ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ

Ρήσεις Αγίων Πατέρων περί αποτείχισης από την αίρεση
«Οἷς τὸ μνημόσυνον καὶ ἡ κοινωνία ἀπωλείας πρόξενα, τούτοις ἡ παῦσις καὶ ἡ διάστασις γίνεται σωτηρίας ὑπόθεσις»
Ἰωσὴφ Βρυέννιος
"Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιίσταμαι τούτου (σ.σ. του Πατριάρχου) και τῶν τοιούτων (σ.σ. των ενωτικών), ἐγγίζω τῶ Θεῶ και πᾶσι τοῖς πιστοῖς και ἁγίοις Πατράσι. Και ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῆ ἀληθεία και τοῖς ἁγίοις Πατράσι τοῖς θεολόγοις τῆς Ἐκκλησίας.
(P.G. 160, 536 C-D)
Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός
« Ἡ ἐξωτερικὴ ἀκοινωνισία προστατεύει ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἀλλοτριότητα»
Ἁγίου Νεκτάριου Αἰγίνης, Περὶ σχέσεως μὲ αἱρετικοὺς
«Ἐχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ, ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῆ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο». (P.G. 99. 1049 Α). Καί ἀλλοῦ λέγει: «Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Δηλαδή: «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέσθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ' αὐτῶν» (P.G. 99, 1164A).
Ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης
«...εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας Λειτουργίας˙ ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καί ἑστιάσεως. εἰ δέ λέγοι ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ' ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι, ἐκεῖνο γινωσκέτω, ὅτι οὕπω σύνοδος ἦν οὐδέ ἐκφωνηθέν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα˙ καί πρό τούτων οὐκἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ, ἀναφέρειν ἕως καιροῦ.ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσιν ὀρθοδόξοις παρρησιάζεσθαι διά τοῦμή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων ἤ ὁμοφρονούντων αὐτῇ. καί γέ δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν θεόν˙ ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο»
Ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης
Ἐπιστολή 39, Θεοφίλῳ ἡγουμένῳ, Φατοῦρος σελ. 113, στιχ. 51· Ρ.G. 99, 1045D
Πάσῃ δυνάμει τοίνυν φυλαξώμεθα μὴ λαμβάνειν μετάληψιν αἱρετικῶν μήτε διδόναι. «Μὴ δῶτε γὰρ τὰ ἅγια τοῖς κυσίν, ὁ Κύριός φησι, μηδὲ ρίπτετε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων» (Ματθ. 7, 6), ἵνα μὴ μέτοχοι τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς αὐτῶν γενώμεθα κατακρίσεως. Εἰ γὰρ πάντως ἕνωσίς ἐστι πρὸς Χριστὸν καὶ πρὸς ἀλλήλους, πάντως καὶ πᾶσι τοῖς συμμεταλαμβάνουσιν ἡμῖν κατὰ προαίρεσιν ἑνούμεθα. Ἐκ προαιρέσεως γὰρ ἡ ἕνωσις αὐτὴ γίνεται, οὐ χωρὶς τῆς ἡμῶν γνώμης. Πάντες γὰρ ἓν σῶμα ἐσμεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μεταλαμβάνομεν, καθώς φησιν ὁ θεῖος Ἀπόστολος»
Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ
«Κοινωνοῦμεν οὕς μνημονεύομεν καὶ μνημονεύομεν οἷς κοινωνοῦμεν»
Δοσίθεος Ἱεροσολύμων
«Τό, Μή κρίνετε ἵνα μή κριθῆτε, περί βίου ἐστίν, οὐ περί πίστεως.»
Άγιος ιωάννης Χρυσόστομος
« Ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα τούτων τὴν κοινωνίαν πρoσήκει φεύγειν»
Μ. Ἀθανασίου
P.G., 26. 1188BC
«πρὸ πάντων ἀναγκαιότερον φυλάσσειν αὐτοῦ καθαρὰν καὶ ἀκλινῆ τὴν ὁμολογίαν. Χωρὶς γὰρ τούτου τὰ πάντα εἰσὶ νεκρά... Οὕτω χωρὶς τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως οὐδὲν ὄφελος ἔσται...»
Ἁγ. Συμεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης,
Ἔργα Θεολογικά, Ἀνάλεκτα Βλατάδων, 1981, σελ. 113
«Διό ὑπομιμνήσκω, ὡς ἐλάχιστος ἀδελφός καί τέκνον, μή σιγήσωμεν ἵνα μή κραυγή Σοδόμων γενώμεθα. μή φεισώμεθα τῶν κάτω, ἵνα μή ἀπολέσωμεν τά ἄνω. μή θῶμεν σκάνδαλον τῆ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστί καί ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις ὁριζομένη κατά τούς ἁγίους. ἵνα μή τῆ ἀποφάσει τοῦ Κυρίου καταδικασθῶμεν»
Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ΠΓ, 1049 Β
Ἀνατέτραπται μὲν τὰ τῆς εὐσεβείας δόγματα͵ συγκέχυνται δὲ Ἐκκλησίας θεσμοί. Φιλαρχίαι δὲ τῶν μὴ φοβουμένων τὸν Κύριον ταῖς προστασίαις ἐπιπη δῶσι καὶ ἐκ τοῦ προφανοῦς λοιπὸν ἆθλον δυσσεβείας ἡ προεδρία πρόκειται͵ ὥστε ὁ τὰ χαλεπώτερα βλασφημήσας εἰς ἐπισκοπὴν λαοῦ προτιμότερος.
Ἐπιστολὴ 92, Μ. Βασιλείου, πρὸς Ἰταλοὺς καὶ Γάλλους
«Τό γάρ μή ἔχειν σπῖλον ἤ ρυτίδα (ἡ Ἐκκλησία) ἵνα καί πάλιν εἴπωμεν οὔτω νοείτω. τό μή προσιεμένην τά τε ἀσεβῆ δόγματα καί τά ἀκανόνιστα ἐγχειρήματα. Οὐ μήν ἀλλά καί τά ἐν τοῦ αὐτουργοῦσι τά ἀπηγορευμένα συμφρονήματα, ὡς που φησίν ὁ θεῖος Βασίλειος. πρός ἅ ὁ Παῦλος ὁ μέγας, οὐδέ συνεστιᾶσθαι τοῖς τοιούτοις παραχωρεῖ. Ἐπεί ἀπό τῶν Ἀποστόλων καί κατόπιν, πολλαχῶς πολλαί αἱρέσεις προσερράγησαν αὐτῆ. καί ρυπάσματα ἄθεσμα καί ἀκανόνιστα ἐπεπόλεσαν ὥσπερ καί τό νῦν. ἀλλά μήν αὐτῆ τῶ προειρημμένω τρόπω ἄσχιστος καί ἀμώμητος διαμεμένηκε, καί διαμενεῖ ἕως τοῦ αἰῶνος, ὑπεξαιρουμένων καί ἀποπεμπομένων ἀπ' αὐτῆς τῶν κακῶς φρονησάντων ἤ πραξάντων. ὥσπερ ἐξ ἀσείστου καί παραλίου πέτρας τά προσρήσσοντα κύματα»
Ἁγ. Θεοδώρου, PG 99, 1001

Μοναχός π. Παυλος ο Κύπριος

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015


Μοναχός ΠΑΥΛΟΣ ὁ Κύπριος (+1994), Ἁγιορείτου Μοναχοῦ


Ὁ μακαριστός Μοναχός Παῦλος ὁ Κύπριος, ἀποτελεῖ μία τῶν μεγάλων προσωπικοτήτων τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ (Ἑλλαδικοῦ  καί Κυπριακοῦ) κατά τόν παριπεύσαντα 20ο  αἰ. Προσωπικότητα πολύπλευρη, ὑπῆρχε Ζηλωτής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως (ὅπως  καί κάθε μοναχός ὠφείλει νά εἶναι), κοινοβιάτης μοναχός στήν Κύπρο,  ζωγράφος καί ἁγιογράφος, συνθέτης Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν (ἔχω ὑπ’ ὄψη  μου τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου ἐπ. Μεδιολάνων καί τοῦ ἁγ. Νεκταρίου Μητροπ. Πενταπόλεως), ἐκδότης τοῦ πνευματικοῦ  καί ἀφυπνιστικοῦ Περιοδικοῦ «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ – ΣΩΤΗΡΙΑ», συγγραφέας, ἀρθρογράφος (στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» κ. ἀ.), ὁμιλητής, κ. ἄ.
Ὅμως ἐκτός τῶν προηγουμένων, ὁ π. Παῦλος ὑπῆρξε καί ἀσκητής, κάτι πού στίς ἀναφορές στό πρόσωπό του, δέν ἀναφέρεται σχεδόν καθόλου.  Χάριν ἀσκήσεως τόν βρίσκουμε στήν φοβερή κοιλάδα τοῦ Χοζεβᾶ στούς Ἁγίους Τόπους, συνασκητή τοῦ Ὁσίου Ἰωάννη τοῦ Ρουμάνου,  ἀργότερα δέ σέ σπήλαιο τῆς περιοχῆς τῆς Ἱερᾶς Σκήτης ἁγ. Ἄννης, Ἁγίου Ὄρους.
Ὁ μακαριστός Πατήρ γεννήθηκε τό 1922  στόν ἅγ. Ἀμβρόσιο Κυρηνείας καί ἦταν γιός τοῦ Ἱερέως παπα-Γεωργίου. Σέ ἡλικία 17 ἐτῶν μόνασε στήν περίφημη Ἱερά Μονή Σταυροβουνίου. Ἐκεῖ κατά τήν ρασοφορία του ὀνομάσθηκε Πέτρος καί κατά τήν μεγαλοσχημία του Παῦλος, διδάχθηκε δέ καί τήν Ἁγιογραφία. Νά σημειωθεῖ ἐδώ, ὅτι τόν μοναχικό βίο ἐπέλεξε καί μία κατά σάρκα ἀδελφή του, ἡ ὁποία μόνασε στήν Ἱερά Μονή ἁγ. Γεωργίου Ἀλαμάνου, ὡς Χαριτίνη Μοναχή. Ὅταν μετά τόν Πόλεμο δημιουργήθηκαν ταραχές καί διχοστασίες στή Μονή Σατυροβουνίου σχετικά μέ τό Ἡμερολογιακό Ζήτημα, ὁ π. Παῦλος ἐπέλεξε νά ἀποχωρήσει. Γιά μικρό διάστημα ἔζησε ἀγωνιζόμενος στήν πατρική του οἰκία καί ἀργότερα σέ κελλί τοῦ ἐξωκκλησίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, στήν Κοινότητα Μοναγρουλίου. Τελικά τό 1949 μετέβη στά Ἱεροσόλυμα καί ἐγκαταβίωσε στήν φοβερή χαράδρα τοῦ Χοζεβᾶ, ὡς ἐξαρτηματικός/ἐρημήτης τῆς ἱστορικῆς Μονῆς, κοντά στόν Ὅσιο Ἰωάννη τόν Ρουμάνο, μέ τόν ὁποῖο ἀνέπτυξε μεγάλη πνευματική φιλία καί σχέση. Ὁ ταπεινός Ἀββᾶς Ἰωάννης λειτουργοῦσε στο σπήλαιο τοῦ π. Παύλου, ὅπου ὁ μακαριστός εἶχε διαμορφώσει Παρεκκλήσιο. Ὁ π. Παῦλος, μαζί μέ τόν μαθητή τοῦ Ὁσίου Ἰωαννίκιο μοναχό, διακόνησαν στά τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Λειψάνου τοῦ ὁσ. Ἰωάννου (+ 1960), τό ὁποῖο ἀργότερα ἀνακομίσθηκε ἀπό τούς ἰδίους καί τόν Ἡγούμενο τοῦ Χοζεβᾶ ἀρχιμ. Ἀμφιλόχιο ἀδιάφθορο! (1980).
Οἱ συνθῆκες ἀσκήσεως στήν ἔρημο τοῦ Χοζεβᾶ ἦσαν ἐξαιρετικά σκληρές, λόγῳ τῶν ἀκραίων κλιματολογικῶν συνθηκῶν πού  ἐπικρατοῦν στήν περιοχή. «Κάναμε τήν ὑπομονή μας - συνήθιζε νά λέει ὁ Γέροντας - μέχρι πού ἦρθε ὁ Πάπας καί μᾶς ἄνοιξε τά μάτια» (ἀναφερόμενος στήν συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα Α’  καί τόν Πάπα Παῦλο ΣΤ’ πού ἔγινε στά Ἱεροσόλυμα, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964).  Στή συνέχεια ξέσπασε ὁ Ἀραβο-Ἰσραηλινός Πόλεμος (1967), ὁπότε ὁ Γέροντας ὑποχρεώθηκε νά ἐγκαταλήψει τήν Ἁγία Γῆ  καί νά καταφύγει στό Ἅγιο Ὄρος, ὅπου ἐγκαταβίωσε σέ σπήλαιο τῆς περιοχῆς τῆς Σκήτης ἁγ. Ἄννης. Ἀπό ἐκεῖ βγῆκε μόνον μία φορά τό 1974, κατά τήν εἰσβολή τῶν Τούρκων στήν Κύπρο, γιά νά μεταβεῖ «πρός ἐνίσχυσιν» στήν  ἰδιαιτέρα πατρίδα του. Τότε συνδέθηκε μέ τήν Ἱερά Μονή Παναγίας Γαλακτοτροφούσης Κακορατζιᾶς Λευκωσίας  καί τόν Ἡγούμενό της ἀρχιμ. Χρυσόστομο, σταδιακά ὅμως ἀντιλήφθηκε ὅτι τό κέντρο τοῦ ἀγῶνος ὑπέρ τῆς γνησιότητος τῆς Πίστεως ἦταν ἡ Ἑλλάδα, ὁπότε ἐγκαταβίωσε στήν Ἱερά Μονή Εὐαγγελιστρίας Ἀθηκίων, ὅπως προαναφέρθηκε.
Ὁ γράφων εἶχα τήν ἰδιαίτερη τιμή καί εὐλογία νά τόν γνωρίσω προσωπικά πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, ὅταν ἐγκαταβίωσε σέ μία καλύβα ἔξω ἀπό τήν ἀνδρική Μονή Εὐαγγελιστρίας Ἀθηκίων Κορινθίας. Ἡ γνωριμία αὐτή σημάδεψε ζωηρά την παιδική μου ἡλικία. Το καλυβάκι του βρισκόταν ἀνάμεσα στά πεῦκα, ἔξω ἀπό τό μοναστήρι καί ἦταν ἁπλούστατο, σχεδόν ἄδειο. Ἀποτελοῦνταν ἀπό δύο χώρους, ὁ ἕνας ἦταν τό  «γραφεῖο» του και ὁ ἄλλος τό κελλί του. Στό «γραφεῖο» δέσποζε μία μεγάλη εἰκόνα τῆς ἁγ. Ἄννης πού εἶχε ἁγιογραφήσει ὁ ἴδιος (τῆς «γιαγιᾶς» μας, ὅπως ἀποκαλοῦσε  χαριτολογῶντας τήν ἁγία Θεοπρομήτορα). Δίπλα στήν εἰκόνα ὑπῆρχε ἕνα μπουκαλάκι ἀπό σιρόπι, τό ὁποῖο πάντα φιλοξενοῦσε ἕνα κλαράκι βασιλικό ἤ ἕνα ἀγριολόλουδο. Ἕνας τοῖχος τοῦ «γραφείου» του καταλαμβάνονταν ἀπό τήν μεγάλη βιβλιοθήκη του. Τά ράφια ἦταν ἁπλές σανίδες στερεωμένες στόν τοῖχο καί τά βιβλίο ἦταν ὅλα ντυμένα μέ τό γνωστό μπλέ χαρτί,  μέ τό ὁποῖο συνήθιζαν νά ντύνουν  οἱ μαθητές τά βιβλία τους κατά τήν μεταπολεμική περίοδο. Τό δέ γραφεῖο του ἦταν δύο τελάρα, τό ἕνα ἐπάνω στό ἄλλο, καί πάνω τους μία παμπάλαια γραφομηχανή. Ἕνα τρίτο τελάρο ἀποτελοῦσε τό…κάθισμα!
Προχωρῶντας στό κελλάκι  πού ἀναπαύονταν,  δέν  ἀντίκρυζες κάποιο κρεββάτι ἤ ἀναπαυτικό στρῶμα, ἀλλά  μία…σέζ λόγκ (ποιός ξέρει ἀπό πού τήν εἶχε οἰκονομήσει!). Στό προσκέφαλο ὑπῆρχαν δύο εἰκόνες, τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας. Εἶχε ἀκόμη ἕνα ἀναλόγιο γιά νά διαβάζει τίς Ἀκολουθίες του  καί ἕνα καντήλι στήν γωνία, νά φωτίζει τό σκοτάδι του. Ὅλα στό κελλάκι του ἦταν παστρικά καί καθαρά, δέν ὑπῆρχε τίποτα τό περιττό, οὔτε κἄν ἡλεκτρικό ρεῦμα (τό ὁποῖο θεωροῦσε πολυτέλεια).
Ἄν καί ἔχουν περάσει τόσα χρόνια, εἶναι σάν νά τόν βλέπω τώρα μπροστά μου, νά μᾶς ὑποδέχεται μέ τό κρύο νερό  καί τήν «ἀφρόζα» (ἕνα εἶδος Κυπριακοῦ ἀναψυκτικοῦ). Φεύγοντας «φίλευε» ὅλους μέ λαχανικά ἀπό τόν κῆπο του (ὁ μακαριστός διατηροῦσε μποστάνι γύρω ἀπό τό καλύβι του).
Ἐξαιρετικά ἁγιόφιλος ὁ μακαριστός, εἶχε πολύ ἀγάπη στήν κοινή μας Μητέρα, τήν Παναγία μας, ὁ Ὁποία καί τόν πῆρε κοντά Της κατά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεώς Της τό 1994, ἀνταμοίβοντας ἔτσι τούς κόπους του καί τήν ἀγάπη του πρός τό σεπτό Της πρόσωπο. Προσευχόμενος ὁ Γέροντας ἔλεγε τό «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς»  καί ὄχι τό «πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν» («ἡ Παναγία - ἔλεγε - σώζει, δέν πρεσβεύει»). Εἶχε ἐπίσης μεγάλη εὐλάβεια καί πρός τήν ἁγ. Ἄννα (τήν «γιαγιά μας», ὅπως ἔλεγε) καί τόν ἅγ. Νεκτάριο Πενταπόλεως, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν θεραπεύσει ἀπό ἰσχυρό πόνο τοῦ αὐτιοῦ (ἀπό ἄσκηση ὁ μακαριστός δέν ἤθελε νά βγεῖ ἀπό τό κελλί του  καί νά πάει στόν γιατρό).
Ἐπανερχόμενος στίς ἀναμνήσεις μου σημειώνω, ὅτι  ἄν καί ἦμουν μικρός καί δέν καταλάβαινα πολλά, ἡ θεωρία του ἀρκοῦσε («Πάτερ, ἀρκεῖ μοι το βλέπεπιν σε»). Κάθε Κυριακή ἐρχόνταν  στο μικρό Παρεκκλησάκι τῆς Μονῆς γιά τήν κοινή Ἀκολουθία. Τόν βλέπαμε νά ἔρχεται σάν ἀπό τήν βαθυτάτη ἔρημο! Συγκεντρωμένος στά τῆς Ἀκολουθίας, δέν κινοῦνταν ἀπό τήν θέση του. Μετά τήν Ἀπόλυση, διόρθωνε διακριτικά τά τυχόν λάθη, ἔλεγε δύο – τρεῖς πνευματικές κουβεντοῦλες  καί ἐπέστρεφε στό κελλάκι του, τίποτα περιττό.
Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του ὁ μακαριστός π. Παῦλος δοκιμάσθηκε ἀπό τήν ἐπάρατη νόσο, τήν ὁποία ὑπέμεινε ἀγόγγυστα, προσευχόμενος καί προετοιμαζόμενος γιά τήν ἔξοδό του ἀπό τοῦ ματαίου τούτου κόσμου. Κοιμήθηκε τήν 15η Αὐγούστου 1994 (ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας, κατά τό παλαιό ἡμερολόγιο)  καί ἐνταφιάσθηκε στό κοιμητήριο τῆς Μονῆς. Ἡ ἀνακομιδή του ἔγινε ἀπό τόν γράφοντα τό 2004. Τά λείψανα του βρέθηκαν καθαρά καί κροκοβαφή καί φυλάσσονται στό ὀστεοφυλάκιο τῆς Μονῆς, ἐν ἐναμονῇ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.
Τοῦ ἀοιδήμου Μοναχοῦ ΠΑΥΛΟΥ, εἴη αἰωνία ἡ μνήμη, Ἀμήν.

ΘΛΙΒΕΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Κύπρος: Από το Πραξικόπημα στην Εισβολή
Μετά τις συναντήσεις του με τον Χάρολντ Γουίλσον και τον Χένρι Κίσιγκερ, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος απευθύνθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ...
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Βρετανός πρωθυπουργός Χ. Γουίλσον
(Φωτογραφία 1η)
Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, που εκδηλώθηκε στις 15 Ιουλίου 1974, ήταν αιματηρό και χρειάστηκε δύο ημέρες για να επικρατήσει πλήρως. Σε συνδυασμό με τη διαφυγή του Μακαρίου, δεν άφησε τους χουντικούς συνωμότες να χαρούν τον «θρίαμβό» τους. Την αρχική ευφορία διαδέχθηκε η αμηχανία και στη συνέχεια η ανησυχία και η αναστάτωση. Τα γεγονότα είχαν λάβει διαφορετική τροπή απ’ ότι υπολόγιζαν.
Στις 16 Ιουλίου ο Μακάριος πέταξε με βρετανικό αεροπλάνο στη Μάλτα και από εκεί στο Λονδίνο το βράδυ της ίδιας ημέρας. Την επομένη, 17 Ιουλίου, ο Μακάριος έγινε δεκτός από τον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Γουίλσον και τον υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν, ηγετικά στελέχη του Εργατικού Κόμματος, που κυβερνούσε εκείνη την περίοδο τη Μεγάλη Βρετανία. Και οι δύο τον διαβεβαίωσαν ότι η Μεγάλη Βρετανία εξακολουθεί να τον αναγνωρίζει ως τον νόμιμο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, την ίδια ημέρα, δέχονται για διαβουλεύσεις και τον Τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετσεβίτ, ο οποίος τους προτείνει να αναλάβουν κοινή δράση Τουρκία και Μεγάλη Βρετανία ως εγγυήτριες δυνάμεις στην Κύπρο. Οι Βρετανοί απορρίπτουν την εισήγηση Ετσεβίτ και ταυτόχρονα τον αποτρέπουν να αναλάβει οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο. Η δήλωσή τους ήταν σε επίπεδο ευχολογίου, αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα, δηλαδή την τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Κίσινγκερ
(Φωτογραφία 2η)
Στις 17 Ιουλίου δραστηριοποιείται έντονα και ο αμερικανικός παράγων, που φαίνεται αρχικά να έχει υποτιμήσει το θέμα, καθώς είναι απασχολημένος με σοβαρότερα πράγματα (Σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ, σχέσεις με Σοβιετική Ένωση, ασφάλεια Ισραήλ κ.ά). Ο Υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ αναθέτει στον υφυπουργό του Τζόζεφ Σίσκο να μεταβεί στο Λονδίνο, την Άγκυρα και την Αθήνα, για την αποφυγή πολεμικών ενεργειών. Τον συνοδεύει ο βοηθός Υπουργός Άμυνας Ρόμπερτ Έλσγουορθ. Το κατεστημένο της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής είχε πάρει την απόφαση να μην παρέμβει δυναμικά. «Δεν θα μπορέσουμε να συγκρατήσουμε την Τουρκία, αν σημειωθεί και νέα ανάφλεξη στο νησί» είχε δηλώσει στις 23 Ιανουαρίου του 1968 ο Σάιρους Βανς, σε συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου.
Στις 18 Ιουλίου ο Σίσκο και η συνοδεία του φθάνουν στην Αθήνα και συναντώνται με τον άχρωμο πρωθυπουργό της χούντας Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, πρωί και απόγευμα. Στην πρωινή σύσκεψη παρών ήταν και ο ισχυρός ανήρ του καθεστώτος, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, ο οποίος αποχώρησε οργισμένος με τη φράση «Αν οι Τούρκοι θέλουν πόλεμο θα τον έχουν», όταν δέχθηκε πιέσεις από τον Σίσκο για παραχωρήσεις στους Τουρκοκυπρίους. Το βράδυ της ίδιας ημέρας φθάνει η πληροφορία στην Αθήνα για στρατιωτικές κινήσεις στις τουρκικές ακτές απέναντι από την Κύπρο. Η πληροφορία αυτή δεν ανησυχεί την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, η οποία την εντάσσει στα συνήθη για την εποχή στρατιωτικά γυμνάσια των Τούρκων. Πάντως, λαμβάνει κάποια πρώτα μέτρα, με την αποστολή δύο υποβρυχίων στ' ανοιχτά της Ρόδου κι ενός σμήνους αεροσκαφών F-84 στην Κρήτη. Στην Άγκυρα, οι εφημερίδες καλλιεργούν κλίμα πολεμικό. Στη μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα Χουριέτ δημοσιεύεται το ανθελληνικό ποίημα Kin (Το Μίσος):
Το Μίσος
Όσο υπάρχει ο πρόστυχος ο Έλληνας σ’ αυτό τον κόσμο
δε βγαίνει μα τον Αλλάχ αυτό το μίσος από μέσα μου.
Σαν στέκομαι και τον κοιτάζω τον σκύλο
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου,
χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.
Εκδίκηση να πάρω είναι ο μοναδικός μου στόχος
σαν αναμετρηθώ στης μάχης το πεδίο
χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια να κλαδέψω σε μια μέρα
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου,
χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.
Τα κεφάλια τριάντα χιλιάδων να πολτοποιούσα
Τα δόντια δέκα χιλιάδων με την τανάλια να έβγαζα
εκατό χιλιάδων τα πτώματα να σκορπούσα στις ρεματιές
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου,
χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.
Ο κόσμος όλος ξέρει πόσο ανώτερος είναι ο Τούρκος
και πόση κακοήθεια φωλιάζει στο μυαλό του Έλληνα
πέντε χιλιάδων τα πτώματα να έκαιγα στους κλιβάνους
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου,
χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος.
Σαράντα χιλιάδες τους να σούβλιζα με την λόγχη μου,
ογδόντα χιλιάδες τους να έστελνα στη κόλαση
εκατό χιλιάδες τους να κρεμούσα στο σκοινί
δε βγαίνει μα το θεό αυτό το μίσος από μέσα μου,
χιλίων γκιαούρηδων τα κεφάλια δεν σβήνουν ένα μίσος!
Ο Μακάριος στο Σ.Α. του ΟΗΕ
(Φωτογραφία 3η)
Στις 19 Ιουλίου, ο Μακάριος φθάνει στη Νέα Υόρκη και το απόγευμα της ίδιας ημέρα απευθύνεται ενώπιον του συνεδριάζοντος Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και αναφέρεται στη διαμορφωθείσα κατάσταση στη Κύπρο.
Ο Μακάριος καταγγέλλει το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών για παραβίαση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και, μεταξύ άλλων, τονίζει:
Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να χρησιμοποιήσει όλους τους τρόπους και εις την διάθεσίν του μέσα, ώστε η συνταγματική τάξις εν Κύπρω και τα συνταγματικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου να αποκατασταθούν άνευ καθυστερήσεως […] Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι μια εισβολή και εκ των συνεπειών της θα υποφέρει όλος ο λαός της Κύπρου, αμφότεροι Έλληνες και Τούρκοι […] Το Συμβούλιον Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το στρατιωτικόν καθεστώς της Ελλάδος να ανακαλέση εκ Κύπρου τους Έλληνας αξιωματικούς […] και να θέση τέρμα εις την εισβολήν αυτού εις Κύπρον…
Την ίδια περίπου ώρα που ο Μακάριος μιλούσε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο Σίσκο συναντούσε στην Άγκυρα την τουρκική ηγεσία. Ο Ετσεβίτ του επισημαίνει ότι συνεδριάζει το υπουργικό συμβούλιο για τη λήψη αποφάσεων. Ο Σίσκο καταλαβαίνει ότι οι Τούρκοι είναι αποφασισμένοι να δράσουν και προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. Στις 4 το πρωί της 20ης Ιουλίου ο Τούρκος πρωθυπουργός του ανακοινώνει ότι η Τουρκία θα επέμβει στην Κύπρο. Τα τουρκικά αποβατικά ήδη έχουν ξεκινήσει από τη Μερσίνα, με προορισμό την περιοχή της Κερύνειας .

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΟΚΟΔΗΜΟΣ ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Ὁ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΙΤΗΣ, ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ


Γεωργίου Κρουσταλλάκη
Ἡ «Φιλοκαλική Ἀναγέννηση» τοῦ 18ου καί 19ου αἰώνα ἀποτελεῖ φυσική συνέχεια τῆς «ἡσυχαστικῆς κίνησης» τοῦ 14ου αἰώνα. Καί τά δύο αὐτά πνευματικά ρεύματα διακρίνονταν ἀπό μία ἔντονη παιδευτική τάση. Ἰδιαιτέρως ὅμως ἐπισημαίνουμε τή χαρακτηριστική παιδαγωγική διάσταση τῆς Φιλοκαλικῆς πνευματικῆς κίνησης. Ἡ κίνηση αὐτή ἀπηχεῖ μία περί ζωῆς, ἱστορικότητας καί κοσμολογικῆς πραγματικότητας ἀντίληψη ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη πρός τά ὀρθολογικά σχήματα τῶν «νεωτεριστῶν» φιλοσόφων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Γιά τό λόγο αὐτό ἡ «Φιλοκαλική Ἀναγέννηση» θεωρεῖται ὡς μία «γνήσια συνέχεια καί ἀνανέωση τῆς ζωντανῆς πατερικῆς παράδοσης», μέσω τῆς ὁποίας προβάλλονται οἱ Ἅγιοι καί οἱ μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς μοναδικά παιδαγωγικά πρότυπα Ζωῆς, πού εἶναι δυνατόν νά φωτίζουν τήν πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου καί νά ὁδηγοῦν αὐτόν σέ πραγματική ἀναγέννηση. Τά πατερικά αὐτά πρότυπα εἶναι ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες πού διακρίνονται γιά τήν ἔνθεη σοφία καί τήν ἁγιοπνευματική τους ἐμπειρία.

Μέ αὐτό τόν τρόπο οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Φιλοκαλικῆς κίνησης, ὅπως παρατηρεῖ ὁ π. Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς, «ἀνανέωσαν» στή συνείδηση τόσο τῶν λαϊκῶν, ὅσο καί τῶν μοναχῶν τό «θεσμό τῆς Πνευματικῆς Πατρότητας ὡς Εὐαγγελικό μέσο ἀγωγῆς καί πνευματικῆς προόδου μέσα στήν Ἐκκλησία» (Ἀρχ. Ἀμφιλοχίας Ράντοβιτς, σ. 19). Ὁ πνευματικός πατέρας εἶναι ὁ παιδαγωγός, ὁ σύμβουλος πού διδάσκει καί καθοδηγεῖ πρός τήν ἀλήθεια. Κατά τόν Ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, ὁ «πνευματικός πατήρ» εἶναι ἡ ζῶσα παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ μοναδικοῦ διδασκάλου καί καθηγητοῦ (Ματθ. κγ΄  8,10), ἡ ἑστία τοῦ θείου φωτός (βλ. Β. Χριστοφορίδου).
Ἔτσι, τήν ἐποχή ἐκείνη προεβλήθη στή συνείδηση τῶν πιστῶν ἀνανεωμένος ὁ παιδαγωγικός καί συμβουλευτικός ρόλος τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, τοῦ πνευματικοῦ γέροντα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τοῦ ἀββᾶ ἤ τοῦ «στάρετς» τῶν ὀρθοδόξων σλαβικῶν χωρῶν. Ἕνας ρόλος πού συνήθως κοσμεῖται μέ τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης.
Ὁ πνευματικός πατέρας ἔχει λάβει χάρισμα ἀπό τό Θεό. Ἡ λειτουργία τῆς πνευματικῆς πατρότητας εἶναι μία χαρισματική δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπό τήν ὅλη προσωπικότητα τοῦ πνευματικοῦ πατέρα.  Ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπό τό ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς καί συναισθηματικῆς του ὡριμότητας, ἀπό τήν ἐσωτερική «πνευματοδίδακτη σοφία» καί ὄχι τόσο ἀπό τήν ψυχολογική πεῖρα καί τήν παιδαγωγική του κατάρτιση. Γιά τήν ἐσωτερική αὐτή πνευματική διδασκαλία καί προετοιμασία τοῦ παιδαγωγοῦ γίνεται λόγος στόν «Εὐεργετινό»: «Εὑρίσκονται δέ τινες ἐκ τῆς τοῦ Πνεύματος διδαχῆς ἔνδοθεν διδασκόμενοι, ὥστε κἄν ἔξωθεν αὐτοῖς ἀνθρωπίνης διδαχῆς ἐπιστήμη οὐχ ὑπάρχει, ἀλλ’ ἡ τοῦ ἔνδοθεν διδασκάλου σοφία οὐκ ἐκλείπει» (τ. Δ΄, σ. 564 ὑπόθεσις ΛΗ΄, «Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου 7»).
Ἡ ἔννοια τῆς «πνευματικῆς πατρότητας» ἐκπηγάζει ἀπό τήν ἀντίστοιχη ἀντίληψη περί τῆς πατρότητας τοῦ Θεοῦ καί τῆς θείας πατρικῆς σχέσης μέ τά τέκνα του, δηλαδή τούς ἀνθρώπους. Ἡ πνευματική πατρότητα βασίζεται κυρίως στή φυσική λειτουργία τοῦ παιδαγωγικοῦ γονεϊκοῦ ρόλου τοῦ πατέρα, ὁ ὁποῖος μαζί μέ τή μητέρα ἀποτελοῦν τά κύρια πρόσωπα στό ψυχοκοινωνικό σύστημα τῆς οἰκογένειας. Ὁ πνευματικός πατέρας εἶναι τό κύριο πρόσωπο στήν πνευματική οἰκογένεια τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς τελείας ἀγάπης, τῆς ἐσωτερικῆς τελείωσης καί τῆς ἁγιότητας. Μέ τήν πνευματική καθοδήγηση, δηλαδή μέ τρόπο μυστικό καί πνευματικό, «γεννᾶ» τά πνευματικά του τέκνα.
Ὁ πνευματικός πατέρας δέν προβάλλει μέ τήν παιδαγωγική του τόν ἑαυτό του ὡς πρότυπο ζωῆς, ἀλλά ἐξαίρει στίς συνειδήσεις τῶν παιδιῶν του πιό ὑψηλά καί ἱερά πρότυπα ἁγιοσύνης.
Οἱ Φιλοκαλικοί πατέρες, ὡς σύμβουλοι ζωῆς καί παιδαγωγοί, ἐπεχείρησαν νά ἐνισχύσουν τό παιδαγωγικό τους ἔργο μέ τήν ἔκδοση καί ἐπανέκδοση πολλῶν σχετικῶν πατερικῶν κειμένων. Τά σημαντικότερα κείμενα πού ἐξεδόθησαν ἦσαν τῶν Νηπτικῶν Πατέρων, ἔργα μέ ἀνθρωπολογικό, παιδαγωγικό καί ψυχολογικό περιεχόμενο, πού ἐξετάζουν τήν ψυχική καί πνευματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου, μερικά μάλιστα απ’ αὐτά ἐπιχειροῦν νά προσεγγίσουν «ψυχαναλυτικά» τά βαθύτερα στρώματά της. Ἰδιαιτέρως ἀναφέρουμε τήν «Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν» (1782), «τό τῆς θεώσεως ὄργανον», κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβε καί τήν ὀνομασία του τό πνευματικό κίνημα τῆς «Φιλοκαλικῆς Ἀναγέννησης».
Ἀναφέρουμε ἐπίσης τόν «Εὐεργετινό» (1783), ὁ ὁποῖος προβάλλει πρότυπα συμβουλευτικῆς καθοδήγησης, καί τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅπου ἀναλύεται συστηματικά τό θέμα τῆς πνευματικῆς πατρότητας.
Κύριοι ἐκπρόσωποι καί πνευματικοί γενάρχες τῆς Φιλοκαλικῆς κίνησης ἦσαν ὁ Ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς (1731-1805), πρώην ἐπίσκοπος Κορινθίας, ὁ ἐκ Χίου ἐνάρετος ἱερομόναχος Νήφων, ὁ ὁποῖος ἐργάσθηκε ὡς πνευματικός πατέρας στή Σάμο, στήν Πάτμο, στήν Ἰκαρία καί στή Σκιάθο. Οἱ κορυφαῖοι ὅμως πνευματικοί πατέρες καί διδάσκαλοι τοῦ κινήματος ἦσαν ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὁ Νάξιος (1749-1809) καί ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος (1722/25-1813), σημαντικός παιδαγωγός μέ πλούσιο συγγραφικό παιδαγωγικό ἔργο. Ὁ ὅσιος Νικόδημος ἀνήκει στή χορεία τῶν τελευταίων μεγάλων ἡσυχαστῶν.
Ἡ ἀναστροφή τοῦ ὁσίου Νικοδήμου μέ τίς προαναφερθεῖσες πνευματικές φυσιογνωμίες, ἀλλά καί μέ ἄλλα πνευματικά ἀναστήματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπως οἱ μοναχοί Γρηγόριος καί Ἀρσένιος καί ὁ ἀσκητής Σίλβεστρος ὁ Καισαρεύς, συνέβαλε στή μύησή του εἰς τά τῆς μοναχικῆς φιλοσοφίας καί νηπτικῆς ἀνθρωπολογίας.
Τό πλούσιο ἔργο τοῦ Ἁγίου, ἀποτελούμενο ἀπό 25 ὀγκώδη συγγράμματα, διακρίνεται γιά τόν παιδευτικό καί καθοδηγητικό του λόγο, ὅπως ἐπίσης καί γιά τήν ψυχολογική του διάσταση. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἀνήκει στούς σκαπανεῖς τῆς Ἑλληνικῆς καί γενικότερα τῆς Εὐρωπαϊκῆς διανοήσεως, πού μέ τό ἔργο τους συνέβαλαν στήν καθιέρωση καί περαιτέρω πρόοδο ἑνός συγχρόνου κλάδου τῶν ἐπιστημῶν τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐκείνου τῆς «Συμβουλευτικῆς».
Ὁ Ἅγιος εἶχε συνείδηση τῆς ἀποστολῆς του ὡς διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς πνευματικοῦ πατέρα καί ποιμένος, γι’ αὐτό καί λειτουργεῖ μέσα ἀπό τό ἔργο του πατρικά, καθοδηγητικά καί συμβουλευτικά. Παράλληλα ὅμως, προβάλλει καί σκιαγραφεῖ τόν ἰδανικό τύπο τῆς πνευματικῆς πατρότητας, ὅπως αὐτός ἀναδύεται μέσα ἀπό τή φιλοκαλική διδασκαλία, ἐνῶ ταυτόχρονα ρίχνει φῶς κυρίως στήν παιδαγωγική του λειτουργία, μέ κύριο σκοπό νά ὑποβοηθήση στήν ἐργώδη ὄντως προετοιμασία τους καί στήν πνευματική τους τελείωση τούς νέους ποιμένες καί παιδαγωγούς τῆς Ἐκκλησίας.
Στή συνέχεια, προσπαθοῦμε νά προσεγγίσουμε, νά κατανοήσουμε καί, ὅσο τό δυνατόν πιό μεθοδικά, νά ἀναλύσουμε τήν ἔννοια καί τίς λειτουργίες τῆς πνευματικῆς πατρότητας, καί ἰδιαιτέρως τήν παιδαγωγική – ποιμαντική λειτουργία της, ὅπως αὐτή περιγράφεται ἤ ἀναδύεται μέσα ἀπό τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου. Ἐπιλέξαμε ὁρισμένα ἔργα τοῦ Ἁγίου περισσότερο ψυχοπαιδαγωγικῆς ὑφῆς.
 1) «Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν»
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος μέ προτροπή τοῦ Ἁγίου Μακαρίου προχώρησε σέ ἀποκάθαρση τῶν χειρογράφων τῆς «Φιλοκαλίας» πού τοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ ἴδιος. Ἔτσι, μέ τό ἔργο αὐτό καί τήν ἀξιοποίηση τῶν γνώσεων πού διέθετε ὁ Ἅγιος σχετικά μέ τή διδασκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, κατέστη ὁ μεγαλύτερος Νηπτικός πατέρας ἀπό τῆς ἐποχῆς του καί μετά καί ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τοῦ Φιλοκαλικοῦ κινήματος.
Στό προοίμιο τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς προβάλλεται μέ τρόπο συστηματικό ὁ θεωρητικός – φιλοσοφικός πυρήνας τῆς παιδαγωγικῆς τοῦ ὁσίου καί κυρίως ὁροθετεῖται τό πλαίσιο τοῦ «κοσμοειδώλου» καί τοῦ «ἀνθρωποειδώλου», ἐντός τοῦ ὁποίου ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἀλλά καί κάθε νηπτικός πατέρας λειτουργεῖ ὡς παιδαγωγός καί ποιμένας. Πρόκειται γιά λόγο περιεκτικό θείων ἀλλά καί ἐπιστημονικά θεμελιωμένων γνώσεων. Εἶναι, θά λέγαμε, ἡ πεμπτουσία τῆς παιδαγωγικῆς του θεωρίας καί λειτουργίας ὡς πνευματικοῦ διακριτικοῦ πατέρα, ὅπως αὐτή ἀναδύεται μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς πνευματικῆς αὐτῆς γραφῆς.
Παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος σχετικά: «… παραμελήσαμε αὐτό τό ἔργο πού ἀνυψώνει στή θέωση·  καί χωρίς τή θέση τοῦ νοῦ, εἶπε κάποιος, ὄχι ν’ ἁγιαστεῖ, ἀλλ’ οὔτε νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἐνδεχόμενο …Ἔχουμε ἔλλειψη ἀπό τά βιβλία πού καθοδηγοῦν πρός αὐτή τήν κατεύθυνση … Ἰδού, αὐτά πού μᾶς χειραγωγοῦν συστηματικά στήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, στή νήψη τοῦ νοῦ, στήν ἀνάκληση τῆς μέσα μας χάρης καί τῆς θεώσεως … Ἔχεις λοιπόν στό ἑξῆς, φίλτατέ μου ἀναγνώστη, αὐτό ἐδῶ τό πνευματικό βιβλίο. Βιβλίο πού εἶναι τό ταμεῖο τῆς νήψεως, τό φυλαχτό τοῦ νοῦ, τό μυστικό σχολεῖο τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Βιβλίο πού εἶναι ἡ πυκνή διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ …. Νά συγκαλέσουμε μέ ὑψηλόφωνο κήρυγμα στό πνευματικό τραπέζι τοῦ βιβλίου αὐτοῦ. Ἐλᾶτε λοιπόν, ἐμπρός ἐλᾶτε, φᾶτε τό ψωμί τῆς γνώσεως καί τῆς σοφίας καί πιεῖτε τό κρασί πού εὐφραίνει νοητά τήν καρδιά καί ἀπομακρύνει ἀπό ὅλα τά αἰσθητά καί νοητά ἐξαιτίας τῆς θεώσεως πού προκαλεῖ αὐτή ἡ ἔκσταση καί μεθύσετε ἀπό μέθη πραγματικά νηφάλια. Ἐλᾶτε ὅλοι ὅσοι εἶστε μέτοχοι στήν ὀρθόδοξη κλήση, μαζί λαϊκοί καί μοναχοί, ὅσοι ἐπιδιώκετε νά βρεῖτε τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μέσα σας καί τό θησαυρό τόν κρυμμένο στόν ἀγρό τῆς καρδιᾶς σας» (Λουκ. ιζ΄ 21, Ματθ. ιγ΄ 44. ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, προοίμιο 21-23).   
2)  «ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ἐγχειρίδιον ἤτοι περί φυλακῆς  τῶν πέντε αἰσθήσεων»
Τό σύγγραμμα αὐτό συνέθεσε, διόρθωσε καί ἐξέδωκε γιά πρώτη φορά ὁ Ἅγιος Νικόδημος σέ ἡλικία 32 ἐτῶν, μετά ἀπό παράκληση τοῦ ἐπισκόπου Εὐρίπου Ἱερόθεου. Τό συνέγραψε, ὅταν ἠσκεῖτο ἡσυχαστικῶς στήν ἔρημο νῆσο Σκυροπούλα, χωρίς τή βοήθεια βιβλιογραφίας, ἐγκυκλοπαιδικῶν λεξικῶν ἤ ἄλλων βοηθημάτων. Εἶναι ἔργο πηγαῖο, προερχόμενο ὄχι τόσο ἀπό τήν λογική ἀλλά ἀπό τήν «μνήμη τῆς ψυχῆς».
Στό ἔργο αὐτό, ὁ συγγραφέας ἀπευθύνεται στόν ἐξάδελφό του Ἱερόθεο καί γενικώτερα στούς Ἱεράρχες ὡς πνευματικούς πατέρες, καί ἑρμηνεύοντας τή διδασκαλία τῶν Μυστικῶν Πατέρων, ἀπό τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου μέχρι τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, περιγράφει τούς ἀναβαθμούς στήν ἐξελικτική πνευματική τους πορεία. Παρατηρεῖ πώς ἡ πορεία αὐτή εἶναι μία προετοιμασία, μία ἄσκηση πού εἶναι δυνατόν νά τούς ὁδηγήση σέ ὑψηλά μέτρα πνευματικότητας καί αὐτογνωσίας, ὥστε νά λειτουργοῦν διακριτικά ὡς πνευματικοί πατέρες.
Ἡ συγγραφή αὐτή ἀνήκει στήν κατηγορία τῆς παιδαγωγικῆς συμβουλευτικῆς καί τῆς ἠθικῆς ἀνθρωπολογίας. Μέ τή βοήθεια τοῦ βιβλίου αὐτοῦ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ὁδηγηθῆ στήν ἠθική κάθαρση καί ἀκολούθως ἡ ψυχή του νά γίνη δεκτική τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί νά ἐνωθῆ μαζί του.
Σέ ἐπιστολή του ὁ Εὐρίπου Ἱερόθεος παρακαλεῖ τόν Νικόδημο νά τόν συμβουλεύση πάνω σέ βασικά θέματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ὑπογραμμίζει τή σημασία τῆς παρακλήσεώς του: «Καί ταῖς τῶν σοφῶν σου λόγων συμβουλαῖς τε καί ὑποθήκαις, ἐμέ τε πρῶτον τόν ποιμένα βελτιῶσαι, καί δι’ ἐμοῦ ἅπαν τό λογικόν τουτί ποίμνιον … Οὐκ αἰσχύνομαι δέ ζητῶν συμβουλάς. Ἐπεί περ ἀσυμβούλευτος ἄνθρωπος πλοῖόν ἐστιν ἀκυβέρνητον, ὡς ἔτυχε ταῖς φοραῖς τῶν πνευμάτων ἐκδεδομένον, κατά τόν μέγαν Βασίλειον. Καί ὅλως, ἱερόν τι χρῆμα ἡ συμβουλή, κατά τόν εἰπόντα·  γνώμης ἕνωσις·  ἀγάπης καρπός· ταπεινοφροσύνης ἀπόδειξις·  ἀλαζονεία γάρ δεινή, τό μηδενός οἴεσθαι χρῄζειν, ἀλλ’ ἑαυτῷ προσέχειν, ὡς μόνῳ τά κράτιστα συμβουλεύσασθαι δυναμένῳ» («Συμβουλευτικόν», σ. 19).
Στό «προίμιο» τοῦ «Ἐγχειριδίου» ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁμιλεῖ γιά τήν προετοιμασία τοῦ ποιμένα καί πνευματικοῦ πατέρα, γιά τό μεγάλο καί δύσκολο ἔργο τῆς διαποίμανσης καί παιδαγωγίας τῶν πνευματικῶν του τέκνων:
«Καί ἵνα συντόμως εἴπω, αὐτοί πρῶτον θεοί κατά χάριν γεγονότες (δηλαδή οἱ Ἀρχιερεῖς καί ποιμένες), καί ὡς ἀρχιερεῖς εἰς τά ἅγια τῶν ἁγίων … τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ λειτουργήσαντες, διά τῆς μυστικῆς καί ὑπερφυοῦς θεολογίας· τότε δή τότε τήν προστασίαν ἀναδεχόμενοι τῶν λαῶν, μετέδιδον εἰς αὐτούς ἀπό τοῦ πλούτου τῶν ἑαυτῶν χαρισμάτων καί πάντα ἐγίνοντο εἰς αὐτούς, ἰατροί, φωστῆρες, ὁδηγοί, σωτῆρες, θεραπεύοντες τούς κατά ψυχήν ἀρρωστοῦντας, φωτίζοντες τούς ἐσκοτισμένους, ὁδηγοῦντες τούς πεπλανημένους καί σώζοντες ἤ πάντας ἤ τούς πλείους, διά τοῦ λόγου τῆς διδασκαλίας καί διά τοῦ παραδείγματος τῆς ἐναρέτου ζωῆς αὐτῶν» («Συμβουλευτικόν», σ. 27).
Καί συνεχίζει: «Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἤθελον μέν ἐγώ, ἵνα καί ὁ ἐμός δεσπότης μάθῃ πρῶτον διά τῆς κατά Χριστόν φιλοσοφίας, τίς ὁ ἔνδον καί ἐν ἡμῖν ἀφανής καί ἀόρατος πόλεμος τοῦ ἐχθροῦ· τίς ἡ διάκρισις τῶν ἀενάως εἰσερχομένων τε καί ἐξερχομένων λογισμῶν· καί τίνας μέν αὐτῶν πρέπει νά ὑποδέχηται καί εἰς τό ταμεῖον τῆς καρδίας ν’ ἀποθησαυρίζῃ … καί τίνι τρόπῳ δύναταί τις «νά εὕρῃ τήν ἐντός ἡμῖν οὖσαν τοῦ Θεοῦ βασιλείαν» κατά τήν θείαν φωνήν (Λουκ. ιζ΄ 21) καί νά γευθῇ ἀπ’ ἐντεῦθεν τῶν ἀγαθῶν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, καθώς οἱ Θεῖοι Πατέρες, οἱ καλούμενοι Νηπτικοί, περί τούτων διδάσκουσι, καί οἱ πεῖραν ἔχοντες ταῦτα οἴδασιν» … «… ἤθελον πρῶτον ἑαυτοῦ καί ὕστερον νά ἄρξῃ χριστωνύμου λαοῦ» («Συμβουλευτικόν», σ. 28-29).
 3)  «Πνευματικά Γυμνάσματα»  (τοῖς ἐντευξομένοις, σ. 8-9)
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος στό ἔργο αὐτό ἀναλύει τή λειτουργία σημαντικῶν παιδαγωγικῶν μέσων, μέ τή βοήθεια τῶν ὁποίων μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ὁδηγηθῆ στό στάδιο τῆς αὐτοαξιολόγησης, τῆς αὐτογνωσίας καί τῆς αὐτοαγωγῆς. Παρατηρεῖ σχετικά: « Ἐπειδή καί ὅλαι αἱ ἄνω εἰρημέναι πνευματικαί ἐργασίαι καί ἀρεταί, διά μέσου τῶν τριῶν ἐκείνων ἀποκτῶνται, τῆς μελέτης λέγω, τῆς ἐξετάσεως τῆς συνειδήσεως καί τῆς πνευματικῆς ἀναγνώσεως· διά τοῦτο ἡ Βίβλος αὕτη εἶναι μοιρασμένη εἰς μελέτας, ἐξετάσεις, καί ἀναγνώσεις· διά μέσου γάρ τῶν μελετῶν τούτων μελετῶν ὁ ἄνθρωπος … λαμβάνει μεγάλην γύμνασιν εἰς τήν εὐσέβειαν …
Διά τῶν ἐνταῦθα ἐξετάσεων τῆς συνειδήσεως … ὁ ἄνθρωπος βλέπει εἰς τήν συνείδησίν του, ὡσάν εἰς καθαρόν καθρέπτην, ἤ εἰς τάς ἐλλείψεις ὅπου ἔχει εἰς τάς ἀρετάς, ἤ εἰς τάς ἕξεις ὁποῦ ἔχει εἰς τάς ἁμαρτίας· καί ἀκολούθως σπουδάζει διά τῆς μετανοίας, νά ξερριζώσῃ μέν ταύτας, νά ἐμφυτεύσῃ δέ ἐκείνας εἰς τήν ψυχήν του.
Διά δέ τῶν πνευματικῶν τούτων ἀναγνώσεων διδασκόμενος ὁ ἄνθρωπος ποῖα μέν εἶναι τά ἐμπόδια εἰς τήν σωτηρίαν του, ποῖαι δέ εἶναι αἱ ζημίαι ὅπου ἐξ αὐτῶν προξενοῦνται εἰς τήν ψυχήν του· μανθάνων δέ καί πῶς νά ἰατρεύσῃ τάς ζημίας ταύτας καί νά σηκώσῃ τά ρηθέντα ἐμπόδια … εὑρίσκει γνῶσιν εὐαγγελικήν … γνωρίζει ποία εἶναι ἡ ἀληθινή μετάνοια· ἐπανορθεῖ τά ἤθη του· χαλιναγωγεῖ τόν ἔρωτα τῶν ἡδονῶν, τοῦ πλούτου καί τῆς δόξης· ὑψώνει πρός οὐρανόν τό πνεῦμα του καί εἰς τόν φόβον καί πίστιν, καί ἐλπίδα, καί ἀγάπην τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ προσκολλᾷ τήν καρδίαν του».             
«Πνευματικά Γυμνάσματα»  (σ. 199-207)
Μελέτη ΚΔ΄: Περί τῆς διδασκαλίας τοῦ θείου Εὐαγγελίου 
Στήν ἑνότητα αὐτή ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁριοθετεῖ τό λειτουργικό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῆς παιδευτικῆς ἐπικοινωνίας διδασκάλου – μαθητῆ, πνευματικοῦ πατέρα – πνευματικοῦ τέκνου. Ἀναφέρεται στά στοιχεῖα τοῦ ἐπικοινωνιακοῦ συστήματος, στόν πομπό, στό δέκτη καί στό μήνυμα ἤ τό μορφωτικό ἀγαθό καί ὁρίζει τά χαρακτηριστικά καί τίς λειτουργίες του. Ἰδιαίτερα ὅμως ὁμιλεῖ γιά τή συλλειτουργία μαθητῆ καί διδασκάλου καί τονίζει τή σημασία τῆς βαθύτερης (λογικῆς, συναισθηματικῆς, ὑπαρξιακῆς) συνάντησής τους, ἐνῶ συγχρόνως ἀναφέρεται στήν μοναδικῆς σπουδαιότητας λειτουργία τοῦ διδασκαλικοῦ παραδείγματος (προβολή – ἐνδοβολή προτύπου).
Γράφει χαρακτηριστικά: «Συλλογίσου ἀγαπητέ α] τόν διδάσκαλον τῆς Εὐαγγελικῆς διδασκαλίας, ποῖος εἶναι· β] ποία εἶναι ἡ διδασκαλία του καί γ] ποῖοι εἶναι οἱ μαθηταί ὅπου πρέπει νά τήν μάθουν. Λοιπόν, α/ συλλογίσου, ὅτι ὁ διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ διδάσκαλος ὅλων τῶν διδασκάλων … μάλιστα ὅπου αὐτός  ὁ διδάσκαλος, ὄχι μόνον διδάσκει μέ τά λόγια ὡσάν τούς ἄλλους διδασκάλους, ἀλλά πολύ περισσότερον διδάσκει μέ τά ἔργα …». 
«β/ Συλλογίσου τήν διδασκαλίαν αὐτοῦ τοῦ οὐρανίου διδασκάλου ὅπου κάνει εἰς ὅλον τό θεῖον Εὐαγγέλιον, μάλιστα δέ εἰς τόν πρῶτον λόγον του ἐπάνω εἰς τό ὄρος, καθώς διηγεῖται ὁ Ματθαῖος». 
«γ/ Συλλογίσου ἀγαπητέ, ὅτι μαθηταί τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας εἶναι ὅλοι οἱ χριστιανοί καί κοντά εἰς ὅλους εἶσαι καί ἐσύ …
Δέν ἠξεύρεις πώς μαθητής καί διδάσκαλος εἶναι δύο πράγματα, ὅπου ἔχουν σχέσιν καί ἕνωσιν ἀναμεταξύ των καί ὅποιος εἶναι μαθητής ἔχει χρέος νά μιμῆται τόν διδάσκαλόν του; Καί ἄν ὁ διδάσκαλος εἶναι ἅγιος, πρέπει καί ὁ μαθητής νά γίνεται ἅγιος; «ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἅγιός εἰμι ἐγώ Κύριος» (Λευϊτικ. ια΄  14) «ἀρκετόν φησι τῷ μαθητῇ ἵνα γένηται ὡς ὁ διδάσκαλος» (Ματθ. ι΄  25) ….
«Διά τοῦτο ἀγαπητέ, σπούδασαι τώρα νά συσχηματίσης τήν ζωήν σου κατά τά μαθήματα ὅπου σοῦ παρέδωκεν ὁ ἰδικός σου διδάσκαλος … Ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς θείας Γραφῆς εἶναι ἡ ὄντως Σοφία καί ἡ ἀλήθεια. Ἡ θεία Γραφή εἶναι ἡ θεία ἐπιστήμη, ἥτις μᾶς κάμνει περισσότερον πεπαιδευμένους ἀπό ὅλους τους φιλοσόφους, περισσότερον σοφούς ἀπό ὅλους τούς ἠθικούς καί πολιτικούς καί αὐτή μόνη μᾶς κάμνει ἁγίους, πνευματικούς καί μακαρίους, ἀπό σαρκικούς, ψυχικούς καί ἀθλίους».                
4)  « Ἐξομολογητάριον»  
Στό βιβλίο του αὐτό ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἀποκαλύπτει τήν ἔκταση καί τόν πλοῦτο τῶν χαρισμάτων πού συγκροτοῦν τήν παιδαγωγική λειτουργία τῆς πνευματικῆς του πατρότητας. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο παρωθεῖ τά πνευματικά του τέκνα πρός τήν μετάνοια, ἡ ψυχολογική του διαίσθηση, ἡ διαγνωστική ἱκανότητα, ἡ διακριτική ἐνατένιση καί παρέμβαση, ἡ συμβουλευτική καί θεραπευτική του καθοδήγηση, ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἀνθρωπολογικές του γνώσεις, ἀναδεικνύονται στό γραπτό κείμενο τοῦ παρόντος ἐγχειριδίου.
Ὁ ὅσιος Γέρων θεμελίωσε τή συμβουλευτική του θεματική στό κῦρος τῶν Ἱερων Κανόνων, ὅπως ἐπίσης καί στή διδασκαλία τῶν Νηπτικῶν Πατέρων. Ἀπ’ αὐτή τήν ἀφετηρία ξεκινᾶ καί προχωρεῖ μέ διάκριση, γλυκύτητα καί κατανυκτικότητα στήν ἀνάλυση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως.
Στό ἔργο του αὐτό προτάσσει προλογικό μέρος, ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν προπαρασκευή, τά προσόντα καί τίς ἀρετές, ἀλλά καί τίς γνώσεις πού πρέπει νά διαθέτη ὁ Πνευματικός Πατέρας. Ὑποδεικνύει ἐπίσης πρός αὐτόν τρόπους διακριτικούς, μέ τούς ὁποίους πρέπει νά ἐξετάζη τό πνευματικό ὑπόβαθρο τῆς ἁμαρτίας καί τίς ὅλες συνθῆκες, ὑπό τίς ὁποῖες ἐτελέσθη αὐτή. Ὑποδεικνύει ἐπίσης στόν πνευματικό τόν ἐξατομικευμένο τρόπο ἀντιμετώπισης κάθε περίπτωσης ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς. Μελετᾶ, τέλος, τή λειτουργία τῶν λογισμῶν, τό ὑπόβαθρο, ἀπ’ ὅπου πηγάζουν καί τούς τρόπους ἀντιμετώπισης κάθε περίπτωσης.
5)  «Βαρσανουφίου καί Ἰωάννου κείμενα διακριτικά καί ἡσυχαστικά»  (ἐρωταποκρίσεις), τόμοι Α΄-Γ΄, ἐκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ἱ. Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1996-1997, μέ εἰσαγωγή, μετάφραση καί σχόλια τῶν ἀδελφῶν τῆς Ἱ. Μονῆς καί τοῦ λογίου Γέροντος π. Ἀντωνίου Ρωμαίου. Ἰδιαιτέρως Βλ. τ. Α΄, σ. 9-46.    
Στό ἔργο αὐτό, πού ἐκδόθηκε μέ ἐπιμέλεια τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, σκιαγραφεῖται ὁ μακρύς δρόμος τῆς χαρμολύπης πού ἔχει χαράξει ὁ κάθε ἀσκητικός ἀγωνιστής. Βασική προϋπόθεση, κατά τή φιλοκαλική διδασκαλία, γιά νά διανύση ὁ ἀσκητής τήν ἀτραπό τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ἀπό τά πρῶτα στάδια τῶν προπαιδευτικῶν βαθμίδων μέχρι τά ἀνώτερα, εἶναι ἡ χαρισματική δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ διακριτική λειτουργία τοῦ ἀγωνιζομένου προσώπου.
Τό ἱερό κείμενο πού ἐξετάζουμε εἶναι κατ’ ἐξοχήν διδακτικό καί συμβουλευτικό. Δέν ἀποτελεῖ μόνον θεωρητική σύλληψη ὑψηλοῦ ἐπιπέδου δύο ἐμβριθῶν πνευματικῶν πατέρων καί παιδαγωγῶν, πού δημιουργοῦν καθώς μεθίστανται στόν κόσμο τῆς διανοίας. Τό ἔργο αὐτό εἶναι κατ’ οὐσίαν προϊόν βιωματικῶν ἐμπειριῶν καί ἐσωτερικῶν πνευματικῶν ἐνατενίσεων. Ὁ μέγας Βαρσανούφιος ὠθεῖται, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἀπό τήν «χριστομίμητον καρδίαν του» καί ἀπό τήν ἄρρητον δύναμιν τοῦ Πνεύματος καί γιά τό λόγο αὐτό λειτουργεῖ ὡς φιλόστοργος πατέρας πού παιδαγωγεῖ, καθοδηγεῖ καί συμβουλεύει ἄμεσα καί προσωπικά. Τό ὕφος τῆς ποιμαντικῆς του ἀπορρέει ἀπό πρακτικά κυρίως θέματα, πού πραγματεύεται καί ἀναλύει, παρωθούμενος ἀπό προσωπικά βιώματα καί ἁγιοπνευματικές ἐμπειρίες. Ἡ παιδαγωγία τῶν δύο αὐτῶν χαρακτηριστικῶν ἐκπροσώπων τῆς πνευματικῆς πατρότητας, τοῦ Βαρσανουφίου καί τοῦ Ἰωάννου, παρ’ ὅλο πού, κατά τόν Ἁγιο Νικόδημο, ἐκφέρεται μέ «ἀρρητόρευτα λόγια καί ἁπλόϊκά», ἐν τούτοις ἀποπνέει ἄρωμα ἔντονα φιλάνθρωπο καί παρακλητικό καί χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀνεπανάληπτη διάκρισή τους καί τήν ἐξατομικευμένη ἀγωγή. Οἱ δύο ἅγιοι πατέρες ἐφαρμόζουν μέ ἀριστοτεχνικό τρόπο τήν παιδαγωγική τῆς ἐρωτήσεως σέ συνδυασμό μέ τήν «κλινική παιδαγωγική» μέθοδο, ὅπως θά λέγαμε σήμερα.
Ἡ συμβουλευτική τῶν δύο πατέρων, ἡ ὁποία δέν ὠθεῖ τόσο σέ θεολογικές θεωρητικές ἀναζητήσεις, ὅπως παρατηρήσαμε ἤδη, ἀλλά διανοίγει ὁδούς πρός τήν ἐν Θεῷ βίωση καί τήν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση, ἔχει ὡς κύρια θεματική: τόν ἀνθρώπινο πόνο, τήν ὑπομονή, τή διάκριση, τή νήψη, τήν ἐσώτερη «βία» καί τήν αὐτομεμψία.
Πηγές τῆς διδασκαλίας τους: Ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τά «Γεροντικά» καί ἡ Λαυσαϊκή Ἱστορία.
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος, πνευματικός πατέρας ὁ ἴδιος, παρατηρεῖ στό «Προοίμιον» τοῦ ἔργου καί τά ἑξῆς: «Οἱ μακαριστοί Πατέρες οὗτοι  (δηλ. Βαρσανούφιος καί Ἰωάννης) ἀφῆκαν τήν ἱεράν ταύτην Βίβλον τους, ὡσάν μίαν κληρονομίαν πατρικήν εἰς τούς πνευματικούς υἱούς των … πρός διόρθωσιν καί ὠφέλειαν τῆς ψυχῆς καί συνειδήσεως τοῦ ἔσω ἀνθρώπου … Δεχθῆτε λοιπόν περιχαρῶς καί μετ’ ἐπιθυμίας, ἀδελφοί ἀγαπητοί, τήν ψυχωφελεστάτην αὐτήν Βίβλον καί συνεχῶς ταύτην ἀναγινώσκετε ἕκαστος ὁποίας τάξεως καί βαθμοῦ εἶναι· ἔστι γάρ χρησιμοτάτη καί εἰς Ἀρχιερεῖς καί εἰς Ἱερεῖς καί είς Ἄρχοντας καί εἰς Κριτάς, μάλιστα δέ εἰς Μοναχούς ἡσυχαστάς καί εἰς κοινοβιάτας καί ἁπλῶς εἰς ἀρχαρίους, εἰς μέσους καί εἰς τελείους· ἐξαιρέτως δέ εἰς ἀσθενεῖς καί πάσχοντας ἀπό διαφόρους πειρασμούς καί πάθη, καί διά τοῦτο χρειαζομένους παρηγορίαν ψυχικήν, διότι αὐτή λύει τά δύσλυτα ἐρωτήματα μέ μίαν διάκρισιν θαυμαστήν· αὐτή εἶναι διδάσκαλος τῆς ὑπομονῆς· ἐκριζώτρια τοῦ γογγυσμοῦ· μάχαιρα ἐκκοπτική τοῦ ἰδίου θελήματος· τῆς ἀνθρωπαρεσκείας τμητικώτατος πέλεκυς· τῆς ἀληθοῦς καί τελείας ταπεινώσεως ὑφηγήτρια, τοῦ ἀψηφίστου εἰσηγήτρια, τῆς μετανοίας διαλαλήτρια, τοῦ πένθους γεννήτρια καί τῆς τῶν ψυχῶν σωτηρίας καί ἐν Χριστῷ τελειότητος προξενήτρια» (τ.Α΄,  σ. 45-46).
 6) «Ἐπίσκεψις πνευματικοῦ πρός ἀσθενῆ», Ἀθήνα, ἐκδόσεις «ΥΠΑΚΟΗ», μέ «πρόλογο» και «εἰσαγωγή» τοῦ π. Βασιλείου Βολουδάκη.
 Ἀναφερόμεθα, τέλος, στό ἔργο αὐτό, πού ἀποδίδεται στόν Ἅγιο Νικόδημο, ἐπειδή τό θεωροῦμε σημαντικό ἀπό ἀπόψεως συμβουλευτικῆς, παρ’ ὅλο πού περί τῆς πατρότητός του ἔχουν διατυπωθῆ ἀντικρουόμενες – ἐξίσου ὅμως σημαντικές – «ἱστορικές» και «φιλολογικές» ἀπόψεις (Βλ. σχετικῶς Βασ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗ, Ὑπακοή, 2000,  G. ΜΑRNELLOS, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 64, 2002, σ. 102 κ.ἑ., ἐπίσης Μητρ. Σουηδίας Π. ΜΕΝΕΒΙΣΟΓΛΟΥ, 1998, 203 κ.ἑ., 2000, 229 κ.ἑ.). Πιστεύουμε πώς ἡ σύντομη ἀναφορά στή θεματική τοῦ ἔργου αὐτοῦ, ἑνός πονήματος ἄλλωστε πού μορφολογικά καί νοηματικά στοιχεῖ στή δυναμική τῆς συμβουλευτικῆς τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, παρά τήν ὅποια περί τῆς συγγραφικῆς πατρότητός του ἀσάφεια, μεγίστη ὠφέλεια θά προσπορίση στόν μελετητή τῆς συμβουλευτικης (θεωρίας καί πράξης) τῆς περιόδου ἐκείνης.
Ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου διδάσκει μέ παιδαγωγική γνώση καί διάκριση στούς πνευματικούς πατέρες τήν τέχνη τῆς καθοδήγησης και τῆς συμβουλευτικῆς ὑποστήριξης τῶν ἀσθενῶν.
Τό βιβλίο αὐτό πού χαρακτηρίζεται ὡς «κοινόν ἰατρεῖον τῶν ψυχῶν μας», θά μπορούσαμε νά τό ὀνομάσουμε καί «ἐγχειρίδιο συμβουλευτικῆς – ποιμαντικῆς πόνου». Παρατηρεῖ ὁ συγγραφέας πώς τό μικρό αὐτό βιβλίο: «τό περισσότερον ὠφελεῖ καί τούς πνευματικούς πατέρας, διά τούς σοφούς καί εὔμορφους τρόπους ὁποῦ τούς διδάσκει, πῶς νά ἐπισκέπτωνται, καί νά διορθώνουν τούς χριστιανούς, καί μάλιστα τούς ἀσθενεῖς» (σ. 33).
«Οἱ Ἱερεῖς ἐκεῖνοι ὁποῦ διορίζονται οἰκονόμοι καί φροντισταί ψυχῶν ἀπό τούς ποιμένας τους ἔχουν χρέος νά ποιμαίνουν καί αὐτοί τά λογικά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, μέ τόν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τήν Διδασκαλίαν τήν Χριστιανικήν, καί μέ τά Ἅγια Μυστήρια … Οἱ Ἱερεῖς ὁποῦ δέχονται αὐτήν τήν οἰκονομίαν, ἔχουν νά δώσουν λόγον εἰς τόν Θεόν, διά ὅλας ἐκείνας τάς ψυχάς ὁποῦ ἔχουν ὑποκάτω εἰς τήν κυβέρνησίν των. Καί βεβαιότατα ἡ ἐπιστασία ἡ πνευματική ὁποῦ ἔχουν ζητᾷ νά βοηθοῦν τούς ἀδελφούς τους εἰς τάς πνευματικάς τους χρείας, καί μάλιστα εἰς τήν μεγάλην τους καί ὑστερινήν ἀνάγκην, ὁποῦ εἶναι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου …  Ποῖος ἠξεύρει, ἀνίσως καί ἐκείνην τήν ὥραν ἕνας ἁμαρτωλός μέ τήν καλήν συμβουλήν, καί κυβέρνησιν τοῦ σοφοῦ Ἱερέως, καί φρονίμου πνευματικοῦ, ἤθελε καθαρισθῇ ἀπό κάθε μολυσμόν ἁμαρτίας, καί ἤθελε κερδήσῃ τόν Παράδεισον, ὡσάν τόν ληστήν;» («περιθανάτια ποιμαντική») (σ. 35-38).
«Καί τότε ὁ πνευματικός πρέπει νά μεταχειρισθῇ κάθε ἐπιμέλειαν καί φρονιμάδα κατά τούς ἀσθενεῖς ὁποῦ εὑρίσκει («ἐξατομίκευση ἀγωγῆς», «προσωπική ἀγωγή», «κλινική παιδαγωγική»). Ἄν τύχῃ καί ὁ ἀσθενής εἶναι ἀξιωματικός καί μεγάλος ἄνθρωπος, δέν πρέπει νά τόν φοβηθῇ ὁ πνευματικός. Πάλιν ἄν τύχῃ καί εἶναι κανένας σκληροκάρδιος, δέν πρέπει νά θυμωθῇ … Ἀκόμα δέν πρέπει ὁ πνευματικός νά εἶναι πολυλόγος καί μεγαλόφωνος, διότι τοῦ συγχίζει τήν κεφαλήν, καί τοῦ αὐξάνει τό πάθος. Διά τοῦτο πρέπει νά λέγῃ εἰς τόν ἀσθενῆ ὀλίγα λόγια καί φρόνιμα, μέ τρόπον γλυκύν καί εὐάρεστον, καί μέ φωνήν μετρίαν καί ταπεινήν, ὁποῦ νά προξενῇ εὐλάβειαν καί εἰς τόν ἀσθενῆ καί εἰς τούς περιεστῶτας …» (σ. 40-42).
«Λοιπόν ὁ Ἱερεύς ἄς ἁρματωθῇ μέ μίαν ἀρκετήν προσευχήν, καί ἄς ζητήσῃ ἀπό τόν Θεόν βοήθειαν διά νά γένουν τά λόγιά του εὐπρόσδεκτα εἰς τόν ἀσθενῆ, καί νά κάμουν καρπόν μέ τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος … Εἰ δέ καί ὁ ἀσθενής τύχῃ νά εἶναι εὐλαβής καί καλῆς ζωῆς ἄνθρωπος, πρέπει ὁ πνευματικός νά τόν δυναμώνῃ, καί νά τόν παρηγορᾷ μέ λόγια φρόνιμα, διά νά ὑποφέρῃ τό πάθος καί τό βάσανον ἐκεῖνο μέ μεγαλοψυχίαν, διατί εἶναι Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, καί νά δοξάζῃ τόν Θεόν ….    
Καί ἐδῶ εἶναι χρεία ὁ Ἱερεύς νά μεταχειρισθῇ κάθε τρόπον, καί μέ φρονιμάδα νά κάμῃ κάθε ἐξέτασιν, καί ἄν τό καλέσῃ ἡ χρεία ἄς ἐπιτιμᾷ πλήν με τρόπον ἥμερον καί γλυκύν» (σ. 43-50).
Ἡ ἀναδρομή μας στήν εἰκόνα τοῦ ἰδανικοῦ πνευματικοῦ πατέρα, παιδαγωγοῦ καί συμβούλου, ὅπως αὐτή σκιαγραφεῖται στό ἔργο τοῦ ὁσίου Νικοδήμου, φέρει στό νοῦ μας ἀσκητικές μορφές πνευματικῶν πατέρων τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ πατέρες αὐτοί, προικισμένοι μέ τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης, υἱοθέτησαν τό ἡσυχαστικό ἦθος καί τήν ἀσκητική τῶν φιλοκαλικῶν καί συνέχισαν μέχρι τίς ἡμέρες μας τό παιδαγωγικό τους ἔργο. Ἔγιναν οἱ σύγχρονοι πνευματικοί πατέρες τῆς νεολαίας καί οἱ σύμβουλοι τῆς νεοελληνικῆς οἰκογένειας, συνεχίζοντας ἔτσι τήν παιδαγωγική παράδοση τῆς πνευματικῆς πατρότητας. Στό νοῦ μας παραμένουν ζωντανές οἱ φυσιογνωμίες τοῦ λογίου παιδαγωγοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τῶν ὁσίων πατέρων Ἀμφιλοχίου Μακρῆ, Φιλοθέου Ζερβάκου, Πορφυρίου, Παϊσίου, Ἰακώβου καί Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ. Οἱ ἱερές μνῆμες ἀπό τήν ὁσιακή τους ζωή θά λειτουργοῦν πάντοτε στή συνείδησή μας παραμυθητικά καί θεραπευτικά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ τοῦ Ἁγιορείτου, Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, Βόλος, 1983, ε΄ ἔκδοση, τυπ. υἱῶν Σ. Σχοινᾶ.
Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ τοῦ Ἁγιορείτου, Πνευματικά Γυμνάσματα, Θεσσαλονίκη, 1991, ζ΄ ἔκδοση, Β. Ρηγόπουλου.      
Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ τοῦ Ἁγιορείτου, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτη, ἐπιμέλεια Γ. Γαλίτη, τόμ. Α΄, Ἀθῆναι, 1989, γ΄ ἔκδοση.
Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ τοῦ Ἁγιορείτου, Βαρσανουφίου και Ἰωάννου, κείμενα διακριτικά και ἡσυχαστικά, τόμ. Α΄- Γ΄, 1996-97, ἐκδ. «ἑτοιμασία», Ἱ. Μονή Τ. Προδρόμου, Καρέας. 
Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ τοῦ Ἁγιορείτου, Ἐπίσκεψις πνευματικοῦ πρός ἀσθενῆ, Ἀθῆναι, ἐκδ. «Ὑπακοή», 1993.                                                                    
ΒΟΛΟΥΔΑΚΗ (Β.) πρωτοπρεσβυτέρου, Περί τῆς πατρότητος δύο ἀνωνύμων ἔργων Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἀθήνα,  ἐκδ. «Ὑπακοή», 2000.
ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ, μοναχοῦ, Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορεί-της, Ἀθῆναι, 1978, β΄ ἔκδοσις.                                                                     
ΚΑΡΑΪΣΑΡΙΔΗ (Κ.) πρωτοπρεσβυτέρου, Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιο-ρείτης καί τό λειτουργικό του ἔργο, Ἀθῆναι, 1998.                                                                     
ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ (Ι.), Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης «Ἀκτῖνες» 16 (1953), 17 (1954).                                                                   
ΚΡΙΚΩΝΗ (Χ.), Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809). «Πατερικά Μελετήματα», τόμ. Β΄, 2001, Θεσσαλονίκη, “University Studio Press”, σ. 35- 172.
ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ (Γ.) Γιά μια ὀρθόδοξη Χριστιανική παιδαγωγική. «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ», πορεία στήν τρίτη χιλιετία, τόμ. Β΄, 1996, ἔκδ. Ἱ. Μ. Κουτλουμουσίου, Ἅγιον Ὄρος, σ.  199-209.
ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ (Γ.) Φιλοκαλική Αναγέννηση, ἡ παιδαγωγική της διάσταση. «ΠΟΡΕΥΘΕΝΤΕΣ …», χαριστήριος τόμος προς τιμήν τοῦ Ἀρχ. Ἀλβανίας Ἀναστασίου», Ἀθήνα, 1997, ἐκδ. Ἁρμός, σ. 287-303.
ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ (Γ.) «Ὁ Γέρων Πορφύριος, πνευματικός πατέρας καί παιδαγωγός», Ἀθήνα, 2006, «Ἐν πλῷ», θ΄ ἔκδοση, ἐπαυξημένη.
ΜΑΡΝΕΛΛΟΥ (Γ.) πρωτοπρεσβυτέρου, Ὁ «Μεγαλόκοσμος» ἄνθρωπος κατά τον Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη ὡς βάση τῆς Ἑλληνικῆς ἀγωγῆς καί παιδείας, Ἅγιος Νικόλαος Κρήτης, 1990,   ἐκδ. Κέντρου Μελέτης Ὀρθοδόξου Πολιτισμοῦ.                                                                     
MARNELLOS (G.), Saint Nicodème L’ Hagiorite (1749-1809) maître et pédagogue de la nation Grecque et de l’Église Orthodoxe. «Ἀνάλεκτα Βλατάδων» 64, Θεσσαλονίκη, 2002, σσ. 102-116.                                                                     
ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ (Η.) Ἀρχ., Τό πολίτευμα τῶν χριστιανῶν, Θεσσαλονίκη, 1975,  ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ.                                                                     
ΜΕΝΕΒΙΣΟΓΛΟΥ (Π.) Μητρ. Σουηδίας, Πεπλανημένη ἀπόδοσις ἔργου εἰς Ἅγιον Νικόδημον τόν Ἁγιορείτην. «Κληρονομία», 29, 1998, σσ. 203-210.
ΜΕΝΕΒΙΣΟΓΛΟΥ (Π.) Μητρ. Σουηδίας, Αὐθαίρετος ἀπόδοσις δύο ἔργων εἰς τόν Ἅγιον Νικόδημον τόν Ἁγιορείτην. «Κληρονομία», 31, 2000, σσ. 229-252.
ΜΠΙΛΑΛΗ (Ν.), μοναχοῦ, Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809), Ἀθῆναι, 1969.                                                                     
ΠΑΠΟΥΛΙΔΗ (Κ.), Τό κίνημα τῶν Κολλυβάδων, ἐν Ἀθήναις, 1991, ἔκδοσις Β΄.                                                                     
ΡΑΝΤΟΒΙΤΣ (Ἀ.), Ἀρχ., Ἡ Φιλοκαλική Ἀναγέννησι τοῦ XVIII καί ΧΙΧ αἰ. καί οἱ Πνευματικοί Καρποί της, Ἀθῆναι, 1984, Ἱ. Γουλανδρῆ-Χόρν.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΟΥ (Β.), Ἡ πνευματική πατρότης κατά Συμεών τόν Νέον Θεολόγον, διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη, 1977,  ἐκδ. Πουρναρᾶ. 
WARE (Κ.), Ἡ ἐντός ἡμῶν Βασιλεία, μετ. Ἰ. Ροηλίδη, Ἀθήνα, 2000,  ἐκδ. Ἀκρίτας.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠ...