «τα βρίσκετε» με τους Λατίνους και την θεολογίαν των; Ή ισχύει εδώ το Παύλειον: «τοις πάσι γέγονα τα πάντα»; Εν κατακλείδι, μία ερώτησις, απευθυνόμενη προς τους Έλληνας λειτουργιολόγους: Ισχύει, άραγε, ο ισχυρισμός του κ. Ζ.: «Όλες οι αρχαίες Λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους τόσο τον καθαγιασμό των δώρων -και ακόμα λιγότερο την ψυχολογική ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού- όσο την "αναφορά" των δώρων του άρτου και του οίνου στο Δημιουργό Πατέρα»(60), και ακόμη ότι: «η ευχαριστία για τη δημιουργία φαίνεται να είναι το μόνο περιεχόμενο του ευχαριστιακού κανόνα, χωρίς να αναφέρεται καθόλου η θυσία του Χριστού»(61) κλπ.; -Η θεία Ευχαριστία της αρχαίας Εκκλησίας δεν οικοδομείται, άραγε, επί των σχετικών προς αυτήν γεγονότων και των μαρτυριών της Καινής Διαθήκης; πηγή : ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΣΧΟΛΙΟ Όπως ξεκαθαρίζει πλέον, όλος ο συρφετός πού διοικεί την εκκλησία σήμερα και συνεργάζεται με το υπουργείο παιδείας δέν έχουν δογματικές διαφορές με την παράδοση : ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΑΘΕΟΙ Δέν θα έπρεπε επίσης να μάς εξηγήση επίσης ο σοφός κ.Ζηζιούλας γιατί στην μυστηριώδη πρώτη εκκλησία με το βάπτισμα και μόνον οι πιστοί εξέφραζαν ο καθένας το χάρισμα τού Αγίου Πνεύματος καί σήμερα Άγιο Πνεύμα δεν υπάρχει ούτε για δείγμα; Είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως ο αγιασμός των δώρων ήταν επιβεβλημένος από τη στιγμή που χάθηκε το Άγιο Πνεύμα; Αμέθυστος ΣΧΟΛΙΟ του κ. Κυπριανού Χριστοδουλίδη Επιτέλους! Να και μια φωνή από τους "εντός" (οι "εκτός" τα φωνάζουν εδώ και χρόνια) που βάζει στα πράγματα στη θέση τους. Αυτά του Ζηζιούλα δεν είναι ούτε ορθόδοξα, ούτε ακόμη και νεο-ορθόδοξα. Τι πάει να πει "νεοορθόδοξα"; Προτιμότερο το "δαιμονιόδοξα" και το "δαιμονιοδοξία" την οποία πιστά υπηρετεί ο Ζηζιούλας και η συντροφία.

ΜΝΗΜΗ Ζ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Μνήμη της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου … Την Κυριακή μετά την 11 Οκτωβρίου , Μνήμη επιτελούμε Των Αγίων Πατέρων της Αγίας και Οικουμενικής εβδόμη...