ΠΕΡΙ ΙΣΟΒΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΕΩΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Α. ΒΑΒΟΥΣΚΟΥ)

 

 

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΜΗΤΡΟΠ. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΜΗΤΡΟΠ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ 11, ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΧΑΡΝΑΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

 

 Α.Π.   211                    ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2017 (ε.η.)

 

 

ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΒΑΒΟΥΣΚΟΥ

ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΩΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

 

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

 

ΠΕΡΙ ΙΣΟΒΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΕΩΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Α. ΒΑΒΟΥΣΚΟΥ)

 

 ΠΡΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Ο κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΤΣΟΥΡΑΣ ΚΑΤΑΘΕΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΔΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ, ΕΡΩΤΗΘΕΙΣ ΕΑΝ Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΙΦΣΚΑΕ) ΗΤΟ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ, ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ ΕΠΙΚΑΛΕΣΘΕΙΣ ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ΟΤΙ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ.... ΚΑΛΟΝ ΟΜΩΣ ΘΑ ΗΤΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗΝ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΝ ΤΟΥ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΒΛΑΧΟΥ, ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕΛΕΤΗΣΕΙ, ΤΗΝ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΝ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΒΑΒΟΥΣΚΟΥ, ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΙΝ ΤΟΥ (ΑΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΗ ΑΥΤΟ) ΔΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΚΤΙΘΕΤΑΙ ΚΑΙ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ: 

 

 Περί ισοβιότητας και παύσεως Επισκόπων Αναστασίου Κ. Βαβούσκου Θεμελιώδεις Αρχές Εκκλησιαστικής Δικονομίας � Η αρχή της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των οργάνων απονομής της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 76-77 και σ. 94-97. Η ισοβιότητα, δηλαδή η εφ' όρου ζωής υποχρέωση κάθε Μητροπολίτη να διαποιμαίνει την Μητρόπολη, που του έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία, προκύπτει από δύο νομοθετικές πηγές. Η μία είναι οι ιεροί κανόνες, οι οποίοι σαφώς προβλέπουν την ισοβιότητα (1), η άλλη είναι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος εμμέσως την αναγνωρίζει, προσδιορίζοντας στις σχετικές διατάξεις του τους λόγους, που κατ' εξαίρεσιν οδηγούν στην απώλεια αυτής (δηλαδή της διαποιμάνσεως της Μητροπόλεως). Αυτό σημαίνει ότι, για όσο διάστημα δεν επέρχεται κάποιος λόγος στερητικός της διαποιμάνσεως της Μητροπόλεως, ο Προκαθήμενος αυτής δεν δύναται να υποστεί οποιαδήποτε μεταβολή, η οποία να επιφέρει περιορισμό ή αφαίρεση της εξουσίας του (2). Κατά τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως λόγοι, οι οποίοι οδηγούν σε στέρηση της διαποιμάνσεως μιας Μητροπόλεως, αναγνωρίζονται η αμετάκλητη καταδίκη του ποιμαίνοντος Μητροπολίτη είτε στην ποινή της εκπτώσεως από τον θρόνο είτε σε ισόβια αργία, η εκούσια παραίτησή του λόγω γήρατος ή ασθενείας, που εμποδίζει την εκτέλεση των καθηκόντων του ή για οποιοδήποτε άλλον σοβαρό λόγο και η υπηρεσιακή ανεπάρκεια (3). Από τους προαναφερθέντες λόγους, η αμετάκλητη καταδίκη και η υπηρεσιακή ανεπάρκεια συνιστούν λόγους στερήσεως της διαποιμάνσεως μιας Μητροπόλεως ανεξάρτητους της θελήσεως του Μητροπολίτη, ενώ η παραίτηση λόγω γήρατος ή για λόγους υγείας εξαρτάται αποκλειστικώς από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο Μητροπολίτη. Ειδικότερα: Πρώτο λόγο � εξαίρεση στην αρχή της ισοβιότητας συνιστά η αμετάκλητη καταδίκη από Εκκλησιαστικό Δκαστήριο του Αρχιεπισκόπου ή οποιουδήποτε εν ενεργεία Μητροπολίτη στην ποινή της εκπτώσεως από τον θρόνο ή της ισόβιας αργίας (4). Από την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως και ένεκα αυτής απόλλυται η διαποίμανση της Μητροπόλεως και αίρεται η ισοβιότητα.. Δεύτερο λόγο � εξαίρεση στην αρχή της ισοβιότητας συνιστά η εκούσια παραίτηση του Μητροπολίτη λόγω γήρατος ή ασθενείας - αιτίες οι οποίες τον εμποδίζουν να εκτελεί τα καθήκοντά του (5) - καθώς και για οποιονδήποτε άλλο σοβαρό λόγο, χωρίς όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση να απαιτείται ως προϋπόθεση η αδυναμία εκπληρώσεως των καθηκόντων του (6). Η άρση της ισοβιότητας δεν επέρχεται αυτοδικαίως με την υποβολή της αιτήσεως παραιτήσεως αλλ' αφού αυτή γίνει δεκτή από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία κατά τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι αρμόδια να κρίνει επί της ουσίας (7). Τούτο σημαίνει ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος δύναται και ν' απορρίψει την αίτηση παραιτήσεως και να μην άρει την ισοβιότητα. Παρά το γεγονός ότι στις σχετικές διατάξεις γίνεται αναφορά μόνο στους Μητροπολίτες και όχι και στον Αρχιεπίσκοπο, σε αντίθεση με την § 1 εδ. α΄ του άρθρου 34, που αφορά στον πρώτο λόγο άρσεως της ισοβιότητας και όπου γίνεται μνεία αμφοτέρων, θα πρέπει για το ενιαίο της ρυθμίσεως να γίνει δεκτό ότι και ο Αρχιεπίσκοπος υπό την ιδιότητα του Μητροπολίτη Αθηνών περιλαμβάνεται στους δικαιούχους να υποβάλλουν την εν λόγω αίτηση παραιτήσεως. Η μη αναφορά του Αρχιεπισκόπου στους δικαιούχους οφείλεται μάλλον σε λάθος εκ παραδρομής και όχι στην βούληση του νομοθέτη να εξαιρεθεί αυτός από τις συγκεκριμένες διατάξεις. Το ίδιο ισχύει και για τον επόμενο λόγο άρσεως της ισοβιότητας, την υπηρεσιακή ανεπάρκεια, όπου επίσης στο κείμενο της σχετικής διατάξεως δεν αναφέρεται ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Τρίτο λόγο � εξαίρεση άρσεως της ισοβιότητας συνιστά η απαλλαγή από τα καθήκοντα λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, μετά από απόφαση ειδικής Επιτροπής που αποτελείται από τον Πρόεδρο του ΣτΕ και δύο Καθηγητές Ιατρικής Σχολής (8). Από πλευράς Κανονικού Δικαίου, η ισοβιότητα κατοχυρώνεται στον κανόνα ΙΣΤ΄ της Πρωτοδευτέρας, ο οποίος ορίζει : «Δια τας φιλονεικίας τε και ταραχάς, τας εν τη του Θεού εκκλησία συμβαινούσας, και τούτο ορίσαι αναγκαίον εστι· το, μηδενί τρόπω επίσκοπον καταστήναι εν τη εκκλησία, ης έτι ο προεστώς ζη και εν τη ιδία συνίσταται τιμή,�» (9). Από το παρατιθέμενο απόσπασμα της πργφ.1, εδ.α΄ του ως άνω κανόνα προκύπτουν τα συστατικά στοιχεία της ισοβιότητας, τα οποία όσο υπάρχουν συνιστούν ανασταλτικό παράγοντα για οποιαδήποτε μεταβολή στο πρόσωπο του Προκαθημένου μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας. ΄Ετσι, εφ' όσον αυτός βρίσκεται εν ζωή και δεν έχει απωλέσει τον ιερατικό βαθμό, τον οποίο κατέχει, δηλαδή αυτόν του επισκόπου (10), αποκλείεται οποιαδήποτε αντικατάσταση του με οποιοδήποτε τρόπο. Οι δύο προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, άλλως, εάν μία εξ αυτών παύσει να ισχύει, δηλαδή είτε επέλθει ο θάνατος του επισκόπου είτε η διά καθαιρέσεως απώλεια του ιερατικού βαθμού, η ισοβιότητα αίρεται και ο θρόνος της συγκεκριμένης επαρχίας, ως τελών υπό καθεστώς χηρείας, πληρούται από νέο επίσκοπο (11). ΄Ετσι, λοιπόν έχουμε καταρχήν τους δύο πρώτους λόγους, οι οποίοι αίρουν την ισοβιότητα, ήτοι ο θάνατος του επισκόπου ή η καθαίρεση του (12). Αυτοί οι δύο λόγοι δεν αποτελούν και τους μοναδικούς, που οδηγούν σε άρση της ισοβιότητας. Υπάρχουν και άλλοι, που επίσης προβλέπονται στον ίδιο κανόνα και οι οποίοι είτε συνάγονται ευθέως είτε εξ αντιδιαστολής και οδηγούν σε παύση. Τέτοιοι λόγοι είναι η εκούσια παραίτηση του επισκόπου από το θρόνο του και η πέραν του εξαμήνου απομάκρυνση του από την επαρχία του. Η εκούσια παραίτηση του επισκόπου, ως λόγος άρσεως της ισοβιότητας, προκύπτει απευθείας από το κείμενο του κανόνα (13). Η αποδοχή από τον κανονικό νομοθέτη της εκουσίας παραιτήσεως, ως λόγου άρσεως της ισοβιότητας, φαίνεται καταρχήν να υποδηλώνει μια ασυνέπεια αυτού, σε σχέση με αυτόν τον ίδιο τον θεσμό της ισοβιότητας. Και τούτο διότι η ισοβιότητα είναι δεδομένη για το Κανονικό Δίκαιο, και κατά συνέπεια δεν νοείται αποδέσμευση του επισκόπου από τον δεσμό αυτό και μάλιστα κατόπιν δικής του επιλογής. Την φαινομενική αυτή αντίφαση εξαλείφει ο Θ. Βαλσαμών στο ερμηνευτικό του σχόλιο υπό τον κανόνα υποστηρίζοντας ότι οι παραιτήσεις επισκόπων θα πρέπει να εγκρίνονται δυσχερώς, και μόνο εάν ο λόγος είναι ανάλογης βαρύτητας με την υποχρέωση διαποιμάνσεως της κληρωθείσης σ' αυτούς επισκοπής (14). Η λύση αυτή περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του κανόνα, του οποίου «το γράμμα» όμως σαφώς επιτρέπει την παραίτηση και μάλιστα την εκούσια, αναγνωρίζοντας μ' αυτό τον τρόπο στους επισκόπους δικαίωμα παραιτήσεως. Πρόκειται συνεπώς για μια ερμηνεία ανάγκης, με σκοπό να αποφευχθεί η οποιαδήποτε κατάχρηση του εν λόγω δικαιώματος, γεγονός το οποίο παραδέχεται και ο ίδιος ο Θ. Βαλσαμών στο προαναφερθέν σχόλιό του. Πέραν των προαναφερθέντων λόγων, ένας άλλος λόγος, ο οποίος αίρει την ισοβιότητα είναι η πέραν του εξαμήνου αναιτιολόγητη απουσία του επισκόπου από την επισκοπή του, εκτός αν αυτή (η απουσία) οφείλεται σε εντολή του ανωτάτου άρχοντα, σε εντολή του οικείου Πατριάρχη ή σε ασθένεια, που προκαλεί ακινησία (15). Εφ' όσον υφίσταται ένας εκ των τριών αυτών λόγων, η απουσία καθίσταται δικαιολογημένη, με αποτέλεσμα να μην αίρεται η ισοβιότητα. Οι τρεις αυτοί λόγοι απαριθμώνται αποκλειστικώς, οπότε δεν υπάρχει δυνατότης διασταλτικής ερμηνείας τους με σκοπό την δι' ερμηνείας προσθήκη και άλλων λόγων, οι οποίοι θα μπορούν να αποτρέψουν μια πιθανή άρση της ισοβιότητας. Πέραν αυτών, δεν θεωρείται απουσία και κατά συνέπεια δεν συζητείται άρση ισοβιότητας η αδυναμία διαποιμάνσεως επισκοπής, η οποία οφείλεται σε λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του ορισθέντος επισκόπου, όπως όταν η επισκοπή τελεί υπό καθεστώς ξένης κατοχής ή οι πιστοί αυτής δεν επιθυμούν τον εκλεγέντα επίσκοπο για ποιμενάρχη τους (16). Επίσης, δεν εξομοιώνεται � κατ' αρχήν � με απουσία η άνευ αιτίας άρνηση αναλήψεως της διαποιμάνσεως μιας επισκοπής. Στην περίπτωση αυτή στον αρνούμενο να αναλάβει επίσκοπο επιβάλλεται η ποινή του αφορισμού, μέχρις ότου αυτός δεχθεί να αναλάβει τα καθήκοντά του ή αποφασίσει εν τω μεταξύ κάτι άλλο η αρμόδια σύνοδος της επαρχίας (17), χωρίς όμως αυτό το χρονικό διάστημα, που μεσολαβεί μεταξύ της επιβολής του αφορισμού και της πιθανής αναλήψεως των καθηκόντων από τον επίσκοπο ή της τυχόν συγκλήσεως της συνόδου και λήψεως αποφάσεως να είναι μικρότερο του εξαμήνου, που προβλέπει ο ΙΣΤ΄ της Πρωτοδευτέρας. Εάν παρέλθει το εξάμηνο και δεν αναλάβει τα καθήκοντά του, τεκμαίρεται το αδικαιολόγητο της απουσίας του κατά τον ΙΣΤ΄ της Πρωτοδευτέρας και αντικαθίσταται από έτερο επίσκοπο κατόπιν συνοδικής αποφάσεως. Συνεπώς, υπό αυτό το πρίσμα, και συμφώνως προς το «γράμμα» της κανονικής διατάξεως του ΙΣΤ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας, δεν νοείται παύση του Επισκόπου, εάν η πέραν του εξαμήνου απουσία του οφείλεται σε ασθένεια, που προκαλεί ακινησία. Και το ερώτημα, που τίθεται, είναι το εξής: Είναι δυνατόν η Εκκλησία μέσω της ως άνω κανονικής διατάξεως να επιθυμούσε την παραμονή στη διοίκηση μιας επαρχίας της Επισκόπου ασθενούς, μη δυναμένου να ασκεί τα καθήκοντά του πέραν του εξαμήνου και για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα; Η απάντηση στο ερώτημα θα είναι αρνητική για τους εξής λόγους: Όπως είναι γνωστό, ο Επίσκοπος συγκεντρώνει στο πρόσωπό του τρεις εξουσίες, την Ιερατική, την Διδακτική και την Διοικητική η οποία διασπάται στην Διοικητική υπό στενή εννοία και στην Δικαστική. Η άσκηση της Ιερατικής Εξουσίας συνεπάγεται για τον Επίσκοπο την τέλεση μυστηρίων και ιεροπραξιών (18). Η άσκηση της Διδακτικής εξουσίας συνεπάγεται για τον Επίσκοπο την υποχρέωση να διδάσκει το ποίμνιό του (19). Τέλος, η άσκηση της διοικητικής εξουσίας συνεπάγεται για τον Επίσκοπο τις υποχρεώσεις: α) ενασχολήσεως του με τις υποθέσεις της Επαρχίας του (20), β) της συμμετοχής του στη σύνοδο της Εκκλησίας του (21) και γ) την άσκηση της δικαστικής εξουσίας του είτε ως μονομελές (22) είτε ως πολυμελές δικαιοδοτικό όργανο (23). Τις εξουσίες αυτές έχει εκ των κανόνων ο Επίσκοπος την αδιαμφισβήτητη υποχρέωση να ασκεί, η μη άσκηση, δε, αυτών συνιστά συμπεριφορά αντικείμενη στους ιερούς κανόνες και προκαλεί την κίνηση των διαδικασιών εκ μέρους της Εκκλησίας προς αποκατάσταση της κανονικότητας, υπό τις προϋποθέσεις του ΙΣΤ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Οικουμενικής συνόδου. Κατά συνέπεια, γίνεται αποδεκτή � και δεν επέρχεται άρση της ισοβιότητας και παύση � η κατά τον ΙΣΤ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας αδυναμία ασκήσεως από τον Επίσκοπο των καθηκόντων του πέραν του εξαμήνου, εφόσον η απουσία οφείλεται σε ασθένεια που προκαλεί ακινησία, εκτός αν η ακινησία αυτή μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου διαπιστωθεί ότι οδηγεί σε μόνιμη και πλήρη αδυναμία ασκήσεως των καθηκόντων (π.χ. αδυναμία τελέσεως μυστηρίων και ιεροπραξιών, διδασκαλίας, συμμετοχής στη σύνοδο) και κατά συνέπεια σε αναίρεση αυτής της ίδιας της βάσεως, πάνω στην οποία εδράζεται ο θεσμός του Επισκόπου. Συμπερασματικώς, οι κανονικές διατάξεις μας παρέχουν τη δυνατότητα εξευρέσεως λύσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον για τη λήψη της σχετικής αποφάσεως προταχθεί των προσωπικών ευαισθησιών το συμφέρον της Εκκλησίας και του ποιμνίου. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ (1) Περί αυτού βλ. αμέσως παρακάτω. (2) Διαφορετικώς είχε ρυθμισθεί το σχετικό ζήτημα υπό την ισχύ του προηγούμενου Καταστατικού Χάρτη (Ν.Δ. 126/1969), ο οποίος με την διάταξη του άρθρου 2 εδ. 2 προέβλεπε την αυτοδίκαιη αποχώρηση τόσον του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος όσον και των λοιπών Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος με την συμπλήρωση του εβδομηκοστού έτους της ηλικίας τους. (3) Στους λόγους αυτούς, οι οποίοι προβλέπονται από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, μπορεί να προστεθεί και η επιλογή του μοναχικού βίου. Έτσι Κ. Βαβούσκος , Εγχειρίδιον Εκκλησιαστικού Δικαίου 5 , εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1989, 302- 303. (4) ΄Αρθρο 34 § 1εδ. α΄ Κ.Χ.Ε.Ε. : «Ο Αρχιεπίσκοπος και πας εν ενεργεία Μητροπολίτης κανονικώς χειροτονηθεὶς και κατασταθεὶς δεν στερείται της Μητροπόλεως αυτού, εί μη κατόπιν αμετακλήτου καταδίκης εις έκπτωσιν απὸ του θρόνου ή εις ισόβιον αργίαν ». (5) A ρθρο 34 § 2 εδ. α΄ Κ.Χ.Ε.Ε.: « Μητροπολίτης μη δυνάμενος να εκτελή τα καθήκοντα αυτού διά νόσον ή γήρας δικαιούται να υποβάλῃ κανονικὴν παραίτησιν ». (6) ΄Αρθρο 34 § 2 εδ. γ' Κ.Χ.Ε.Ε.: « Μητροπολίτης δύναται να παραιτηθή και διὰ πάντα άλλον σοβαρὸν λόγον, ...». (7) ΄Αρθρο 34 § 2 εδ. β' Κ.Χ.Ε.Ε.: « Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως εις την Δ.Ι.Σ., ήτις, αποδεχομένη της παραιτήσεως�, και εδ. γ΄(τέλος):.. λόγον, περὶ του οποίου αποφαίνεται η Δ.Ι.Σ. δι᾿ απολύτου πλειονοψηφίας των παρόντων μελών αυτής ». Πρβλ. και τη διάταξη της § 1 του άρθρου 39 (τέλος). (8) Αρθρο 34 § 3 Κ.Χ.Ε.Ε.: « Μητροπολίτης καταστὰς ανίκανος προς εκπλήρωσιν των καθηκόντων του και μη υποβαλὼν παραίτησιν απαλλάσσεται τούτων κατόπιν αποφάσεως ειδικής Επιτροπής, αποτελουμένης εκ του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ή του νομίμου Αναπληρωτού αυτού, ως Προέδρου και δύο καθηγητών της Ιατρικῆς Σχολής των Πανεπιστημίων της Χώρας ,...». (9) Bλ. το κείμενο του κανόνα σε Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 696 � 697. Βλ. επίσης και τον ΚΓ΄της Αντιοχείας σε Σύνταγμα Ράλλη -Ποτλή, ΙΙΙ, 165-166, καθώς και Μ. Βλάσταρη (Σύνταγμα Ράλλη -Ποτλή, V Ι, 224): «Τα αυτά και ο ιστ΄ της λεγομένης α΄ και β΄ Συνόδου κανών σαφώς διατάττεται, μη χειροτονείσθαι τινα κελεύων εις Εκκλησίαν, ής ο επίσκοπος έτι περιών, ούπω της ιδίας τελείως απεκινήθη τιμής, ει και προς τινων επί εγκλήμασιν ητιάθη, και μικροψυχίας ίσως παραίτησιν εποιήσατο. Στάσεως γαρ και ταραχής αίτιον τούτο γε». Βλ. έτσι και Πηδάλιον, 359. (10) Ετσι ερμηνεύει ο Ι. Ζωναράς τον όρο «τιμή» στο σχόλιό του υπό τον εν λόγω κανόνα (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 697): «Διά ταύτα τοίνυν η σύνοδος ώρισε, μη χειροτονείσθαι επίσκοπον εν εκκλησία, ής ο επίσκοπος ζη, και ουκ απεκινήθη της ιδίας τιμής, ήγουν της επισκοπικής αξίας�». Η ίδια άποψις διατυπώνεται και στο Πηδάλιον, 359: «Διορίζει ο παρών κανών, ότι να μην χειροτονήται Επίσκοπος εις επαρχίαν, της οποίας ο Επίσκοπος ακόμη ζη, και εις την Αρχιερατικήν αξίαν ακόμη ευρίσκεται. Η απώλεια αυτή επέρχεται διά της ποινής της καθαιρέσεως, οπότε εμμέσως προσδιορίζεται από τον ερμηνευτή και η ποινή, που, αν επιβληθεί, επιφέρει άρση της ισοβιότητος. Βλ. επίσης και το ερμηνευτικό σχόλιο του Α. Αριστηνού υπό τον αυτό κανόνα (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 701), ο οποίος σαφώς αναφέρεται στην ποινή της καθαιρέσεως: «Κατά μηδένα τρόπον επιβαινέτω τις επισκοπής, ης ο προεστώς έτι ζη. Δει γάρ την αιτίαν πρότερον ζητείσθαι του μέλλοντος εκδιώκεσθαι, και μετά καθαίρεσιν έτερον προβιβάζεσθαι», όπως και ο Μ. Βλάσταρης (Σύνταγμα Ράλλη -Ποτλή, VI , 224): «�και ει κατά λόγον η παραίτησις εγεγόνει, ή κανονικώς διά τα εγκλήματα καθηρέθη, τηνικαύτα έτερον εις την επισκοπήν προχειρίζεσθαι». Πρβλ. και την άποψη του Θ. Βαλσαμώνος (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 698). (11) Βλ. την Μ΄ κανονική διάταξη του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, σε Μ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, Τ. Α΄, Κωνσταντινούπολις 1888-1889, 113επ., που αφορά στην εκλογή του αντικαταστάτη του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Δωσιθέου, η οποία έγινε μετά το θάνατο αυτού, αν και αυτός ζήτησε την αντικατάστασή του ενώ βρισκόταν εν ζωή. (12) Χαρακτηριστικό είναι το κάτωθι του κανόνος ερμηνευτικό σχόλιο του Ι. Ζωναρά (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 697), ο οποίος εκθέτοντας το δικαιολογητικό λόγο της ψηφίσεως της συγκεκριμένης διατάξεως σημειώνει: «Τινές, ως έοικε, πάλαι, ή αιτιαμάτων απλώς λαληθέντων κατ' επισκόπων, ή παραιτήσεων παρ' αυτών δοθεισών, προ του τα αιτιάματα εξετασθήναι, ή τας αιτίας σκοπηθήναι των παραιτήσεων, ετέρους εις τας εκκλησίας των αιτιασθέντων, ή παραιτησαμένων, εχειροτόνουν, όπερ στάσεις και θορύβους ενεποίει ταις εκκλησίαις. Διά ταύτα τοίνυν ή σύνοδος ώρισε, μη χεριοτονείσθαι επίσκοπον εν εκκλησία ης ο επίσκοπος ζη, και ουκ απεκινήθη της ιδίας τιμής, ήγουν της επισκοπικής αξίας». Βλ. επίσης για το ίδιο θέμα και το ερμηνευτικό σχετικό σχόλιο του Θ. Βαλσαμώνος υπό τον αυτό κανόνα (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 698). (13) Βλ. σχετ. τον κανόνα ΙΣΤ΄ της Πρωτοδευτέρας, πργφ.1, εδ.α΄(τέλος) (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 696): «.το, μηδενί τρόπω επίσκοπον καταστήναι εν τη εκκλησία, ης έτι ο προεστώς ζη και εν τη ιδία συνίσταται τιμή, ειμή αυτός εκών την επισκοπήν παραιτήσεται�». Βλ. σχετ. και Μ. Βλάσταρη, 224, ο οποίος δεν περιλαμβάνει στην κατά τον ως άνω κανόνα έννοια της παραιτήσεως την παραίτηση, που οφείλεται σε μικροψυχία, δηλαδή δεν είναι έχει αποφασισθεί με ώριμη σκέψη. Βλ. επίσης και το αναλυτικό ερμηνευτικό σχόλιο του ιδίου, 282 � 284. (14) Βλ. το σχετικό σχόλιο σε Σύναγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 699 � 700: «�εί γάρ δοθή απολυπραγμονήτως παραιτήσεις επισκόπων δέχεσθαι, πλείους των επισκόπων οι αποεπίσκοποι έσονται, διά την των πραγμάτων ανωμαλίαν, όπερ προς μεγάλην ύβριν αφορά της εκκλησιαστικής ευταξίας. Και διά του επιλέξασθαι διαγωγήν μοναδικήν, καθώς και ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος εποίησε, και περί τοιούτων παραιτήσεων λέγει τον κανόνα τούτον διαλαμβάνειν, συντίθεμαι και αυτός». Πρβλ. και την επιστολή της Γ΄ Οικουμενικής συνόδου προς την σύνοδο της Παμφυλίας (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή , ΙΙ, 206επ.), καθώς και τα κάτωθι αυτής ερμηνευτικά σχόλια των Ι. Ζωναρά, Θ. Βαλσαμώνος και Α. Αριστηνού (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 208 � 213, 213 � 215 και 215 αντιστοίχως). (15) Βλ. σχετ. την πργφ. 3 του αυτού ΙΣΤ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας συνόδου: «Ει δε τις των επισκόπων, εν τη ιδία συνιστάμενος τιμή, μήτε παραιτείσθαι βούλοιτο, μήτε τον οικείον εθέλοι ποιμαίνειν λαόν, αλλά της οικείας αποστάς επισκοπής υπέρ το εξάμηνον εν ετέρω διατρίβοι τόπω, μήτε βασιλικώ προστάγματι κατεχόμενος, μήτε ταις του οικείου πατριάρχου λειτουργίαις υπηρετούμενος, μήτε μην υπό νόσου χαλεπής τε και ακινησίαν εμποιούσης παντελή συνεχόμενος, ο τοιούτος ουν, ��, της του επισκόπου τιμής τε και αξίας αλλοτριωθήσεται». Βλ. και Μ. Βλάσταρη, (Σύνταγμα Ράλλη -Ποτλή, V Ι, 81, 225). Bλ. επίσης και Πηδάλιον, 359. (16) Βλ. σχετ. τον ΛΖ΄ της Πενθέκτης (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 388): «Επειδή κατά διαφόρους καιρούς βαρβαρικαί γεγόνασιν έφοδοι, και πλείσται πόλεις εντεύθεν υποχείριοι τοις ανόμοις κατέστησαν, ως εντεύθεν μη δυνηθήναι τον της τοιαύτης πόλεως πρόεδρον, μετά την επ αὐτῷ χειροτονίαν, τον οικείον θρόνον καταλαβείν, και εν αυτώ ιερατική καταστάσει ενιδρυθήναι, και ούτω κατά το κρατήσαν έθος τας χειροτονίας, και πάντα, α τω επισκόπω ανήκει, πράττειν τε και μεταχειρίζεσθαι·�». Βλ. επίσης με το ίδιο περιεχόμενο και τον ΙΗ΄ της Αντιοχείας (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙΙ, 159): «Ει τις επίσκοπος χειροτονηθείς εις παροικίαν, μη απέλθη εις ην εχειροτονήθη, ου παρά την εαυτού αιτίαν, αλλ᾽ ήτοι δια την του λαού παραίτησιν, η δι᾽ ετέραν αιτίαν ουκ εξ αυτού γενομένην, τούτον μετέχειν της τιμής και της λειτουργίας,�», καθώς και τον ΙΖ΄ της Σαρδικής (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙΙ, 273): «Όσιος επίσκοπος είπεν· Υποβάλλοντος και του αδελφού ημών Ολυμπίου, και τούτο ήρεσεν, ίνα, ει τις επίσκοπος βίαν υπομείνας αδίκως εκβληθείη, η δια την επιστήμην, η δια την ομολογίαν της καθολικής εκκλησίας, η δια την της αληθείας εκδικίαν, και φεύγων τον κίνδυνον, αθώος και καθωσιωμένος ων, εις ετέραν έλθοι πόλιν, μη κωλυέσθω εκεί επί τοσούτον διάγειν, έως αν επανέλθη, η της ύβρεως της γεγενημένης αυτώ απαλλαγήν ευρέσθαι δυνηθή·�». (17) Βλ. σχετ. τον κανόνα ΙΖ΄ της Αντιοχείας (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙΙ, 158): «Ει τις επίσκοπος χειροθεσίαν επισκόπου λαβών, και ορισθείς προεστάναι λαού, μη καταδέξοιτο την λειτουργίαν, μηδέ πείθοιτο απιέναι εις την εγχειρισθείσαν αυτώ εκκλησίαν, τούτον είναι ακοινώνητον, έως αν αναγκασθείς κατεδέξοιτο, η ορίσοι τι περί αυτού η τελεία σύνοδος των κατά την επαρχίαν επισκόπων», καθώς και τα σύμφωνα ερμηνευτικά σχόλια των Ι. Ζωναρά, Θ. Βαλσαμώνος και Α. Αριστηνού (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙΙ, 158). Έτσι και Πηδάλιον, 415. (18) Βλ. σχετικώς περί χειροτονίας Α΄ και Β΄ των Αποστόλων (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 1 και 4 αντιστοίχως ), περί βαπτίσματος ΜΖ΄ Αποστόλων (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 62), περί χρίσματος ΣΤ΄ και Ζ΄ της Καρθαγένης (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙΙ, 309 και 313). (19) Βλ. σχετικώς ΝΗ΄ Αποστόλων (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 75). (20) Βλ. ΛΔ΄ των Αποστόλων (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 45). (21) Βλ. ΙΘ΄ της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 265), Η΄ της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 324-325). (22) Βλ. Η΄ και Θ΄ της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 234 και 237αντιστοίχως). (23) Βλ. ΣΤ΄ της Β΄ Οικουμενικής συνόδου (Σύνταγμα Ράλλη � Ποτλή, ΙΙ, 180-181).

 

Διά τον «Αντιαιρετικόν Αγωνα Γνησιων Ορθοδόξων»

της Ιεράς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας και Λαυρεωτικής

 

Ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης

+ Ο Μητροπολίτης ΓΟΧ Μεσογαίας

και Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

Ο ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

 

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ - ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 2025 ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

 του Χαράλαμπου Βουρουτζίδη


Τό κέντρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐφθάρη!
Ἄρχοντες παράνομοι κατά τῆς Ὀρθοδοξίας πονηρά βουλεύονται.
Βάπτεται κάλαμος ἀποφάσεως παρά κριτῶν ἀδίκων

Μέ πρόσχημα τή συμπλήρωση 1700 χρόνων ἀπό τή σύγκληση τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στή Νίκαια ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος μελετᾶ καί βουλεύεται τήν παράδοση τῶν Πατρίων καί τόν συνεορτασμό τοῦ Πάσχα μέ τούς αἱρετικούς Παπικούς στά πλαίσια τοῦ «βιωμένου Οἰκουμενισμοῦ»!

Ἡ προοπτική «ἑνώσεως» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Λατίνους ὑπῆρξε ὁ μύχιος πόθος πολλῶν Προκαθημένων «ἐκ τῶν ἀσθενῶν τῇ γνώμῃ καί τῇ πίστει χλιαρῶν» στήν Πατριαρχική ἕδρα τῆς Βασιλεύουσας τῶν Πόλεων. Πατριάρχες μέ πάσχουσα τήν προσήλωσή τους στό Ὀρθόδοξο Δόγμα, καθώς ἐπηρεάστηκαν ἀπό τίς λατινικές ἢ προτεσταντικές κακοδοξίες, ὡς ἐξέχοντα μέλη Μασονικῶν Στοῶν πρωτοστάτησαν στήν ἐκκλησιαστική κακοένωση Ἀνατολῆς καί Δύσης.

Πατριάρχες καί Μητροπολίτες πού, ἀντί νά προστατεύουν τό λογικό ποίμνιο τοῦ Κυρίου κατά τήν προτροπή καί τό λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τήν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος», ἀναζήτησαν καί ἐφευρίσκουν τρόπους διαφθορᾶς καί ἀπώλειας τοῦ ἁγίου Ἀμπελῶνος μέ τή δημιουργία καί διεύρυνση νεώτερων καί παλαιῶν ρηγμάτων στή μάντρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ρῆγμα παλαιό, πληγή πού οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κατάφεραν καί θεραπεύσουν, ὑπῆρξε ὁ χρόνος ἑορτασμοῦ τῆς ἡμέρας πού «Χριστός ὁ Θεός, ἐκ θανάτου πρός ζωήν καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν, ἡμᾶς διεβίβασεν».

Ὅσοι ἐκκλησιαστικοί ταγοί ἐκπίπτουν τοῦ φωτός καί τό σκότος ἐνδύονται αὐτό τό ρῆγμα ἀνασκάπτουν, αὐτό τό θεραπευμένο ἕλκος ἐπιχειροῦν νά καταστήσουν πυορροοῦσα πληγή. Πατριάρχες καί ἐπίσκοποι πού ἐδουλώθηκαν αἰσχρῶς στό θέλημα καί στό πνεῦμα «τοῦ παρόντος αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος» ἔγιναν διαπρύσιοι κήρυκες τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μέ περίσσια θράσους μερικοί καινοτομοῦν, καί ἄλλοι, ὡς διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὑποκρίνονται τούς «ὑπερασπιστές» τοῦ ἀκηράτου καί ἀρχαιοπαραδότου φρονήματος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι «λύκοι βαρεῖς μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου».

Μέ πρόσχημα τά ἀφόρητα δεινά πού προέκυψαν στήν ἀνθρωπότητα ἀπό τόν Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο ὁ μασόνος καί ὑπερασπιστής τῶν προτεσταντικῶν θεολογικῶν κακοδοξιῶν τοποτηρητής τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μητροπολίτης Προύσης Δωρόθεος πρότεινε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1919 κατά τό πρότυπο τῆς «Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν» τή δημιουργία τῆς «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν», πού εἶναι ὁ πρόδρομος καί ἡ φύτρα τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. «…Τό βαρυσήμαντον ἄγγελμα… ἑνώσεως τῶν διαφόρων χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν πρός σχηματισμόν “Κοινωνίας Ἐκκλησιῶν” πρέπει [δήλωσε ἐν Συνόδῳ ὁ Προύσης Δωρόθεος] νά προέλθῃ [ὅπως καί κάθε κακοδοξία καί κακοπραξία τά νεότερα χρόνια] ἐκ τῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως»! Ἡ σύμπηξη «τοιαύτης τινός τουλάχιστον τό κατ᾽ ἀρχάς συναφείας καί κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν … οὐκ ἀποκλείεται ὑπό τῶν ὑφισταμένων μεταξύ αὐτῶν δογματικῶν διαφορῶν [ἐνῶ πέραν τῆς ἀντιμετωπίσεως πρακτικῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων θά εἶναι χρήσιμη εἰς τήν] διευκόλυνσιν τῆς πλήρους ποτέ, σύν Θεῷ, καί εὐλογημένης ἑνώσεως»! δήλωσε ὁ μασόνος τοποτηρητής τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μητροπολίτης Δωρόθεος.

Ἀπό τό 1582, πού ὁ Ρώμης Γρηγόριος ΙΓ´ καθιέρωσε τό ὁμώνυμο ἡμερολόγιο προτρέποντας τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμία Β´, τόν ἐπιλεγόμενο Τρανό, νά τό ἀποδεχθεῖ, ὑπῆρξαν Μητροπολίτες ὅπως ὁ Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβῆρος πού συνέστησαν στή Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τήν ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου, ἀδιαφορώντας γιά τίς ἐπιπτώσεις πού θά προέκυπταν ἀπό τήν κραυγαλέα παράβαση τοῦ 7ου Κανόνα τῶν Ἀποστόλων, τοῦ 1ου Κανόνα τῆς Συνόδου τῆς Ἀντιόχειας καί τήν ἀγνόηση Διατάξεως τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στή δογματική καί ἐκκλησιολογική βάση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀπορρίπτοντας τήν παπική πρόταση υἱοθέτησης τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, πού ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β´ ὁ Τρανός ὀνόμασε «παγκόσμιον σκάνδαλον», ἔγραφε σέ συνοδική ἐπιστολή τῆς 20ῆς Νοεμβρίου τοῦ 1583: «Ἡ μέν Ἐκκλησία ἡμῶν διακρατεῖ τά παραδοθέντα αὐτῇ…Τό σεβάσμιον τοίνυν Πάσχα, ἐν ᾧ τό κεφάλαιον τῆς περί ἡμᾶς τοῦ Κυρίου οἰκονομίας ἐξείργασται, παρά τοῦ τε θείου Κλήμεντος διετάγη, καί παρά τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου καλῶς ἐθεωρήθη, κανόνιον τε ἄριστα συνετέθη αὐτοῖς αἰώνιον… Οὐ γάρ ὑπέρτεροι κανόνων ἡμεῖς, δι᾽ ὅ πολλοί τῆς εὐθείας ἐξετράπησαν… Σύμπας τῶν Ἁγίων Πατέρων χορός σκοπόν ἔχει περί τούτου, οὐχί περί θεωρημάτων μαθηματικῶν, ἀλλά περί Χριστοῦ μαθημάτων, τοῦ μή συνεορτάσαι τοῖς Ἰουδαίοις». Ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως τό 1593 ὑπό τήν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμία Β´ καί παρουσίᾳ τῶν Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας Μελέτιου Πηγᾶ καί τοῦ Ἱεροσολύμων Σωφρονίου ὅρισε ὅτι: «Ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς Πατράσι διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου Σωτηρίου Πάσχα ἔχειν… Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς Ἐκκλησίας Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος… ἰδιάζειν καί μετά τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τό Πάσχα, τοῦτον ἡ Ἁγία Σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς Ἐκκλησίας»!

Ἀπό τήν ἀπόρριψη τοῦ παπικοῦ ἡμερολογίου ὑπό τῆς Συνόδου τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἐπί Ἱερεμία Β´ πέρασε χρόνος μεγαλύτερος τῶν τεσσάρων αἰώνων, γιά νά βρεθεῖ στό θρόνο τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου ὁ μασόνος Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ´, ὁ φέρων τήν ἐπωνυμία «Μεγαλοπρεπής», πού μέ Πατριαρχική καί Συνοδική ἐπιστολή του στίς 12 Ἰουνίου τοῦ 1902 πρός τίς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ζήτησε κατ᾽ ἀρχάς Συνοδική γνώμη γιά τό ἐάν ἀποδέχονται τούς Παλαιοκαθολικούς σέ πλήρη ἕνωση μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅμως, στήν ἐπιστολή αὐτή ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ´ «πρός ἀγλαωτέραν καί δαψιλεστέραν θρησκευτικήν καρποφορίαν!» βάζει δόλια καί πονηρά ἐρωτήματα «περί κοινοῦ ἑορτολογίου… ἀποδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ… καί περί τῆς κατ᾽ ἀναγκαίαν ἀκολουθίαν μεταστάσεως τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου… ὡς εὐοίωνον ἀπαρχήν τῆς ἐλπιζομένης καί ποθητῆς παγκοσμίου χριστιανικῆς ἑνότητος».

Ἡ ἀρνητική ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀπάντηση στό ἐρώτημα περί ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου πού ἔθετε ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική ἐπιστολή τοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ´ ὑποχρέωσε τόν μασόνο Πατριάρχη νά δηλώσει μέ ἐπιστολή του πρός τούς προκαθημένους τῶν Ἐκκλησιῶν πώς: «Περί δέ τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς ἡμερολογίου τοιαύτην ἔχομεν γνώμην· αἰδέσιμον εἶναι καί ἔμπεδον τό ἀπό αἰώνων μέν ἤδη καθωρισμένον, κεκυρωμένον δέ τῇ διηνεκεῖ τῆς Ἐκκλησίας πράξει Πασχάλιον, καθ᾽ ὅ τήν Λαμπροφόρον τοῦ Κυρίου Ἀνάστασιν ἑορτάζειν δεδιδάγμεθα τῇ πρώτῃ Κυριακῇ τῇ μετά τήν πανσέληνον τῆς ἑαρινῆς ἰσημερίας, ἤ συμπιπτούσῃ ἤ μεθεπομένῃ, ὡς οὐκ ἐξόν περί τοῦτο καινοτομῆσαι· τό δέ παραφυλάσσοντας τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον καί ἑορτολόγιον ἡμῶν ἀμετακίνητον, ὑπερπηδῆσαι μόνον 13 ἡμέρας, ὥστε συμπίπτειν τάς μηνολογίας ἡμῶν τε καί τῶν τῷ ἑτέρῳ ἡμερολογίῳ κατακολουθούντων ἀνόητον καί ἄσκοπον εἶναι, τῆς μέν παραλείψεως τοσούτων ἡμερῶν ὑπ᾽ οὐδενός ἐπιβαλλομένης λόγου, οὔτε ἐκκλησιαστικοῦ οὔτε ἐπιστημονικοῦ… Ἀλλά καί τό μεταρρυθμίσαι τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον, ὡς δῆθεν ἐπιστημονικῶς ἀνακριβές καί τό μέσον πολιτικόν ἔτος καταστῆσαι οὕτω συμφωνότερον τῷ τροπικῷ, πρόωρον, τό γε νῦν, καί ὅλως περιττόν ἡγούμεθα· ἡμεῖς τε γάρ οὐδαμῶς ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως ὑποχρεούμεθα μεταλλάττειν ἡμερολόγιον…». Ὀκτώ χρόνια ἀργότερα καί, παρά τήν ἀρνητική ἀπόφαση ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου ἀπό τήν ἐνδημοῦσα Σύνοδο τοῦ 1593 καί τή σαφέστατη δήλωση τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωακείμ Γ´ πρός τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὅτι «οὐδαμῶς ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως ὑποχρεούμεθα μεταλλάττειν ἡμερολόγιον», ὁ μασόνος καί τοποτηρητής τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μητροπολίτης Προύσης Δωρόθεος σέ Διάγγελμα τόν Ἰανουάριο τοῦ 1920 «πρός τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» κάνει σαφέστατη τήν πρόθεση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως: «διά τῆς παραδοχῆς ἑνιαίου ἡμερολογίου πρός ταυτόχρονον ἑορτασμόν τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπό πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν»!

Στήν Ἑλλάδα ὁ περιβόητος μασόνος Ἀρχιεπίσκοπος Μελέτιος Μεταξάκης ὑποστηρίζει ὅτι «τό μόνον πρόσκομμα, ὅπερ παρουσιάζεται εἰς τό ζήτημα [ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου] εἶναι ἡ διάταξις τοῦ σχετικοῦ Ἀποστολικοῦ Κανόνος μή τελεῖν μετά Ἰουδαίων τό Πάσχα καί μή πρό τῆς ἑαρινῆς ἰσημερίας μετά Ἰουδαίων», ζήτημα πάντως, κατά τή γνωμάτευση «εἰδικῆς» ἐπιτροπῆς πού συνέστησε, τό ὁποῖο «δέν προσκρούει σέ δογματικούς καί κανονικούς λόγους»! Τόν πολυσυζητημένο γιά τά ἔργα καί τίς ἡμέρες του μασόνο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Μελέτιο Μεταξάκη διαδέχθηκε ὁ ἐκλεγμένος ἀπό ἀριστίνδην Σύνοδο καί μοιχεπιβάτης στήν Ἀρχιεπισκοπή μασόνος καθηγητής Πανεπιστημίου Χρυσόστομος Α´ Παπαδόπουλος, πού κατά τήν ἐνθρόνισή του ὑποστήριξε: «Ζητοῦντες δέ τήν ἕνωσιν τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν καί χριστιανικῶν κοινοτήτων μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέον, πρό παντός νά ἐπιδιώξωμεν τήν πραγματικήν ἑνότητα καί ἀδιάλειπτον ἐπικοινωνίαν καί συναντίληψιν τῶν δογματικῶς συνηνωμένων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν (καί στή συνέχεια γιά τήν) συνεργασίαν καί ἀλληλεγγύην (μετά τῶν ἑτεροδόξων)δέν εἶναι ἀναγκαία ἡ δυσεπίτευκτος, δυστυχῶς, δογματική ἕνωσις, διότι ἀρκεῖ ἡ ἕνωσις τῆς ἀγάπης τῆς χριστιανικῆς, ἥτις, ἄλλως τε, δύναται νά προλειάνη τήν ὁδόν πρός τήν τελείαν ἕνωσιν τήν πρός τό πνεῦμα τοῦ χριστιανισμοῦ ἀνταποκρινομένην». Ὁ Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Α´ Παπαδόπουλος, πού, ὡς καθηγητής, «ἀπεφάνθη ὅτι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἡμερολογίου ἐν γένει δέν προσκρούει οὔτε εἰς δογματικούς οὔτε εἰς τούς κανονικούς λόγους…!» πρότεινε, χωρίς καμία συνεννόηση μέ τίς ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τήν προσθήκη 13 ἡμερῶν στό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο ἀντιγράφοντας πρόταση τοῦ Μητροπολίτη Βιζύης Ἀνθίμου σέ ἐπιτροπή τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Ὅπως τό 1204 τήν «πύλη τῆς Γυρολίμνης» στήν Κωνσταντινούπολη ἀνέλαβε νά ἀνοίξει στούς Λατίνους ὁ προδότης αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Δ´, μετά ἀπό ἑπτά αἰῶνες ἄνοιξαν καί πάλι στούς «προπομπούς τοῦ Ἀντιχρίστου» τίς Πύλες τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως οἱ μασόνοι Πατριάρχες Μελέτιος Δ´ ὁ Μεταξάκης καί, ὁ πρωτοστάτης τῆς παναίρεσης τοῦ ἐκκλησιομάχου οἰκουμενισμοῦ Ἀθηναγόρας ὁ Α´ ἐνῶ, ὁ «Μέγας τῆς Οἰκουμένης καί Ἄκρος Ἀρχιερεύς»!!!, ὁ «πρῶτος ἄνευ ἴσων»!, Βαρθολομαῖος Ἀρχοντώνης τίς κρατᾶ ὀρθάνοικτες. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πυρπολεῖται ἀπό τούς «ὑπερασπιστές» της! πού κανοναρχοῦνται «ἀπό σοφίας ἐπιγείου, ψυχικῆς καί δαιμονιώδους». Ἡ ἕνωση τῶν «Ἐκκλησιῶν» εἶναι ἡ δαιμονιώδης ἀποστολή τους. Στόχος τῶν διαιρετῶν, τῶν ἐμπρηστῶν, τῶν ληστῶν τῆς ἁμαρτίας ἡ παράδοση τῆς φιλτάτης Ὀρθοδοξίας, τό δόσιμο «τῶν ἁγίων τοῖς κυσί».

Ὁ ἀπό Ἀθηνῶν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μασόνος Μελέτιος ὁ Δ´ «ἱκανοποιώντας ἁμαρτωλές θελήσεις καί ἰδιοτελεῖς ἐπιθυμίες ἀλλόδοξων ἐκκλησιῶν καί μυστικῶν ἑταιρειῶν» ὀργάνωσε στή Βασιλεύουσα τό Μάϊο-Ἰούνιο τοῦ 1923 «Πανορθόδοξον Συνέδριον», στό ὁποῖο ἔστειλαν ἀντιπροσώπους μόνον οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ρωσίας, Ρουμανίας, Κύπρου καί Ἑλλάδος!

Τό χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως τήν 1η Ἰουνίου τοῦ 1923 ἔδιωξε κακήν κακῶς τόν «θλιβερᾶς μνήμης» πατριάρχη Μελέτιο Δ´ Μεταξάκη, ὅμως ἡ ζημιά στήν Ἐκκλησία ἀπό τίς ἀποφάσεις τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου», σῶμα ἀντικανονικό, χωρίς καμία αὐθεντία στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶχε προκληθεῖ.

Τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων, ὅπως καί οἱ σλαβόφωνες Ἐκκλησίες ἀπέρριψαν «τάς ἀποφάσεις (τοῦ παρανόμου «Πανορθοδόξου Συνεδρίου») συλλήβδην πάσας», ἐνῶ τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως «ἀπεδέξατο καί ἐνέκρινεν ὡς ἔχουσιν πάσας τάς ἀποφάσεις τοῦ Π.Σ.» πού, σήμερα, ὁ π. Βαρθολομαῖος ἔχει ὡς χρυσό ὁδηγό του γιά τό οἰκουμενιστικό του ἔργο. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπό τίς ἀποφάσεις τοῦ Π.Σ. δέχθηκε μόνο τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, διότι τό «Πανορθόδοξο Συνέδριο», ὡς μή ὄφειλε, «ἀποφάσισε» γιά μιά σειρά ἀπό σοβαρότατα θέματα, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ δεύτερος γάμος τῶν κληρικῶν, ἡ προτεραιότητα τῶν μυστηρίων γάμου καί ἱερωσύνης καί, μεταξύ ἄλλων, ὁ ἑορτασμός τῆς 1600ης ἐπετηρίδος τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τό 1925. Τώρα ἑκατό χρόνια ἀργότερα, τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἑτοιμάζεται νά γιορτάσει μέ κοινό ἑορτασμό τό Πάσχα τοῦ 2025 μέ τούς Παπικούς!

Τό μασόνο Μελέτιο Δ´ Μεταξάκη διαδέχθηκε στόν Οἰκουμενικό Θρόνο ὁ Γρηγόριος Ζ´ Ζερβουδάκης πού ἀποδέχθηκε τό Γρηγοριανό ἡμερολόγιο καί μετά ἀπό αὐτόν ἄλλοι πέντε Πατριάρχες πού, πάντως, ἐξ αἰτίας τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου δέν προώθησαν μέ ἐνθουσιασμό τά σχέδια τῶν οἰκουμενιστῶν, γι᾽ αὐτό καί οἱ Ἀμερικανοί προκάλεσαν, ὅταν ὁμαλοποιήθηκαν μετά τόν μεγάλο Πόλεμο οἱ συνθῆκες, τήν παραίτηση τοῦ Πατριάρχη Μαξίμου Ε´ ἀνεβάζοντας στόν Οἰκουμενικό θρόνο τόν περιώνυμο μασόνο Ἀθηναγόρα Α´, πού ὑπῆρξε περισσότερο μεθοδικός στήν ἐπιβολή τοῦ κακοῦ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό τούς μασόνους προκατόχους του, ἀλλά ὄχι στό βαθμό πού διαπρέπουν οἱ διάδοχοί του. Ὁ μασόνος π. Ἀθηναγόρας, διπρόσωπος καί πλάνος, ἐνῶ στίς ὁδηγίες τῆς Ὀρθοδόξου ἀντιπροσωπείας στό Π.Σ.Ε. στήν Λούνδη τό 1952 ὅριζε νά μήν «ἀναμιχθῆ εἰς δογματικάς συζητήσεις», διότι «ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ αἱ ἀτομικαί θεολογικαί γνῶμαι δέν ἔχουν ἀφ᾽ ἑαυτῶν καμμίαν ἀπολύτως ἀξίαν. (Ἀφοῦ) μόνον ἡ ὅλη Ἐκκλησία, Κλῆρος καί λαός, καί πρό παντός ἡ Ἱεραρχία αὐτῆς, τό σύνολον τῶν ἐπισκόπων αὐτῆς, ἐκφραζομένων οὐχί ἀτομικῶς ἀλλ᾽ ἐν ἱεραῖς Συνόδοις ὑπό τήν ἐπιστασίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐκφράζει καί διατυποῖ τήν διδασκαλίαν τῆς πίστεως αὐτῆς», στήν πράξη, ὡς συνεργός τοῦ δαίμονα τῆς κακίας, ὡς διδάσκαλος τῆς πονηρίας, ὡς κενόδοξος υἱός τῆς ἀπειθείας μόνος αὐτός, χωρίς τή γνώμη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, προέβη αὐθαίρετα στήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων μέ τόν πάπα Παῦλο Στ´ τό Δεκέμβριο τοῦ 1965.

Παρά τίς προσπάθειες τῶν μασόνων Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Α´ Παπαδόπουλου τό ζήτημα ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μέ τούς αἱρετικούς Λατίνους καί τίς προτεσταντικές παραφυάδες παρέμεινε στάσιμο. Οἱ Ὀρθόδοξοι λαοί μέ παρρησία ὁμολογοῦσαν καί ὁμολογοῦν ὅτι «οὐ μετατίθεμεν ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀλλ᾽ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατοῦμεν τάς παραδόσεις ἃς παρελάβομεν».

Τό 1960 τήν εὐθύνη διάβρωσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μαζί μέ τούς πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως συνεπωμίζεται τό Βατικανό, πού γιά μιά ἀκόμη φορά ἀναλαμβάνει μέ τούς μηχανισμούς του νά προωθήσει τόν συνεορτασμό «τῆς κλητῆς καί ἁγίας ἡμέρας». Ὁ μασόνος Πατριάρχης Ἀθηναγόρας Α´ υἱοθετεῖ τό στόχο τῆς Β´ Βατικανικῆς Συνόδου καί προτείνει, χωρίς τή γνώμη τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, αὐθαίρετα καί ἀνερυθρίαστα, ἡ δεύτερη Κυριακή τοῦ μήνα Ἀπρίλη νά θεσμοθετηθεῖ ὡς ἡμέρα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μεταξύ τῶν αἱρετικῶν παπικῶν καί Ὀρθοδόξων χριστιανῶν!

Τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα Α´ διαδέχθηκε ὁ εὐεπηρέαστος ἀπό τόν «κακογέροντα» Χαλκηδόνος Μελίτωνα Πατριάρχης Δημήτριος Α´, πού, ὁ τάλας, ὅταν τό 1975 συνέπεσε ἡ Ἀναστάσεως ἡμέρα τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν μέ τό «πάσχα» τῶν Λατίνων, ἐπαναπρότεινε στό Βατικανό τήν πρόταση τοῦ προκατόχου του νά συνεορτάζουν οἱ Φαναριῶτες μέ τούς Παπικούς σταθερά τή δεύτερη Κυριακή κάθε Ἀπρίλη μήνα τό «φάσκα», ἀρχῆς γινομένης ἀπό τό 1975.

Τόν πατριάρχη Δημήτριο Α´ διαδέχθηκε ἡ μεγάλη ἐλπίδα τῶν οἰκουμενιστῶν, ὁ ὑλομανής Βαρθολομαῖος (Δημήτριος) Ἀρχοντώνης, πού στασιάζει πρός τά παραδοθέντα ὑπό τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Οἰκουμενισμός «τό ἐκτός τοῦ περιβόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κυοφορηθέν τοῦτο καί ξενίζον ὕπουλον πνεῦμα, τό ὀλεθρίως ἐπιδρῶν ἐπί τῶν ἀπαιδεύτων καί τῶν παιδευθέντων τήν κατά κόσμον μόνον σοφίαν, πάντα προφασιζόμενον καί πάσῃ μηχανῇ καί μεθοδείᾳ χρώμενον κοσμικαῖς ὑπηρετεῖ τάσεσι καί ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σπέρματα παρεισάγει ἐνεργείας ἐπικρατήσεων λαϊκῶν ὑποθέσεων» διά τοῦ Βαρθολομαίου Ἀρχοντώνη πού «τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ἀτεχνῶς θεραπαινίδα καί ὄργανον κοσμικῶν σκοπῶν καί πολιτικῶν προγραμμάτων καταστήσειν ἐπαγωνίζεται», προκαλεῖ τό μεγάλο σχίσμα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τή δαιμονική παρέμβαση τοῦ Κωνσταντινουπόλεως στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας.

Αὐτός ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος μέ ξένο καί ὀθνεῖο πνεῦμα διατάραξε τήν εἰρήνη καί εὐστάθεια τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν συμπροσευχόμενος μέ αἱρετικούς καί ἀποκαλώντας «τούς προπάτορες ἡμῶν, τούς Ἁγίους (τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, τοῦ διαβόλου» ἔτι δέ «τάς ἀκηράτους διατάξεις καί τά σωτήρια διδάγματα τῆς παλαιᾶς καί αἰδεσίμου ἀρχαιότητος, τό θεμέλιον καί οὐσιωδέστατον γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας (πού συγκροτεῖ) τό ὅλον αὐτῆς κανονικό καί διοικητικό οἰκοδόμημα «τό μή κινεῖν ὅρια αἰώνια, ἅ οἱ Πατέρες ἡμῶν ἔθεντο» ὁ π. Βαρθολομαῖος «ἀπό σοφίας ἐπιγείου, ψυχικῆς καί δαιμονιώδους» ὑπονομεύει ὀνομάζοντας τούς «Ἱερούς Κανόνας τείχη τοῦ αἴσχους τά ὁποῖα πρέπει νά γκρεμίσουμε»!

Περισσότερο ἀπό τούς μασόνους προκατόχους του ὁ π. Βαρθολομαῖος ἀγάπησε τήν ἐξουσία ἢ τήν Ἐκκλησία. Ἐπιθύμησε τή δόξα τοῦ μεταρρυθμιστή Μεταξάκη Δ´, τή φήμη τοῦ ἀνατροπέα τῆς Τάξεως καί Παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἀθηναγόρα Α´ καί, ὑπερβάλλοντας γιά χάρη κοσμικῶν, πολιτικῶν, κοινωνικῶν καί οἰκουμενιστικῶν σκοπῶν συμφώνησε μέ τούς Λατίνους, ἐρήμην τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, νά πετύχουν τό στόχο τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ «πάσκα», ὡς πρῶτο βῆμα τῆς κακοένωσης φαναριωτῶν καί παπικῶν μέσα στόν χρόνο τοῦ τρέχοντος αἰῶνος.

Ὁ π. Βαρθολομαῖος στρατευμένος στούς στόχους τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀδιαφορεῖ γιά τό Ὀρθόδοξο Δόγμα καί τίς συνέπειες πού θά προκύψουν ἀπό τήν παράβασή του. Νομίζει πῶς, δημιουργώντας τετελεσμένα ὅπως οἱ μασόνοι προκάτοχοι τοῦ Μεταξάκη Δ´ μέ τό «Πανορθόδοξο Συνέδριο», Ἀθηναγόρας ὁ Α´ μέ τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων καί αὐτός μέ τήν κακοσύνοδο στό Κολυμπάρι πού ὀνόμασε «ἁγία», ἀλλά πού ἀπέναντι στή Συνείδηση τοῦ χριστεπώνυμου πληρώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ἔχει καμία αὐθεντία, ἀφαιρεῖ λίθους ἀπό τήν ὀρθόδοξη οἰκοδομή πού κάποτε, κατά τήν προσδοκία του θά πέσει, δυστυχῶς, ὅμως γιά αὐτόν, στήν κεφαλή του.

Δέν εἶναι «ἀκίνδυνον διασείεσθαι καί διασαλεύεσθαι τό ἀπό Συνόδων Οἰκουμενικῶν καί Ὅρων Πατέρων ἀποπηγάζον σεμνόν καί ἱερώτατον σύστημα τῶν ἁγιωτάτων Πατριαρχικῶν Ἐκκλησιῶν, ὧν καί τά θεμέλια ἀποστολικά καί ὁ διά εἴκοσι αἰώνων βίος τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἣν περιεποιήσατο ὁ Θεός διά τοῦ ἰδίου αἵματος, πόνοις ἀτρύτοις καί μόχθοις καί ἀγῶσιν ἀνεκδιηγήτοις καί αἵμασιν μαρτυρικοῖς ἐσφυρηλάτηται…».

Οἱ Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου φιλάνθρωποι καί μέ γνώμονα τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μετά τήν «καταδίκη τοῦ Ἀρειανισμοῦ καί (τή) θετική διατύπωση τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας περί τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος» ἀπέφυγαν νά συμπεριλάβουν τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου περί τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα στούς Ἱερούς Κανόνες, ἀπόφαση, ὅμως, πού οἱ Πατέρες τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου ὀνομάζουν «Ὅρον» καί «Πάντας τούς τολμῶντας παραλύειν τόν ὅρον τῆς ἁγίας καί μεγάλης συνόδου τῆς ἐν Νικαίᾳ… ἀκοινωνήτους καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς ἐκκλησίας…» ὁρίζουν.

Ἐάν οἱ 318 θεοφόροι Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθόριζαν ἀμέσως τό θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ «τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα» ὡς δογματικό, ὅπως ἔκαναν οἱ Πατέρες τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου μέ τόν Α´ Κανόνα, θά ἔπρεπε νά ἀναθεματίσουν τούς Τεσσαρασκαιδεκατίτες προκαλώντας ἕνα νέο σχίσμα μέ τούς κατά πάντα ὀρθοδόξως φρονοῦντας ἀδελφούς. Ἡ σοφία καί ἡ σύνεση τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου δέν ἀποτελεῖ ἄλλοθι γιά τούς ὑπονομευτές τῶν Πατρίων καί Δογμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὁ «Ὑπερδεδοξασμένος Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπί γῆς τούς (ἐν Νικαίᾳ) Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας καί δι᾽ αὐτῶν πρός τήν ἀληθινήν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας», ὅρισε δι᾽ αὐτῶν «Ὅρον» ἑορτασμοῦ τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεώς Του, πού προσεγγίζει σέ ἀξία τούς δογματικούς ὅρους τῆς πίστεως. Ὁ συνεορτασμός τοῦ Πάσχα μέ τούς αἱρετικούς Ἰταλούς καί τήν πλειάδα τῶν προτεσταντικῶν αἱρέσεων εἶναι, βέβαια, ὁ κυρίαρχος στόχος τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅμως ἡ ἀλλαγή ἀκόμη καί ἑνός ἐκ τῶν τεσσάρων προϋποθέσεων πού ἔθεσαν οἱ Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐπειδή ἐπηρεάζει τήν ὑπάρχουσα κανονική τάξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀντίκειται πρός τή δογματική διδασκαλία. «Οὐδείς δικαιοῦται, ἄνευ πανορθοδόξου ἀποφάσεως, νά μεταβάλῃ τόν Πασχάλιον Κανόνα, ἤτοι νά παραβιάσῃ τήν περί ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα διάταξιν τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου…» εἶχε ἀποφανθεῖ ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τόν Μάρτιο τοῦ 1924, διότι γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁ ἑορτασμός τοῦ Πάσχα εἶναι λειτουργικό καί ὄχι χρονολογικό ζήτημα.

Ὡς πρῶτο βῆμα στήν ἐπίτευξη τοῦ δαιμονικοῦ στόχου τῆς ἀπροϋπόθετης «ἕνωσης» τῶν «Ἐκκλησιῶν» ἀπό τό 1960 οἱ Παπιστές ἔθεσαν τόν κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα. Ἀπώτερος στόχος τους ἡ ἐπιδίωξη τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ἐπιβολή μιᾶς νέας «πίστης» ὡς ἔκφραση τῶν «Ἀβρααμικῶν θρησκειῶν», ὅπως ἔπραξαν τό 2022 πού ἑόρτασαν ἀπό κοινοῦ οἱ Παπιστές τό «πάσχα», οἱ Ἰουδαῖοι τό «πεσάχ» καί οἱ Μουσουλμᾶνοι τό Ραμαζάνι. Κατά τή διάρκεια τοῦ 21ου αἰώνα καί ἀρχῆς γινομένης ἀπό τό 2025 τό Πάσχα τῶν Ὀρθοδόξων θά συμπέσει 21 φορές μέ τό «φάσκα» τῶν Λατίνων.

Τί τό κοινό ὅμως ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί μέ τούς Λατίνους; Μήπως «τό αὐτό πνευματικό βρῶμα ἐσθίουσιν, καί πάντες τό αὐτό πόμα πνευματικόν πίνουσιν»; Ὁ αὐτός Χριστός γιά τούς Ὀρθοδόξους καί τούς αἱρετικούς; Τό «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί αὐτοῦ, καί φυγέτωσαν ἀπό προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν», ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά ποιούς τό βροντοφωνάζει, ἐάν ὄχι γιά τούς αἱρετικούς; Ὁ μόνιμος ἑορτασμός τοῦ Πάσχα μέ τούς αἱρετικούς Παπιστές πού, δυστυχέστατα, μέ δαιμονικό ζῆλο προωθεῖ τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ὡς τό πρῶτο βῆμα γιά τήν τάχα πολυπόθητη «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν χωρίς προϋποθέσεις», θά ἔχει σάν ἀναπόδραστο ἀποτέλεσμα γιά τούς Ὀρθοδόξους τό συνεορτασμό τοῦ Πάσχα μέ τό «πεσάχ» τῶν Κυριοκτόνων καί, βεβαίως, τήν ἰσότιμη προβολή τῆς τερατουργούσας ποτέ Μωσαϊκῆς ράβδου μέ τήν «τοῦ θανάτου νέκρωση, τοῦ Ἅδου τήν καθαίρεση, τήν ἀρχή ἄλλης βιωτῆς αἰωνίου, τήν ἔνδυση τοῦ θνητοῦ μέ τήν εὐπρέπεια τῆς ἀθανασίας, τή διάβαση ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί ἀπό τή γῆ στόν οὐρανόν, τήν Ἀνάσταση Χριστοῦ ἐκ τοῦ τάφου καί τή συνανάσταση τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων».

Οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μέ τό νά θεσπίσουν τόν Πασχάλιο Κανόνα αὐτήν τή σύγχυση νοημάτων καί γεγονότων σωτηρίου σημασίας γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀποσόβησαν, ὥστε νά μή συγχέονται μέ συμβάντα ἱστορικῆς σημασίας γιά ἕνα μόνον λαό.

• Τό Πάσχα ἡμῶν ὑπέρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός καί ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου

• Τό Πάσχα ἡμῶν πανηγυρίζομεν τοῦ Κυρίου τήν Καινήν Διαθήκην καί ὄχι νόμον Μωϋσέως

• Τό Πάσχα ἡμῶν δοξολογοῦμεν Ἀνάστασιν Κυρίου καί Θεοῦ, δέν χειροκροτοῦμε τερατουργήματα Μωσαϊκῆς ράβδου

• Τό Πάσχα ἡμῶν διαβαίνουμε ἀπό τό θάνατο πρός τή ζωή, δέν διασχίζουμε ρῆγμα θαλάσσης

• Τό Πάσχα ἡμῶν ἀκοῦμε τό ζείδωρο Λόγο τοῦ Κυρίου «Χαίρετε!» καί ὄχι τή λαλιά ἰσχνόφωνου ἡγέτη

• Τό Πάσχα ἡμῶν πίνουμε ὕδωρ ζωῆς καινόν ἐκ πηγῆς ἀφθαρσίας καί ὄχι ὑγρό ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον

• Τό Πάσχα ἡμῶν ἐσθίομεν ἀμνό ἐξ Οὐρανοῦ καί ὄχι πρόβατο ἀγέλης

• Τό Πάσχα ἡμῶν σιτούμεθα ἄρτο Ζωῆς καί ὄχι ὀρτυγομήτρα

• Τό Πάσχα ἡμῶν ἀγγέλομεν Ἅδου νέκρωσιν καί ὄχι κατάλυσιν δυναστείας Αἰγυπτίων

• Τό Πάσχα ἡμῶν ἐπισιτίζουμε ἄρτο Οὐράνιο καί ὄχι τό μάννα ὅσων ἐκίνησαν τήν πτέρνα κατά τοῦ εὐεργέτου

• Τό Πάσχα ἡμῶν ἑορτάζουμε οἰκτίρμονος Θεοῦ τήν Ἀνάσταση καί ὄχι Φαραώ τήν ταπείνωση

• Τό Πάσχα ἡμῶν φῶς ἱλαρόν Ἁγίας Δόξης καί ὄχι σκότος ψηλαφητόν ἐπί γῆς Αἰγύπτου

• Τό Πάσχα ἡμῶν ἐκ θανάτου πρός Ζωήν καί ὄχι φυγή ἐξ Αἰγύπτου πρός Χαναναίαν γῆν

• Τό Πάσχα ἡμῶν ὁ τῆς δόξης Βασιλεύς εἰσελεύσεται εἰς Ἅδην καί ὄχι εἰς τομήν Πόντου Ἐρυθροῦ

• Τό Πάσχα ἡμῶν ὁ Ἀναστάς Κύριος ἐξελεύσεται τήν ἄπειρον ἀπαγόμενος τοῦ ἅδου αἰχμαλωσίαν καί ὄχι τήν ἐξ Αἰγύπτου ὁδοιπορίαν

• Τό Πάσχα ἡμῶν γεγόναμεν ἀϊδίου Ζωῆς μέτοχοι καί ὄχι προσκαίρου ἐλευθερίας κάτοχοι

• Τό Πάσχα ἡμῶν Ἀνέστη Χριστός καί τήν οἰκουμένην ἑαυτῷ συνανέστησε

• Τό Πάσχα ἡμῶν τέτρωται Ἅδης δέν διηρέθη θάλασσα

• «Τό Πάσχα ἡμῶν οἱ τῆς Μόνης Ἀληθείας τό αὐτό φρονοῦντες καί λέγοντες, οἱ τῆς Σοφίας Θεοῦ εὐσύνετοι, οἱ τοῦ Φωτός τῆς Ζωῆς ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημονοῦντες, οἱ τῆς Ὁδοῦ τῆς Ἀναστάσεως πάντες εὐθυποροῦντες, γεγόναμεν τοῦ Ἑνός ἕν, καί τῆς Τριάδος συμφυεῖς, καί ὁμόψυχοι καί ὁμότιμοι τοῦ Ἀναστάντος Θεανθρώπου».

Διό, ἑπόμενοι τοῖς θεοφόροις Πατράσι τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου διακηρύσσοομεν:

«τέκνα ὑπακοῆς ἐσμέν, καί ἐγκαυχώμεθα ἐν προσώπῳ μητρός τῇ παραδόσει τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας… Ἡμεῖς τούς θεσμούς τῶν Πατέρων φυλάττομεν. Ἡμεῖς τούς προστιθέντας τι, ἤ ἀφαιροῦντας ἐκ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀναθεματίζομεν… Ἡμεῖς δέ καί πάντα τῶν θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν τά δόγματα καί πράγματι κρατοῦντες κηρύσσομεν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, μηδέν προστιθέντες, μηδέν ἀφαιροῦντες τῶν ἐξ αὐτῶν παραδοθέντων ἡμῖν, ἀλλά τούτοις βεβαιούμεθα, τούτοις στηριζόμεθα…»

«Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τά ἀμφότερα ἕν»

Περιοδικό Θεοδρομία, ἔτος ΚΕ´, τ. 3 (Ἰούλιος – Σεπτέμβριος 2023) 357-369
στις Οκτωβρίου 07, 2024

Ο ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 

Ο εγωιστής είναι δυστυχισμένος, ο χαρακτήρας του δεν του επιτρέπει να έχει στενές και υγιείς σχέσεις· πάσχει από ανασφάλεια και ζήλια, ενώ θεωρεί τους άλλους ευτυχισμένους καθώς εμφανίζονται τριγυρισμένοι από φίλους. Ο ίδιος παραμένει μόνος και μοναχικός. Το πληγωμένο εγώ του φοβάται τις σχέσεις, ενώ η αγάπη του θεωρείται ιδιοκτησία και όχι αμοιβαίο συναίσθημα. Συμπεριφέρεται σαν να νιώθει ότι ο κόσμος είναι αυτός ο ίδιος. Σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, ενδιαφέρεται μόνο για το προσωπικό του συμφέρον αδιαφορώντας για όλους τους υπόλοιπους. Φυσικά, οι άλλοι ανταποκρίνονται με παρόμοιο τρόπο, γίνονται δηλαδή καθρέφτης του.

Ο εγωιστής αυτοχαρακτηρίζεται «δυνατός», ωστόσο ο ναρκισσισμός και η φιλαργυρία είναι κατάρες. Καταδικάζει τον εαυτό του χάνοντας την εμπιστοσύνη του σε αυτόν και γίνεται ενοχλητικός στους άλλους προσπαθώντας να τους ταπεινώνει. Αρκετοί φιλάργυροι ναρκισσιστές ταλαιπωρούν άλλους ανθρώπους χωρίς οίκτο. Βλέπουν το χρήμα ως μοχλό ανόρθωσης της κατωτερότητάς τους. Το χρήμα, ωστόσο, δεν είναι δύναμη, είναι μέσο δύναμης. «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν», οι πραγματικά ικανοί ποτέ.

Όταν αποφασίζει ένας εγωιστής, οι αποφάσεις του είναι τολμηρές, μεγαλεπήβολες, φιλόδοξες, άμεσες, συχνά επικίνδυνες και εξωπραγματικές λόγω της ψυχικής ορμής του. Ο εγωιστής σχεδόν ουδέποτε υποχωρεί, καθώς δεν ενδιαφέρεται για τη λογική, την πραγματική διευθέτηση ή την εξομάλυνση οποιουδήποτε θέματος, επειδή πρυτανεύει το προσωπικό του συμφέρον, η ατομική ευημερία. Η αλαζονεία, η αυταρέσκεια, ο ναρκισσισμός τον χαρακτηρίζουν. Έτσι, χάνει στη ζωή, προκαλώντας γενικότερα προβλήματα γύρω του. Μόνο ένας εγωιστής παραλαμβάνει «μηδέν», οικοδομεί «αυτοκρατορία», εγκαταλείπει «χάος». Και η ιστορία απαριθμεί πολλούς…

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠ...