ΕΠΙ ΜΙΑΣ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΤΑΜΠΟΥΡΑ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α.Π. 78 ᾿Εν Κορωπίῳ τῆ 10)9)99 (Ε.Η.) ΠΡΟΣ Τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος κ.κ. ᾿Ανδρέαν, Πρόεδρον τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καί Τούς Σεβασμιωτάτους ᾿Αρχιερεῖς, μέλη τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε, Σεβασμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ῾Ο Χριστός εἴη ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν. Περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τό ὑπ᾿ ἀριθ. 15)7-9-99 ἔγγραφον τοῦ Σεβ)του Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Παναρέτου, μέ τό ὁποῖον "ἀπεφάσισε" νά ἐπιβάλῃ "ἀργίαν" εἰς τόν ῾Ιερομ. π. ᾿Αμφιλόχιον Ταμπουρᾶν. Κατά τήν ἐμήν ταπεινήν γνώμην πρόκειται διά μίαν πράξιν πολλαπλῶς ἀντικανονικήν καί ἐνδεχομένως πρόξενον πολλῶν δεινῶν εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν. Τήν χαρακτηρίζω, ὡς τορπίλλην εἰς τά θεμέλια τῆς ἑνότητος καί τῆς εἰρήνης εἰς τό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία δυνατόν νά ὡδηγήσῃ καί εἰς πρόκλησιν νέου σχίσματος, τό ὀποῖον ποθοῦν καί προσδοκοῦν αἱ ἴδιαι σκοτειναί δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι τελικῶς προεκάλεσαν καί ἐκεῖνο τοῦ 1995. Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς Δυστυχῶς διαπιστώνεται ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ συνεχίζει νά διώκεται καί σήμερον ὑπό τῶν ἰδίων κρυπτομένων δυνάμεων τοῦ σκότους. ῾Ο σημερινός διωγμός εἶναι περισσότερον ὕπουλος καί δόλιος ἀπό ἐκεῖνον τοῦ 1995, ὥστε νά μή γίνεται εὐκόλως ἀντιληπτή ἡ μεθοδευομένη προδοσία κατά τῆς ῾Ομολογίας -᾿Εκκλησιολογίας, ἀλλά καί αὐτῆς τῆς ᾿Αποστολικῆς μας Διαδοχῆς. ᾿Ασφαλῶς οἱ πολλοί δέν τό ἀντιλαμβανόμεθα, διά τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι, νά κάνω σχετικάς δηλώσεις-᾿Ανακοινώσεις εἰς τήν προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς ῾Ιεραρχίας, ἡ ὁποία δέν πρέπει νά καθυστερήσῃ. ᾿Ενταῦθα, ὡς ἐλάχιστος ἐν Χριστῷ ὑμῶν ἀδελφός, ἐκφράζω τήν ἀνησυχίαν μου καί τήν ἀγωνίαν μου κατά πόσον ἡμεῖς, ᾿Αρχιερεῖς ὄντες τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἔχομεν ἀντιληφθῇ τόν μεγάλον αὐτόν κίνδυνον, ἤ ἄθελά μας καί ἐν τῇ ἁπλότητι τῆς καρδίας μας, κινδυνεύομεν νά παρασυρθῶμεν εἰς πράξεις ἤ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι χωρίς νά τό ἀντιληφθῶμεν μᾶς ἐκθέτουν, ἐνδεχομένως δέ, μή γένοιτο, νά μᾶς κατατάξουν καί μεταξύ τῶν πολεμίων τῆς ᾿Εκκλησίας. Φαίνεται σκληρός ὁ λόγος, ἅγιοι ἀδελφοί, ἀλλά ἄς ἔχωμεν πάντοτε κατά νοῦν, ὅτι ᾿Αρχιερεῖς ᾿Ορθόδοξοι ἦσαν καί οἱ πέντε πρώην Μητροπολῖται, οἱ ὁποῖοι ἀπό διάκονοι Χριστοῦ κατεστάθησαν ὑπηρέται τοῦ πονηροῦ, ῾Η πτῶσις τῶν πέντε πρέπει πάντοτε νά μᾶς προβληματίζῃ, διότι μπορεῖ νά ἔχῃ συνέχεια, ἀκόμη καί μεταξύ ἡμῶν, ἄν δέν προσέξωμεν. Μακαριώτατε καί ἅγιοι ἀδελφοί, ἐτάχθημεν νά φυλάσσωμεν τάς "Θερμοπύλας" τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ωμόσαμεν ἐνώπιον τοῦ ῾Ιεροῦ Θυσιαστηρίου, ὅτι θά θυσιάσωμεν καί τήν ψυχήν μας διά τήν ᾿Αγάπην τοῦ Χριστοῦ. Καί ὑπεσχέθημεν, ὅτι θά διατηρήσωμεν ἀντί πάσης θυσίας τήν ᾿Αγάπην μας πρός τήν Νύμφην μας ᾿Εκκλησίαν, ἡ ὁποία ᾿Αγάπη - θυσία πρός Αὐτήν ἐκφράζεται μέ τήν διαφύλαξιν ἀκαινοτομήτου τῆς ᾿Αποστολικῆς Πίστεως, τῆς Κανονικῆς τάξεως, τοῦ Δικαίου καί τῆς ᾿Αγάπης τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εκφράζεται μέ τήν διασφάλισιν τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνότητος τοῦ Σώματος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Διερωτῶμαι Μακαριώτατε καί ἁγιοι ᾿Αρχιερεῖς: ῾Ο Σεβασμιώτατος κ. Πανάρετος, ἀχθείς ἤ παρασυρθείς εἰς τήν ἀπόφασίν του αὐτήν, ἐνήργησε μέ γνώμονα καί κριτήριον τήν Κανονικήν τάξιν, τήν ἀλήθειαν, τήν ἀγάπην καί τό Δίκαιον; ῎Ελαβεν ὑπ᾿ ὄψιν του, ὅτι οἱαδήποτε πράξις διά νά εἶναι ἔγκυρος πρέπει νά ἐπιβληθῇ ὑπό τοῦ ἁρμοδίου ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου, τό ὁποῖον πρωτίτως συντάσσει ὑπευθύνως κατηγορητήριον, τό κοινοποιεῖ καί καλεῖ κανονικῶς τόν κατηγορούμενον, ἀκούει ἐλεύθερα τήν ἀπολογίαν του, καί μέ φόβον Θεοῦ ἀποφασίζει κανονικῶς καί δικαίως; Σέ τί διαφέρει ἡ "ἀπόφασις" τοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ κ. Παναρέτου πρός ἐκείνην τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 95)10-5-1995, καί ὅλας τάς ὑπολοίπους τῶν πέντε; ᾿Εκείνους μιμούμεθα; Γνωρίζει ὁ Σεβασμιώτατος ἀδελφός καί συλλειτουργός μας, ὅτι ὁ μόνος ἁρμόδιος διά μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν κατά τοῦ π. ᾿Αμφιλοχίου εἶναι ὁ Μακαριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος, καί Οὗτος πάλιν κατόπιν αὐστηρᾶς κανονικῆς διαδικασίας καί τηρήσεως τῶν ἀρχῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου καί πέραν πιέσεων καί σκοπιμοτήτων; ῎Ελαβεν ὁ Σεβασμιώτατος ὑπ᾿ ὄψιν του τόν Κανόνα, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἡ κατά ἀπόντος καί μή κληθέντος εἰς ἀπολογίαν ἐπιβληθεῖσα ποινή εἶναι παντελῶς ἄκυρος καί ὡς μή γενομένη λογίζεται; ῎Ελαβεν ὑπ᾿ ὄψιν του, ὅτι διά παρομοίαν ἐνέργειαν, ὄχι ἑνός ᾿Επισκόπου, ἀλλά ὁλοκλήρου Συνόδου ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶπεν, ὅτι αὐτά δέν γίνονται οὔτε εἰς τούς βαρβάρους "Σαυρομάτες"; ῎Ελαβεν ὑπ᾿ ὄψιν του, ὅτι πᾶσα πρᾶξις μή στηριζομένη ἐπί τῆς Κανονικῆς τάξεως ἀποβαίνει εἰς βάρος ἐκείνου πού τήν ἀποφασίζει; Καί τό κυριώτερον, ἔλαβεν ὑπ᾿ ὄψιν του, ὅτι κατά τοῦ π. ᾿Αμφιλοχίου ὑπάρχει παρά τῇ ῾Ιερᾷ Συνόδῳ καταγγελία τοῦ Σεβασμιωτάτου ἀδελφοῦ κ. Γοργονίου, ἡ ὁποία ἀδικαιολογήτως ἐκκρεμεῖ (βέβαια προηγοῦνται ἄλλαι καταγγελίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει κατά τήν κανονικήν τάξιν νά ἐκδικασθοῦν, τηρουμένης αὐστηρῶς τῆς σειρᾶς, ὅπως προέκυψαν). ῎Εχομεν χρέος καί αὐτήν, ἀλλά καί τό ἐσχάτως κυκλοφορῆσαν "ΥΠΟΜΝΗΜΑ-ΑΝΑΦΟΡΑ-ΟΜΟΛΟΓΙΑ", νά ἐξετάσωμεν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, ἀντικειμενικότητι, δικαιοσύνῃ καί κατά τήν Κανονικήν τάξιν, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ᾿Αλήθεια καί τό Δίκαιον, τά ὁποῖα ἐτάχθημεν νά διακονήσωμεν. Οὕτω θά ἀποδειχθῶμεν γνήσιοι διάκονοι Χριστοῦ. ᾿Εν κατακλεῖδι, κατά τήν ἐμήν ταπεινήν γνώμην, ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Σεβ. κ. Παναρέτου, ἄν δέν ἀνακληθῇ ἐν τῇ γενέσει της, κινδυνεύει νά ἀποβῇ, ὅπως προεῖπον, τορπίλλη εἰς τά θεμέλια τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνότητος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καί νά ὁδηγήσῃ εἰς σχίσμα, ὅπερ ἀπεύχομαι, διότι τό ἁμάρτημα τοῦτο οὔτε μαρτυρικόν αἷμα δέν ἐξαλείφει. Πέραν τούτου ὡς πράξις ἀποτελοῦσα ὑπέρβασιν καθήκοντος θίγει βαρύτατα τό κῦρος τοῦ Σεβασμιωτάτου ἀδελφοῦ καί τελικῶς, καθ᾿ ἡμᾶς, θά ἀποβῇ εἰς βάρος του. Τέλος, ἄν ἀποδειχθῇ ἀληθής ἡ πληροφορία, τήν ὁποίαν ἔχομεν, καθ᾿ ἥν ἡ ἀντικανονική αὕτη ἀπόφασις τοῦ Σεβασμιωτάτου ἀποτελεῖ πραγματοποίησιν σχετικῆς προτάσεως τοῦ μοναχοῦ Μαξίμου Τσακίρογλου, αὐτό προκαλεῖ μεγίστην ἀνησυχίαν καί δίδει μεγαλυτέρας διαστάσεις εἰς τό φαινόμενον. Διότι, ποῖος εἶναι ὁ μοναχός Μάξιμος, ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖται, ἀποφασίζει καί κάμνει πράξεις τάς εἰσηγήσεις του; Πόθεν κινεῖται καί ὑπό ποίαν ἰδιότητα εἰσηγεῖται καί ποῖον καλῶς νοούμενον συμφέρον ὑπηρετεῖ ἤ ποίους ἐξυπηρετεῖ; Μακαριώτατε καί Σεβ)τοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί συλλειτουργοί. Η ᾿Αρχιερατική μου συνείδησις διαφωνεῖ μέ τήν ἐνέργειαν τοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ κ. Παναρέτου, διότι αὕτη ἀποτελεῖ πρόκλησιν διά σχίσμα, διά τό ὀποῖον ἐάν, μή γένοιτο, συμβῇ, τόσον ὁ Σεβασμιώτατος, ὅσον καί ἐκεῖνοι πού καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον, ἀκόμη καί διά τῆς ἀνοχῆς, εὐνόησαν αὐτήν τήν πρᾶξιν, τήν καθ᾿ ἡμᾶς πρᾶξιν κακῆς σκοπιμότητος, θά φέρουν ἀκεραίαν τήν εὐθύνην. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, φιδαδέλφως καί κατά ᾿Αρχιερατικόν καθῆκον παρακαλῶ καί προτείνω, ὅπως ὁ Σεβασμιώτατος ἐν Χριστῷ ἀδελφός κ. Πανάρετος σταθμίσῃ τάς εὐθύνας του ἔναντι τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνότητος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀποδεσμευθῇ ἀπό ἐκείνους πού ἐνδεχομένως τόν παρέσυραν εἰς αὐτήν τήν ἀντικανονικήν ἐνέργειαν καί ἀνακαλέσῃ αὐτήν, διότι πάντοτε, ὅταν ἔμπροσθέν μας εἶναι ὁ γκρεμός ἐπιβάλλεται νά κάνωμεν τά εὐλογημένα πρός τά ὀπίσω βήματα. ᾿Επί τούτοις διατελῶ τῇ ἐν Χριστῷ ἀγάπῃ ᾿Ελάχιστος ἀδελφός ῾Υμῶν καί συλλειτουργός. + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΚΕΨΙΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΕΙΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ (ΓΡΑΦΕΙ Η ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ ΙΩΑΝΝΑ)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΚΕΨΙΝ ΣΤΗΝ ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΣ (kirykos) wrote, 2008-11-11 08:05:00 ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΡΟΥΜΑΝΙΑ Ἐντυπώσεις ἀπό τήν ἐπίσκεψι εἰς Ρουμανίαν, ἐπί τῆ συμπληρώσει ἑνός ἔτους ἀπό τήν πρώτην ἐπίσκεψιν. Ὑπό τῆς πρεσβυτέρας τοῦ π. Μιχαήλ ἀπό τήν Κύπρο, Ἰωάννας Ἰωάννου, 08.01.2008 Οσίας Δομνίκης Γεωργίου Χοζεβίτου Επίσκεψη στη Ρουμανία για αναζήτηση πνευματικής επικοινωνίας με την Εκκλησία της Ρουμανίας Τον Οκτώβριο του 2007 μετέβη στην Ελλάδα από τη Ρουμανία ο ιερομόναχος Παρθένιος, ο οποίος γνωρίζει λίγα ελληνικά, και συνάντησε τον Σεβασμιότατο Κήρυκο. Ήθελε να συζητήσουν με θέληση να τα βρουν και να ενωθούν πνευματικά με μία αδελφή εκκλησία, την Εκκλησία της Ελλάδος (αφού είχαν ακούσει πάρα πολλά για τη γραμμή που κρατούσαν οι Ματθαιικοί και μέσω του διαδικτύου είχαν μάθει για τον Σεβασμιότατο Κήρυκο). Μίλησε με τον Σεβ. Κήρυκο και είχε μείνει ευχαριστημένος. Εξέφρασε την επιθυμία του να μεταβεί ο Σεβ. Κήρυκος στη Ρουμανία και να μιλήσει με τους δύο επισκόπους που υπάρχουν εκεί. Ο Σεβ. Κήρυκος δέχτηκε με ευχαρίστηση με την προϋπόθεση ότι θα βρεθεί κάποιος διερμηνέας. Ευδόκησε ο Θεός και βρέθηκε στην Κύπρο μία κοπέλα ορθόδοξη από τη Ρουμανία, η οποία είναι διερμηνέας και είναι νυμφευμένη με ξάδερφο του πάτερ Μιχαήλ και έτσι, με τη βοήθεια του Θεού, μετά τα Χριστούγεννα του 2007, μετέβησαν στη Ρουμανία ο Σεβ. Κήρυκος, ο πάτερ Μιχαήλ, η διερμηνέας και εγώ. Μας παρέλαβαν στο Βουκουρέστι ο Σεβ. Γερόντιος με τον Ιερομόναχο Παρθένιον (ο Σεβ. Γερόντιος δεν μας συστήθηκε). Μετά από πέντε ώρες ταξίδι από το Βουκουρέστι καθοδόν προς τον τόπο όπου θα μέναμε, στα μισά του δρόμου υπήρχε ένα ορθόδοξο σπίτι στο οποίο μας περίμεναν με στρωμένο τραπέζι. Ήταν Δευτέρα και όλα τα φαγητά ήταν χωρίς λάδι. Οι πατέρες μάς επεσήμαναν ότι για μας τους γνήσιους ορθοδόξους η νηστεία της Δευτέρας είναι υποχρεωτική. Σε όλη τη διαδρομή συνεχώς ρωτούσαν τον Σεβ. Κήρυκο για την ακρίβεια των κανόνων. Όταν φτάσαμε, μας υποδέχτηκε μία πολύ ευσεβής κυρία με ένα ψωμί και αλάτι, καθότι έτσι είναι το συνήθειο εκεί. Ήταν ένα πολύ ζεστό σπίτι, παρόλο που έξω ήταν όλα κάτασπρα από τα χιόνια. Μας άφησαν εκεί οι πατέρες γύρω στις πέντε και μας είπαν να ξεκουραστούμε τρεις ώρες και μετά θα έρχονταν να ξανασυναντηθούμε. Επέστρεψαν στις 8 φέρνοντας μαζί τους δύο Πηδάλια βιβλία, ένα στα ρουμανικά και ένα στα ελληνικά, και άρχισαν να κάνουν ερωτήσεις για να διαπιστώσουν κατά πόσον ο Σεβασμιότατος ήταν γνώστης των κανόνων και αν τα εφάρμοζε. Είχαν σχολιάσει και για αυτούς που εξέδωσαν το Πηδάλιο και είχαν αλλοιώσει/ προσθέσει κάτι που δεν είχε αρέσει στον Άγιο Νικόδημο που το είχε γράψει. Αφού φιλοξενηθήκαμε με αβραμιαία τράπεζα στα αλάδωτα πάλι, μας είπαν ότι θα έφευγαν για να επιστρέψουν νωρίς το πρωί για να πάμε στο μοναστήρι, κοντά στο οποίο μένει ο Σεβ. Κασσιανός, για να μαζευτούν όλοι για συζήτηση. Το πρωί η τράπεζα της κυρίας με το ζεστό γάλα και το πλούσιο πρόγευμα ήταν έτοιμη και, αφού φάγαμε, ήρθαν οι πατέρες και ξεκινήσαμε έχοντας μπροστά μας περίπου 3,5 ώρες δρόμο. Προτού φτάσουμε, ο Σεβ. Γερόντιος μας απεκάλυψε ότι ήταν επίσκοπος και μας ζήτησε να τον συγχωρέσουμε, καθώς δεν το είχε κρύψει για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο επειδή ήθελε να ήταν σίγουρος ότι ο Σεβ. Κήρυκος ήταν γνώστης και τηρητής των κανόνων, κάτι το οποίο μας είχε συγκινήσει. Φτάσαμε στην ενορία που μένει ο Επίσκοπος Κασσιανός, ηλικίας 82 χρόνων (ενώ ο Γερόντιος είναι 45 ετών). Είχαμε συγκινηθεί. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όταν ο Σεβ. Κήρυκος προσπάθησε να εξηγήσει στη διερμηνέα να πει αυτό που είπε ο προφήτης Ηλίας, ότι δηλαδή ο Θεός τον άφησε μόνο του και ο Θεός του απάντησε ότι έχει κρυμμένους είκοσι χιλιάδες, πριν το μεταφράσει η διερμηνέας, ο Σεβ. Κασσιανός είχε πει ακριβώς το ίδιο στα ρουμανικά και έκλαιγε. Περίπου 15 λεπτά από εκεί, πάνω σε ένα βουνό χιονισμένο, βρισκόταν το γυναικείο μοναστήρι όπου και πήγαμε. Μας υποδέχτηκαν η γερόντισσα με τις μοναχές. Ήταν πολύ φτωχά αλλά καθαρά και τακτοποιημένα, με έτοιμη πλούσια τράπεζα. Αφού φάγαμε, μας πήραν σε ένα δωμάτιο, όπου μαζεύτηκαν σχεδόν όλοι, οι δύο αρχιερείς και έξι ιερείς (υπάρχουν δύο ιερείς νυμφευμένοι και οκτώ ιερομόναχοι). Άρχισε πρώτος ο Σεβ. Κήρυκος να εξιστορεί την αποστολική διαδοχή από το 1924 και τις χειροτονίες του 1935-1948 από τον αείμνηστο Ματθαίο, τη χειροθεσία του 1971 και με ποιον τρόπο έγινε αποδεχτή από την Εκκλησία, τις χειροτονίες του 1995 και άλλα. Έγινε, επίσης, αναφορά και στο σχίσμα του 1937 των Φλωρινέων, του 1995 των 5 αρχιερέων, και του 2005 του Νικολάου, καθώς και στις παράνομες χειροτονίες υπό του Νικολάου και της προσβολής του Αυτοκεφάλου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου. Ακόμη, αναφορά έγινε και στην Ορθόδοξο ομολογία των Εκκλησιών Ελλάδος και Κύπρου. Άκουγαν όλοι με πολλή προσοχή και έκαναν και ερωτήσεις. Η συζήτηση κράτησε περίπου 8 ώρες. Εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την αποστολική διαδοχή και τη διαπίστωση για την κοινή ομολογία της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ρουμανίας. Μετά το τέλος της συζήτησης, κοιμηθήκαμε και ξυπνήσαμε το πρωί -ήταν ημέρα Τετάρτη- και οι ιερείς είχαν ήδη τελειώσει την Ακολουθία τους, αφού είχαν σηκωθεί από τα μεσάνυχτα. Εμείς είχαμε κάνει προσευχή στο εκκλησάκι που βρίσκεται μέσα στα κελιά, ενώ εκείνοι είχαν πάει στη μεγάλη εκκλησία. Μαζευτήκαμε όλοι στο ίδιο δωμάτιο, όπου άρχισαν να μας εξιστορούν λεπτομερώς και με μεγάλη συγκίνηση τη δική τους διαδοχή. Εν τω μεταξύ, είχε έρθει και ένας λαϊκός που είχε κάμερα δική του, ο οποίος ήταν ο άνθρωπος που συνέλεγε τις πληροφορίες από το διαδίκτυο για τον Σεβ. Κήρυκο, και ρώτησε αν μπορούσε να τα βιντεογραφεί, για το οποίο δεν αρνήθηκαν. Από το 1924 μέχρι το 1958-1959 είχαν μείνει μόνο με ιερείς. Είχαν να εξιστορήσουν πάρα πολλά για τον γέροντα Ιερομόναχο Καμαλλή και Ιερέα Μηνά. Μέχρι το 1967 κρατήθηκαν με τα μοναστήρια, μοναχές και μοναχούς. Υπήρχε οικογένεια που είχε και μέχρι 5 παιδιά αβάπτιστα. Ο μοναχός Βίκτωρας Λέων (ο μετέπειτα αρχιερέας) τόλμησε και βγήκε από τη Ρουμανία, αφού είχε ακούσει ότι κάποιοι ορθόδοξοι αρχιερείς από τη Λευκορωσία πήγαν στη Γερμανία το 1948. Πήρε τη χειροτονία το 1951 και συνελήφθη το 1951-1952. Κάτι πολύ ουσιαστικό που πρέπει να αναφερθεί εδώ είναι ότι ο Σεβ. Κασσιανός όταν ήταν στρατιώτης είχε πάρα πολύ καλή σχέση με τον τότε μοναχό Βίκτωρα, τον μετέπειτα Επίσκοπο, στον οποίο και στηριζόταν πνευματικά και στα θέματα της ομολογίας και πίστεως και ο μοναχός Βίκτωρας του έλεγε ότι κάποτε θα μπορούσε να ηγηθεί του αγώνα της Ορθοδοξίας. Μετά που αποφυλακίστηκε ως Επίσκοπος, ο Σεβ. Κασσιανός ως απλός λαϊκός πήγαινε στο Βουκουρέστι και συζητούσαν για πολλά πνευματικά θέματα και ο Σεβ. Βίκτωρας τον παρακαλούσε να τον κάνει επίσκοπο. Μέχρι σήμερα έχει τύψεις και το λέει κλαίγοντας. Και συμπληρώνει «παρακαλώ κάνετε γρήγορα ό,τι έχετε να κάνετε έως ότου ζω, γιατί θα φύγω γρήγορα» και αγκαλιάζει τον Σεβ. Κήρυκο και τον σφίγγει και τον παρακαλεί να μην αφήσουν τίποτα ούτε από την αποστολική διαδοχή ούτε από την ομολογία, όπως οι Άγιοι Πατέρες μάς παρέδωσαν. Όταν ο Σεβ. Βίκτωρας χειροτονήθηκε στη Γερμανία, είχε αρχίσει να διαλαλεί την ομολογία της πίστεως. Όταν μαθεύτηκε στην ΚαΚεΜπε άρχισαν να τον αναζητούν. Όταν είχε πάει σε κάποιον σιδηροδρομικό σταθμό της Αυστρίας με τις αποσκευές του με προορισμό τη Ρουμανία, κάποιοι του έδεσαν τα μάτια, του έβαλαν μια ένεση, τον τύλιξαν σε ένα ματωμένο σεντόνι και βρέθηκε σε ένα νοσοκομείο της Ρωσίας. Κατόπιν, οι Ρώσοι είπαν ότι πρέπει να πάει στη Ρουμανία για να δικαστεί, όπως και έγινε. Εκεί τον δίκασαν σε θάνατο, όμως οι Ρώσοι λόγω του ότι δεν υπήρχε τέτοια νομοθεσία για θρησκευτικές πεποιθήσεις, τον καταδίκασαν σε 25 χρόνια φυλάκιση. Όταν πέρασε τα 12 χρόνια στη φυλακή, ανέβηκε ο Τσαουσέσκου στην εξουσία και έδωσε χάρη σε όσους ήταν φυλακισμένοι για θρησκευτικές πεποιθήσεις, με την προϋπόθεση ότι θα έμεναν μόνο στο Βουκουρέστι και να παρακολουθούνται. Αποφυλακίστηκε το 1964. Εκεί υπήρχαν πατέρες που με πολλή προσοχή πήγαιναν τακτικά και τον έβρισκαν. Χειροτόνησε ιερείς και άρχισαν να βαφτίζουν κρυφά. Σε ένα χωριό όπου βάφτιζαν ένα βράδυ, κάποιος τους πρόδωσε και δύο ιερείς νεοημερολογήτες, ντυμένοι με κουκούλες πήγαν και σκότωσαν τον ιερέα που έκανε τη βάφτιση. Μια γυναίκα τους αναγνώρισε λέγοντάς τους «εσείς δεν ήσαστε οι τάδε ιερείς με το νέο ημερολόγιο» και αμέσως πήραν ένα ξύλο που βρήκαν μπροστά τους, της το έβαλαν μέσα στο στόμα μέχρι κάτω και ξεψύχησε (αιωνία της η μνήμη). Όπως ανέφερα πιο πάνω, έλεγε στον Σεβ. Κασσιανό να τον χειροτονήσει επίσκοπο, κάτι που μέχρι σήμερα το φέρει βαρέως. Επίσης, ο Πάτερ Νικόλαος, ιερέας νυμφευμένος με τρία παιδιά, ομολογεί ότι υπηρέτησε στρατιώτης στο Βουκουρέστι και πήγαινε και συναντούσε τον αρχιερέα Βίκτωρα, για τον οποίο έχει πολλά να εξιστορεί τόσο για τις νουθεσίες του όσο και για το ιστορικό του για τη χειροτονία και τη σύλληψή του. Στο σημείο εκείνο, ο Σεβ. Κήρυκος τους ρώτησε γιατί όλα αυτά δεν τα είχαν γράψει ώστε να μείνουν στην ιστορία και όλοι απάντησαν ότι είναι κάτι που και αυτοί το έχουν σκεφτεί αφού σχεδόν όλοι όσοι ήταν παρόντες ομολογούσαν ότι είχαν κάτι τρομαχτικό να διηγηθούν από τον διωγμό που γινόταν από τους νεοημερολογήτες που, και τη στιγμή που τα έλεγαν, είχαν φόβο για διωγμό. Εκεί λένε όλοι με δέος «ο Θεός να φυλάξει και να σκεπάσει ώστε να στηριχθεί καθαρή η Ορθοδοξία και Ορθοπραξία για να σωθούν οι ψυχές που καταλαβαίνουν ότι για τους αγωνιστές είναι χρυσός». Ο Σεβ. Γερόντιος δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και σκούπιζε συνεχώς τα δάκρυά του. Στη συνέχεια μας είχαν πει ότι είχε κατεβεί από το Άγιο Όρος ο Ιερομόναχος Νήφων (ο οποίος ήταν Ρουμάνος), τον χειροτόνησε αρχιερέα κάποια νύχτα μόνος του, το 1967, και μετά με σύμψηφο δικό του, αφού δεν επιτρεπόταν η μετακίνηση, πήγε σε άλλη περιοχή ο Αρχιερέας Νήφων και χειροτόνησε τον μοναχό Κλίμη σε αρχιερέα. Εν τω μεταξύ, είχε κοιμηθεί ο Αρχιερέας Βίκτωρας και εν συνεχεία κοιμήθηκε και ο Ιερομόναχος Νήφων χωρίς να προλάβει να χειροτονήσει τον Σεβ. Κασσιανό. Έτσι και αναγκάστηκε ο Σεβ. Κλίμης να χειροτονήσει μόνος του τον Σεβ. Κασσιανό και έπειτα, ο Σεβ. Κασσιανός μαζί με τον Σεβ. Κλίμη χειροτόνησαν τον Σεβ. Γερόντιο. (Οι Κασσιανός και Γερόντιος είναι οι επιζώντες Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ρουμανίας σήμερα.) Κυκλοφορεί ένα βιβλίο το οποίο μιλά για όσους διώχθηκαν από το καθεστώς, ενώ αναφέρει και πάρα πολλά για τον Βίκτωρα και τα βασανιστήρια που υπέστησαν. Στο σημείο αυτό, ο Σεβ. Κήρυκος φαινόταν ιδιαίτερα συγκινημένος από την καθαρή ομολογία και ἡ συγκίνησι που ήταν εμφανής καί εἰς τά πρόσωπα και καταμαρτυρούσε την αλήθεια για τα όσα εξιστορούσαν. Τους είπε ότι θα τα μελετήσουμε όλα και θα δούμε τις υπό ενός χειροτονίες, που έχετε δύο φορές. Είπαν να προσευχηθούμε όλοι και ό,τι είναι επιβεβλημένο από τους Αγίους Πατέρες θα το δεχτούν. Αμήν. Πρεσβυτέρα Ιωάννα Π. Ιωάννου

Ο ΡΩΣΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ ΔΙΟΤΙ ΑΥΤΗ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΡΑΣΤΙΑ.

Β.Πούτιν: «Η Δύση καταστρέφει την οικογένεια & κανονικοποιεί την παιδεραστία – Κοιτάξτε τι κάνουν στους λαούς τους» «Διαλύουν την οικογένεια και αποδομούν την ιστορία των εθνών» Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν κατά τη διάρκεια ομιλίας του, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην Δύση για την διάλυση των θεσμών και των αξιών που έχει επιβάλει στους λαούς της παρουσιάζοντας την παιδεραστία και τις διαστροφές ως κανονικότητα. «Κοιτάξτε τι κάνει η Δύση στους ίδιους της τους λαούς», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι οι δυτικές χώρες οδηγούν συστηματικά στη διάλυση του θεσμού της οικογένειας, στην αποδόμηση της ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας των κοινωνιών και στην προώθηση πρακτικών που στρέφονται ακόμη και κατά των παιδιών. Ο Ρώσος πρόεδρος έκανε λόγο για βαθιά αξιακή κρίση, υποστηρίζοντας πως «η παιδεραστία παρουσιάζεται πλέον ως η νέα κανονικότητα», σε μια προσπάθεια –όπως σημείωσε– να αλλοιωθούν τα ηθικά όρια και οι παραδοσιακές αντιλήψεις που συγκροτούν τις κοινωνίες. https://twitter.com/i/status/2005942724269072784

ΤΗΝ 22/9/1977 Ο ΤΟΤΕ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥ 2011 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΑΜΠΟΥΡΑΣ ΑΝΕΓΝΩΣΕ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΙΕΡΑΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΤΕΘΕΣΕ ΤΟ ΚΑΤΩΘΙ ΣΗΜΕΙΩΜΑ.

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΤΑΜΠΟΥΡΑ (ΝΥΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΧ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ) Α ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΟΥΣ ΤΗΣ 22/9/1977 Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι, λοιποί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί. Εἰς το Πανελλαδικόν Συνέδριον Κληρικῶν τῆς 22ας Σεπτεμβρίου ἐξέφρασα την εὐαρέσκειάν μου, διότι διά πρώτην φοράν μοῦ ἐδόθη σειρά να ὁμιλήσω, παρ’ ὅλον πού ἔχω παρακολουθήσει ὅλα τά συνέδρια ἀπό τό 1961 – 1977. Τηρῶν αὐστηρῶς τους ὅρους τοῦ Μακαριωτάτου ἤρχισα την ἀνάγνωσιν τῶν ὀλίγων σκέψεών μου, ἀλλά διεκόπην πολλάκις ὐπό τῶν ἁρμοδίων με ἀποτέλεσμα να λυπηθῶ και να εἴπω τά ὐπόλοιπα ἐν συγχύσει και ἐπροξενήθη εἰς το ἀκροατήριον κακή ἐντύπωσις εἰς τάς σκέψεις μου και εἰς τό πρόσωπόν μου. Τοῦτο δεν περίμενα. Διατί παρακαλῶ διεκόπη ἡ ἀνάγνωσις τῶν σκέψεών μου και δεν ἐτηρήθη ὁ κανονισμός «να μη διακόπτεται ὁ ὁμιλητής, ἀλλά να κρατοῦνται σημειώσεις και μετά να γίνεται ἡ διόρθωσις ἤ να λέγεται ἡ διαφωνία; Ἴσως να προβληθοῦν αἱ δικαιολογίαι ὅτι ἦσαν πολλά τά θέματα πού ἐθίγοντο και ἦσαν ἐκτός θέματος. Ἀς ἴδωμεν ὅμως: Το κείμενον ἦτο ὅλον (4) σελίδες χειρόγραφες και περισσότερα ἀπό πέντε λεπτά δεν θά ὑπερέβαινε ἡ ἀνάγνωσις. Διεκόπην πρῶτον ὑπό τοῦ πατρός Εὐθυμίου ὅταν ἀνεγίνωσκα την 4ην ἐρώτησιν τῆς 1ης σελίδος., ὁ ὁποῖος διεφώνησε και εἶπεν ὅτι αἱ καθαιρέσεις τῶν 13 δεν εἶναι ἔγκυραι. Νομίζω εἰς αὐτό το σημεῖον ὑπάρχουν και ἄλλοι πού δεν συμφωνοῦν. Και ἐρωτῶ διατί ὁ π. Εὐθύμιος δεν συνεφώνησε; Και διατί δεν τον παρετήρησε κανείς; Ἡ διακοπή ἦτο ἀδικαιολόγητος. Ἔπρεπε να γίνουν οἱ παρατηρήσεις εἰς το τέλος. Διεκόπην ἐκ δευτέρου ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου και πάλιν τοῦ π. Εὐθυμίου, διότι ἤμουν δῆθεν ἐκτός θέματος. ‘Αλλά το θέμα ἦταν διά τον ἐκπεσόντα Κορινθίας και ἐγένετο ἀναφοράς ἐπί τῶν αἰτίων τῆς πτώσεώς. Και ἄλλοι μέν ἔλεγον ὅτι αἰτία τῆς πτώσεως του ἦτο ἡ φιλαργυρία, ἄλλοι ἡ μνημόνευσις ὀνομάτων κακοδόξων και ἄλλοι ἄλλα, και ἐγώ εἶπα ὅτι αἰτία τῆς πτώσεώς του εἶναι ἡ μετάβασις του εἰς Ἀμερικήν. Ἄρα δεν ἤμουν ἐκτός θέματος. Και ναι μέν ἐπανέλαβον μερικά ἀπό ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ ἅγιος ‘Αττικῆς καθότι τά ειχα γραμμένα, ἀλλά ὅμως ὄχι ὅτι ὁ Ἅγιος ‘Αττικῆς τά εἶπε ὅλα ὅπως τῆς παραγράφου 5, σελ. 1-2. Και ἐδῶ ἀδικαιολόγητος ἦτο ἡ διακοπή. Διεκόπην τρίτον ὑπό τοῦ ἁγίου ‘Αττικῆς, ὅταν ἀνέγνωσα την παράκλησιν «Να μην ὁδηγῶμεν αὐτοκίνητα οἱ κληρικοί, σελ. 3» και ἔλαβον ἀπάντησιν: «Ναι και ἐσύ κάποτε ὁδηγοῦσες. Ἀδικαιολόγητος και ἐδῶ ἠ διακοπή και ἡ ἀπάντησις ἀδέξια: «Ὁδηγοῦσα, δεν ὁδηγῶ». Τέταρτον ὑπό τοῦ π. Εὐθυμίου εἰς την παράκλησιν να μην τελοῦμεν γάμους βαπτίσεις οἱ κληρικοί ιερομόναχοι, σελ. 3, ἔλαβον την ἀπάντησιν: «Να κλεισθῆς εἰς Μοναστήριον, ἐάν δεν θέλης να βαπτίζης και να στεφανώνης». Ἀδικαιολόγητος και ἐνταῦθα ἡ διακοπή και ἡ ἀπάντησις ἔκνομος και ἄστοχος. Πάντα ταῦτα ἀναφέρονται εἰς το θέμα τῆς πτώσεως τοῦ Κορινθίας και την στερέωσιν την ἰδικήν μας. Παρατηρῶμεν, ὄτι ἡ ἀνάγνωσις τῶν σκέψεών μου ἔγιναν ἐν μέσω διακοπῶν και ἀντικανονικῶν ἀπαντήσεων. Ἅπαντες ἀνεχόμεθα τον Σεβ. Πειραιῶς και τον π. Εὐθύμιον ἐν ὑπομονῆ, ἐνῶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν 5 λεπτῶν ἀντιμετωπίσθη μέ ἀπαράδεκκτον τρόπον. ……. (Συνεχιζεται) Β ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΥΘΑΔΕΙΑΝ. (ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΙ ΟΠΟΙΑΙ ΥΠΕΒΛΗΘΗΣΑΝ) 1) Θεωρεῖτε, ἄγιοι Ἀρχιερεῖς και λοιποί ἀδελφοί, κανονικόν ‘Επίσκοπον τον Μακαριώτατον Βρεσθένης Ματθαῖον; 2) Θεωρεῖτε ἐγκύρους και κανονικάς τάς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένας χειροτονίας ‘Επισκόπων ὤν μόνος; 3) Θεωρεῖτε ἔγκυρον και Κανονικήν την γενομένην ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Ματθαίου καθαίρεσιν τοῦ ὑποτακτικοῦ του Αὐξεντίου Πάστρα. 4) Θεωρεῖτε ἔγκυρον την καθαίρεσιν τῶν 13 Ἀρχιμανδριτῶν την γενομένην ὑπό τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου την 12ην Νοεμβρίου 1960; Ὑπάρχουν ἀμφισβητήσεις; Ἐάν τά ἀνωτέρω ἐρωτήματα θεωροῦνται ὑφ’ ἁπάντων ἡμῶν κανονικά, ΝΑΙ τότε ὀφείλομεν να ἀπαντήσωμεν εἰς τά πηγάζοντα κατωτέρω ἐρωτήματα. Α) Πῶς ὁ τότε Κορινθίας Κάλλιστος μεταβάς δι’ ἰδιωτικούς λόγους εἰς ‘Αμερικήν πρώτην φοράν ἀνεκάλυψεν ὅτι ἡ Ρωσική Ἐκκλησία ὀρθοτομοῦσε τον λόγον τῆς ‘Αληθείας, καθ’ ἥν στιγμήν εἶχε ὁριστικοποιήση το σχίσμα τῶν ΓΟΧ Ἑλλάδος με τάς χειροτονίας τοῦ ‘Ακακίου ὑπό τοῦ Σεραφείμ, με τον Λεόντιον, ὁ ὁπο9ῖος εισήλασεν εἰς την Ἐλληνικήν ‘Επικράτειαν, ὅστις ὁμοῦ με τον ‘Ακάκιον ἐχειροτόνησαν τους λοιπούς καθηρημένους και παραγκωνίσασα Ἱερούς Κανόνας θεσμούς χιλιάδων ἐτῶν προέβη δημοσία εἰς ἀναγνώρισιν τῆς παρασυναγωγῆς και κοινωνίαν μετ’ αὐτῆς. β) Διατί κατόπιν ἡμεῖς ἐρρίψαμεν πάντα ταῦτα εἰς τον κάλαθον τῆς λήθης και ἀπεστείλαμεν ‘Εξαρχίαν με τον κ. Κάλλιστον εἰς ‘Αμερικήν. Προέβημεν δηλαδή εἰς ἀδεξιωτάτους χειρισμούς. Ἡμεῖς: Πρῶτον ἐκατηγορήσαμεν διά τοῦ περιοδικοῦ «Κήρυξ» τους Ρώσους ‘Επισκόπους διά συμπροσευχάς, συλλειτουργίας μετά κακοδόξων. Δεύτερον μετέβημεν εἰς ‘Αμερικήν χωρίς να ζητήσωμεν ἔγγραφον ἀποκήρυξιν και διόρθωσιν τῶν ἀνωτέρω παραβάσεων τῶν Ρώσων. Τρίτον ἐδέχθημεν ἐκκλησιαστικήνν ἐπικοινωνίαν μετά τῶν Ρώσων ἄνευ Ὁμολογίας, τι πιστεύουν αὐτοί, ἄν ἀσπάζωνται την Ἔκθεσίν μας, την ἀναγνωσθεῖσαν ὑπό τοῦ Πρωτοσυγκέλλου Γ. Γκράμπε καθ’ ὅλα ἤ διαφωνοῦν και εἰς ποῖα σημεῖα; (Διατί βιαστήκατε; Σημεῖα ἀμφισβητήσεως τοῦ ‘Αγῶνος). Τέταρτον: ἐδέχθημεν ἐπικοινωνίαν με τον Φιλάρετον μετά την ἀντικανονικήν ἀναγνώρισιν τῶν ἀντικανονικῶν χειροτονιῶν Σεραφείμ – ‘Ακακίου και τῶν λοιπῶν καθηρημένων ‘Αρχιμανδριτῶν ὡς Σύνοδον με ‘Αρχιεπίσκοπον τον Αύξέντιον Πάστραν και μᾶς ὑποχρεώνει μάλιστα να ἑνωθῶμεν! Με ποίους; (Σημεῖα πτώσεως και ἀμφισβητήσεως). Πέμπτον: Ἐδέχθημεν χειροθεσίαν ἀπό τους Ρώσους ὡς να εἴμεθα σχισματικοί , καίτοι τοῦτο ξεκαθαρίζεται εἰς την ἀπόφασιν ὅτι δεν εἴμεθα. Και ὅμως μᾶς ἐχειροθέτησαν και μάλιστα προστάσσουν και οἱ λοιποί διά να ἔλθη εἰς ὅλους ἡ θεία Χάρις, ὅπως και ἔγινε. Ὀποία βλασφημία! ‘Εξεπληροῦτο με την ἀπαίσιον αὐτήν χειροθεσίαν ἡ ἐπιθυμία τοῦ Αὐξεντίου διά να εἶναι ὁ πρῶτος τῆ τάξει ‘Αρχιεπίσκοπος, ὡς πρῶτον ἀναγνωρισθείς, να καταβιβάση εἰς ἐσχάτην ταπείνωσιν την Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ και ἀργότερον να καθίση ἐπί τοῦ θρόνου τῆς ‘Αρχιεπισκοπῆς κηρύττων κλειστόν το θέμα τῆς ἑνώσεως μετά τῶν Ματθαιικῶν και ἀνοίγων τον δρόμον ἐπιστροφῆς και μετανοίας τῶν Ματθαικῶν προς την παντοῦφλάν του (ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογή). (Συνεχιζεται) Γ Τοιαύτην κρίσιν τῆς ὑποθέσεώς μας ὑπό τῶν Ρώσων ἔκαμε και ὁ Πιλάτος. ‘Εκεῖνος ἐβγῆκεν ἑπτά φορές ἀπό το Πραιτώριον κηρύττων ἀθῶον τον Ἰησοῦν και ὅτι οὐδέν ἄξιον θανάτου εὑρίσκει και ὅμως τον ἐσταύρωσεν, διότι δεν θα ἦτο φίλος τοῦ Καίσαρος. Οὕτω και οἱ Ρῶσοι, ἐνῶ δεν μᾶς θεωροῦν Νοβατιανούς, Δονατιστές, Σχισματικούς, δεν γνωρίζουν τίποτε περί τοῦ Κυκλάδων (διότι ὁ Αὐξέντιος ἔπεισε τους Ρώσους ὅτι ὑπῆρχε ὁ Κυκλάδων διά να ἀντικανονικοποιήση την χειροτονίαν τοῦ Ματθαίου) και ὅμως μᾶς ἐχειροθέτησαν λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τον Καίσαρα Αὐξέντιον (ἐγνώριζε και την γλωσσάν των), διότι ἐάν δεν θα μᾶς ἔχειροθέτουν δεν θα ἦσαν φίλοι. Τις οἶδε πόσα δολλάρια ἐθυσιάσθησαν. (Μελανές σελίδες). Και ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά μᾶς περιέπαιζαν και μᾶς ἐξαπατοῦσαν ὅτι ὅταν εφεύγαμεν (ἡ Ἐξαρχία) ἀπό την ‘Αμερικήν θα μᾶς ἔστελναν πολυσέλιδον Ὁμολογίαν, πείθοντες οὕτω την ‘Εξαρχίαν μας (προδότριαν) και ὁλόκληρον την Ἱεράν Σύνοδον να ψεύδωνται καθ’ ἡμῶν τῶν κατωτέρωνΚληρικῶν, ὅτι θα μᾶς ἔλθη σέ λίγο ἡ Ὁμολογία και ὅταν ἦλθε ἡ Ὁμολογία μᾶς ἔλεγαν εἶναι πολυσέλιδος, εἶναι εἰς τά ‘Αγγλικά, την μεταφράζομεν και την κοινοποιοῦμεν (ἴδε ἀπάντησιν προς Θεοδώρητον Μοναχόν), ὅταν ἐτίθετο το ἐρώτημα πότε θα ἴδωμεν τέλος πάντων το πιστεύω τῶν Ρώσων (ψεματάκια). Διά να καλύψωμεν ὅθεν τά ψέμματα ἔπρεπε να σταλῆ δευτέρα ἐξαρχία εἰς ‘Αμερικήν, διά να μεταφέρη την μεγάλην και πολυσέλιδον ὁμολογίαν τῶν μεγάλων μας ἀδελφῶν Ρώσων. ‘Επειδή ἡ Ὁμολογία ἦταν μεγάλη και δυσβάστακτος διά τοῦτο ἐλυπήθηκαν να την φορτώσουν εἰς την ‘Εξαρχίαν μας, την ἔστειλαν ὑπηρεσιακῶς και ἦλθε μετά (7) μήνας και εἴδαμεν τι Ὁμολογία: ΛΑΘΟΣ και ΟΧΙ ΣΧΙΣΜΑ το ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ! Ἕνεκεν ταύτης τῆς τακτικῆς ἤγουν να γινώμεθα ἐπιλήσμονες τῶν πράξεών μας, και να προβαίνωμεν εἰς συνεχεῖς και ἀδικαιολογήτους ὑποχωρήσεις ἐπῆλθαν θλιβερά γεγονότα διά την Ἐκκλησίαν: α) ‘Αποσκιρτησις ( ὀκτώ Ἱερέων, πολλῶν Μοναχῶν και Μοναζουσῶν και Λαοῦ, κυρίως Νέων. Β) ‘Αποσκίρτησις Καλλίστου και ἐκδίωξις ἐκ τῆς Μονῆς ‘Αθηκίων τῶν Μοναζουςῶν, με ἀποτέλεσμα αὗται να ἐγκαταβιώσιν ὅπου δεῖ, εἰς κοσμικούς οἴκους κλπ. Γ) Συμβαίνουν ὁσημέραι διενέξεις μεταξύ τῶν πιστῶν με ἀποτέλεσμα ἐφ’ ἑνός ἡμεῖς οἱ Ἱερεῖς να μην δυνάμεθα να ἀντιμετωπίσωμεν την κατάστασιν και ἀφ’ ἑτέρου να ὑποβιβάζεται ἡ πνευματική στάθμη τοῦ Ἱεροῦ ‘Αγῶνος. Διά τοῦτο ὡς ἐλάχιστος τῶν μελῶν τῆς Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας ποιῶ ἔκκλησιν εἰς τον Μακαριώτατον και τους λοιπούς ‘Αρχιερεῖς και ὅλον το Σῶμα τῆς ‘Εκκλησίας, ὅπως μη καταληφθῶμεν ὑπό πανικοῦ και ἀπελπισίας διά την ἀπώλειαν ἀδελφῶν μα;ς, ἀλλά θεωροῦντες ἐν προσευχῆ, την κατάστασιν κακοῦ ἐξαλείψεως τοῦ μελανοῦ σημείου και δώσωμεν νέαν πνοην εἰς το ὅλον ἱερόν και ἅγιον ἔργον τοῦ Ἰεροῦ Ἀγῶνος ἡμῶν διά την σωτηρίαν τῶν ἀθανάτων ψυχῶν ἠμῶν. Κυριώτερα σημεῖα ἀνασχέσεως τοῦ κακοῦ εἶναι: α) Δεν πρέπει να ἀναφερώμεθα εἰς την ἕνωσιν μετά τοῦ Αὐξεντίου, καθόσον ὡς προανέφερα «χάσμα μέγα ἐστήρικται» μεταξύ μας ἐκτός και ἀρθοιῦν τά ἐμπόδια. Β) Να συνταχθῆ ἀνοικτή ἐπιστολή προς τους Ρώσους και διά τοῦ ΤΥΠΟΥ να κατεγγέλλεται το ἀντικανονικόν, το ἀντορθόδοξον τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, ὡς και ἡ σατανική μέθοδος ἐξαπατήσεως ἡμῶν με τάς ψευδουποσχέσεις των με ἀποτέλεσμα τον κατασκανδαλισμόν χιλιάδων ψυχῶν γ) Να ἔχωμεν μεταξύ μας ὁμόνοιαν και να συνεχίσωμεν τον δύσκολον δρόμον ὅν παρελάβομεν παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὧν φύλαξ και εντολεύς ὑπῆρξεν ὁ πρό ἡμῶν Βρεσθένης Ματθαῖος. Δ) Να μην παρασυρώμεθα ἀπό το σατανικόν ρεῦμα Να μην ἀγοράζωμεν και να μην ὁδηγῶμεν αὐτοκίνητα οἱ Κληρικοί. Εἶναι μεγάλη κατάπτωσις τοῦ ‘Αγῶνος, της θέσεώς μας, και ψυχικός κίνδυνος. Ε) Να μην ἐκτελοῦμεν γάμους και βαπτίσεις οἱ Ἱερομόναχοι παραβαίνοντες καταφώρως Ἱερούς θεσμούς ἁγίων Πατέρων, καθ’ ἥν στιγμήν ὐπάρχουν κοσμικοί ἱερεῖς. Ἡ οἰκονομία να μη γίνεται παρανομία. Ὁ ἀγών δεν προοδεύει. Ὑποτιμῶνται οἱ κοσμικοί και δεν πλησιάζουν να γίνουν κληρικοί. Ζ) Να σταματήσουν τά συνείσακτα μοναστήρια., διότι αἴτιον αποσκιρτήσεως Κληρικῶν μας, ὑπῆρχαν και αὐτά, διότι σωφεράντζες και συνείσακτοι ἦσαν οἱ περισσότεροι. Και η) Να μην ἐπιτρέπεται εἰς Μητροπολιτικούς Ναούς να ψέλνουν οἱ γυναῖκες. Δεινόν. Με αὐτά και πολλά ἄλλα παραχωρεῖ ὁ Θεός δεινά και πτώσεις. ΣΥΓΓΝΩΜΗ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ. ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΩΣ (ΣΧΟΛΙΟΝ ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠ. ΚΗΡΥΚΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΕΚ ΚΡΗΤΗΣ)

Orthodox Voice - Ορθόδοξη Φωνή email-επικοινωνία: costasilver@gmail.com Ο Επίσκοπος Κήρυκος απαντά στα περί χειροθεσίας με διάθεση αυτοκριτικής -- π. Γρηγόριος Αδελφή Ευαγγελία, εξ αφορμής της τηλεφωνικής επισκοινωνίας μας καί των ερωτήσεων πού μου εκάνατε, σας αποστέλλω το μήνυμα πού μου έστειλε κάποιος για την λεγομένη "χειροθεσία - συγχωρητική ευχή".... "Ἡ συγχωρητική ευχή, είναι ένα παραμύθι που καλύπτει μία προδοσία. Μερική δικαίωση του Ευθυμίου που έλεγεν ότι "μας περιρρέει η ανομία της χειροθεσίας". Μερική δικαίωση του Κάτσουρα και της εγκυκλίου του (σημείωσις ημετέρα: Εννοεί την Εγκύκλιο του 2007 Νικολάου - Στεφάνου). Ίσως να έχουμε μόνον μία επιλογή: Να κηρύξουμε την χειροθεσία - συγχωρητική ευχή άκυρη πράξη ως προσωπική ευθύνη αυτών που την δέχτηκαν, να δικαστούν (μετά θάνατον) οι ενεχόμενοι και όσοι τους κάλυψαν και αν βρεθούν ένοχοι να αφαιρεθούν τα ονόματά τους από τα δίπτυχα της Εκκλησίας και όχι μόνο. Καλύτερα να βλέπουμε την αλήθεια κατάματα παρά να λέμε 100 ψέματα για να δικαιολογήσουμε ένα ψέμα. Πάντως η αλήθεια ελευθερώνει. Η Εκκλησία δεν φοβάται το φως, γιατί είναι Φως". Επ αυτού του μηνύματος η δική μου γνώμη είναι η εξής: "Καλα τα λεει ο σχολιαστης, αλλά δεν μπορουμε να κηρυξουμε εμεις ακυρη την λεγομενην χειροθεσιαν - συγχωρητικην ευχήν, δεδομενου, οτι από μόνη της ειναι ακυρη. Διοτι αν την κηρυξουμε ακυρη, σημαινει οτι την επικυρωνουμε. Διοτι καί η λεγομενη χειροθεσία και η λεγομενη συγχωρητικη ευχη ειναι το ιδιο πραγμα. Καί ειναι ακυρες για την Εκκλησία πραξεις, για τους εξης λόγους: Πρωτον, διοτι οι Ρωσοι της Διασπορας δεν ωρθοδοξησαν, ητοι δεν διεκοψαν κοινωνιαν μετα των Νεοημερολογιτικων Εκκλησιων, ουτε πρίν, ουτε κατα, ουτε καί μετα το 1971 οπως χαρακτηριστικα μου ειπε ο Μητροπολίτης των Λαυρος εις μίαν συναντησιν μας πρό δεκαετιας. Δευτερον: Οταν επέστρεψεν η Εξαρχια ειπαν ψεμματα (προφανως τη υποδειξει του Καλλιοπίου), Ειπαν οτι οι Ρωσοι απεδεχθησαν την Ομολογιαν μας, πραγμα το οποίον ως απεδειχθη ποτε δεν εγινε. Τριτον: Ειπαν οτι δεν εγινε χειροθεσία, η οποία γινεται μόνο επί σχισματικων καί οχι επί Ορθοδοξων. αλλά μία απλή συγχωρητικη ευχή, Τεταρτον: Ειπαν οτι αυτο πού εγινε δεν ηταν χειροθεσια, αλλά μια απλή συγχωρητικη ευχη, ενω η απόφασις την οποίαν δυστυχως ΑΠΕΚΡΥΨΑΝ αναφερει οτι εγινε βασει του Η Κανόνος της Α Οικουμενικης Συνοδου, ητοι οτι εγινε χειροθεσία επί σχισματικων. καί Πεμπτον: Ειπαν οτι δεν εχουν μαζι των την απόφασιν, διοτι δηθεν ηταν ανυπόγραφη, ενω την ειχαν, καί οτι θα υπογραφει κατα την επομενην συνεδριασιν των, ητοι μετα εν ετος. καί Εκτον: Ειχαν σκοπό, ως φαίνεται να αποκρυψουν τήν απόφασι παντελως, αλλά τούς πρόλαβαν οι Φλωριναίοι που την εδημοσευσαν εις τά "Χαρμόσυνα Μηνυματα" των, μόλις εγινε το πανηγυρικόν συλλείτουργον. (Καί ολα αυτα επαναλαμβανομεν τη υποδειξει του Καλλιοπίου) ... Αυτο, κατ εμε ηταν " το θεατρο του παραλόγου", για το οποίον αντι να ζητησουμε συγγνωμη, διοτι δεν τους εθεσαμε σε "καραντινα", (γνωστος καί επίκαιρος ο ορος σημερα λόγω ψευτοκορονοιου) οταν επέστρεψαν, εθεωρησαμε την δηθεν συγχωρητικην ευχήν ως πραξιν σωτηριον δια την Εκκλησίαν .. Καί το χειροτερον ητο οτι καί μετα την δημοσιευσιν μεσα από τό περιοδικό μας της αποφασεως, συνεχισαμε καί συνεχιζουμε μεχρι σημερα, να κηρυττουμε καποιοι τους εαυτούς μας "σωτηρας της Εκκλησιας" ... Καί το ακόμη χειροτερον, οτι εις τας πρός εμε επιστολάς του μετα το 2015, ο Σεβ/τος Αμφιλόχιος επαναλαμβανει, χωρις ισως να αντιλαμβανεται το μεγεθος της πλάνης, οτι ο θεολόγος Ελευθεριος Γκουτζιδης "εσωσε" την Εκκλησία με τήν συγχωρητικη ευχή καί πρεπει να τον ακουμε... Καί οτι οποιος Αρχιερευς δεν δεχεται οτι ελαβε συγχωρητικη ευχη ειναι αρνητης της Αρχιερωσυνης του... Φρικτον εστι καί ακουόμενον. https://www.facebook.com/100017057104294/posts/839739483271281/

ΣΧΟΛΙΟΝ ΔΙΑ ΣΕΒ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΝ ΓΚΟΥΤΖΙΔΗΝ

Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας Κατακομβων 20 Ιανουαρίου 2022 · Σχολιον επί εκκλησιαστικων θεματων. Ο Σεβασμιωτατος Αμφιλόχιος εις την υπ αριθμ. 61/2017 πρός εμε επιστολήν του, μου συστηνει "φιλαδελφως" να συμφιλιωθω "ανθρωπίνως" μετα του θεολόγου Ελευθεριου Γκουτζιδη καί "να γραψουμε μαζι ανακοινωθεν Γνησιας Ορθοδοξιας π.χ. οτι δεχόμεθα την Ορθοδοξιαν, οπως ειμεθα από την αρχην, μη δεχόμενοι ουδε μίαν προσθηκην, η αφαίρεσιν εις τα της πίστεως", καί συνεχιζει να λεγη: "Καίτοι ο αδελφος Ελευθεριος δεν ειναι Επίσκοπος, αλλά οι θεσεις του καί οι γνωσεις του γυρω από τα γνησια ορθοδοξα φρονηματα ειναι ανωτεραι των Επισκοπων. Αι φωναι του οταν εκδηλώνονται ειναι δια να φυλαχθη καθαρα η Εκκλησια από παντος εξωτερικου εχθρου καί μάλιστα οταν διαπιστωνη προσπαθειας μολύνσεως της Ορθοδοξου Ομολογιας με χειροθεσιας καί κακοδοξίας". Δηλαδη, οπως εγραφη καί καπου αλλου, "κριτηριον Γνησιας Ορθοδοξιας, αληθειας καί σωτηριας ειναι ο θεολόγος Ελευθεριος Γκουτζιδης". Διευκρινιζω, οτι οταν λεγει να συμφιλιωθω, με τό αδελφο Ελευθεριο, εννοει, προφανως, να ζητησω συγγνωμην, που σταματησα να συνεργαζωμαι μαζι του, από τοτε πού τον ενημερωσα οτι θα συναντηθω με τόν Σεβ/το Παχωμιον που με εκαλεσε να συζητησουμε για τον ΟΔΑΠΙΕΓΟΧ. Καί εκείνος εν υστερια διατελων, και φωνασκων καί υβριζων μου ειπε: "Καί μόνο με αυτό που σκεφτηκες εφτυσες στην Αρχιερωσυνη σου", καί εγω οπως ηταν φυσικόν του απήντησα "εισαι βλάσφημος καί ασεβης". Καί του ειπα επίσης: "δεν θα ξαναπατησω στο σπίτι σου, εως οτου σταματησεις να βλασφημεις καί να ασεβεις". Καί αυτό το περιστατικό εγινε παρουσια του Σεβ/του Αμφιλοχιου.... Συναντηθηκαμε, βεβαια, πολλές φορες, εκτος της οικίας του, ειτε σε συνεδριασεις της Συνοδου, ειτε εκτος Συνοδου, αλλά παντως εμμενοντος (του θεολόγου Ελευθεριου) επί τα χειρω εις την ιδιαν βλασφημιαν, μεχρι πού επεχειρησε καί χειροδικιαν εναντιον μου .... Ματαιως εκτοτε παρεκαλουν τον Σεβ/το Αμφιλόχιο να παρεμβη καί να τον βοηθηση ως πνευματικός του να απαγκιστρωθει από την εμμονην του εις την συγχωρητικην ευχην του 1971 καί τα παρόμοια, διοτι αυτο ηταν το φρονημα του καί οπως απεδειχθη τελικα εγινε φρονημα καί του Σεβ/του Αμφιλοχίου, οτι δηλαδη: "Οι Ρωσοι ωρθοδοξησαν, ο δε θεολόγος Ελευθεριος Γκουτζιδης με την συγχωρητικην ευχην, εσωσε την Εκκλησία".... Δηλαδη ξεχασε (ο Σεβ/τος Αμφιλόχιος την Ομολογιαν του του 1977, ενωπιον της Συνοδου, οτι οι Ρωσοι της Διασπορας ησαν κακόδοξοι καί κακως ηνωθησαν μαζι των καί κακως εδεχθησαν καί οι εν Αμερικη καί οι εν Ελλάδι ο,τι εδεχθησαν, παρασυρθεντες βεβαια από τα ψευδη της Εξαρχιας. Βεβαιως, οπως ανακαλυψαμε, κατοπιν, πισω από αυτην την εμμονην δια την συγχωρητικην ευχην καί την ψευδοομολογιαν του 1981 κρυπτονται αλλα πράγματα περι των οποιων θα ομιλήσωμεν αναλυτικωτερα εν καιρω (Βλεπετε αναγνωρισιν της Σωματειοποιημενης Εκκλησιας των ΓΟΧ (Φλωρινικων) την 12/12/1971 δηλαδη ολίγον μετα την επιστροφην της Εξαρχιας καί το Πανηγυρικόν Συλλειτουργον πού εγινε χωρις να γνωριζει ο λαός του Θεου την απόφασιν, καί αναθεσιν εις τον Σεβ/τον Αμφιλόχιον να διαχειρισθει την Κληρονομίαν Δασκαλοπούλου ως καί παρεμβασεις των πεντε ...).

ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 2015 (20 ΜΑΙΟΥ) ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΣ ΜΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΤΟΤΕ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΝ

ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ κ. ΠΑΧΩΜΙΟΝ Ὑπό Χαριλάου Στουραΐτου Θεολόγου Τήν 20η Μαΐου 2015 (π.ἡ) ἐπισκέφθημεν τόν Μητροπολίτην κ. Παχώμιον, εἰς τήν Ἱερά Μονή Ἁγίας Τριάδος, εἰς Κόρινθον. Εἰς τήν ἀποστολήν αὐτήν μετεῖχαν ὁ Σεβασμιώτατος κ. Κήρυκος, ὁ εὐλαβέστατος Μοναχός π. Ἰάκωβος Βιδάλης, ὁ κ. Σπυρίδων Κοντογιάννης καί ὁ γράφων ταῦτα, θεολόγος, Στουραΐτης Χαρίλαος. Ὁ λόγος τῆς ἐπισκέψεώς μας, ἐκτός τοῦ ὅτι ἐμπεριεῖχε τό ἀνθρώπινον στοιχεῖο, κυρίως, ὅμως, ἦταν ἡ βολιδοσκόπησις ἀπ’ τήν πλευράν ἡμῶν, ἄν καί κατά πόσον ὑπῆρχε ἡ διάθεσις καί ἡ θέλησις, ἐκ τοῦ Σεβασμιωτάτου κ. Παχωμίου, γιά διάλογο εἰς τά θέματα πίστεως, τά ὁποῖα μᾶς ἐχώρισαν τό 2005. Ἡ συμπεριφορά τοῦ Σεβασμιωτάτου κατά τήν στιγμή τῆς ἐπισκέψεώς μας ἦταν στοργική, καλοδεκτική καί ἐγκάρδιος! Παρ’ ὅτι ἡ ὑγεία του ἦτο κλονισμένη λόγω πτώσεώς του, μέ συνέπεια νά προκληθεῖ κάταγμα σέ μέλος τοῦ σώματός του, ἐν τούτοις, ἡ διάθεσις καί ὀξυδέρκεια αὐτοῦ ἦταν ἄριστες κι αὐτό μᾶς χαροποίησε ὅλους! Ἀρχικά ἡ συζήτησις περιεστράφει εἰς πολλά γεγονότα ἀπό τά ἐκκλησιαστικά δρώμενα πού ἔλαβαν χώραν κατά τάς περασμένας δεκαετίας. Σιγά – σιγά, ὅμως, εἰσήλθαμεν καί στό προκείμενον. Σέ ἐρώτηση δική μου, ἄν θά μποροῦσε νά μᾶς διευκρινήσει τά σχετικά περί τῆς μηδέποτε γενομένης «χειροθεσίας», μοῦ ἀπήντησε στεντωρίως: «Χαρίλαε, παιδί μου, ἐγώ δέν δέχομαι καμμίαν χειροθεσίαν. Ἐγώ τό μόνο πού θά διακηρύσσω, καί θά τό πράττω μέχρι νά φύγω ἀπ’ τή ζωή, εἶναι τίς εὐλογημένες χειροτονίες τοῦ Ἁγίου Πατρός μας Ματθαίου ὡς πλήρεις Ἁγίου Πνεύματος. Ἄν ἐγώ πίστευα σέ χειροθεσίες, τότε θά εἶχα ἀκολουθήσει τόν Κάλλιστο.» Ἀκούγοντας, λοιπόν, αὐτά τά λόγια ὁ Σεβασμιώτατος κ. Κήρυκος, τόν ρώτησε: «Σεβασμιώτατε, ὑπάρχει ἡ ὑπογραφή σας σέ συγκεκριμένες ἐπιστολές πού μοῦ στείλατε, σέ Ἐγκύκλιο τοῦ 2007, σχετική περί καταδίκης τῆς φερομένης χειροθεσίας, ἀλλά καί σέ ἔγγραφο ψευδοκαθαιρέσεως ἐναντίον μου, γι’ αὐτά τί ἔχετε νά μᾶς πεῖτε;» Ἀπαντᾶ, τότε, ὁ Σεβ. Παχώμιος: «Σεβασμιώτατε, στίς ἐπιστολές πού σοῦ ἔστειλα, ἀναφέρομαι σέ γ’ κι ὄχι σέ α’ πληθυντικό πρόσωπο. Ὅπως εἶπα καί προηγουμένως, ἐγώ μόνο τίς χειροτονίες τοῦ Ἁγίου Βρεσθένης ἀποδέχομαι. Ἄν ἔγραψα κάτι, αὐτό τό ἔκανα μέ τρόπο σαρκαστικό, μέ τρόπο συμβουλευτικό πρός τήν ἀξιοσύνη σας, ὥστε νά βοηθήσετε κι ἐμᾶς τούς λίγα γράμματα γνωρίζοντας, γιά ὅσα συνέβησαν τό 1971.» Καί συνεχίζοντας, εἶπε: «Ἐγώ δέν ἀποδέχομαι οὔτε τήν ψευδοκαθαίρεσή σας, οὔτε τήν Ἐγκύκλιο τοῦ 07’, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἔχω δέ τήν διάθεση νά πάρω πίσω τήν ὑπογραφή μου ἀπό κείμενα, τά ὁποῖα δέν μέ ἐξέφρασαν καί δέν μέ ἐκφράζουν.» Τότε τόν ἠρώτησα: «Σεβασμιώτατε, γιά πέστε μας τή γνώμη σας γιά τό κατάπτυστο βούλευμα, τό ὁποῖο λέει ὅτι ὁ Ἅγιος Πατέρας μας ἵδρυσε δική του Ἐκκλησία τό 37’, χειροτόνησε παρανόμως, ὅτι χειροθετήθημεν ὡς σχισματικοί τό 71’, καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀναγνωριζόμεθα ἀπ’ τόν νεοημερολογιτισμό κτλ...» Λέγει τότε πάλιν: «Χαρίλαε, ἐμπτύω σ’ αὐτό τό βούλευμα καί τό καταδικάζω, ὄχι μόνο τώρα αλλά ἀνέκαθεν. Ἐπαναλαμβάνω, δέν δέχομαι τίποτε ἄλλο ἀπ’ τίς εὐλογημένες χειροτονίες του 48’, οὔτε χειροθεσίες, οὔτε βουλεύματα, οὔτε καθαίρεση γιά ἐσᾶς, τίποτε, τίποτε, τίποτε!» Αὐτά, λοιπόν καί ἄλλα πολλά εἰπώθησαν στήν συγκεκριμένη συνάντηση. Πιστεύω ὅτι εἶναι μία πολύ καλή εὐκαιρία γιά νά ξεκινήσουμε ἕναν γόνιμο διάλογο πού θά ἐπιφέρει «καρπούς». Αὐτοί οἱ «καρποί» δέν εἶναι ἄλλοι ἀπ’ τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν ἐντός τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ!!! Ἀμήν. Γένοιτο.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΟΜ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ (ΝΥΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ) ΠΡΟΣ π. ΘΕΟΔΩΡΟΝ ΖΗΣΗΝ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΝ/ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ π. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΤΑΜΠΟΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΙΔ/ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ π. ΘΕΟΔΘΡΟΝ ΖΗΣΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΝ/ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ π. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΤΑΜΠΟΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΙΔ/ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ π. ΘΕΟΔΘΡΟΝ ΖΗΣΗΝ από τον ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ, Κυριακή, 27 Νοέμβριος 2011 στις 4:17 π.μ. ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΝ/ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ π. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΤΑΜΠΟΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΙΔ/ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ π. ΘΕΟΔΘΡΟΝ ΖΗΣΗΝ ΙΕΡ/ΧΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΑΜΠΟΥΡΑΣ Ἱ. Μ. Ἁγ. Ἀποστόλου-Τιμίου Σταυροῦ Σ. ΣΤ. Ραψάνης 40008 Τηλ. 2495042020 Α.Π. 109 30.9.2011 (π.ἡ.) Αἰδεσιμολογιώτατε π. Θεόδωρε, Εἰς τό περιοδικόν «Θεοδρομία» (Ἰαν.-Μάρτ. 2011) ἐδημοσιεύθη ἄρθρον σας ὑπό τόν τίτλον: «Μακαριώτατε, δεν εἶναι Ὀρθόδοξοι οἱ Ἀρμένιοι». Και εἰς τό προηγού­με­νον τεῦχος τοῦ ἰδίου περιοδικοῦ, Ὀκτ.-Δεκ. 2010 γράφετε: «Δυστυχῶς ἡ ἐκκλησιαστι­κή ἡγεσία, σχεδόν στό σύνολόν της, ἀλλοτριωμένη καί διαβρωμένη ἀπό τήν παναίρε­ση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δέν διακρίνει πλέον μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως πιστεύει ὅτι ἡ ἐκκλησία ὑπάρχει παντοῦ, ὅτι καί οἱ αἱρέσεις εἶναι Ἐκκλη­σίες. Γι' αὐτό καί ἐξευτέλισαν τήν Ἐκκλησία καθιστώντας την μικρό καί ἰσότιμον μέλος μέ τήν πανσπερμίαν τῶν αἱρετικῶν προτεσταντικῶν κοινοτήτων, μέσα στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο ἐκκλησιῶν» πού εἶναι οὐσιαστικά «Παγκόσμιο Συμ­βούλιο Αἱρέσεων». Το ἴδιο ἰσχύει καί μέ τήν ἀναγνώριση τοῦ παναιρετικοῦ Παπισμοῦ ὡς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Πάπα εἰς ἁγιωτάτου ἐπισκόπου Ρώμης, καί τῶν αἱρετι­κῶν τους μυστηρίων ὡς ἁγιαστικῶν καί σωστικῶν» κ.λπ. (σελ. 455). Ναί, Αἰδεσιμολογιώτατε τά ἀνωτέρω καί ὅσα ἐν συνεχεία τοῦ ἄρθρου σας γράφετε πρός τόν κ. Ἱερώνυμον (Ὀκτ.-Δεκ. 2010 σελ. 485) εἶναι πραγματικαί ἀλήθειαι καί γεγονότα, τά ὁποῖα ἀφοροῦν πρωτίστως ὑμᾶς ὡς Πανεπιστημιακόν διδάσκαλον καί ὡς Κληρικόν! Ἑπομένως πρέπει νά τά ἀπευθύνετε πρῶτον πρός τήν ἐλλογιμότη­τά σας καί κατόπιν καί πρός τόν κ. Ἱερώνυμον. Ἐπίσης αὐτά, τά ὁποῖα γράφετε εἰς τήν σελ. 485 παράγρ. 1η: «Ἡ μόνη διαφαινο­μένη ἐλπίδα καί ἄγκυρα σωτηρίας ἦταν και εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού ἐκρά­τησε ἀνόθευτο τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνυλωμένο σέ πράξη ζωῆς ἀπό τους ἁγίους Μάρτυρες, ὁσίους καί Διδασκάλους», δέν ἰσχύουν καί δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφέρωνται εἰς τόν Νεοημερολογιτισμόν, ἐντός τοῦ ὁποίου εὑρίσκεσθε, ἀλλ', ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτει, εἰς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν συνέχειαν τῆς πρό τοῦ 1920-1924 Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλη­σίας, καί «κρατεῖ ἀνόθευτον τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνυλωμένο σέ πράξη ζωῆς ἀπό τους ἁγίους Μάρτυρας, ὁσίους καί Διδασκάλους». Διότι πῶς εἶναι δυνα­τόν, ὑμεῖς και ὁ κ. Ἱερώνυμος καί ὁ κ. Βαρθολομαῖος κ.λπ. νά εὑρίσκεσθε εἰς τήν ὀρθοδοξίαν, ὅταν ἐπί ἕνα περίπου αἰῶνα δέχεσθε τήν ἐγκύκλιον τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ 1920 (ἴδε συνημμένον φωτοαντίγραφον), ἡ ὁποία καταργεῖ τό Σύμβολον τῆς Πίστεως και ἀναγνωρίζει καί «πιστεύει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει παντοῦ, ὅτι αἱ αἱρέσεις εἶναι ἐκκλησίαι» καί «κατέστησαν», Αὐτήν, (σ.σ. στήν ἐκκλησίαν τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως) «μικρόν καί ἰσότιμον μέλος μέ τήν πανσπερμίαν τῶν αἱρετικῶν προτεσταντικῶν κοινοτήτων, μέσα εἰς τό λεγόμενον «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν ἐκκλησιῶν», τό ὁποῖον εἶναι οὐσιαστικά «Παγκόσμιον Συμβούλιον Αἱρέσεων»; Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ 1920 ἐξ ὀρθοδόξου ἀπόψεως εἶναι ἔργον τοῦ ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ, δι' ὅλους δέ τούς Οἰκουμενιστάς ἀποτε­λεῖ αὕτη τό «Εὐαγγέλιόν» των, εἶναι το «Πηδάλιόν» των, εἶναι ἡ «Παράδοσίς» των, ἐνῶ διά τήν ὀρθοδοξίαν, ἐπαναλαμβάνομεν, εἶναι τό ἀντιευαγγέλιον, εἶναι τό ἀντιπηδάλιον, εἶναι ἡ ἀντιπαράδοσις, εἶναι ἡ αἵρεσις, εἶναι ἡ παναίρεσις, τήν ὁποίαν ἐπενόησεν, προωθεῖ καί κατευθύνει ὁ ἀντίχριστος. Καί ἐνῶ οἱ Ἅγ. Πατέρες ἀνέκαθεν ἐνομοθέτουν μέ γνώμονα τήν ἑνότητα τῆς Πίστεως καί τόν κοινόν ἑορτασμόν ἐν τῆ ὀρθοδοξία, αὕτη ἀντενομοθέτησεν μέ σκοπόν τήν ἑνότητα καί συνεορτασμόν ἐν τῶ Ἀντιχρίστω Οἰκουμενισμῶ, καθώς ἐξέχοντες οἰκουμενισταί, ἁπανταχοῦ τῆς Οἰκουμένης ἔσπευσαν νά πανηγυρίσουν ἄμα τῆ ἐφαρμογῆ ἐν Ἑλλάδι τοῦ α΄ ἄρθρου της τό 1924, διακηρύττοντες ὅτι «ἤδη ἐκάναμεν τό πρῶτο βῆμα». Πῶς, λοιπόν εἶναι δυνατόν νά εἶσθε εἰς τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν, ὅταν τό 1924 ὑλοποιήσατε καί τήν ἐγκύκλιον αὐτήν, καταλύσαντες δισχιλιετῆ ἑορτολο­γικήν Παράδοσιν ἐδέχθητε καί τήν ἀλλαγήν τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου μέ τό καταδεδικασμένον τοῦ Γρηγορίου Πάπα Ρώμης, καταργήσαντες σύν τῶ ἡμερολογίω καί τό δόγμα τῶν δογμάτων, τήν ἑνότητα τῆς Πίστεως καί σχίσαντες τό ὀρθόδοξον ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ; Ἐν ταὐτῶ κατελύσατε Πανορθοδόξους Συνόδους καί πρω­τίστως τάς Οἰκουμενικάς, αἱ ὁποῖαι διετύπωσαν καί τό Δόγμα τῆς ἐκκλησιολογίας! Τόσοι ἀναθεματισμοί, τους ὁποίους ἔχουν θέσει οἱ ἅγιοι Πατέρες διά τήν φύλαξιν τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τόσοι ἀναθεματισμοί κατά τῶν καταργούντων τήν «ἑνότητα τῆς Πίστεως» καί τόσοι ἀναθεματισμοί τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων κατά τοῦ Νέου ἡμερολογίου δέν ἀρκοῦν διά νά συνειδητοποιήσετε ὅτι εὑρίσκεσθε ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας; Μελετήσατε ὡς Πανεπιστημιακός Καθηγητής (Θεολογίας), τό κείμενον αὐτό τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1920; Καί ἄν τό ἐμελετήσατε πῶς τό δέχεσθε, ἀφοῦ ΚΑΤΑΡΓΕΙ τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλη­σίαν καί ἀναγνωρίζει (ἀναγνωρίζετε καί σεῖς) τάς αἱρέσεις ὡς «ἐκκλησίας Χρι­στοῦ»; Πῶς δέχεσθε καί ἀκολουθεῖτε ὁλόκληρον τήν μετέπειτα καί μέχρι σήμερον πορείαν καί ἐξέλιξιν ἐπί τά χείρω; Ἐπιτρέψτε μου νά εἶμαι ἀπόλυτος λέγων ὅτι ὅλοι οἱ ἀπ' ἀρχῆς αἱρετικοί καί προδόται φαντάζουν ὡς μικροί ἐμπρός εἰς τους σημερινούς «Ὀρθοδόξους»=αἱρετικούς Οἰκουμενιστάς, ἀπό τό 1920 καί μέχρι σήμερον! Σεῖς κ. Καθηγητά, Σεῖς ὡς Κληρικός, πῶς γράφετε τόσα πρός τρίτους χωρίς νά ἀπευθύνετε οὐδέν πρός τόν ἑαυτόν σας καί χωρίς ὡς Πανεπιστημιακός Διδάσκαλος καί Κληρικός νά ἐπιλαμβάνεσθε καί νά ἀντιμετωπίζετε κανένα θέμα ἐπί τῆς οὐσίας; Ἐπιτρέψτε μου νά εἴπω ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί πολλῶν ἐξ ὑμῶν ὅτι «δέν δέχονται οὔτε τήν Ἐγκύκλιον τοῦ 1920 οὔτε τήν ἔκτοτε συνεχιζομένην ὁλοκληρωτικήν ἐκ τῆς ὀρθο­δοξίας ἐκτροπήν, θεωρία τε καί πράξει», ὅλοι αὐτοί φαντάζουν ὡς νά ἀπευθύνωνται προς ἀνοήτους, ὅταν δι' αὐτῶν σημειώνεται και ἐνεργεῖται ἡ μεγαλυτέρα βλασφη­μία, ἐφ' ὅσον συνεχίζουν νά παραθεωροῦν τό ἑνιαῖον ἀδιαίρετον τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τήν ὀργανικήν ἑνότητα Αὐτῆς! Φαντασθεῖτε ἕν μέλος τοῦ σώματός μας, (πρωτεῦον ἤ δευτερεῦον δέν τό προσδιορίζω), νά προσβληθῆ ὑπό τινος θανατηφόρου νόσου, καί τό πρόσωπον αὐτό, ἤ τά λοιπά μέλη τοῦ σώματος αὐτοῦ νά λέγουν ὅτι «δεν πειράζει ἡμεῖς δέν δεχόμεθα τήν νόσον, αὐτή ἀφορᾶ τό τάδε μέλος τοῦ σώματός μας καί δέν μᾶς ἀγγίζει»! Ὁποία θα ἐλέγομεν, «μωρία» ἤ σκότος και ἀναισθησία, διότι ἐντός ὀλίγου το μολυσμένον μέλος διά τῆς ὀργανικῆς ἑνότητος τοῦ σώματός του θά εἶχεν τάς συνεπείας του ἐφ' ὁλοκλήρου τοῦ σώματος καί θά το ὡδήγει εἰς τόν θάνατον! Εἶναι λοιπόν ἀδιανόητος ὁ ἰσχυρισμός ὅτι «δέν δέχεσθε τῆς ἐγκύκλιον τοῦ 1920 ἤ ὅτι δέν κοινωνεῖτε τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἤ καί... ὅτι πολεμεῖτε τά ἔργα τοῦ Ἀντίχριστου Οἰκουμενισμοῦ»! Ἐπιμένω ὀλίγον διά νά κατανοήσουν τό θέμα ὅλοι οἱ καλοπροαίρετοι, οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι πανεπιστημιακοί καί οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι, «ἡ Ἐγκύκλιος ἐκείνη τοῦ 1920 εἶναι μικρόν πρᾶγμα καί δέν βλάπτει, ἤ ὅτι ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου δεν εἶναι θέμα δογματικόν καί δέν εἶναι τόσον ἐφάμαρτον, ἤ ὅταν μερικοί κληρικοί συμπροσεύχων­ται μέ ἀλλοθρήσκους μολύνουν μόνον τόν ἑαυτόν τους ὄχι δέ καί ἡμᾶς, ἤ ὅτι μερικοί εἶναι συντηρικοί καί ὡς ἐκ τούτου αὐτοί εἶναι ὀρθόδοξοι καί ὅτι μόνον μνημονεύουν τόν ἐπίσκοπόν των καί τήν Σύνοδόν των καί τοῦτο διά νά μήν κάνουν σχίσμα»! Διά πάντα ταῦτα ὁ ἅγιος Ἰω. ὁ Χρυσόστομος μᾶς διδάσκει ὅτι ἔστω καί «ἰῶτα ἕν ἤ μία κεραία» ἐάν προσθέση ἤ ἀφαιρέση τις χάνεται: «Μή γάρ ἰάκωβον εἴπης, καί ἰωάννην κἄν γάρ τῶν πρώτων ἀγγέλων ἤ τις ἐξ οὐρανοῦ διαφθείρων τό κήρυγμα ἀνάθεμα ἔστω. Καί οὐκ εἶπεν, ἐάν ἐναντία καταγγέλλωσιν, ἤ ἀνατρέπωσι τό πᾶν, ἀλλά κἄν μικρόν τι εὐαγγελίζωνται παρ' ὅ εὐαγγελισάμεθα, κἄν τό τυχόν παρακι­νήσωσιν, ἀνάθεμα ἔστωσαν» (Ὁμιλ. πρός Γαλάτας Κ΄ Α΄). Τώρα δέ, ὅτε ἀνετράπη τό πᾶν καί μετεκινήθησαν ὅλα ἀπό τήν θέσιν των, τί δέον νά εἴπη τις; Παρακαλῶ μή πλανώμεθα καί πρό πάντων μή πλανῶμεν τούς ἁπλοῦς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐμπιστεύονται καί ἀκολουθοῦν, διότι «ἔχομεν περισσότερον κρῖμα», ἀφοῦ, κατά τό ἁγιογραφικόν, «ὑμεῖς οὐκ εἰσέρχεσθε εἰς την Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἀλλ' ἐμποδίζετε καί ἐκείνους». Λυποῦμαι, π. Θεόδωρε, ἀλλ' ἡ συγκεκριμένη στάσις σας ἐνθυμίζει τάς πρός τό τέλος τῆς δεκαετίας 1980-1990 κορώνας Νεοημερολογίτου συγκληρικοῦ σας καί νῦν Ἐπισκόπου Ἀφρικανικῆς Μητροπόλεως, ὅστις διετυμπάνιζεν, «δέν θά ἐπιτρέψωμεν εἰς τούς Παλαιοημερολογίτας νά μᾶς πάρουν το ποίμνιόν μας. Εὐτυχῶς ὑπάρχομεν (ἡμεῖς) τά «μαντρόσκυλα» τά ὁποῖα προφυλάσσουν ἀπό «τοιοῦτον κίνδυνον», παραδεχόμενος ἐμμέσως πλήν σαφῶς ὅτι διακαής πόθος του, ἦτο ὁ ἐγκλωβισμός τυχόν ἀνησυχούντων καί προβληματιζομένων εὐλαβῶν Νεοημερολογιτῶν καί παρεμπόδισίς των ἀπό ἐπιστροφήν εἰς τάς ὀρθοδόξους ρίζας των. Δέν εἶναι τυχαῖον ὅτι σήμερον, περισσότερον ἀπό ποτέ, κυκλοφορεῖ σέ κάθε στόμα καλοπροαιρέτου Νεοημερολογίτου ὅτι «τό παλιό (ὀρθόδοξο) εἶναι τό σωστό», ἀποκλειομένων ὁπωσ­δήποτε τῶν σχετιζομένων μέ τό Νέον διαφόρων δεκατριμεριτικῶν Παρατάξεων. ἡ ὀρθοδοξία δέν εἶναι θέμα ἡμερολογίου ἀλλά τηρήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί Παραδόσεως. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διά νά φυλάξη τό ποίμνιόν της ἀπό τον κοινόν ἐχθρόν μας, τόν Διάβολον, κατεδίκασεν ἐν Συνόδοις ἁπάσας τάς αἱρέσεις και τελευταίως τόν Παπισμόν τό 1054 καί τον Νεοημερολογιτισμόν κατά τά ἔτη 1583-1593. Ἔκτοτε οὐδεμία πνευματική σχέσις ὑπῆρχε μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Παπισμοῦ. Και ἄν ὅμως αἱ ἀποφάσεις αὗται τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ 16ου αἰῶνος δέν ὑπῆρχον, και πάλιν αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀπ' ἀρχῆς ἁγίων Συνόδων τῆς ὀρθοδοξίας ἔχουν ἐφαρμογήν ἰσχύουν καί κατελέγχουν ὅλαι τάς μεταγενεστέ­ρας ἐκτροπάς καί αἱρέσεις. Συνειδητοποιοῦμεν π. Θεόδωρε, ὅτι ἐπισήμως ἀπό τό 1920 καί ἀδιαλείπτως μέχρι σήμερον περιυβρίζονται, καταλύονται καί ποδοπατοῦνται ὅλαι αἱ ἀποφάσεις-Δόγματα τῆς ὀρθοδοξίας; Συνειδητοποιοῦμεν ὅτι καταλυομένου του Δόγματος, (Πι­στεύω) «Εἰς Μίαν ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», καταλύεται ὁλόκληρον τό Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅλαι αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, ὁλόκληρος ἡ ὀρθοδοξία, ἀφοῦ ταύτην κρατεῖ και φυλάσσει Αὐτή Αὕτη ἡ ΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙ­ΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ; Συνειδητοποιοῦμεν ὅτι ὁ Ἰούδας, ὁ Ἄρειος, καί ὅλοι οἱ Χριστομά­χοι, Πνευματομάχοι, οἱ Ἀρμένιοι, οἱ Εἰκονομάχοι, ὁ Παπισμός, ὁ Προτεσταντισμός καί ὅλοι οἱ αἱρεσιάρχαι φαντάζουν ὡς μικροί ἐμπρός εἰς τους ἀνεχομένους καί ἀκολουθοῦντας τήν φρικτήν ἐγκύκλιον τῆς Παναιρετικῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ 1920; Συνειδητοποιοῦμεν ὅτι, εἰδικῶς διά τῆς ἑορτολογικῆς-Οἰκουμενιστικῆς ἐκτροπῆς τοῦ 1924, ὑπό τῶν ἀρχιμασόνων Πατριαρχῶν καί Ἀρχιεπισκόπων, ἔγινε δεκτός ὁ Παπισμός μέ τόν Νεοημερολογιτισμόν καί τόν Προτεσταντικόν Οἰκουμενισμόν του, ὑπό τῆς πλειοψηφίας τοῦ μέχρι τότε ὀρθοδόξου κλήρου καί λαοῦ, ὁπωσδήποτε ὅμως ὄχι ἀπό τήν ἐκκλησίαν, καί σεῖς, παρά τήν κραυγαλέαν ἀλήθειαν, ἕνα αἰῶνα μετά περιορίζεσθε εἰς τούς ἀρμενίους;(!!!). Ἄν διαφωνῆτε, τότε δυοῖν θἄτερον: Ἤ ἡ Ἐκκλησία ἔκαμεν λάθος τόν 16ον αἰῶνα καταδικάσασα τόν Παπισμόν καί τόν Νεοημερολογιτισμόν καί τό 1924, ὡς θεραπαινίς μετανοημένη, ἐν κλαυθμῶ δέχεται τόν ὑπ' αὐτῆς τῆς ἰδίας καταδικασθέντα Νεοημερολογιτισμόν, φεῦ τῆς βλασφη­μίας(!), ἤ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εὑρίσκεται κανονικώτατα καί οὐσιαστικώτατα εἰς την θέσιν της (ὅπως πράγματι εἶναι) καί ἰσχύουν κατά πάντα αἱ ἀποφάσεις καί αἱ καταδίκαι Αὐτῆς κατά τοῦ Παπικοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, και ὡς ἐκ τούτου, ὑμεῖς οἱ Νεοημερολογῖται εὑρίσκεθε ἐκτός Αὐτῆς. Εἶναι δέ ὄντως ἀστεῖος καί ὁ ἰσχυρισμός «ὅτι τό 1924 δέν ἐδέχθητε τό καταδε­δικασμένον νέον Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον τοῦ Πάπα, ἀλλά διωρθώσατε κατά 13 ἡμέρας τό Ἰουλιανόν»!!! Εἶναι δυνατόν νά ἀποτολμῶνται τοιαῦται ὑποκρισίαι, ψεύδη καί ἀπάτη διά νά ἀποκρυβῆ ὁ ἀντίχριστος καί Ἀντιεκκλησιαστικός Οἰκουμενισμός; Τό θέμα κ. Καθηγητά εὑρίσκεται: α) Εἰς τήν κατάλυσιν τῶν Πανορθοδόξων Συνό­δων καί τῶν ἀποφάσεών των κατά Παπικῆς Καινοτομίας μετά 341 ἔτη καί β) εἰς τους λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τόν Παπικόν Νεοημερολογιτισμόν, ἤτοι εἰς τόν Οἰκουμενισμόν!... Διά ταῦτα ἡ ἀπ' ἀρχῆς διακηρυχθεῖσα ὁμολογία ἐπί τῆς κατά­δεδικασμένης Παπικῆς-Οἰκουμενιστικῆς Καινοτομίας ἦτο καί παραμένει: «Ὅ­στις δέχεται τό νέον Παπικόν ἡμερολόγιον-ἑορτολόγιον ἐξέρχεται τῆς Ἐκκλησίας!». Κατόπιν τῶν ἐλαχίστων προεκτεθέντων, (σεῖς γνωρίζετε πολύ περισσότερα καί πολύ καλύτερα ἡμῶν), πῶς εἶναι δυνατόν να ἀπορρῆτε καί νά καταγγέλετε: «Δυστυ­χῶς ἡ ἐκκλησιαστική ἡγεσία, σχεδόν στο σύνολό της, ἀλλοτριωμένη καί διαβρωμένη ἀπό τήν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δέν διακρίνει πλέον μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως»; Διατί ἀπορεῖτε διά τήν ἡγεσίαν σας, ἡ ὁποία «ἐξευτέλισε τήν ἐκκλησίαν καθιστώντας την μικρόν καί ἰσότιμον μέλος μέ τήν πανσπερμίαν...» καί ὅτι «ἀναγνωρίζουν τόν παναιρετικόν παπισμόν ὡς ἀδελφή... ὡς ἁγιωτάτους... ὡς ἔχοντας ἁγιαστικά καί σωστικά μυστήρια...» κ.λπ. Δυστυχῶς, τά ἀνωτέρω πρῶτον θα ἔδει νά ἀπευθύνετε πρός ὑμᾶς καί να προβαίνατε ἀναλόγως... Μήν ἀπατᾶσθε, Αἰδεσιμολογιώτατε, διότι οὔτε οἱ ἀρμένιοι, οὔτε σεῖς οἱ Νεοη­μερολογῖται, οὔτε οἱ Παλαιοημερολογῖται τῶν Ἱεροσολύμων, οὔτε οἱ τοῦ ἁγίου Ὄρους Μοναχοί εὑρίσκονται ἐν τῆ ὀρθοδοξία, ἐφ' ὅσον ἀλληλοαναγνωρίζονται εἰς τά πλαίσια τῆς καταπτύστου ἐγκυκλίου τοῦ 1920 καί συμπροσεύχονται καί συλλει­τουργοῦν μέ τούς Νεοημερολογίτας καί Οἰκουμενιστάς! Ἀλλ' οὔτε καί αἱ ἐν Ἑλλάδι, ἐκτός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εὑρισκόμεναι διάφοροι «παλαιοημερολο­γιτικαί παρατάξεις» εἶναι ὀρθόδοξοι, ἐφ' ὅσον δικαιώνουν τόν Νεοημερολογιτισμόν μέ «τά περί σωστικῶν καί ἁγιαστικῶν μυστηρίων» αὐτῶν, ἤγουν ἐκφράζουν τόν Παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν! Ἡ Ἐκκλησία, καθώς κάλλιον ὑμεῖς γνωρίζετε, εὑρίσκεται σήμερον εἰς ἔσχατον διωγμόν, κατά δέ τήν ἱεράν Ἀποκάλυψιν, ἔφυγεν εἰς τήν ἔρημον», ὅπου ἔχει ἐκεῖ τόπον ἡτοιμασμένον ἀπό τοῦ Θεοῦ» (Ἀπόκ. ΙΒ 6) «καί ἔβαλεν ὁ ὄφις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ὀπίσω τῆς γυναικός ὕδωρ ὡς ποταμόν, ἵνα αὐτήν ποταμοφόρητον ποιήση», (αὐτόθι στιχ. 15). Ἡ Ἐκκλησία, τήν ὁποίαν μᾶς παρέδωκαν οἱ ἅγιοι Πατέρες νά τήν διατηρήσωμεν καθαράν, καί μείνωμεν ἐντός Αὐτῆς, ἀσφαλῶς ὑπάρχει καί θά ὑπάρχη εἰς τόν ἅπαντα αἰῶνα καί ὅπως λέγετε μόνον εἰς Αὐτήν δύνανται νά ἀναφερθοῦν τά λεγόμενά σας, ἤτοι: «Ἡ μόνη διαφαινομένη ἐλπίδα και ἄγκυρα σωτηρίας ἦταν καί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πού ἐκράτησε ἀνόθευτο το κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνυλωμένο σε πράξη ζωῆς ἀπό τούς ἁγίους Μάρτυρες, ὁσίους καί Διδασκάλους». Ποῦ εἶναι ὅμως αὐτή ἡ ἐκκλησία; ἀσφαλῶς δέν εἶναι εἰς τόν Νοεημε­ρολογιτισμόν-Οἰκουμενισμόν! Αὐτός «ποταμοφόρητον ἐποίησεν καί ποιεῖ Αὐτήν», διό δέν τήν διακρίνετε και δέν στρέφεσθε πρός Αὐτῶν! Ἐν θλίψει, ἀλλά καί ἐν ἀγάπη γράφομεν ταῦτα, ἡμεῖς οἱ ἠλεημένοι παρά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, διότι καίτοι ἐσμέν ἀχρεῖοι δοῦλοι, μᾶς ἠξίωσεν νά εὑρισκώμεθα, εἰς τούς χαλεπούς τούτους καιρούς, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Του καί εὐχόμεθα νά ἐπιδαψιλεύση τοῦτο τό ἔλεός του και πρός ὑμᾶς πρός σωτηρίαν. Θά ἀπετέλει ὄχι ἁπλῶς τιμήν πρός τήν ἐλαχιστότητά μας, μία ἐπί τῆς οὐσίας ἀπάντησίς σας, ἀλλά πρωτίστως τιμήν καί προσκύνησιν πρός αὐτήν ταύτην τήν ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ! Μήν ἀπαξιώσετε Αἰδεσιμολογιώτατε, διότι «οἱ καιροί οὐ μενετοί»!... Ἐν ἀγάπη Χριστοῦ Ἐλάχιστος ἐν Ἱερομονάχοις † ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΑΜΠΟΥΡΑΣ Tags: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΝ/ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ π. ΑΜΦΙ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821 ΕΝΩ ΕΜΕΙΣ ΑΚΟΜΗ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ;)

~ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ~ "Γιατί τον κατάλαβαν οι ήρωες του 1821 ενώ εμείς ακόμη δυσκολευόμαστε"🇬🇷 ✝️ 📜Εξοχώτατε! Ο έφορος των Δικαίων Θεός, επαρηγόρησε το ελληνικόν έθνος, και απέστειλε τον Σωτήραν του. η Πατρίς ησφαλίσθη διά των μεγάλων σου αρετών, και εγώ δεν εμπορώ να εκφράσω τα αισθήματα της χαράς, και της παρηγορίας μου. επολέμησα και πολεμώ διά την πατρίδα. αλλ΄η μόνη σου παρουσία, την ησφαλίζει από τους αναριθμήτους και φοβερούς κινδύνους. διορισμένος αρχηγός των κατά την Μεσσηνίαν στρατόπεδον, δεν δύναμαι επί του παρόντος να σου προσφέρω αυτοπροσώπως την υπόκλισήν μου, και ελπίζω να απολαύσω εντός ολίγου αυτήν την ευχαρίστησιν. σου προσφέρω δε διά της παρούσης μου, τον βαθύν σεβασμόν μου και την άκραν αφοσίωσίν μου. εις τας Σεβαστάς διαταγάς σου και ..... κατά πάντα ευπειθέστατος δούλος. Εκ της Μεσσηνίας στρατοπέδου τη 26 Ιανουαρίου 1828 ο πολίτης ~Νικήτας Σταματελόπουλος- Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, επιστολή του προς τον Ιωάννη Καποδίστρια~⚔️ Όταν διαβάζει κανείς την επιστολή του Νικηταρά προς τον Ιωάννη Καποδίστρια, δεν συναντά απλώς ένα ιστορικό τεκμήριο αλλά έναν τρόπο σκέψης. Ο Νικηταράς δεν γράφει ως πολίτης ενός οργανωμένου κράτους, ούτε ως ιδεολόγος. Γράφει ως άνθρωπος που έχει ζήσει την απόλυτη διάλυση και βλέπει, για πρώτη φορά, την πιθανότητα μιας τάξης. Γι’ αυτό και ξεκινά με επίκληση στον Θεό. Όχι από ευσέβεια επίδειξης, αλλά επειδή έτσι κατανοεί την Ιστορία,ως χώρο όπου το δίκαιο και το άδικο έχουν σημασία. Για τον σημερινό αναγνώστη ή τουλάχιστον για κάποιους από αυτούς,αυτή η γλώσσα ξενίζει. Για τον άνθρωπο του 1821 όμως ήταν αυτονόητη. Οι αγωνιστές δεν διαχώριζαν την πολιτική από το υπαρξιακό νόημα. Δεν πολεμούσαν για θεσμούς αφηρημένους, αλλά για να σταθεί ξανά το Γένος όρθιο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Καποδίστριας δεν εμφανίζεται ως απλός κυβερνήτης, αλλά ως αναγκαίο πρόσωπο μετάβασης από τον αγώνα στο κράτος. Όταν ο Καποδίστριας φτάνει στην Ελλάδα το 1828, δεν παραλαμβάνει ένα κράτος σε δυσκολία, αλλά έναν χώρο εξαντλημένο. Τα χρόνια των εμφυλίων είχαν αφήσει πίσω τους καχυποψία, τοπικισμούς, οικονομική ερήμωση. Δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση, ούτε σταθερή δικαιοσύνη, ούτε κοινό νόμισμα. Οι άνθρωποι που τον στήριξαν –με πρώτους τον Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά το έκαναν όχι επειδή αγνοούσαν την ελευθερία, αλλά επειδή είχαν μάθει με τον πιο σκληρό τρόπο πόσο εύκολα η ελευθερία καταστρέφεται όταν δεν συνοδεύεται από τάξη. Ο Καποδίστριας ανήκε στο ευρωπαϊκό κύμα της «άνοιξης των εθνών», αλλά δεν ακολούθησε τον συνηθισμένο δρόμο. Δεν πίστευε ότι όλα τα έθνη οφείλουν να βαδίσουν υποχρεωτικά στο ίδιο δυτικό μονοπάτι. Δεν αντιμετώπισε την ελληνική ιστορία ως κενό που έπρεπε να γεμίσει με έτοιμα σχήματα, αλλά ως συνέχεια που όφειλε να οργανωθεί πολιτικά. Το Βυζάντιο, η Ορθοδοξία, οι κοινοτικές* εμπειρίες δεν ήταν για εκείνον βαρίδια αλλά οι πρώτες ύλες κρατικής συγκρότησης. Εδώ ακριβώς γεννιέται και η σύγκρουση με τους εκσυγχρονιστές της εποχής του και με πολλούς σημερινούς επιγόνους τους. Για όσους πιστεύουν ότι η πρόοδος έχει ένα μόνο πρότυπο, ο Καποδίστριας είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Δεν μιμείται. Δεν αποκόπτεται. Δεν ζητά άδεια για να υπάρξει και γι’ αυτό ακριβώς κατηγορείται για αυταρχισμό. Η κατηγορία αυτή, όμως, αγνοεί συνειδητά τις συνθήκες της τότε εποχής. Η Ευρώπη της Ιεράς Συμμαχίας δεν θα ανεχόταν ποτέ μια Ελλάδα που θα παρουσίαζε τον εαυτό της ως επαναστατικό εργαστήριο τύπου Γαλλίας. Ο Καποδίστριας το γνώριζε αυτό καλύτερα από όλους. Η συγκράτηση των συμβόλων και η έμφαση στη σταθερότητα δεν ήταν ιδεολογική επιλογή, αλλά όρος επιβίωσης. Κι όμως, παρά τη συχνή παρανόηση, δεν κατήργησε(άλλο αναστολή άλλο καταργησή, οποίος δεν ξέρει την διαφορά ας ανατρέξει στον Μπαμπινιώτη)τις εθνοσυνελεύσεις ούτε απέρριψε τη συνταγματική προοπτική. Αντιθέτως, πίστευε ότι χωρίς στοιχειώδες κράτος, το Σύνταγμα θα έμενε κενό γράμμα. Στον πυρήνα της σκέψης του Καποδίστρια βρίσκεται μια αντίληψη για τον άνθρωπο που δύσκολα χωρά στα στενά σχήματα του Διαφωτισμού. Δεν πρόκειται ούτε για τον αυτάρκη ατομιστή ούτε για το ανώνυμο μέλος μιας μάζας, αλλά για το πρόσωπο ελεύθερο μέσα στη σχέση, υπεύθυνο εντός κοινότητας. Η πολιτική, σε αυτή τη λογική, δεν περιορίζεται στην κατοχύρωση δικαιωμάτων, αλλά αποβλέπει στη συγκρότηση ενός κοινού κόσμου. Ίσως γι’ αυτό και η αναφορά στον Καποδίστρια σήμερα ως «Άγιο της πολιτικής» εξακολουθεί να προκαλεί ενόχληση. Όχι επειδή είναι υπερβολική, αλλά επειδή θυμίζει ότι η πολιτική θα μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο από επάγγελμα. Ο Καποδίστριας δεν πλούτισε, δεν δημιούργησε δυναστεία, δεν κυβέρνησε για να παραμείνει στην εξουσία. Δολοφονήθηκε. Και αυτό, όσο κι αν δεν το λέμε συχνά, αποτελεί μέρος της ιστορικής του σημασίας. Οι αγωνιστές του 1821 τον κατάλαβαν, γιατί έβλεπαν την πολιτική όχι ως τέχνη του εφικτού και της διεκδίκησης, αλλά ως μία ευθύνη απέναντι στην ιστορία. Εμείς, δύο αιώνες μετά, έχουμε περισσότερη θεωρία, περισσότερα εργαλεία και λιγότερη βεβαιότητα για το τι σημαίνει να χτίζεις κράτος χωρίς να χάσεις τον εαυτό σου. Ίσως γι’ αυτό ο Καποδίστριας παραμένει ενοχλητικός. Όχι επειδή ανήκει στο παρελθόν, αλλά επειδή εξακολουθεί μας ρωτά σιωπηλά αν θα μπορούσαμε να είχαμε επιλέξει και άλλον δρόμο.⚔️ 🇬🇷 ✝️ ✍ Στυλ. Καβάζης 🖼️Πίνακας Karl Krazeizen,Προσωπογραφία του Νικηταρά

ΕΚΚΡΕΜΟΥΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΦΣΚΑΕ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΧΡΗΖΟΥΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΩΣ (ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΚΑΤΕΤΕΘΗ ΚΑΙ ΕΞ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΚΟΥΤΖΙΔΗ)

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210.6021467, 210 2466057 Α.Π. 176 ᾿Εν ᾿Αθήναις τῇ 16/29 Δεκεμβρίου 2000 ΠΡΟΣ Τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί Πάσης ῾Ελλάδος κ. ΑΝΔΡΕΑΝ, Πρόεδρον τοῦ Δ.Σ. τοῦ ΙΦΣΚΑΕ. ΣΧΕΤ. ᾿Αριθμ. Πρωτ. 229/10(23)Δεκ. 2000 Πρόσκλησις.. Μακαριώτατε Πρόεδρε. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτέρω σχετικοῦ ὑπενθυμίζομεν τά ἐκκρεμοῦντα θέματα, τά ὁποῖα, ὅπως πολλάκις ἔχομεν γράψει, χρήζουν ἀμέσου ἀντιμετωπίσεως, καί μάλιστα πρό τῆς συγκλήσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, καί ἀσφαλῶς πρό τοῦ ἐλέγχου τῆς Οἰκονομικῆς καί Διοικητικῆς Διαχειρίσεως, τό ὁποῖον πρέπει νά κληθῇ νά διενεργήσῃ ἡ ᾿Εξελεγκτική ᾿Επιτροπή. (῾Ορᾶτε ἔγγραφα 161/5/18-11-2000, 162/14-11-2000, 169/24-11-2000 καί τό ἀπό 28-11-2000) α) Νά δοθῇ ἱκανοποιητική ἀπάντησις, διά ποίους λόγους δέν συνεκλήθη τό Δ.Σ. ἐπί ἕνδεκα μῆνες. καί διά ποίους λόγους ἀντεκατεστάθη ὁ ᾿Αντιπρόεδρος Σεβ. ᾿Αργολίδος κ. Παχώμιος μέ τόν παρανόμως ἐκλεχθέντα Σεβ. Διαυλείας κ. ᾿Ανδρέαν. β) Νά δοθῇ ἐντολή εἰς τόν μ, Μάξιμον νά προσκομίσῃ τούς φακέλλους μέ τάς δικογραφίας καί τάς δικαστικάς ἀποφάσεις ὅλων τῶν δικαστηρίων, χωρίς νά προβληθῇ καμμία ἀπό τίς γνωστές κωλυσιεργίες - προφάσεις, διότι ὁ μ. Μάξιμος, καί κατά τήν ίδίαν σας ὁμολογίαν, εἶναι ὁ ἀποκλειστικός ὑπεύθυνος διά τάς δικαστικάς ὑποθέσεις. γ) Νά γίνῃ, ὅ,τι ἀκριβῶς ἀπεφάσισεν ἡ Γενική Συνέλευσις τοῦ ΙΦΣΚΑΕ τῆς 8/21-12-99, καί ἡ ὁποία ὁρίζει νά ἐνημερωθῇ ἐπαρκῶς ἡ ῾Ιερά Σύνοδος καί τό Δ.Σ.ἐπί τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, προκειμένου νά ἀξιολογηθοῦν αὗται καί ἑρμηνευθοῦν δεόντως. ᾿Επιμένομεν, διότι καθ᾿ ἡμᾶς, αἱ δικαστικαί ἀποφάσεις εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικαί ἐπί πολλῶν σοβαρῶν πραγμάτων πού συντελοῦνται κατά τῆς ᾿Εκκλησίας. δ) Νά ὑπογραφῇ ἡ Πρᾶξις διά τό Πληρεξούσιον πρός τόν ῾Ιερομ. π. ᾿Αμφιλόχιον Ταμπουρᾶν, ὅπως ἀπεφάσισεν κατ᾿ ἐπανάληψιν τό Δ.Σ., καί ἡ ἰδία ἡ Γενική Συνέλευσις, μέ τήν παρατήρησιν ἐνταῦθα, ὅτι ἴσως εἶναι ἀργά πλέον, ὁπότε ἐγείρονται τεράστιαι ἠθικαί καί πραγματικαί νομικαί εὐθῦναι. Τό θέμα τῆς Κατερίνης ἐκρίνετο ὡς ἐπεῖγον ἤδη πρό ἐνός ἔτους!.... δ) ῎Αλλαι ἐντολαί τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως πρός τό Δ.Σ., αἱ ὁποῖαι ἤδη ἐπεσημάνθησαν κατά τήν α' συνεδρίαν τῆς 30-10-2000, πρέπει νά δρομολογηθοῦν μέ εὐθύνη τοῦ Δ.Σ. (βλ. σχετικόν Πρακτικόν) ε) Νά γίνῃ ἀπό τόν Ταμία, ὅπως ἐζητήθη, ἐνημέρωσις ἐπί τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Συνδέσμου μέχρι καί σήμερον. ζ) Νά παραδώσῃ τήν Οἰκονομικήν Διαχείρισιν τῶν Γραφείων ὁ κ. Δ. Κάτσουρας. η)Νά προσκομισθῇ, ὅπως ἐζητήθη ἀπό τό Δ.Σ. κατά τήν συνεδρίαν τήν 9-11-2000 τό ἐπίσημον ἔγγραφον τῆς λύσεως τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Κάτσουρα ὡς ὑπαλλήλου τοῦ ΙΦΣΚΑΕ, καί νά συνταχθῇ σχετική Πρᾶξις τοῦ Δ.Σ. θ) Νά προσκομισθῇ, ἐπίσης, ὅπως ἀπεφασίσθη κατά τήν ἰδίαν συνεδρίαν τοῦ Δ.Σ., ὁ λογαριασμός τῶν χρεῶν πρός τό ΙΚΑ, λόγῳ καθυστερήσεως πληρωμῶν δι᾿ ἔνσημα παλαιοτέρων ἐτῶν, ὅπως καί τῶν μηνῶν ἀπό ᾿Απρίλιον ἐ.ἔ. μέχρι καί τῆς διακοπῆς τῆς Συμβάσεως, καί νά ἐξετασθῇ ἄν ὑπάρχουν εὐθῦναι, διότι δέν ἐγένετο ποτέ σχετική ἀναφορά ἐνημέρωσις εἰς τόν ἐργοδότην τοῦ κ. Κάτσουρα, πού εἶναι τό Δ.Σ. τοῦ ΙΦΣΚΑΕ. η) Θέτομεν θέμα ἀμέσου ἀπαλλαγῆς τοῦ κ. Κάτσουρα ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ. Τό Δ.Σ.τοῦ ΙΦΣΚΑΕ, ἀπό τόν ὁποῖον κατά μέγα μέρος, (κατά τό ἄρθρον 16 ` ζ καί ι), χρηματοδοτεῖται ὁ Κ.Γ.Ο,, ἔχει λόγον καί δικαιοῦται νά εἰσηγηθῇ εἰς τήν ῾Ιεράν Σύνοδον διά τήν τελικήν ἀπόφασιν. θ) Νά ἀνατεθῇ, χωρίς καμμίαν ἀναβολήν ὁ χειρισμός τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων εἰς τόν Αἰδεσ. π. Εύστάθιον Τουρλῆν, ὡς τόν κατ᾿ ἐξοχήν ἁρμόδιον ὡς Νομικόν, καί ἀποδεδειγμένως ἱκανόν διά τάς δικαστικάς ὑποθέσεις. ι) Νά σταλῇ ἔγγραφον εἰς τήν ᾿Εξελεγκτικήν ᾿Επιτροπήν διά νά διενεργήσῃ τόν ὑπό τοῦ Καταστατικοῦ προβλεπόμενον ἔλεγχον τῆς Οἰκονομικῆς καί Διοικητικῆς Διαχειρίσεως.. Αὐτά εἶναι, καθ᾿ ἡμᾶς, τά ἀμέσου προτεραιότητος κατεπείγοντα θέματα, τά ὁποῖα πρέπει νά ἀντιμετωπισυθοῦν πρό τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. ῾Ως πρός τήν Γενικήν Συνέλευσιν, τήν ὁποίαν ἀποκλειστικά καί μόνον ἀπαιτεῖτε, (διατί ἆραγε); αὕτη ἄνετα δύναται νά πραγματοποιηθῇ ἀμέσως μετά τάς ἑορτάς. Προτείνομεν ἐν προκειμένῳ τήν 6ην Φεβρουαρίου 2001. Τό ἔγγραφον τοῦτο καταθέτω καί ἐξ᾿ ὀνόματος τῶν: ῾Ιερομ. π. ᾿Αμφιλοχίου καί τοῦ θεολόγου κ. ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη μελῶν τοῦ Δ.Σ. ᾿Ελάχιστος ἐν ᾿Επισκόποις + ῾Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 224/3-9-94 ΦΕΡΟΜΕΝΗΣ ΩΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΦΛΩΡΙΝΙΚΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΙΟΥΣΗ.

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α.Π. 85 ᾿Εν ᾿Αθήναις τῆ 13-10-1999 (῾Αγίου Μάρτυρος Κάρπου) ΠΡΟΣ Τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος κ.κ. ᾿Ανδρέαν καί τούς Σεβασμιωτάτους ᾿Αρχιερεῖς τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος (Γ.Ο.Χ.) Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι ῾Ο Χριστός εἴη ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν. Διά τοῦ παρόντος σᾶς ἀποστέλλομεν συνημμένως τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 69)30-6-99 "ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ" μας, τήν ὁποίαν ἀπευθύνομεν πρός τούς ἐν Ρωσίᾳ Γνησίους ᾿Ορθοδόξους Χριστιανούς (τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Κατακομβῶν). Δι αὐτῆς γίνεται προσπάθεια νά ἀποκατασταθῇ τόσον ἡ ἱστορική ἀλήθεια, ὅσον καί αἱ ἐπί τοῦ Δογματικοῦ - ᾿Εκκλησιολογικοῦ τομέως ἐπιχειρηθεῖσαι διαστροφαί - βλασφημίαι, τάς ὁποίας διετύπωσεν εἰς τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 224)3-9-94 φερομένην ὡς "ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ" του ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος τῆς Φλωρινικῆς Παρατάξεως κ. Χρυσόστομος Κιούσης. Εἰς τό ἐν λόγῳ κείμενόν του ὁ σημερινός ἡγέτης τῆς Φλωρινικῆς - ᾿Ακακιακῆς παλαιοημερολογιτικῆς παρατάξεως ἀναληθῶς καί παραπλανητικῶς ἰσχυρίζεται, ὅτι: α) Τό 1924 "ἐδημιουργήθη παλαιοημερολογιτικόν καθεστώς..." β) "῾Η αὐθαίρετος εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου... διήρεσε τήν μίαν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ εἰς δύο". γ) ῾Η παράταξίς του ἀποτελεῖ "τήν συνέχειαν τῆς Μίας, ῾Αγίας, Καθολικῆς καί ᾿Αποστολικῆς ᾿Ορθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας..." δ) "... οἱ μέν προερχόμενοι ἐκ τοῦ ᾿Επισκόπου Ματθαίου ἀπεσπάσθησαν δημιουργήσαντες σχίσμα ἐξ αἰτίας ἀλόγου φανατισμοῦ..." ε) Εἰς τό σχίσμα αὐτό "παρεσύρθησαν ἀπό δεινόν τινά ῾Ιερωμένον ἐγκάθετον τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν νεοημερολογιτῶν, Εὐγένιον Τόμπρον ὀνομαζόμενον..." στ) ῾Ο Βρεσθένης Ματθαῖος "ἀπεσχίσθη ἀπό τῶν χειροτονησάντων αὐτόν ᾿Επισκόπων καί κατόπιν ἐχειροτόνησεν ᾿Επίσκοπον μόνος του κατά παράβασιν τοῦ Α' ᾿Αποστολικοῦ Κανόνος". ζ) Τό 1971 οἱ Ματθαιϊκοί: "Τήν ἀκυρότητα τῆς χειροτονίας των ἀνεζήτησαν νά διορθώσουν ἀπό τήν Ρωσικήν..............᾿Εδέχθησαν ἀναχειροτονίαν ἤ χειροθεσίαν..........πλήν...ἀπεκήρυξαν ὑστέρως τήν ἐκκλησιαστικήν πράξιν τῆς Ρωσικῆς Συνόδου καί ἐπανῆλθον οὕτω εἰς τήν πρώτην ἀκυρότητα τῶν χειροτονιῶν" η) ῾Ο Αὐξέντιος "ἐδημιούργησεν ἰδικήν του ᾿Εκκλησίαν..." θ) ῾Ο Κυπριανός "ἵδρυσε...νέαν ἰδικήν του ᾿Εκκλησίαν ὀνομάσας αὐτήν..." ι) ῾Η παράταξις (Φλωρινική- ᾿Ακακιακή) τοῦ κ. Χρυσοστόμου Κιούση, τηρεῖ "τήν ὀρθόδοξον ῾Ομολογίαν τοῦ πεφωτισμένου...πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ὅστις ἐλάμπρυνε τόν ῾Ιερόν μας ᾿Αγῶνα, προσδώσας σύν τοῖς ἄλλοις ὑπόστασιν ἐκκλησιαστικήν διά τοῦ χαρίσματος τῆς ῾Ιερωσύνης..." ια) "Θεωρούμεθα ὁ κορμός τῆς μαρτυρικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἐν ῾Ελλάδι ὑπό τῶν ᾿Αρχῶν τῆς Πολιτείας". ιβ) "῾Απάσας τάς λεγομένας ὀρθοδόξους ᾿Εκκλησίας πού συμμετέχουν εἰς τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν ᾿Εκκλησιῶν...θεωροῦμεν ὡς προδιδούσας τήν ᾿Ορθοδοξίαν καί συνεπῶς στερουμένας τῆς Χάριτος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος" κλπ. ᾿Επί ὅλων αὐτῶν δίδονται ἀπαντήσεις εἰς τήν "᾿Εγκύκλιον ἐπιστολήν" μας, ἡ ὁποία συνημμένως ἀποστέλλεται ῾Υμῖν. Παραλλήλως πρός τήν συγκεκριμένην ἀπό τό ἔτος 1994 "ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΝ" τοῦ κ. Χρυσοστόμου Κιούση, δέον νά λάβωμεν σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν καί τό ἄρθρον τοῦ ᾿Επισκόπου τῆς ἰδίας Παρατάξεως κ. Καλλινίκου Σαραντοπούλου ὑπό τόν τίτλον: "᾿Αδελφοί ἤ ψευδάδελφοι" (᾿Εκκλησία Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, ἀριθμ. 17)1997), εἰς τό ὁποῖον ἀπήντησε συστηματικῶς ἀπό τῶν στηλῶν τοῦ Κ.Γ.Ο. ὁ θεολόγος κ. ᾿Ελευθέριος Γκουτζίδης (῾Ορᾶτε καί ἀνάτυπον: "ΑΠΑΝΤΩΜΕΝ ΕΝ ΑΓΑΠΗ...", ᾿Αθῆναι ᾿Ιούνιος 1999). ᾿Ενῶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη εἰς δεύτερον ἄρθρον τοῦ κ. Καλλινίκου, ἀπερρίφθη (!) ὑπό τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Κ.Γ.Ο. καί δέν ἐδημοσιεύθη. Τό θέμα τελεῖ ἐν ἐκκρεμότητι. ῾Ωσαύτως λίαν σοβαρῶς πρέπει νά ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι κατά τήν ἐν ἔτει 1992 τελευταίαν συνεδρίασιν τῶν Συνοδικῶν ᾿Επιτροπῶν ἐπί τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μετά τῆς Φλωρινικῆς παρατάξεως, καθ᾿ ἥν ἐτέθη τό θέμα: "῾Η φύσις καί ἡ οὐσία τοῦ σχίσματος τοῦ 1937" ἡ ᾿Επιτροπή των ἠρνήθη νά ἐξετάσωμεν τό θέμα, διότι, ὅπως εἶπον: "ὁ εἰσηγητής τά φόρτωσε ὅλα στόν Φλωρίνης" καί "δέν χρειάζεται ἄλλος διάλογος, διότι ἀφοῦ ἔχουμε τήν ἴδια ῾Ομολογία μποροῦμε βάσει αὐτῆς νά ἑνωθοῦμε. ῎Αλλωστε ἡμεῖς (δηλ. οἱ Φλωριναῖοι) ἀναγνωρίζουμε τούς ᾿Αρχιερεῖς σας, νά ἀναγνωρίσετε καί ἐσεῖς τούς ἰδικούς μας καί τελειώσαμε". Νομίζω, ὅτι εἶναι τελείως περιττόν νά εἴπω, ὅτι πρέπει νά ἐπιστήσωμεν ὅλοι τήν προσοχήν μας εἰς τόν συγκεκριμένον δόλον, διότι κάθε ἀναγνώρισις τῶν ᾿Επισκόπων τους ἐκ μέρους τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ἀνεπίτρεπτος, καί ἔχει σοβαράς συνεπείας, δεδομένου ὅτι στεροῦνται οὗτοι Κανονικῆς καί Γνησίας Διαδοχῆς. Τοῦτο, ἄλλωστε, ἀποτελεῖ θέμα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου. ᾿Επίσης τήν ἐκ μέρους των δῆθεν "ἀναγνώρισιν" τῶν ᾿Επισκόπων τῆς ᾿Εκκλησίας, δηλαδή ὅλων ἡμῶν, τήν ἐννοοῦν, ὅπως ἀκριβῶς "ἀνεγνώρισαν" τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστον, ὡς ᾿Επίσκοπον ἀπό τό 1971. Δηλαδή οὕτως ἤ ἄλλως, ὁ δόλος κρύπτει τήν ἀποκλειστικήν σκοπιμότητα νά μᾶς ρίψουν εἰς τήν βλασφημίαν κατά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος προσβάλλοντες τήν ᾿Αποστολικήν μας Διαδοχήν. Δηλαδή τό σχέδιον τοῦ 1971, τό ὁποῖον ἦτο σχέδιον τοῦ πρώην Φλωρίνης, συνεχίζεται μέ τάς πλέον δολίους καί καταχθονίους μεθόδους. Δηλαδή τό ζητούμενον δέν εἶναι ἡ ἕνωσις, ἀλλά, ὑπό τό ἰδιαίτερα εὐαίσθητον θέμα τῆς ἑνώσεως, τό ὁποῖον συγκινεῖ κάθε ψυχήν, εἶναι νά μᾶς ρίψουν εἰς τήν βλασφημίαν κατά τῆς ᾿Αποστολικῆς μας Διαδοχῆς καί ἀποβῇ καί ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησιολογία κενός λόγος. ᾿Επίσης ἰδιατέρως πρέπει νά μᾶς ἀπασχολήσῃ, τό γεγονός ὅτι κατά τά τελευταῖα ἔτη ἕρπουν παρά τινων ἡμετέρων καί οἱ ψίθυροι: - "Μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μέ τούς Φλωριναίους μέ μόνην τήν κοινήν ῾Ομολογίαν"; - "Μήπως τό 1937 βιάσθηκε ὁ ῞Αγιος Πατέρας καί ἀπεκήρυξε τόν Φλωρίνης;" . "Μήπως ἄν ἔκανε ὑπομονή δέν θά ἐγίνετο τό σχίσμα;" ἤ "Μήπως μποροῦσε νά ἀποφευχθῇ τό σχίσμα τοῦ 1937;". Τέλος δέον ἰδιαιτέρως νά ληφθοῦν ὑπ᾿ ὄψιν ὑφ᾿ ὅλων ῾Ημῶν καί αἱ σχετικαί μέ τόν θεολογικόν διάλογον ἐπιστολαί, τόσον τοῦ κ. Χρυσοστόμου, ὅσον καί τοῦ κ. Καλλινίκου καί ὅτι ὑπό τάς προϋποθέσεις καί τήν σκοπιμότητα πού μᾶς ἀναγνωρίζουν οὗτοι, μέ τήν ἰδίαν ἀκριβῶς προϋπόθεσιν καί σκοπιμότητα μᾶς ἀναγνωρίζει καί ὁ κ. Χριστόδουλος ὁποιαδήποτε στιγμήν. Παρακαλοῦντες διά τάς ἐκ μέρους ὅλων ῾Υμῶν εὐπροσδέκτους πρός Κύριον εὐχάς ὑπέρ τῆς ἐμῆς ἐλαχιστότητος. Διατελοῦμεν ἐλάχιστος ῾Υμῶν ἀδελφός καί συλλειτουργός + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΤΑ ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΑ 54/76 (ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ) ΚΑΙ 46/91 (ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΔΡΑΜΑΣ)

ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ ΕΠΙ ΕΠΙΚΑΙΡΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Ἐκδίδεται ἀπό τό Κέντρο Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη, (Διεύθυνσις: Στρογγύλη 194.00 Κορωπί Τ.Θ. 54. Τηλ. 210 60 20 176) Ὑπεύθυνος: Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος ΑΡΙΘΜ. 59/ΙΟΥΝΙΟΣ 2006 ΤΑ ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΑ (Εἰσαγωγικά τινά διά τούς ἀναγνώστας τῆς ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΟΣ) Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁπαδούς τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου, ἄν καί γνωρίζουν τάς βλασφημίας του καί τά αἱρετικά του φρονήματα, ἄν καί δέν συμφωνοῦν μετ’ αὐτοῦ, ὅμως παραμένουν μαζί του, διότι ὑπέπεσαν εἰς τήν πλάνην νά θεωροῦν ἀνώτερον τό κριτήριον τῆς πλειοψηφίας, ἀπό τό κριτήριον τῆς ἀληθείας καί τῆς δικαιοσύνης. Καί ἀσφαλῶς παραθεωροῦν τήν βεβαίωσιν τοῦ Κυρίου μας ὅτι «ἐπί ταύτην τήν πέτραν» (τῆς καθαρᾶς Ὁμολογίας καί Πίστεως), οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν». Βεβαίως τινές ἐξ’ αὐτῶν, ἔχουν δηλώσει ὅτι περιμένουν τήν κατάλληλον στιγμήν διά νά ὑψώσουν τήν σημαία τῆς Ἐνστάσεως, καί τῆς Ὁμολογίας. Ὅλοι αὐτοί, ὅμως, κάτω ἀπό τήν ἀπατηλή «λάμψη» τῶν έσχάτως τελεσθειςῶν ψευδοχειροτονιῶν τοῦ Νικολάου, ξέχασαν τά σοβαρά θέματα Πίστεως, πού βαρύνουν καί κολάζουν τόν ἀμετανόητον αἱρετικόν, ἐκκλησιομάχον καί βλάσφημον «Πειραιῶς» Νικόλαον, καί ὅπως φαίνεται, ἔχουν βυθισθεῖ καί αὐτοί μαζί του αὔτανδροι εἰς τό πέλαγος τῶν παρανομιῶν καί τῶν βλασφημιῶν του, καί οὐδένα ἔλεγχον συνειδήσεως διαθέτουν πλέον. Οὔτε καί τό γεγονός ὅτι αἱ χειροτονίαι ἐβάφησαν εἰς τό αἷμα, ἤ ὅτι οἱ «χεοροτονηθέντες» κατηγγέλθησαν ὡς «ἀνάξιοι» ἔλαβαν ὑπ’ ὄψιν. Καί τοῦτο συμβαίνει διότι, καθ’ ἡμᾶς, ποτέ δέν εἶχον ἀποθέματα ὀρθοδόξου συνειδήσεως, τά ὁποῖα ἦτο δυνατόν νά τούς ἐβοήθουν τήν κατάλληλον στιγμήν, ὥστε νά ἐξήρχοντο καί αὐτοί ἐκ μέσου τῆς «πονηρᾶς συναγωγῆς» τοῦ Νικολάου καί τῶν σύν αὐτῶ. Ὁ λόγος εἶναι δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνῶ ἔδειχναν, εἰς τό παρελθόν, ὅτι κατενόησαν τήν σημασίαν τῆς ἀρνήσεως καταδίκης τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων, καί πόσον ἐπιβαρύνουν τόν Νικόλαον καί τούς σύν αὐτῶ, τώρα φαίνεται ὅτι ἐσκοτίσθησαν τόσον, ὥστε ὄχι μόνον ὑπερασπίζονται τάς βλασφημίας τοῦ Νικολάου, καί ἐπομένως καί τά ‘Απαλλακτικά Βουλεύματα, ἀλλά καί στρέφονται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀποκαλύπτουν τήν αἱρετικήν δυσοσμίαν τοῦ δυστυχοῦς Νικολάου. Εἰς αύτούς ἀφιερώνεται τό παρόν δημοσίευμα, (ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ 59/ΙΟΥΝΙΟΣ 2006) εἰς τό ὁποῖον καταχωροῦνται αὐτούσια τά «ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΑ» μετά προλογικοῦ σημειώματος, μέ τήν ὑπόμνησιν ὅτι ταῦτα βαρύνουν πλέον ὅλους τούς μετά τοῦ Νικολάου συμπορευομένους. Καί γίνεται αὐτή ἡ δημοσίευσις, διότι θέλομεν νά ἐλπίζωμεν. Εἰς κανένα δέν μποροῦμε νά κλείσουμε τό δικαίωμα τῆς μετανοίας καί ἐπιστροφῆς. Παρακαλοῦμε δέ τούς ἀναγνώστας τῆς ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΟΣ, ἐάν ἔχουν τήν δυνατότητα, νά ἐκτυπώσουν τό δημοσίευμα καί νά τό μεταδώσουν διά τῆς φωτοτυπικῆς μεθόδου καί εἰς ἄλλους. Ὅταν «πίστις τό κινδυνευόμενον» ὅλοι πρέπει νά συμμετέχωμεν εἰς τόν ἀγῶνα. Ὁ δέ ἐπιστρέφων τινά ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πλάνης αὐτοῦ «ἐξάγει ψυχήν ἐκ θανάτου... καί καλύπτει πλῆθος ἁμαρτιῶν». Ὁ Θεός θά μᾶς ζητήση λόγον, ἐάν κρύψωμεν διά τῆς σιωπῆς τό «τάλαντον» τῆς Ὁμολογίας, ὑπό τήν γῆν... Παραθέτομεν τήν «ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ» Νο 59. ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 54/76 (ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ) ΚΑΙ 46/91 (ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΔΡΑΜΑΣ) Εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν ὅτι τήν τελευταίαν Ἐκκλησιαστικήν κρίσιν εἰς τόν χῶρον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας προεκάλεσεν ἡ προσπάθεια τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ (κυρίως ἀπό τήν πλευρά τῶν Φλωρινικῶν, ἀλλά καί «ἡμετέρων») νά γίνη ἀποδεκτή, ἔστω ἐκ τῶν ὑστέρων, ἡ Ἀπόφασις τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, καθ’ ἥν ἐπί τῶν Ἐπισκόπων Κορινθίας Καλλίστου καί Κιτίου ‘Επιφανίου ἐγένετο χειροθεσία κατά τόν Η΄ Κανόνα, ἤτοι ἐπί σχισματικῶν. Ἤδη ἀπό τό 1991 οἱ Φλωρινικοί ἠρνήθησαν τήν συνέχισιν τοῦ διαλόγου ἐπί τῶν συμφωνηθέντων θεμάτων, ἐπί τῶ λόγω ὅτι μᾶς ἀναγνωρίζουν βάσει τῆς «χειροθεσίας τοῦ 1971», ἐνῶ τό 1994 - 1995 μέ μίαν «ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» τοῦ Φλωρινικοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου καί μέ τήν δημοσίευσιν ὑπό τοῦ Καλλιοπίου εἰς τά «Πάτρια» τῶν δύο Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων 54/76 Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, καί 46/91 τοῦ Πλημμελειοδικείου Δράμας,[1] ἐξεδηλώθη καί ἐπισήμως ἡ νέα «ἐκστρατεία» κατά τῆς Ὁμολογίας καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἤτοι ἡ πρόθεσις τῶν Φλωρινικῶν καί τῶν ἄλλων Κέντρων τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νά παρασύρουν τούς πάντας εἰς τήν ἀποδοχήν ἐκ μέρους ἡμῶν μιᾶς «ὁμολογίας», ὅτι τό 1971 ἐγένετο χειροθεσία συμφώνως τῶ Η΄ Κανόνι τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὡς προέβλεπε ἡ ἀπόφασις τῶν Ρώσων. Ἐπεδιώχθη τοῦτο, διότι μέ τήν ὑπάρχουσαν Ὁμολογίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθ’ ἥν τό 1971 οὐδεμία χειροθεσία ἐγένετο, ἀλλά ἁπλῶς ἐγένετο ληστρική ἐπίθεσις κατά τῆς ‘Αποστολικῆς Διαδοχῆς, ἡ ὁποία ὅμως ΑΠΕΤΥΧΕ ἅμα τῆ ἐκδηλώσει της, ἐνῶ ἀπεκαλύφθησαν τά βλάσφημα κατά τῆς Ἀποστολικῆς σχέδια τῶν Φλωρινικῶν καί ἄλλων, ὁ Παλαιοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός δέν ἠδύνατο νά ἐφαρμόση τά σχέδιά του, οὔτε καί ὁ Νεοημερολογιτικός ἠδύνατο νά ἠσυχάζη. Παράλληλα καί ὁ κ. Βασίλειος Σακκᾶς γύρω στά 1997 δι’ ἑνός ἀνωνύμου του, μέ παραπλανητικάς ἐρωτήσεις περί τοῦ 1971 ἐπιχειρεῖ καί αὐτός νά περάση ὡς πραγματικόν γεγονός τήν «χειροθεσίαν» καί ὅτι βάσει αὐτῆς «δέν ὑπάρχει καμμία διαφορά μεταξύ Ματθαιϊκῶν καί Φλωρινικῶν εἰς τό θέμα τῶν χειροτονιῶν», ἐνῶ ἀποκαλύπτεται ἀπό συγκεκριμένα γεγονότα, ὅτι πίσω ἀπό τήν ὅλην «ἐπιχείρησιν» κρύπτεται ὁ νεοημερολογιτισμός (ὁ κ. Χριστόδουλος), διό «ἐξῆλθε δόγμα παρά Καίσαρος» ὅτι «εἶναι δυνατή ἡ λύσις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ προβλήματος βάσει τῶν χειροτονιῶν καί χειροθεσιῶν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Ἐπισκόπων ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς». Ἡ ἐπίμονος ἄρνησις τῆς πλειοψηφίας τῶν Ἐπισκόπων τῆς Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας νά ἐπιληφθοῦν τοῦ θέματος, ἄν καί κατηγγέλθη τό γεγονός ἐπισήμως, ἡ παράλειψις νά δώσουν ὁμολογιακήν ἀπάντησιν εἰς τάς νέας προκλήσεις, αἱ ὁποῖαι ἅπτονται τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, καί αἱ ὁποῖαι δέν ἐπεδέχετο καμμίαν καθυστέρησιν, ἡ κατάλυσις τῆς Κανονικῆς Τάξεως προκειμένου νά διωχθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ἐπιμόνως τήν ὁμολογιακήν ἀντιμετώπισιν, ὡδήγησε τρεῖς ‘Αρχιερεῖς νά εὑρεθοῦν εἰς τήν θέσιν τῆς Ἐνστάσεως ὑπέρ τῆς καθαρᾶς Ὁμολογίας καί τῆς ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.. Ἐκ τῶν γεγονότων τούτων, καί πρός δημιουργίαν ψευδῶν ἐντυπώσεων, ἡ πλειοψηφία τῶν Ἀρχιερέων, (ἡ πλευρά τοῦ ἱεροσύλως καί συμπαικτικῶς παραιτηθέντος Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου καί τοῦ ἐν συνεχίεα ψευδοαρχιεπισκόπου ἀναδειχθέντος «Πειραιῶς» Νικολάου) ἠναγκάσθη νά δηλώση ψευδῶς ὅτι «τό περιεχόμενον τοῦ 54/76 οὐδέποτε ἐγένετο δεκτόν οὔτε ὑπ’αὐτῶν, οὔτε ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου». Εἶναι δέ τοῦτο ψευδέστατον, διότι, καθά ἀποδεικνύεται, ὁ Πειραιῶς Νικόλαος ἐδέχθη καί μάλιστα πανηγυρικῶς καί τό περιεχόμενον καί τήν ἀπόφασιν τοῦ ἀφορῶντος αὐτόν Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος, καί μάλιστα καί μέ τάς ἐπευφημίας τοῦ Δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος μετά τήν συζήτησιν τοῦ εἶπε: «τώρα σέ παραδέχομαι διά ‘Επίσκοπον καί ζητῶ τήν εὐχή σου», ἀλλά καί ὅταν ἐδημοσιεύθη ἀπό τά «Πάτρια» τό Βούλευμα καί ἐνῶ κατηγγέλθη καί ἐπισήμως, οὐδέν ἔπραξε ἀλλά καί μέχρι σήμερον τό καλύπτει, ἐνῶ καταφέρεται ἐναντίον ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τό ἀποκαλύπτουν καί δημοσιοποιοῦν τήν προδοσίαν. Ἡ ἀνωτέρω δήλωσις εἶναι καί δολία, δεδομένου ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τό Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα ἔγινε πανηγυρικῶς δεκτόν, διότι ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἴδιος καί ὁ τότε Ἀττικῆς Ματθαῖος Μακρῆς «ἔχομεν δικαστήρια, καί δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε τώρα τήν χειροθεσία, βάσει τῆς ὁποίας μᾶς ἀπαλλάτουν», ἤ «διά νά καταγράφωνται τά μυστήριά μας εἰς τά Ληξιαρχεῖα», ὅπως εἶπεν ἄλλος «ἀδάμας» τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ ἡ δήλωσις ὅτι «τό περιεχόμενον τοῦ Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος 54/76 οὐδέποτε ἐγένετο δεκτόν» γίνεται μόνον διά τούς ἀφελεῖς. Ἡ ἀνωτέρω δήλωσις θά ἦτο ἀληθής, ἐάν ἔλεγε ὅτι τό περιεχόμενον τοῦ Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος 54/76 οὐδέποτε ἐγένετο ἐπισήμως δεκτόν ὑπό τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου ‘Εκκλησίας, δεδομένου ὅτι ὁ Πειραιῶς Νικόλαος οὐδέποτε ἔκαμε γνωστόν τό περιεχόμενόν του, ὥστε νά δοθῆ ἡ ἀνάλογος ὁμολογιακή ἀπάντησις. Ὅταν τό 1981 ἔκαμε ἕνα βῆμα νά ἐνημερώση τήν Σύνοδον, τόν ἠμπόδισε, κατά τά φαινόμενα ὁ τότε Ἀττικῆς Ματθαῖος, διότι εἶχε τούς λόγους του, ἤτοι τόν «βόλευε» εἰς τά .... σχέδιά του. Τἀ Ἀπαλλακτικά αὐτά Βουλεύματα «ἀποφαίνονται» καί «νομοθετοῦν» ἐπισήμως, ὅτι οἱ «Φλωρινικοί» καί οἱ «Ματθαιϊκοί» εἶναι τό ἴδιο, ὡς «ἕλκοντες ἀμφότεροι τήν ‘Αποστολικήν των Διαδοχήν ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς», οἱ μέν διά τῶν «χειροτονιῶν» τοῦ 1960, οἱ δέ διά τῶν «χειροθεσιῶν» τοῦ 1971, αἱ δέ χειροτονίαι τοῦ 1935 καί τοῦ 1948 εἶναι ἄκυροι καί παράνομοι. Ταῦτα διετυπώθησαν εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τούς Φλωρινικούς, ἐπί τῆ βάσει τῶν ἐγγράφων, τά ὁποῖα οὗτοι προσεκόμισαν, εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ δέ τόν Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαον, ἐπί τῆ βάσει τοῦ ἀπό 28.10.74 Ὑπομνήματός του, τό ὁποῖον κατέθεσε ἀρχικῶς καί μέ τό ὁποῖο συνυπέβαλε καί τήν ἀπό 16/11.15/28.9.1971 Ἀπόφασιν τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, κατά τήν ὁποία ἐπί τῶν Ἐπισκόπων Καλλίστου καί Ἐπιφανίου ἐγένετο χειροθεσία κατά τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤτοι ὡς ἐπί σχισματικῶν. Λόγω ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου τά Ἀπαλλακτικά αὐτά Βουλεύματα ἐπεχείρησεν ἐσχάτως ὁ νεοημερολογιτικός καί παλαιοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός νά θέση εἰς ἐφαρμογήν. Θά ἦτο δέ μεγάλη ἐπιτυχία δι’ αὐτούς, ἐάν ἔστω καί σιωπηλῶς ἐγένοντο ἀποδεκτά ὑφ’ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πράγμα τό ὁποῖον ἐν μέρει ἐπετεύχθη, διά τῆς καλύψεως καί τῆς μή καταδίκης αὐτῶν ὑπό τῆς πλειοψηφίας τῶν Ἀρχιερέων. Δέν ὑπάρχει μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς ἀποδοχῆς αὐτῶν τῶν Βουλευμάτων, ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ ἐν λόγω Ἀρχιερεῖς συμμετέσχον εἰς τήν συμπαιγνίαν τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεως τοῦ ‘Αρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, ἐνῶ ἐγνώριζον, ὅτι οὗτος «ἠναγκάσθη» νά παραιτηθῆ ὑπέρ τοῦ Πειραιῶς Νικολάου, ὡς «ἀνεγνωρισμένου» ὑπό τοῦ 54/76 Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος, εἰς περίοδον μάλιστα καθ’ ἥν κατηγγέλλετο (ὁ Πειραιῶς Νικόλαος) ἐπί προδοσία τῆς Πίστεως καί διά τό συγκεκριμένον βλάσφημον Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα. Τά Ἀπαλλακτικά Βουλεύματα (καί ὡς ἀποφάσεις καί ὡς περιεχόμενον) ἐγένοντο ἐπισήμως ἀποδεκτά ὑπ’ αὐτῶν (τήν πλειοψηφία τῶν Ἀρχιερέων), ἀπό τήν στιγμήν πού ἐδημοσιεύθησαν (ὑπό τῶν Φλωρινικῶν) καί προκλητικῶς ἡ πλειοψηφία αὕτη τῶν Ἀρχιερέων ἠρνήθη νά λάβη ὁμολογιακήν θέσιν, ἠρνήθη νά τά καταδικάση, ἠρνήθη νά καταδικάση τάς ὁμοίας βλασφημίας τῶν Φλωρινικῶν, τοῦ Σακκᾶ κλπ. Ἡ προδοσία αὕτη ὡλοκληρώθη μέ τήν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» ὁμαδικήν ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΙΝ τοῦ 2003, ἡ ὁποία συμπυκνοῦται εἰς τήν δήλωσιν τοῦ «Ἀργολίδος» Παχωμίου, ὅτι «ἔχομεν ἅπαντες οἱ ‘Αρχιερεῖς τήν χειροτονίαν μας παρά χειροθετημένων ... τό δέ γενόμενον, οὐκ ἀπογίνεται» καί τήν δήλωσιν τοῦ «Περιστερίου» Γαλακτίωνος καθ’ ἥν «καί εἰς Ἀμερικήν καί εἰς Ἑλλάδα ἀνεγνώσθησαν εὐχαί χειροτονίας», καί εἰς τήν ἄρνησιν νά δηλώσουν τήν θέσιν των σχετικά μέ τήν ἀπό τήν Μονήν Μεταμορφώσεως περιγραφήν τῶν γεγονότων τῆς 17 καί 18 Σεπτεμβρίου 1971 ἐν Ἀμερικῆ. Τά σχέδια τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ βέβαια ἀπέτυχον, διότι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δέν ἄφησε νά σημειωθῆ καθολική πτῶσις καί ἀλλοτρίωσις ἀπό τήν Ἐκκλησία, διότι μετά τήν ἀπό 16.6.2005 διακοπήν κοινωνίας τοῦ ‘Επισκόπου Κηρύκου μετά τῆς ψευδοσυνόδου ὑπό τόν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον καί τήν διαγραφήν τῶν ὀνομάτων των ἀπό τά δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας, συνεχίζεται ἀπροσκόπτως τό ἔργον τῆς γνησίας Ὁμολογίας καί τῆς ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Ἀποστολικῆς, ἤγουν τῆς ‘Εκκλησίας, διά τοῦ μικροῦ ποιμνίου. Ὁ Ἐπίσκοπος Κήρυκος ἐξῆλθεν ἐκ μέσου αὐτῶν, ἵνα μή ἐξέλθη μετ’ αὐτῶν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, καί διεχώρισε τάς εὐθύνας του διά τάς ἀποφάσεις των καί τάς βλασφημίας των καί τάς παρανομίας των, μέ ἀποτέλεσμα ἡ βλασφημία καί ἡ προδοσία νά παραμένη μόνον εἰς αὐτούς καί εἰς ὅσους τούς ἀκολουθοῦν. Εἰς τήν ἐρώτησιν, ἐάν μία ἐνδεχομένη σήμερον καταδίκη τοῦ 54/76 Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος, λύει τό πρόβλημα, ἀπαντῶμεν. Ὄχι, διότι δέν εἶναι μόνον τό Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα, εἶναι καί τόσα ἄλλα, τά ὁποῖα τούς βαρύνουν, εἶναι καί αἱ συνέπειαι ἐπ’ αὐτοῦ (ἤ ἐπ’ αὐτῶν) ὁ ὁποῖος (ἤ οἱ ὁποῖοι) ἀπεδέχθη (ἤ ἀπεδέχθησαν) σκοπίμως τήν βλασφημίαν καί κατεστάθησαν προδόται. Δηλαδή μία καταδίκη χωρίς ἀντιμετώπισιν καί τῶν συνεπειῶν, δέν τούς καλύπτει, ἀλλά τούς ἀποκαλύπτει. Ἀποκαλύπτει τήν γεγενημένην βλασφημίαν, ἡ ὁποία συνιστᾶ ἄρνησιν τῆς Ἀρχιερωσύνης, διά τήν ὁποίαν κατά τούς ἱερούς Κανόνας δέν προβλέπεται ἐπάνοδος εἰς αὐτήν, ἀλλά μόνον μετάνοια πρός σωτηρίαν. Ἰδού τά δύο «Ἀπαλλακτικά Βουλεύματα» 54/76 (Πειραιῶς) καί 46/91 (Δράμας), τά ὁποῖα ἐν ὅσω παραμένουν ἀναπάντητα, ἐπιβεβαιώνουν τήν ὁμαδικήν πτῶσιν τῶν «Νικολαϊτῶν» Ἀρχιερέων. Α΄ ΤΟ 54/76 ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Αριθμός Βουλεύματος 54/1976 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ Συγκείμενον εκ των Δικαστών Αθανασίου Γκιούρα, Προέδρου, Πριάμου Ιωάννου και Σπυρίδωνος Κολυβά, Ανακριτού, Πλημμελειοδικών. Συνελθόν εν τω προς διάσκεψιν δωματίω του, την 17ην Δεκμβρίου 1975, παρουσία του τε Αντιεισαγγελέως Αργυρίου Τσίχλα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Δικ. Γραμματέως Μαρίας Τσαγγάρη, ίνα αποφανθή επί της κάτωθι ποινικής υποθέσεως. Ησκήθη ποινική δίωξις κατά των α) Ευθυμίου ή Νικολάου ΜΕΣΣΙΑΚΑΡΗ του Γεωργίου κ.λ.π. επί αντιποιήσει ασκήσεως υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, διετάχθη δε επ’ αυτής και ενηργήθη κυρία ανάκρισις, μετά το πέρας της οποίας ο ενταύθα Εισαγγελεύς υπέβαλλε προς το Συμβούλιον τούτο την σχηματισθείσαν ποινικήν δικογραφίαν, μετά της υπ’ αριθμόν 713/1975 εγγράφου προτάσεώς του, εκθέτων τα κάτωθι. Εισάγοντες, συνωδά τω άρθρω 308 παράγρ. 1Κ.Π.Δ., υπό την κρίσιν του Υμετέρου Συμβουλίου, τας προκείμενας (Β.Μ.8140 και 8140α/1974) ποινικάς δικογραφίας, κατά των κατηγορουμένων α)Ευθυμίου ή Νικολάου ΜΕΣΣΙΑΚΑΡΗ του Γεωργίου, γεννηθέντος εις Πεδινό Καρδίτσης το έτος 1924, κατοίκου Αθηνών, (Κων/πόλεως 22 Ρούφ), επισκόπου Παλαιοημερολογιτών, και β) Γεωργίου-Γεροντίου ΜΑΡΙΟΛΗ του Κυριάκου γεννηθέντος εις Δρυν-Οιτύλου Λακωνίας το έτος 1921, κατοίκου Μεγάρων Αττικής (Ιεράν Μονήν Αγίου Ααθανασίου), Μητροπολίτου Παλαιοημερολογιτών, ων είναι νόμιμος περίπτωσις προς συνένωσιν συντρέχει – εκτίθεμεν ότι, συνεπεία της από 1-7-1974 μηνύσεως του Μητροπολίτου Πειραιώς ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, κατά κόσμον Εμμανουήλ Ταβλαδωράκη κατοίκου Πειραιώς, (Ζανή 2), εκινήθη συμφώνως ταις συνδεδυασμέναις διατάξεσι των άρθρων 27 παρ. 1,36,43,50,243 παρ. 1και 240 Κώδ. Ποιν. Δικονομίας, δυνάμει των υπ’ αριθμ. 45 και 46/75 ημετέρων παραγγελιών προς τον Πταισματοδίκην Β΄Τμήματος Πειραιώς, και των υπ’ αριθμ. 20 και 19/75 τοιούτων προς τον ενταύθα Ανακριτήν Δ Τμήματος΄, δι ων παρηγγέλθη προανάκρισις και εν συνεχεία συμπλήρωσις ταύτης δια κυρίας ανακρίσεως, ποινική κατά των ως άνω κατηγορουμένων δίωξις επί αντιποιήσει ασκήσεως υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας (άρθρ. 175 παρ. 2 και 1 Ποιν. Κώδ.), εφ’ ης υποθέσεως, περατωθείσης της παραγγελθείσης ανακρίσεως, ήτις περάτωσις εγνωστοποιήθη νομοτύπως εις τε τους κατηγορουμένους και τον πολιτικώς ενάγοντα-μηνυτήν, ίνα ασκήσωσι τα εκ του άρθρου 101 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., δικαιώματά των, επαγόμεθα τα ακόλουθα το υπό του άρθρου 175 παρ. 1 Ποιν. Κώδ. προβλεπόμενον έγκλημα της αντιποιήσεως προσβάλλει την πολιτειακήν εξουσίαν, ως διασύρον το κύρος των οργάνων της Πολιτείας και διασαλεύον την παρά τοις πολίταις πεποίθησιν περί της νομίμου ενεργείας αυτών. Προς θεμελίωσιν τούτου απαιτείται η εκ προθέσεως αντιποίησις της ασκήσεως υπηρεσίας τινός, δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής. Η διάταξις αύτη, κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 175, εφαρμόζεται, εκτός άλλων και εν αντιποιήσει ασκήσεως υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας. Η άσκησις πρέπει να είναι παράνομος, ως σαφώς προκύπτει εκ της εν τω άρθρω λέξεως «αντιποιείται» εις ην περιέχεται το παράνομον της πράξεως. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος εφ όσον η πράξις δέον να γίνηται εκ προθέσεως. Ούτος δε περιλαμβάνει την γνώσιν της άνευ δικαιώματος ενεργείας με την αντίστοιχον θέλησιν. Πλάνη ως προς την ύπαρξιν του δικαιώματος ενεργείας αποκλείει τον δόλον (Ηλία Γάφον Προσβολαί κατά της Πολιτειακής Εξουσίας Ποιν. Χρον. Ζ σελ. 71 επ. Μπουροπούλου Ποιν. Κώδ. Τόμος Δεύτερος σελίς 115 επ.). Ως άσκησις υπηρεσίας νοείται η ενέργεια πράξεως ανηκούσης εις την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του υπαλλήλου ή λειτουργού, υπό προσώπου μη κεκτημένου την ιδιότητα ταύτην ή (του τελευταίου τούτου) μη χειροτονηθέντος νομίμως και δη συμφώνως προς τους Ιερούς Κανόνας (Α.Π.326/52, 39/1956, 250/56, Α.Π.140/1964, Ποιν. Χρονικά Γ΄508, ΣΤ.191, Ζ.27 ΙΔ.369). Χειροτονία είναι η μυστηριακή θεοσύστατος εκείνη τελετή, καθ’ ην δι ευχής και επιθέσεως των χειρών του επισκόπου, κατέρχεται η Θεία Χάρις προχειριζομένη τον υποψήφιον εις ένα των τριών ιερατικών βαθμών (Χρήστου Ανδρούτσου Δογματική της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, έκδοσις δευτέρα σελίς 389 παράγραφος 64, Αναστασίου Χριστοφιλοπούλου Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, έκδοσις δευτέρα, σελίς 133, στιχ.26). H δια της χειροτονίας ιδιότης παρέχει εις τους φορείς ταύτης την ικανότητα προς τέλεσιν των μυστηρίων και λοιπών ιεροπραξιών (τελετουργική εξουσία ) και την συμπαρομαρτυρούσαν προς διδαχήν των πιστών και κήρυγμα του Θείου Λόγου (διδακτική εξουσία). Παραλλήλως προς την εκ της χειροτονίας ευθέως πηγάζουσαν λειτουργικήν και διδακτικήν εξουσίαν, υφίσταται η ανάγκη και διοικητικής εξουσίας, δι ης κατευθύνεται ο βίος της Εκκλησίας (Χριστοφιλοπούλου ένθ’ ανωτέρω σελ. 134 και 135). Η χειροτονία τελείται υπό κληρικού φέροντος τον τρίτον της ιερωσύνης βαθμόν (επισκόπου) ενός μεν προκειμένου περί της χειροτονίας πρεσβυτέρου ή διακόνου (Αποστολ. Κανών β΄), τριών δε ή τουλάχιστον δύο, προκειμένου περί της χειροτονίας επισκόπου (Αποστολικός Κανών Α΄Πηδάλιον της νοητής νηός της Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής των Ορθοδόξων Εκκλησίας σελίς 1, Κανόνες ΙΓ’ και ΜΘ΄της εν Καρθαγένη Συνόδου. Πηδάλιον σελ. 470 και 492). Εν προκειμένω ο μηνυτής δια της από 1-7-1974 μηνύσεώς του, εξ’ αφορμής της οποίας εκινήθη η εν αρχή , κατά των κατηγορουμένων αναφερομένη δίωξις, ισχυρίζεται ότι ούτοι, όντες παλαιοημερολογίται, προς αδίστακτον εκμετάλλευσιν της λαϊκής ευσεβείας και πλουτισμόν, εστερημένοι πάσης ιερωσύνης, προβάλλουν εαυτούς ως επισκόπους, εκτελούν δε άπαντα τα αρχιερατικά του επισκόπου καθήκοντα, ως να επρόκειτο περί πραγματικών αρχιερέων, νομίμως εγκύρως και κανονικώς χειροτονηθέντων και υπό της Πολιτείας αναγνωρισθέντων ως νομίμων Μητροπολιτών Πειραιώς. Ειδικώτερον ο εξ’ αυτών Νικόλαος Μεσιακάρης χειροτονηθείς δήθεν ως Μητροπολίτης Πειραιώς την 25-1-1973, υπό άλλων ψευδεπισκόπων, ανύπαρκτον εχόντων την ιερωσύνην ως προερχομένην εκ καθηρημένων κληρικών, ενεθρονίσθη εν επισήμω τελετή εν Πειραιεί, έκτοτε δε αντιποιούμενος την ιδιότητα του Μητροπολίτου Πειραιώς, ασκεί εν Πειραιεί και αλλαχού, άπαντα τα καθήκοντα αυτού, ήτοι ιερουργεί ως Μητροπολίτης Πειραιώς, χειροτονεί άλλους ψευδοκληρικούς, υπογράφεται ως Μητροπολίτης Πειραιώς κ.ο.κ. Ότι ο δεύτερος τούτων Γεώργιος ή Γερόντιος Μαργιόλης, ιδρύσας από ετών παράνομον γυναικείον μοναστήριον εν Μεγάλω Πεύκο Αττικής, εις ο όλως παρανόμως και αντικανονικώς προς σκανδαλισμόν των Χριστιανών, εκτελεί χρέη ηγουμένου, εχειροτονήθη υπό του αρχηγού των εν Ελλάδι Παλαιοημερολογιτών Ακακίου Παππά, της παρατάξεως του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, δήθεν ως επίσκοπος Σαλαμίνος, αντικαταστήσας εσχάτως τον τίτλον του εις Μητροπολίτην Πειραιώς. Και τέλος ότι προς εξαπάτησιν και προσηλυτισμόν των απλοϊκών ανθρώπων εμφανίζεται ως επίσκοπος και δη Μητροπολίτης Πειραιώς, εκτελών άπαντα τα αρχιερατικά του επισκόπου καθήκοντα και ειδικώτερον του Μητροπολίτου Πειραιώς ήτοι ιερουργεί ως Μητροπολίτης Πειραιώς, χειροτονεί και υπογράφεται ως Μητροπολίτης, του τίτλου τούτου αναγνωριζομένου υπό της Πολιτείας αποκλειστικώς και μόνον εις αυτόν (μηνυτήν) ως νόμιμον και κανονικόν Μητροπολίτην Πειραιώς. Οι κατηγορούμενοι ως εικός αρνούνται πάσαν ενοχήν υποστηρίζοντες ότι η εκλογή των ως Μητροπολιτών υπήρξεν νόμιμος η δε χειροτονία των έλαβε χώραν συμφώνως προς τους Ιερούς Κανόνας και είναι έγκυρος και κανονική. Ίδομεν Υπό της εν Νικαία Βιθυνίας συνελθούσης εν έτει 325 Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, καθωρίσθη αμετακλήτως η τέλεσις εν τη Ανατολική Ορθοδόξω Εκκλησία, των τε κινητών και ακινήτων, θρησκευτικών εορτών, βάσει του γνωστού τότε, Ιουλιανού Ημερολογίου. Ειδικώτερον περί της εορτής του Πάσχα ωρίσθη όπως εορτάζηται καθ’ ημερομηνίαν, κυμαινομένην μεταξύ δύο σταθερών τοιούτων, ήτοι ούτε προ της εαρινής ισημερίας, ούσης κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον της 21ης Μαρτίου εκάστου έτους, ούτε και προ της πρώτης μετ’ αυτήν Πανσελήνου, αλλά την πρώτην μετά ταύτην Κυριακήν, πάντοτε δε υπό τον όρον του προεορτασμού του Ιουδαϊκού Πάσχα (ούτω και Ζ΄Αποστολικός Κανών καθ’ ον «ει τις Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος, την Αγίαν του Πάσχα ημέραν προ της εαρινής Ισημερίας μετά Ιουδαίων επιτελέσοι, καθαιρείσθω». Η πάροδος όμως των αιώνων, κατά τους ειδικούς περί την Αστρονομίαν, απέδειξε το εσφαλμένον του Ιουλιανού ημερολογίου, διότι η εαρινή δεν ήτο, κατ’ αυτό υπολογιζομένη, ακριβής, ως εκπίπτουσα εκ της 21ης Μαρτίου κατά 11΄λεπτά καθ’ έκαστον έτος, άτινα εις 128 έτη απετέλουν μίαν ολόκληρον ημέραν. Η αστρονομική αύτη απομάκρυνσις έσχεν ως αποτέλεσμα την μετακίνησιν της εορτής του Πάσχα εκ της βάσεως του Πασχαλίου Κανόνος της εν Νικαία Α΄Οικουμενικής Συνόδου,ως και των εκ ταύτης εξαρτωμένων υπολοίπων κινητών εορτών,μη εορταζομένην πλέον κατά την αστρονομικώς ωρισθείσαν ημέραν, αλλά κατ’ ανάλογον μετακίνησιν. Την αστρονομικήν ταύτην ανωμαλίαν, κατιδούσα η Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία, ήρεν εν έτει 1582, εισαγάγουσα το εκ του Πάπα της Ρώμης Γρηγορίου ΙΓ΄ονομασθέν Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, όπερ παραβαίνει και αγνοεί παντελώς τον Πασχάλιον Κανόνα της εν Νικαία Α΄Οικουμενικής Συνόδου. Ένεκα τούτου, και ανεξαρτήτως του ότι η δια του ως άνω ημερολογίου γενομένη αστρονομική διόρθωσις δεν εθεωρήθη τελεία και ακριβής εν πάσι, η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία αποκρούουσα την καινοτομίαν απέρριψε την μεταρρύθμησιν του Ιουλιανού Ημερολογίου. Ούτω η επί Ιερεμίου συνελθούσα εν Κων/πόλει Σύνοδος τω 1583, τη συμμετοχή των Πατριαρχών Αλεξανδρείας Σιλβέστρου, Ιεροσολύμων Σωφρονίου και πολλών άλλων αρχιερέων απεκήρυξε και κατεδίκασε το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον ως παραβιάσαν τον περί της εορτής του Πάσχα κανόνα της Α΄εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου, εκδόσασα Σιγγίλιον εν ω μεταξύ άλλων διαλαμβάνονται και τα εξής « Σιγγίλιον Πατριαρχικής διατυπώσεως εγγυκλίου τοις απανταχού Ορθοδόξοις Χριστιανοίς εις το μη παραδέχεσθαι το νεώτερον πασχάλιον ή Καλενδάριον του καινοτομηθέντος Ημερολογίου, αλλ’ εμμένειν ταις άπαξ και καλώς διατυπωθείσι παρά τοις Αγίοις (318) τριακοσίοις δέκα οκτώ Θεοφόροις Πατράσι της Αγίας Οικουμενικής πρώτης Συνόδου μετ’ επιτιμίου και αναθέματος (ίδητε Π. Παναγιωτάκου – Σ. Αλεξανδροπούλου Το Ελληνικόν Παλαιοημερολογιακόν Ζήτημα, Αρχείον Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, τόμος Στ. σελ. 29 και επ., Ι. Πετριτάκη Η θέσις του Ελληνικού Παλαιοημερολογιακού Ζητήματος, σελ. 5 και οπ.). Εν Ελλάδι από του έτους 1918 εμελετάτο ήδη η ημερολογιακή αναπροσαρμογή, πλην ουδέν απεφασίσθη προ του έτους 1923, οπότε η Κυβέρνησις Στ. Γονατά, επιθυμήσασα να θέση τέρμα εις την ανωμαλίαν, ανέθηκεν ις επιτροπήν ( απαρτιζομένην εκ των Γ. Κοφινά, Δ. Αιγινήτου, Χρυς. Παπαδοπούλου, Π. Τσιτσεκλή και Α. Αλιβιζάτου), την μελέτην του ζητήματος. Υπήκουσα δε εις την εν τη από 16 Ιανουαρίου 1923 εκθέσει ταύτης περιληφθείσαν υπόδειξίν της, καθ’ ην «πρέπον εκρίθη να διατηρηθή προσωρινώς εν ισχύει το Ιουλιανόν Εορτολόγιον, καθ’ όσον δηλαδή αφορά τας θρησκευτικάς εορτάς και τα της Εκκλησίας εν γένει, μέχρις ου συννενουθώσι και συναινέσωσιν εις την μεταβολήν αυτού πάσαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, παρακαλουμένου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως όπως αναλάβη την πρωτοβουλίαν της προς τούτο συννενοήσεως, εισηγήθη εις τον Βασιλέα Γεώργιον Β΄την υπογραφήν Διατάγματος, δι ου καθιερούτο ως πολιτικόν Ημερολόγιον το Γρηγοριανόν τοιούτον, ως εκκλησιαστικόν δε παρέμενε το Ιουλιανόν, βάσει του οποίου θα καθορίζοντο αι κατά τους κειμένους νόμους εορτάσιμοι και εξαιρετέαι ημέραι ως και η Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου. (Χρυσοστόμου Αρχιεπισκόπου Αθηνών, η διόρθωσις του Ιουλιανού Ημερολογίου, σελ. 14 επ.). μεθ’ ο εξεδόθη το από 18/1/25/1/1923 Β.Δ.,δι ου καθωρίσθη όπως, το μεν κράτος ακολουθεί το Νέον Ημερολόγιον η δε Εκκλησία το Ιουλιανόν. Δι αυτού η 16η Φεβρουαρίου 1923 εγένετο 1 Μαρτίου 1923. Την 10ην Μαρτίου εις τον θρόνον των Αθηνών ανήλθεν ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, όστις εισηγήθη εν τη συνελθούση εν Αθήναις την 18ην Απριλίου Σύνοδον της Ιεραρχίας «την ανάγκην ταυτίσεως του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου προς το Πολιτικόν…. Η Σύνοδος εδέχθη τας απόψεις ταύτας υπό την προϋπόθεσιν της συννενοήσεως με των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Tην 23-12-1923 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, υπέβαλε προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας, συνελθούσαν προς επικύρωσιν του Καταστατικού Νόμου της Εκκλησίας, τας αποφάσεις του Διορθοδόξου Συνεδρίου της Κωνσταντινουπόλεως (1923) και έλαβε την γνώμην της πλειοψηφίας δια την ημερολογιακήν μεταρρύθμισιν, μειοψηφισάντων των Δημητριάδος Γερμανού, Πατρών Αντωνίου, Θήρας Αγαθαγγέλου και Χαλκίδος Γρηγορίου. Ούτω δια της υπ’ αριθμ. 430/1 Μαρτίου 1924 εγκυκλίου γνωστοποιείται εις τας Εκκλησιαστικάς και πολιτικάς αρχάς της Ελλάδος και του Εξωτερικού ότι η 10η του αυτού μηνός Μαρτίου, θα ελαμβάετο ως η 23η. Η αποδοχή του υπό της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Διοικήσεως της Ελληνικής Εκκλησίας εισαχθέντος διορθωμένου Ιουλιανού Εορτολογίου δεν υπήρξεν, ατυχώς, ομόθυμος υπό του Χριστεπωνύμου εν αυτή πληρώματος. Η κατά της εορτολογικής καινοτομίας αντίδρασις βαθμηδόν και κατ’ ολίγον ήρξατο αυξουμένη, ενισχυθείσα σοβαρώς υπό των εκ του Αγίου Όρους προς αποτροπήν αυτής εξορμησάντων Μοναχών και Ιερομονάχων. Ταυτοχρόνως ηκούοντο επίσημοι γνώμαι χαρακτηρίζουσαι την διόρθωσιν ως «ημερολογιακήν καινοτομίαν» (Ίδετε Π. Παναγιωτάκου – Σ. Αλεξανδροπούλου Το Ελληνικόν Παλαιοημερολογιακόν Ζήτημα, Αρχείον Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, τόμος ΣΤ. σελ. 34 παρ. ΙΥ και αυτόθι παραπομπάς).Eν έτει δε 1926 συνεκροτείτο νομίμως και η πρώτη αυτοκληθείσα «Ελληνική Θρησκευτική Κοινότης των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών», ήτις θρησκευομένη κατά το ορθόδοξον δόγμα, αλλ’ ακολουθούσα το Ιουλιανόν Εορτολόγιον, προέβη εις την ίδρυσιν Συλλόγων και Σωματείων ανά την Χώραν, ανήγειρεν ιδίους ευκτηρίους οίκους και κτητορικάς Ιεράς Μονάς δια την λατρείαν του Θείου κατά το Ιουλιανόν Εορτολόγιον. Πλήν το υπέρ του Ιουλιανού Εορτολογίου κίνημα εν Ελλάδι εκορυφώθη, λαβόν δυσάρεστον εθνικώς τροπήν, αφ’ ότου κατά Μάϊον 1935 Έλληνες εν ενεργεία και μη, Αρχιερείς δι εγγράφου διαμαρτυρίας προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος κατεδίκαζον την εισαγωγήν του διορθωμένου Ιουλιανού Εορτολογίου, επιμένοντες μάλιστα ότι επρόκειτο περί εισαγωγής αυτού τούτου του Γρηγοριανού Ημερολογίου, θεωρούντες περαιτέρω ότι δια της κανονικής ταύτης καινοτομίας παρεσύρθη η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος εις «διακοπήν» εκ του θριγγού των Θείων και Ιερών Κανόνων και των Ιερών Παραδόσεων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας,,. Εν συνεχεία δε «αποσχίζοντες εαυτούς εκ της Διοικούσης Εκκλησίας» εδήλουν ότι, «εν τω πλαισίω της Μιας Αγίας Εκκλησίας αποτελούντες την πατροπαράδοτον και ακαινοτόμητον Αυτοκέφαλον Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Ελλάδος, την ανύστακτον φρουράν, την αγρύπνως φρυκτωρούσαν επί των αδαμαντίνων επάλξεων της μιας Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας» εχειροτόνουν αυθημερόν κατωτέρους κληρικούς εις επισκόπους και μετ’ αυτών συνεκρότουν την Ι. Σύνοδον της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, των ακολουθούντων το Πάτριον Εκκλησιαστικόν Εορτολόγιον. Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος εφήρμοσε κατά των άνω Αρχιερέων και των υπ’ αυτών χειροτονηθέντων εις Επισκόπους την εκκλησιαστικήν ποινικήν νομοθεσίαν, εισαγάγουσα αυτούς εις δίκην, βάσει της ισχυούσης εν Ελλάδι εκκλησιαστικής ποινικής δικονομίας, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου, και κατηγορήσασα αυτούς επί φατρία, παρασυναγωγή, τυρεία, καταφρονήσει της κανονικής και νομίμου Εκκλησίας της Ελλάδος και παροτρύνσει του κλήρου και του λαού προς αποκήρυξιν αυτής κ.λ.π. κατά τας διατάξειςτων θείων και Ιεών Κανόνων ΛΔ΄τυης ΣΤ Οικουμενικής Συνόδου, Ε΄της εν Αντιοχεία και ΙΔ και ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας κατεδίκασε πάντας εις την ποινήν της καθαιρέσεως μετά των επακολουθούντων εν τη ποινή ταύτη κανονικών συνεπειών. Οι καταδικασθέντες όμως, κατά τα ανωτέρω ερήμην Αρχιερείς, ως μη προσελθόντες ίνα δικασθώσιν επί τω προταχθέντι υπ’ αυτών κανονικώ λόγω, ότι αναρμοδίως εισήγοντο εις δικην ενώπιον Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου της Διοικούσης Εκκλησίας από της οποίας, κηρυχθείσης υπ’ αυτών σχισματικής, είχον προηγουμένως «αφ’ εαυτών αποκοπή» δι’ εκκλήτου ήχθησαν κατά τους κανόνας (ΛΣΤ΄ Καρθαγένης, ΣΤ΄της Β΄Κων/πόλεως, ΙΒ΄Αντιοχείας) ενώπιον της υπό τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Κων/πόλεως μείζονος Συνόδου, κατηγορούντες τους εισαγάγοντας εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία της Ελλάδος Αρχιερείς την Ημερολογιακήν μεταρρύθμησιν άνεϋ συμφώνου γνώμης ολοκλήρου της ανά τον κόσμον Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, εν ταυτώ δ’ αμφισβητούντες και την κανονικότητα της εισαγωγής αυτών εις δίκην και καταδίκην εις την ποινήν της καθαιρέσεως.Έκτοτε δε, μη εκδικασθείσης εισέτι της εκκλήτου ταύτης, μετά του ακολουθούντος αυτούς Ποιμνίου εξακολούθησαν εκκλησιάζοντες και εκκλησιαζόμενοι κατά το Ιουλιανόν Εορτολόγιον, ενεργούντες πάσης φύσεως ιερατικάς πράξεις, διδάσκοτες ότι δεν αποτελούν ιδιαιτέραν σχισματικήν Εκκλησίαν εν Ελλάδι, αλλ’ εν τω πλαισίω της Μιας Εκκλησίας αποτελούν την πατροπαράδοτον και ακαινοτόμητον Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος, ει και παρουσιάζονται κατά το φαινόμενον και την εξωτερικήν εκδήλωσιν της πίστεως, ως έχοντες ιδίαν λατρείαν, ιδίους ευκτηρίους οίκους και ιδίους λειτουργούς, τελούντες εν ακοινωνησία προς την καινοτομήσασαν Ιεραρχίαν της Ελλάδος και ασκούντες τα της λατρείας ελευθέρως, ει και διηρημένοι όντες από τινος εις δυο εκκλησίας, διευθυνομένας, εκατέρας τούτων, υπό ιδίας Συνόδου Παλαιοεορτολογιτών Αρχιερέων. Διότι από του έτους 1937 ο κατά την 26ην Μαϊου 1935 χειροτονηθείς εις επίσκοπον Βρεσθένης Αγιορείτης Ιερομόναχος Ματθαίος Λαυρεώτης, περιελθών εις έριδα μετά των λοιπών Αρχιερέων, ην και τύποις περιέγραψεν, ίδρυσε νέαν Θρησκευτικήν κοινωνίαν, ην ωνόμασεν ωσαύτως Εκκλησίαν των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος. Εν δ΄έτος βραδύτερον, θεωρήσας την υπ’ αυτόν Εκκλησίαν ως εν διωγμώ τελούσαν και επικαλεσθείς «απαρρησίαστον επισκόπων καιροίς χαλεποίς» προέβη εις χειροτονίαν ιερομονάχου εις επίσκοπον και ευθύς μετά τούτου εις Χειροτονίας ετέρων τριών ιερομονάχων εις Επισκόπους, μεθ’ ων συνεκρότησεν εν συνεχεία την Ιεράν Σύνοδον της Ματθαιϊκής λεγομένης παρατάξεως της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος. Η εν λόγω δευτέρα των Παλαιοημερολογιτών Εκκλησία υποστηρίζει την συγκρότησιν αυτής κατά τα εν τη Εκκλησία των τριών πρώτων αιώνων τηρηθέντα, μεριμνά δε να διακρίνη φανερώς την θέσιν αυτής εν τη Πολιτεία, από πάσης άλλης Παλαιοημερολογιακής τοιαύτης, υποδεικνύουσα τούτο κατά την εκτός των ιεροτελεστιών αμφίεσιν των των κληρικών και μοναχών εν αυτή. Αι υπό των Παλαιοημερολογιτών όμως υποστηριζόμεναι ως άνω απόψεις, περί του απολύτως κανονικού της ιερωσύνης αυτών ως και η ενισχυτική τούτων (απόψεων) γνώμην καθ’ ην, ο καθηρημένος ορθόδοξος Αρχιερεύς χειροτονών μετά την καθαίρεσιν δεν διαπράττει το αδίκημα της αντιποιήσεως της αρχής, η δε υπ’ αυτού γενομένη χειροτονία ουδόλως είναι άκυρος ή ανυπόστατος, αφού και μετά την καθαίρεσιν δεν εκπίπτει του ιερατικού αυτού αξιώματος, άπερ άπαξ τη επικλήσει του Αγίου Πνεύματος αποκτηθέν είναι αναφαίρετον και εσαεί ανεξάλειπτον, διότι η θεία χάρις παραμένει δυνάμει εν αυτώ, αιρομένης δε της καθαιρέσεώς του επανέρχεται εις τον οικείον ιερατικόν βαθμόν άνεϋ αναχειροτονήσεως, ήτις θα ήτο απαραίτητος εάν είχε στερηθή ταύτης (Πρόβλ. και ΒΑΛΣΑΜΩΝΑ εν τη ερμηνεία του 19ου της Σαρδικής (3.277) «ότι ουδένα προκριματισμόν υπέστησαν οι παρά τινων καθαιρεθέντων ή και αναθεματισθέντων κληρωθέντες» - Δ. Πετράκου «Περί του κύρους των χειροτονιών σελ. 21 και αυτόθι παραπομπάς, Ι. Παναγοπούλου «Περί του κύρους της χειροτονίας κληρικού παρά καθηρημένου παλαιοημερολογίτου επισκόπου γενομένης» Μ.Ο.Β.18 σελ. 900 και επ., και αυτόθι παραπομπάς) δεν εγένοντο αποδεκταί υπό της Νομολογίας των Δικαστηρίων άτινα δέχονται ότι κατά το έτος 1935 καθαιρεθέντες αρχιερείς μετέστησαν εις την τάξιν του Μοναχού, μηδεμίαν εξουσίαν έχοντες προς ενέργειαν των εις τους Επισκόπους επιτρεπομένων, εν οις και η χειροτονία ιερέως ή και Αρχιερέως, ήτις τυχόν γενομένη είναι άνεϋ εννόμου αξίας και δεν περιποιεί τω χειροτονηθέντι την ιδιότητα του κληρικού ή του επισκόπου (Α.Π. 39/1956 Ποιν. Χρον. ΣΤ.190, Α.Π. 178/1957 Ποιν. Χρον. Ζ΄372). Προς θεραπείαν της τοιαύτης «αδυναμίας» αι δυο θρησκευτικαί κοινωνίαι των Παλαιομερολογιτών προσέφυγον κεχωρισμένως εκάστη, εις την Υπερόριον Ρωσσικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ήτις εδέχθη το μεν δια χειροθεσίας, κατ’ οικονομίαν του Η΄Αποστολικού Κανόνος της Πρώτης Συνόδου «Περί των ονομαζόντων μεν εαυτούς καθαρούς ποτε, προσερχομένων δε τη καθολική και Αααποστολική Εκκλησία, έδοξε τη Αγία και μεγάλη Συνόδω, ώστε χειροθετουμένους αυτούς, μένειν ούτως εν τω κλήρω…» να καταστήση κανονικάς τας εκ του Ματθαίου προερχομένας χειροτονίας της «Ματθαιϊκής» Ιεραρχίας, δυνάμει της αρχής καθ’ ην μία άνομος πράξις επικυρώνεται ως Μυστήριον άνεϋ της ανάγκης της επαναλήψεως, η οποία (Ιεραρχία) δεν ανεγνωρίσθη υπό της άλλης παρατάξεως των Παλαιοημερολογιτών, το δε δια χειροτονίας να εξασφαλίση την διαδοχήν της Ιεραρχίας εις την παράταξιν των τελευταίων τούτων. Ούτω τον Δεκένβριον του 1960 επέτυχε να χειροτονηθή εν Αμερική υπό των Αρχιεπισκόπων Σικάγου Σεραφείμ και του Επισκόπου Θεοφίλου ο Αρχιμανδρίτης Ακάκιος Παππάς εις Επίσκοπον Ταλαντίου. Επανελθών εξ Αμερικής ο Επίσκοπος Ταλαντίου, ανέλαβε την ποιμαντορίαν της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. επικουρούμενος εκ μιας εξ’ Αρχιμανδριτών Επιτροπής. Τον Μάϊον 1962 ο ανωτέρω εν συνεργασία μετά της περί αυτόν Εκκλησιαστικής Επιτροπής προσεκάλεσεν εκ Νοτίου Αμερικής τον Αρχιεπίσκοπον Χιλής και Περού Λεόντιον, και εχειροτόνησαν εις την εν Παιανία Αττικής Ιεράν Μονήν του Αγίου Νικολάου τον Αρχιμανδρίτην Παρθένιον Σκουρλή εις επίσκοπον Κυκλάδων, τον Αρχιμανδρίτην Αυξέντιον Πάστραν εις επίσκοπον Γαρδικίου, και τον Αρχιμανδρίτην Χρυσόστομον Νασλίμην εις επίσκοπον Μαγνησίας (ίδετε εν σελίδι 37 και επομ. την σύντομον Ιστορικήν Περιγραφήν της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος, την εκδοθείσαν εν έτει 1973 υπό των Ζηλωτών Αγιορειτών Πατέρων). Εν συνεχεία την 6ην Ιουνίου 1962 εν τη ως είρηται Ιερά Μονή οι επίσκοποι Ταλαντίου Ακάκιος, Κυκλάδων Παρθένιος και Γαρδικίου Αυξέντιος εχειροτόνησαν τον Αρχιμανδρίτην Γερόντον Μαργιόλην δεύτερον των κατηγορουμένων εις επίσκοπον Σαλαμίνος (ίδετε το υπ’ αριθμ. Πρωτ. 5/6-6-1962 Πιστοποιητικόν Χειροτονίας της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος), όστις κατόπιν της υπ’ αριθμ. Πρωτ. 198/5-7-1971 Συνοδικής αποφάσεως της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος φέρει τον τίτλον του Μητροπολίτου των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Πειραιώς και Σαλαμίνος. Εκατέρωθεν δυνάμει της υπ’ αριθμ. Πρωτ. 16-11 της 15/18ης Σεπτεμβρίου 1971 αποφάσεως της Συνόδου των Επισκόπων της Υπερορίου Ρωσσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ενετάλησαν οι Αρχιερείς Γερμανίας Φιλόθεος και Αυστραλίας Κων/νος, όπως μεταβαίνοντες εις Βοστώνην χειροθετώσι τους επισκόπους Κορινθίας Κάλλιστον και Κιτίου Επιφάνιον. Όντως την μεν 17ην Σεπτεμβρίου 1971 εχειροθετήθη υπό των άνω Αρχιερέων ο Μητροπολίτης Κορινθίας Κάλλιστος εν τη Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος εις Μπρούκλιν της Μασσαχουσέτης, την δε επομένην εις τον ως άνω Ναόν εχειροθετήθη ο Επίσκοπος Κιτίου Επιφάνιος. Επανελθόντες οι ανωτέρω εις την Ελλάδα, εχειροθέτησαν, τους υπόλοιπους Αρχιερείς της Ματθαιϊκής παρατάξεως και οι Αρχιερείς τον κλήρον (ίδετε το Περιοδικόν ΚΗΡΥΞ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ Περίοδος Δ΄- Τόμος 17ος Μήν Νοέμβριος σελ. 6 και επόμενα). Ακολούθως την 26ην Ιανουαρίου 1973 και εν τω Ι. Ναώ Αγίου Νικολάου, της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Κουβαρά Αττικής, οι επίσκοποι Αθηνών Ανδρέας, Θεσσαλονίκης Δημήτριος, Κορινθίας Κάλλιστος, Τρίκκης και Σταγών Βησσαρίων και Μεσσηνίας Γρηγόριος εχειροτόνησαν τον Αρχιμανδρίτην Νικόλαον Μεσσιακάρην – πρώτον των κατηγορουμένων – εις επίσκοπον Πειραιώς. Ερευνητέον μετά ταύτα τυγχάνει το θέμα περί της νομικής θέσεως εν τη Ελληνική Πολιτεία των ανηκόντων εις την Εκκλησίαν των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, κληρικών τε και λαϊκών, αδιακρίτως. Περί τούτου υπεστηρίχθησαν δύο γνώμαι Κατά την πρώτην τούτων, η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ελλάδος δύναται μεν ένεκα της προς αυτήν απειθίας να επιβάλη εις τους Παλαιοημερολογίτας κληρικούς τας ποινάς του κανονικού δικαίου, όμως ούτε την τέλεσιν των εορτών κατά το παλαιόν ημερολόγιον δύναται να απαγορεύση ούτε να αξιώση την διάλυσιν των θρησκευτικών ενώσεων των παλαιοημερολογιτών, καθ’ όσον η θρησκευτική κοινωνία αυτών, αναγνωρισθείσα DE FACTO υπό της Πολιτείας, αλλά και DE JYRE δια της περιληφθείσης εν άρθρω 2 του Σχεδίου Συντάγματος του έτους 1948 της Επιτροπής επί του Συντάγματος της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ερμηνευτικής δηλώσεως, καθ’ ην εις την έννοιαν του όρου «ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως περιλαμβάνεται και το θρησκεύεσθαι κατά το παλαιόν ημερολόγιον» δηλώσεως ήτις περιελήφθη και εις τα πρακτικά της Συντακτικής Επιτροπής του ΞΗ΄Ψηφίσματος, ως και της ετέρας τοιαύτης του Υφυπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Χ. Καραπιπέρη εις την Ε΄Αναθεωριτικήν Βουλήν κατά την συζήτησιν του άρθρου 13 του εν ισχύει Συντάγματος καθ’ ην …οι ούτω αυτοαποκαλούμενοι Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Παλαιοημερολογίται) δύνανται να τελούν ακωλύτως τα λατρευτικά των καθήκοντα» (επίσημα πρακτικά, Συνεδρίασις ΟΣΤ. Σελ. 2140), απολαύει πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας και εκδηλώσεως λατρείας των οπαδών της, υπό τους περιορισμούς πάντοτε τουΣυντάγματος και των νόμων (Πρόβλεπε, Γνωμοδότησιν Γιδοπούλου – Βαμβέτσου – Ανδρούτσου, εν δικαιοσύνη 1933 σελ. 32). Εν τη εννοία δε της πλήρους θρησκευτικήε ελευθερίας, ήτις είναι συνταγματικώς κατωωχυρομένη δια του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του εν ισχύει Συντάγματος, περιλαμβάνονται τα δικαιώματα α) της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως και λατρείας, ως συναρτήματος των αναγνωρισμένων β) της ελευθερίας πίστεως, ήτοι της εσωτερικής διαμορφώσεως των σχέσεων του ατόμου προς το θείον, γ) της ελευθερίας της εκδηλώσεως και εκφράσεως των θρησκευτικών δοξασιών, δ) της Ελευθερίας της λατρείας, ήτοι της εκδηλώσεως της προς το θείον αφομοιώσεως, ε) της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι δια θρησκευτικούς σκοπούς και στ) της ελευθερίας ανεγέρσεως Ναών και ευκτηρίων οίκων, ως συνέπειαια του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δια θρησκευτικούς σκοπούς και του δικαιώματος της ελευθέρας τελέσεως λατρείας, καθ’ όσον αύτη δεν αντίκειται εις τα χρηστά ήθη και την δημόσιαν τάξιν και δεν ασκείται προσηλυτισμός (πρβλ. Πλημ. Ηρακλείου 115/1967 Ποιν. Χρον.12 σελ. 243 και την υπ’ αυτήν πρότασιν του εισαγγελέως Πρωτοδικών Θ. Μπαντούνα και αυτόθι παραπομπάς, Γνωμοδότησις Ιωάν. Σόντη Ν.Β. 13 σελ. 996). Όλως αντίθετος η ετέρα γνώμη. Κατ’ αυτήν οι Παλαιοημερολογίται, άτε μη όντες αιρετικοί, μηδέ σχισματικοί κηρυχθέντες, εξακολουθούσιν υπαγόμενοι εις την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος, τούτων δε ένεκα υπόκεινται κατά πάντα εις τους νόμους και κανόνας τους διέποντας την Εκκλησίαν ταύτην και τα κελεύσματα αυτής. Κατά την γνώμην ταύτην, η Επίσημος Εκκλησία δικαιούται ν’ απαγορεύση εις τους Παλαιοημερολογίτας την τέλεσιν εορτών κατ’ άλλας ημέρας, πλην των υπό της επισήμου Εκκλησίας οριζομένων 9ίδετε γνωμοδότησιν Γ. Ράμμου – Χρ. Σγουρίτσα – Κ. Τσάτσου εν θέμιδι ΞΒ 1951 σελ. 4). Ορθωτέραν θεωρούμεν την πρώτην γνώμην. Κατά ταύτα εφ’ όσον επιτρέπεται η ίδρυσις νέας θρησκευτικής Κοινωνίας, κατά λογικήν ακολουθίαν πρέπει αύτη να έχη και ιερείς και επισκόπους δια την τέλεσιν των της λατρείας των. Οι κληρικοί ούτοι είτε προερχόμενοι εκ της επισήμου Εκκλησίας, είτε εξ’ άλλης ορθοδόξου Εκλησίας, γίνονται ιερουργοί της νέας θρησκευτικής Κοινωνίας προς ην ενσωματούνται πνευματικώς, ασκούντες δε τα ιερατικά των καθήκοντα δεν αποποιούνται τα έργα του λειτουργού της Ανατολικής Οροδόξου του Χριστού Εκκλησίας (πρβλ. και Π. ΣΜΑΊΛΗ «ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΤΩΝ ΓΑΜΩΝ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΚΑΙ Η ΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥΤΩΝ» σελ. 59). -Ως εκ τούτου τόσον η Χειροτονία εν Αμερική του Ακακίου Παππά, όσον και αι επακολουθήσασαι τοιαύται των Σκουρλή, Πάστρα και Νασλίμη, εις ας συμμετέσχε και ο Αρχιεπίσκοπος Χιλής και Περού Λεόντιος, δεν δύνανται να χαρακτηρισθώσιν ως παρ’ ενορίαν γενόμεναι, διότι ο τελευταίος ούτος επίσκοπος Λεόντιος προσεκλήθη υπό του Αρχιερέως του τόπου της χειροτονίας (Κανών ΛΕ΄των Αγίων Αποστόλων). Κατ’ ακολουθίαν, όθεν των ανωτέρω εκτεθέντων, δεν προέκυψαν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής προς επιστήριξιν δημοσίας επ’ ακροατηρίω κατηγορίας κατά των κατηγορουμένων, επί τη αποδιδομένη αυτοίς ως άνω πράξει, οίτινες εν πάσει περοπτώσει και εάν έτι ήθελε γίνει δεκτόν ότι, δεν εχειροτονήθησαν κανονικώς και ένεκα τούτου άνεϋ δικαιώματος επεχείρουν τάς όσας δια της μηνύσεως τοις αποδίδονται εκκλησιαστικάς πράξεις, εν όψει και των ως άνω διδασκομένων, ευλόγως και συγγνωστώς επίστευον ότι κατέστησαν επίσκοποι και εδικαιούντο να φέρουν την στολήν του επισκόπου και να επιχειρούν πάντα τα Αρχιερατικά του επισκόπου καθήκοντα και δέον όπως συνωδά τοις άρθροις 309 παρ. 1α και 310 παρ. Κ.Π.Δ.., μη γίνη κατ’ αυτών κατηγορία.- Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα και τέλη της παρούσης δεν συντρέχει περίπτωσις επιβολής αυτών εις βάρος τινός. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ. Μεθ’ ο ο Εισαγγελεύς προέτεινε τα εν αυτή. Εν Πειραιεί τη 31η Οκτωβρίου 1975. Ο Αντεισαγγελεύς Αργύριος Τσίχλας. Ακούσαν αυτού και προφορικώς και αποχωρήσαντος. Ιδών την Δικογραφίαν Σκεφθέν κατά τον Νόμον 1. Επειδή, κατά των κατηγορουμένων α) Ευθυμίου ή Νικολάου Μεσσιακάρη, Επισκόπου Παλαιοημερολογιτών και β) Γεωργίου-Γεροντίου Μαριόλη, Μητροπολίτου Παλαιοημερολογιτών ησκήθη ποινική δίωξις και απηγγέλθη κατηγορία επί αντιποιήσει ασκήσεως υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας (αρθρ.. 175 παρ. 1 και 2 Π.Κ.). 2. Επειδή, εις την παράβασιν της διατάξεως του άρθρου 175 του Π.Κ. υποκύπτει ο επιχειρών πράξεις, αίτινες μόνον εις νόμιμον φορέα ιερωσύνης είναι επιτετραμέναι. Αντιποιείται, όθεν, άσκησιν υπηρεσίας αρχιερέως της Αν. Ορθοδόξου Εκκλησίας ο ενεργών ιεροπραξίας (βαπτίσεις, γάμους κ.λ.π.), χωρίς να έχη χειροτονηθή εκκλησιαστικός λειτουργός κατά τους κανόνας της Εκκλησίας ή υπό καθηρημένου τελεσεδίκως επισκόπου (Α.Π. 39/1956, 178/1957, 140/1964). – Εν προκειμένω, εκ της ενεργηθείσης προανακρίσεως και της επακολουθησάσης και νομίμως περατωθείσης κυρίας ανακρίσεως προέκυψεν ότι αμφότεοι οι κατηγορούμενοι εχειροτονήθησαν επίσκοποι κατά τους κανόνας της Εκκλησίας και ουχί υφ’ άλλων ψευδεπισκόπων, ως χειροτονηθέντων υπό των καθαιρεθέντων τελεσεδίκως Μητροπολιτών, καθ’ α ο μηνυτής δια των από 1-7-1974 δύο μηνύσεών του κυρίως διατείνεται. Όθεν, οι κατηγορούμενοι εγκύρως ιερουργώσιν, κατά τα εν τη Ευαγγελική προτάσει ειδικώτερον διαλαμβανόμενα. Κατ’ ακολουθίαν, μη υπαρχουσών εν προκειμένω αποχρωσών ενδείξεων προς παραπομπήν τωνκατηγορουμένων εις το ακροατήριον επί τη δι ην ούτοι κατηγορούνται ως άνω αξιοποίνω πράξει της αντιποιήσεως ασκήσεως υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, δέον όπως μη γίνη κατ’ αυτών κατηγορία επί τη πράξει ταύτη (άρθρ. 309 παρ. 1α, 310 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) δεκτής ούτω κατά τούτο, αλλά και κατά τα σκέλη αυτής, περί της μη επιβολής των εξόδων και τελών εις τον μηνυτήν, ως μη συντρεχούσης νομίμου περιπτώσεως (άρθρ.585 Κ.Π.Δ., ως ισχύει νυν) και περί συνενώσεως των προκειμένων δύο δικογραφιών (υπ’ αριθμ. Β.Μ. 8140 και 8140α/1974), λόγω της προφανούς μεταξύ τούτων συναφείας (άρθρ. 128, 129 Κ.Π.Δ.) καθισταμένης της εισαγγελικής προτάσεως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Ιδόν και τα άρθρα 309 παράγρ. 1α και 310 παράγρ. 1 Κ.Π.Δ. Δεχόμενον την Εισαγγελικήν πρότασιν Α) Διατάσσει την συνένωσιν και συνεκδίκασιν των δικογραφιών εφ’ ων αι υπ’ αριθμ. 19 και 20/1975 παραγγελίαι του ενταύθα εισαγγελέως. Β) Αποφαίνεται να μη γίμη κατηγορία κατά των 1) Ευθυμίου ή Νικολάου Μεσσιακάρη και 2) Γεωργίου - -Γεροντίου Μαριόλη, επί αντιποιήσει ασκήσεως υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, πράξει φερομένη ως υπ’ αυτών πραχθείση εν Πειραιεί και αλλαχού κατά το από του έτους 1973 μέχρι και του μηνός Αυγούστου 1975 περλαμβανόμενον χρονικόν διάστημα. Και Γ) Να μην επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και τέλη του παρόντος εις βάρος του μηνυτού. Απεφασίσθη και εγένετο εν Πειραιεί τη 17η Δεκεμβρίου 1975 και εξεδόθη τη 21η Ιανουαρίου 1976. Ο Πρόεδρος Η Δικ. Γραμματεύς Εθεωρήθη Ο Εισηγητής Β΄ ΤΟ 46/91 ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΟΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΔΡΑΜΑΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 46/1991 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΔΡΑΜΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΑΥΤΟΥ: Γεώργιος Γιαννούλης Πρόεδρος, Δημήτριος Βόσκας, Ευστράτιος Μανάβης, Πλημμελειοδίκες. ΙΣΤΟΡΙΚΟ: το Συμβούλιο συνεδρίασε στο γραφείο του προέδρου, την 17.1.1991, παρουσία και του Εισαγγελέα Ζαχαρία Μουράτη και της Γραμματέας Φωτεινής Καραγιάννη για να αποφασίσει σε ποινική υπόθεση για την οποία ο Εισαγγελέας έχει υποβάλλει την με αριθμό 106/1990 πρότασή του που έχει ως εξής. Εισάγω ενώπιόν σας, σύμφωνα με το άρθρο 245 παρ. 1 ΚΠΔ, την σχηματησθείσα προανακριτική δικογραφία κατά των 1)Κων/νου ή Καλλιοπίου Παναγιώτου Γιαννακουλόπουλου, Επισκόπου Παλαιοημερολογιτών, κατοίκου Πιραιώς και 2) Ιωάννη ή Αμβροσίου Αγαπ. Νικηφορίδη, ιερέως των Παλαιοημερολογιτών, κατοίκου Δράμας, που κατηγορούνται για παράβαση του άρθρου 176 σε συνδυασμό με το άρθρο 175§ 2 ΠΚ, κατόπιν αυτεπάγγελτης διώξεως, και εκτίθενται τα εξής. Ι) Στους κατηγορουμένους αποδίδεται ότι στη Δράμα στις 22-5-1989 δημόσια και χωρίς δικαίωμα, φορούσαν στολή ή άλλο διακριτικό σημείο θρησκευτικού λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού ή παράσιμο ή τίτλο που δεν δικαιούνταν να φέρουν νόμιμα, ήτοι ότι κατελήφθησαν από αστυνομικά όργανα σε χώρο κοντά στο Διοικητήριο δράμας κατά την διάρκεια διαμαρτυρίας των Παλαιοημερολογιτών της πόλεως για την απαγόρευση ανεγέρσεως ιερού Ναού τους, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Καλλιόπιος Γιαννακουλόπουλος, αποκαλούμενος Μητροπολίτης των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ΓΟΧ) Πενταπόλεως να φέρει κανονικήν περιβολήν προσιδιάζουσα στον Ελληνικό Ορθόδοξο Κλήρο, καθώς και διακριτικά σημεία, ήτοι αχιερατικό εγκόλπιο και Ποιμαντορικήν ράβδο, ως να επρόκειτο για πραγματικό αρχιερέα, χειροτονηθέντα νόμιμα, έγκυρα και κανονικά αναγνωρισθέντα δε από την Πολιτεία ως νόμιμο Μητροπολίτη, ο δε δεύτερος, Αμβρόσιος (κατά κόσμον Ιωάννης) Νικηφορίδης, αποκαλούμεος Πρεσβύτερος των ΓΟΧ στη δράμα, να φέρει στολήν Κληρκού αρμόζουσα στους θρησκευτικούς λειτουργούς της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, αν και οι δύο ανωτέρω δεν είχαν νόμιμο δικαίωμα να φέρουν τα παραπάνω, καθ’ όσον έχουν ανύπαρκτη την ιερωσύνη, ως χειροτονηθέντες από καθηρημένους κληρικούς. ΙΙ) Κατά το άρθρο 176 του ΠΚ όποιος δημόσια και χωρίς δικαίωμα φορεί στολή ή άλλο διακριτικό σημείο Δημοσίου, Δημοτικού, Κοινοτικού ή Θρησκευτικού Λειτουργού από εκείνους που αναφέρει η παράγραφος 2 του άρθρου 175, δηλαδή, της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ή παράσημο ή τίτλο που δεν δικαιούται να φέρει νόμιμα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξη μηνών ή χρηματική ποινή. Με την διάταξη αυτή προστατεύονται οι στολές και τα άλλα διακριτικά σημεία υπαλλήλων, καθώς και τα παράσημα και οι τίτλοι από παράνομη χρήση (βλ. Γάφου, Προσβολαί κατά της Πολιτειακής εξουσίας, Ποιν. Χρονικά Ζ΄σελ. 74). Θρησκευτικός λειτουργός κατά την έννοια του άρθρου 176 ΠΚ είναι εκείνος που φέρει ένα εκ των τριών βαθμών της ιερωσύνης, δηλαδή Επισκόπου, Πρεσβυτέρου και διακόνου (Πλημ. Θεσ/νίκης 9128/1969 – Ποιν. Χρον. Κ: σελ. 202, Πλημ. Αθ. 3881/1972 Ποιν. Χρονικά ΚΓ: σελ. 67), οι οποίοι αποκτώνται με την χειροτονία, που είναι η μυστηρακή εκείνη τελετή κατά την οποία με ευχή και επίθεση των χειρών του Επισκόπου κατέρχεται η Θεία Χάρις, προχειριζομένη τον υποψήφιο σ’ ένα από τους παραπάνω ιερατικούς βαθμούς (Ανδρούτσου, ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ, σελ. 328 επομ. Χριστοφιλόπουλου Ελλην. Εκκλης. Δικ. Έκδ. β΄σελ. 131) και έτσι τον καθιστά μέτοχον της Εκκλησιαστικής εξουσίας και του δικαιώματος της μεταδόσεως της Θείας Χάριτος με την τέλεση των νενομισμένων Μυστηρίων και Ιεροπραξιών (ΑΠ 101/1951 Ποιν. Χρον. Α΄- σελ. 228, ΑΠ 380/1955 Ποιν. Χρον. ΣΤ΄σελ. 92, Πλημ. Ηρακλείου 115/1967 Ποιν. Χρον. ΙΖ΄σελ. 242). Η χειροτονία Πρεσβυτέρου ή Διακόνου τελείται από ένα επίσκοπο, (Αποστολικός Κανών Β΄που επαναλήφθηκε με τον ΙΓ΄Κανόνα της εν Αγκύρα συνελθούσης Ιεράς Συνόδου και του της εν Αντιοχεία τοιαύτης. «Πρεσβύτερος υπό ενός Επισκόπου χειροτονείσθω, και οι διάκονοι και οι λοιποί»), ενώ του επισκόπου από τρεις ή τουλάχιστον δύο επισκόπους (Αποστολικός Κανών Α΄- Καν. ΙΓ΄της εν Καρθαγένη Συνόδου, Χριστοφιλοπούλου οπ. παρ. σελ. 140 σημ. 3). Και στολή μεν θρησκευτικού λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι η καθιερωμένη περιβολή ή αμφίεση, όπως αυτή ορίστηκε με το ΠΔ της 21/22 Ιανουαρίου 1931, ενώ διακριτικά σημεία, καθορισθέντα με το ΒΔ της 15 Ιουνίου / 10 Ιουλίου 1856, είναι εκείνα που προσδιορίζουν τον βαθμό ή την ιδιότητα του φέροντος την στολή. Τέτοια είναι το αρχιερατικό εγκόλπιο και η Ποιμαντρική ράβδος (βλ. Μπουροπούλου Ερμην. Ποιν. Κώδ. τόμ. Α΄σελ. 120, Τούση – Γεωργίου Ποιν. Κώδ. τόμ. Α΄σελ. 480 σημ. 3, Χριστοφιλοπούλου. Ο νέος ΠΚ. Κα το εκκλης. Δίκαιο. Θεμ. ΞΓ΄- - σελ. 305, Πλημ. Καβ. 412/1966 Ποιν. Χρον. ΙΣΤ΄σελ. 625). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η στολή και τα διακριτικά σημεία είναι επιτετραμένα μόνο στο νόμιμο φορέα της Ιερωσύνης, δηλαδή τον χειροτονηθέντα σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας (ΑΠ 101/1951 οπ. παρ., ΑΠ 140/1964 Ποιν. Χρον. ΙΔ΄σελ. 369). Για να κριθή όμως η νομιμότητα του δικαιώματος του θρησκευτικού Λειτουργού να φέρη την στολή και τα διακριτικά σημεία, πρέπει να ερευνηθεί το νόμιμο του κατεχόμενου από αυτόν βαθμού και το κύρος της χειροτονίας του με την οποία απέκτησε τούτον. Διότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 176 ΠΚ μπορεί να είναι και ο θρησκευτικός λειτουργός που καθαιρέθηκε τελεσίδικα (ΑΠ 225/1934, 359//1934, 148/1940, 524/1940 στο σχολιασμένο ΠΚ Βαβαρέτου έκδ. 1974 σελ. 595, ΑΠ 486/1966 Ποιν. Χρον. ΙΖ΄σελ. 144, Α.Π 323/1974 Ποιν. Χρον. ΚΔ΄σελ. 611, ΑΠ Ολομ. 378/1980 Ποιν. Χρον. Λ΄σελ. 568) ή που χειροτονήθηκε από καθηρημένο επίσκοπο, ο οποίος στερείται της εξουσίας προς τέλεση του Μυστηρίου της Ιερωσύνης (ΑΠ 39/1956 Ποιν. Χρον. ΣΤ΄σελ. 190, ΑΠ 290/1956 Ποιν. Χρον. Σελ. 27, ΑΠ 178/1957 Ποιν. Χρον. Ζ΄σελ. 372) ή χειροτονήθηκε από άτομο που ουδέποτε απέκτησε το αξίωμα του επισκόπου (ΑΠ 101/1951 οπ. παρ.). Εξάλλου, για την υποκειμενική θεμελίωση του ιδίου πιο πάνω εγκλήματος απαιτείται δόλος που ενέχει την γνώση του δράστη ότι δεν έχει δικαίωμα να φέρει στολή ή τι διακριτικό σημείο (Μπουροπούλου οπ. παρ. σελ. 122 Καρανίκα Εγχ. Ποιν. Δικ. Ειδ. Μέρος τομ. Β΄σελ. 178, ΑΠ 326/1953 Ποιν. Χρον. Γ΄σελ. 508). Γίνεται λοιπόν δεκτό από τους συγγραφείς και την Νομολογία των Δικαστηρίων μας ότι με την διάταξη του άρθρου 60§1ΚΠΔ παρέχεται στο Ποινικό Δικαστήριο (άρα και στο Δικαστικό Συμβούλιο) η εξουσία να κρίνει παρεμπιπτόντως για τα ενώπιόν του αναφυόμενα ζητήματα οποιασδήποτε φύσεως (όχι μόνο αστικής) και δη και εκκλησιαστικής (Π. Καίσαρη Κωδ. Ποιν. Δικον. Τόμ. Α΄σελ. 732, Γ. Βαβαρέτου ΚΠΔ έκδ. Ε, 1972 σελ. 221, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Έκδ. Γ΄1976 σελ. 409-410, ΑΠ. 178/1957 οπ. παρ., ΑΠ 454/1966 Ποιν. Χρον. ΙΖ΄σελ. 101, Συμβ. Εφ. Πειρ. 206/1986 Ελλ. Δικ. 27, 1245). ΙΙΙ) Η άσκηση της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης, αποβλέπουσα στην διασφάλιση της Εκκλησιαστικής πειθαρχίας (άρθρο 1 Ν. 5383/1932) που ανάγεται στον πνευματικό και θρησκευτικό τομέα δράσης της Εκκλησίας, ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα αυτής, διότι συνδέεται με την εσωτερική της τάξη, και γίνεται από τα εκκλησιαστικά δικαστήρια (άρθρο 44§1Ν. 590/1977), που δεν είναι δικαστήρια της πολιτείας, οι δε αποφάσερις των δεν είναι αποφάσεις πολιρτειακών δικαστηρίων ούτε εκτελεστές Διοικητικές πράξεις (Σ.τ.Ε. Ολομ. 2880/1972 ΝοΒ-21. 109, Σ.τ.Ε. 36/1975 ΝοΒ 25.809, Συμ. Εφ. Πειρ. 206/1986 οπ. παρ.). Τα Δικαστήρια αυτά, προβλεπόμενα από τον Ν. 5383/1932, που κατά μίαν άποψη είναι αντισυνταγματικός (βλ. Ι. Παναγοπούλου ΝοΒ 20.281), επιβάλλουν εκκλησιαστικές ποινές έχουσες καθαρώς πνευματικό χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων η καθαίρεση (βλ. Χριστοφιλοπούλου Εκκλ. Δικ. Τεύχος Γ΄, 1962§53 σελ. 264, Γνωμ. Εις. Πρωτ. Αθ. 7/1971 ΝοΒ 20.563) και η αργία, οι οποίες επιβάλλονται και στους Αρχιερείς από το Πρωτοβάθμιον και Δευτεροβάθμιον γι αυτούς Δικαστήρια (άρθρα 1 στοιχ. Γ΄-20, 23 στοιχ. Β΄και δ§ 24 Ν. 5383/1932). Με την καθαίρεση αποβάλλεται η ιδιότητα του Κληρικού και ο καταδικασμένος επανέρχεται στην τάξη των μελών της Εκκλησίας, στην οποία ανήκε πριν την χειροτονία του, με περαιτέρω συνέπεια την απώλεια κάθε εξουσίας που πηγάζει από αυτήν την ιδιότητα. Αν ωστόσο ο καθηρημένος ασκήσει μία από τις αρμοδιότητεςς που είχε προηγουμένως, η σχετική πράξη είναι ανίσχυρη (βλ. Σπ. Τρωϊάννου, Παραδόσεις Εκκλ. Δικαίου, έκδ. Β΄, 1984, σελ. 421, Κ. Βαβούσκου Εγχ. Εκκλ. Δικ. Έκδ. Γ΄1978 σελ. 339, ΑΠ 1/1947, ΕΕΝ ΙΔ΄σελ. 169, ΑΠ 27/1947, ΕΕΝ ΙΕ΄σελ. 142), και ο ίδιος φέροντας αμφίεση κληρικού, διαπράττει όπως λέχθηκε ανωτέρω, το έγκλημα του άρθρου 176 ΠΚ. (βλ. και άρθρο 54 Ν. 590/1977). Με την αργία δεν στερείται ο κληρικός την ιδιότητά του, ούτε τις εξουσίες που απορρέουν απ’ αυτήν, αλλά και του απαγορεύεται η άσκησή τους για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Εάν δε κατ’ αυτό ασκήσει ιερατική εξουσία, οι πράξεις του είναι έγκυρες, αλλ’ η συμπεριφορά του συνεπάγεται την επιβολή νέας ποινής (Τρωϊάνος οπ. παρ. σελ. 422). Όμως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126, 127, 129, 134, 135 και 147 του Ν. 5383/1982 «περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων» με σαφήνεια προκύπτει ότι ο Αρχιερέας που καταδικάσθηκε ερήμην στις παραπάνω ποινές, δικαιούται να ασκήσει κατά των αποφάσεων που τις επέβαλαν ανακοπή και έφεση εντός 10 ημερών από την προς αυτόν κοινοποίηση των αποφάσεων. Τόσο τα ένδικα μέσα όσο και η προθεσμία τους αναστέλλουν την εκτέλαση των αποφάσεων, πλην των επιβαλλουσών την ποινή της αργίας. Τέλος κατά το άρθρο 151 του ιδίου Νόμου, οι εκτελεστές μόλις καταστούν τελεσίδικες, δηλαδή όταν κατ’ αυτών δεν χωρεί ανακοπή ή έφεση. Επομένως, η επέλευση των εκτεθεισών εννόμων συνεπειών της ποινής καθαιρέσεως αρχίζει μόνο με την τελεσίδικη επιβολή της (Σ. Τρωϊάνος οπ. παρ. σελ. 168, ΑΠ 486/1966 οπ., ΑΠ 856/1973, 869/1973 Ποιν. Χρον. ΚΔ΄σελίδες 97, 99). Τούτο σημαίνει ότι ο φέρων στολήν κληρικού και προβαίνων σε ιεροπραξίες μετά την περί καθαιρέσεως απόφαση, εφ’ όσον ήσκησε κατ’ αυτής έφεση που δεν εκδικάσθηκε εισέτι δεν τελεί το έγκλημα του άρθρου 176 ΠΚ, διότι η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως που επέρχεται με την άσκηση της εφέσεως, νόμιμη συνέπεια έχει ότι ο καταδικασθείς κληρικός διατηρεί τον βαθμόν του στην ιερατική τάξη και μπορεί ακολύτως να ασκήσει τα καθήκοντά του (ΑΠ 9/1934 Θέμ. ΜΕ΄σελ. 342). Το ίδιο ισχύει και για τον κληρικό που χειροτονήθηκε από καθηρημένο Μητροπολίτη πριν καταστεί τελεσίδικη η περί καθαιρέσεως απόφαση (ΑΠ 290/1956 οπ. παρ..), καθώς σε κάθε περίπτωση κληρικού που δεν του κοινοποιήθηκε η ανωτέρω απόφαση, ώστε ν’ αρχίσει τρέχουσα η προθεσμία των ενδίκων μέσων, διότι και στην τελευταία περίπτωση η πιο πάνω απόφαση στερείται τελεσιδικίας. Για την εκτέλεση όμως,αοφάσεων κατ’ Αρχιερέων, δεν αρκεί η τελεσιδικία, αλλ’ απαιτείται και η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος ανεξάρτητα από το είδος της επιβληθείσης ποινής (άρθρο 152 Ν. 5383/1932). Ειδική μορφή ενδίκου μέσου αποτελεί το έκκλητο στον Οικουμενικό Πατριάρχη, στρεφόμενο κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων που επιβάλλουν τις ανωτέρω ποινές. Τούτο ασκείται εντός 30 ημερών από την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως, η δε προθεσμία και η άσκησή του δεν αναστέλλουν την εκτέλεση αυτής (άρθρο 44 § 2 Ν. 590/1977). Εξ’ άλλου, στην Εκκλησιαστική Δικονομία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική πρόβλεψη για ακυρωτική αρμοδιότητα των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων (Σπ. Τρωϊάνος οπ. παρ. σελ. 168). Επομένως, αποφάσεις εκδιδόμενες με τέτοιο αντικείμενο είναι ανύπαρκτες και ανίσχυρες, μη δυνάμενες να παράγουν έννομα αποτελέσματα (π.χ. το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο από καμμιά διάταξη νόμου δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει άκυρη την σε επίσκοπο χειροτονία). ΙV) Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (ΓΟΧ ή Παλαιοημερολογίτες) αποκαλούνται τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος που αποσπάσθηκαν από αυτήν διοικητικά μετά την επέκταση του νέου (Γρηγοριανού) ημερολογίου του 1924 και στις εκκλησιαστικές σχέσεις για τον υπολογισμό των ακινήτων εορτών (βλ. σχετ. Μητρ. Δημητριάδος Χριστοδούλου Παρασκευαϊδη, Ιστορική και κανονική θεώρηση του Παλαιοημερολογιτικού ζητήματος 1982, Σπ. Τρωϊάνου οπ. παρ. σελ. 155, ιδίου Γνωμ. Στον Αρμ. 1985 σελ. 453, Γνωμ. Χ. Παπαστάθη Αρμ. 1985 σελ. 459, Μον. Πρωτ. Αθ. 2157/1984 Αρμ. 1985 σελ. 464). Οι ανωτέρω (ΓΟΧ), αποτελούντες απλή παρασυναγωγή (βλ. Ι. Παναγοπούλου, Περί του κύρους της χειροτονίας κληρικού παρά καθηρημένου Παλαιοημερολογίτου Επισκόπου γενομένης, ΝοΒ 18.900 επόμ. Κανών ΑΠ. Βασιλείου εν Συν. Δ 89, Γνωμ. Εισ. ΑΠ 8/1989 Ελλ. Δοκ. 30. 1396), σύμφωνα με την άποψη που επικράτησε για την νομική τους θέση στην Ελληνική Πολιτεία, δεν είναι ετερόδοξοι ή αιρετικοί ή σχισματικοί, αλλ’ εξακολουθούν ν’ ανήκουν στο πλήρωμα της Αυτοκεφάλου Ανατολικής Εκκλησίας, υπαγόμενοι στην δικαιοδοσία της υπέρτατης Εκκλησιαστικής Αρχής που διοικεί την Εκκλησία και υποκείμενοι στις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτου αυτής, δηλ. τον Ν. 590/1977, ο οποίος όμως δεν έχει την ηυξημένη τυπικήν ισχύν (Σ.τ.Ε. 1956/1986 Ελλην. Δικ. 27.1032), καθώς και στην πειθαρχική εξουσία της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής (γνωμ. Ράμμου – Σγουρίτσα – Τσάτσου Θεμ. ΞΒ΄σελ. 4 επόμ., ΑΠ 486/1966 οπ. παρ., Συμ. Εφ. Πειρ. 206/1986 οπ. παρ.). Με το από 18/25 Ιανουαρίου 1923 Β. Δ/μα καθωρίσθηκε ότι το μεν κράτος αακολουθεί το Νέο ημερολόγιο, η δε Εκκλησία το Ιουλιανόν. Έκτοτε το Διάταγμα αυτό ουδέποτε τροποποιήθηκε ή καταργήθηκε. Δι αυτού η 16η Φεβρουαρίου 1923 εγένετο 1 Μαρτίου 1923. Με την υπ’ αριθμ. 430/1-3-1924 εγκύκλιό της η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Εξωτερικού ότι και αυτή ακολουθεί το Νέον Ημερολόγιο, με βάση το οποίο η 10η Μαρτίου θα ελαμβάνετο ως η 23η, παρόλο που δεν υπήρχε προηγούμενη συννενόηση με τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Η στάση αυτή της Εκκλησίας πρόκαλεσε την αντίδραση κυρίως μοναχών και ιερομονάχων του Αγίου Όρους, οι οποίοι πλαισιούμενοι από τους πιστούς και ευσεβείς Ορθοδόξους συγκρότησαν το έτος 1926 την πρώτη αυτοκληθείσα (Ελληνική Θρησκευτική Κοινότητα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών), ενώ στην συνέχεια, τον Μάϊο του έτους 1935 η παραπάνω αντίδραση κορυφώθηκε, διότι ορισμένοι Αρχιερείς της Εκκλησίας απεσπάσθησαν απ’ αυτήν και προέβησαν σε χειροτονίες κατωτέρων κληρικών και τοιούτων Επισκόπων, συγκροτήσαντες την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, που ακολούθησαν το Πάτριον ημερολόγιον. Μεταξύ των ανωτέρω Αρχιερέων που πρωτοστάτησαν ήταν οι Μητροπολίτες τέως Δημητριάδος Γερμανός, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και τέως Ζακύνθου Χρυσόστομος, οι οποίοι στις 8-6-1935 χειροτόνησαν, μεταξύ άλλων, τον Επίσκοπον Βρεσθένης Ματθαίον (βλ. Ι. Παναγοπούλου ΝοΒ 18.900 επόμ.). Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία της Ελλάδος, εφαρμόζουσα την εκκλησιαστική ποινική νομοθεσία εισήγαγε τους πιο πάνω Αρχιερείς σε δίκη και, με την υπ’ αριθμ. 2 (ΣΠ 1546) της 14-6-1935 απόφασή του, το πρωτοβάθμιο για τους Αρχιερείς Δικαστήριο κατεδίκασε αυτούς ερήμην σε καθαίρεση από το Αρχιερατικό αξίωμα και υπαγωγή τους στην τάξη των μοναχών, καθώς και σε πενταετή σωματικό περιορισμό για τουε λόγους που μνημονεύονται σ’ αυτή (βλ. αντίγραφο αποφάσεως). Η ανωτέρω όμως απόφαση δεν κατέστη ποτέ τελεσίδικη, ώστε να είναι εκτελεστή, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 5383/1932, διότι: α) εφ’ όσον εκδόθηκε ερήμην των Αρχιερέων, έπρεπε να κοινοποιηθή ώστε ν’ ασκηθή ένδικο μέσο (ανακοπή ή έφεση) ή να παρέλθει άπρακτη προθεσμία προς άσκησή του, πράγμα που δεν έγινε, διότι παρ’ όλο που με το υπ’ αριθμ. 80/26/85 ΞΑ 24-9-1990 έγγραφο του Πταισματοδικείου Αθηνών ζητήθηκαν τα αποδεικτικά επιδόσεως από την Γραμματεία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος σε εκτέλεση της προανακριτικής παραγγελίας μας, δεν απεστάλησαν αυτά, β) εάν πράγματι ήταν τελεσίδικη, κατόπιν ασκηθέντος ενδίκου μέσου, θα έπρεπε να εξεδίδετο απόφαση του Δευτεροβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου, γ) για να ήταν εκτελεστή η παραπάνω απόφαση (εφ’ όσον ήταν τελεσίδικη), θα έπρεπε να εκδοθεί και Προεδρικό Διάταγμα περί της καθαιρέσεώς των, όπως απαιτεί ο νόμος, πράγμα που δεν συνέβηκε , διότι ουδέποτε αναφέρθηκε κάτι τέτοιο, δ) στην Γνωμοδότηση των Ράμμου-Σγουρίτσα-Τσάτσου, σχετικά με τη νομική θέση των ΓΟΧ (βλ. αυτήν στη Θεμ. ΞΒ΄σελ. 7), δεν αναφέρεται τίποτε περί τελεσιδικίας αποφάσεως, αλλ’ απλώς γίνεται υπόθεση ότι: «η μνησθείσα απόφασις εφ’ όσον εγένετο τελεσίδικος δια της παρόδου απράκτων των προθεσμιών ασκήσεως ενδίκων μέσων ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως ή δια της ασκήσεως και απορρίψεως αυτών, παράγει πάντα τα νόμιμα αποτελέσματα….,. Το γεγονός ότι οι ανωτέρω Αρχιερείς ήσκησαν το έκλητον ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχου, δεν αναιρεί τα παραπάνω λεχθέντα, καθόσον δικονομικά αυτό ήταν απαράδεκτο, αφού στρεφόταν κατ’ αποφάσεως μη τελεσίδικης, και έπρεπε, χωρίς άλλη έρευνα, να απορριφθεί. Γι αυτό το υποστηριζόμενο περί μη τελεσιδικίας της υπ’ αριθμ. 2/1935 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου λόγω μη εισέτι εκδικάσεως του κατ’ αυτής εκκλήτου (βλ. Βούλ. Συμβ. Πλημ. Πειρ. 54/1976 Ποιν. Χρον. ΚΣΤ΄σελ. 674, Βούλ. Συμβ. Πλημ. Πειρ. 1344/1964 αδημ.), δεν είναι ορθόν. Αντίθετα εάν πράγματι η ως άνω απόφαση ήταν τελεσίδικη, η μη εκδίκαση του εκκλήτου δεν θα ανέστειλε, σύμφωνα με τον Ν. 590/1977, την εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής. Ο Άρειος Πάγος δεν ασχολήθηκε ποτέ με το θέμα της τελεσιδικίας της πιο πάνω αποφάσεως. Πράγματι, με τις υπ’ αριθμ. 39/1956 (Ποιν. Χρον. ΣΤ΄σελ. 190) και 178/1957 (Ποιν. Χρον. Ζ΄σελ. 372) αποφάσεις του, που αναφέρονται ειδικά στον εκ των πιο πάνω καθαιρεθέντων Αρχιερέα πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, απεφάνθη ορθές τις Εφετειακές αποφάσεις, κατά τις οποίες ο ανωτέρω Αρχιερέας δεν είχε την εξουσία να χειροτονεί, καθόσον κατεδικάσθη σε καθαίρεση με την άνω (τελεσίδικη) απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δηλαδή ότι ορθά έκριναν τις συνέπειες της τελεσιδικίας. Εκ τούτων έπεται ότι οι αποφάσεις των Εφετείων, χωρίς να ερευνήσουν την εκτελεστότητα της αποφάσεως, θεώρησαν αυτή τελεσίδικη, ίσως στηριζόμενες στο άρθρο 124 § 3 του Ν. 538-3/1932, κατά τον οποίον «Αι περί δεδικασμένου διατάξεις της ποινικής δικονομίας επεκτείνονται και επί του παρόντος» δηλαδή ότι αποτελεί δεδικασμένο γι αυτά. Ωστόσο το δεδικασμένο προϋποθέτει μεταξύ άλλων αμετάκλητη (εδώ τελεσίδικη) καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση (αριθμ. 57 § 1 ΚΠΔ), πράγμα που δεν ερευνήθηκε. Σύμφωνα λοιπόν με τις σκέψεις μας αυτές, η μη τελεσιδικία της ανωτέρω αποφάσεως και η μη έκδοση Π.Δ./τος περί καθαιρέσεως των παραπάνω Αρχιερέων, δεν επέφερε τις νόμιμες συνέπειες της ποινής αυτής και επομένως οι ανωτέρω δεν στερήθηκαν ΠΟΤΕ της εξουσίας προς τέλεση Μυστηρίων και ιερατικών πράξεων, με συνέπεια, μη αποβάλλοντες το Αρχιερατικό αξίωμα, οι γενόμενες απ’ αυτούς χειροτονίες να είναι ισχυρές, τελεσθείσες από νόμιμους φορείς της ιερωσύνης. V) Για τον χειροτονηθέντα από τους πιο πάνω Αρχιερείς (προ της καθαιρέσεώς των) Επίσκοπον Βρεσθένης Ματθαίον, εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 3 της 2-7-1935 (ΣΠ. 1988, 1992) και από 18-7-1935 αποφάσεις των Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου για τους Αρχιερείς Δικαστηρίων αντίστοιχα (οι οποίες καίτοι ζητήθηκαν δεν ανευρέθηκαν από την Γραμματεία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το από 19-3-1990 έγγραφο αυτής προς τον Πταισματοδίκη Πειραιώς), με τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε στις ποινές της καθαίρεσης και της αργίας ενός έτους αντίστοιχα (βλ. Γνωμ. Ράμμου οπ. παρ.). Με την τελευταία όμως απόφαση το Δικαστήριο (Δευτεροβάθμιο) κήρυξε επίσης άκυρη την σε Επίσκοπο χειροτονία του ανωτέρω, δηλαδή, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, ήσκησε αρμοδιότητα που δεν παρείχετο σ’ αυτό από την εκκλησιαστική ποινική νομοθεσία ή άλλο νόμο, και κατά συνέπεια η παραπάνω απόφαση είναι ανίσχυρη, ως προς το σκέλος αυτό, και δεν παράγει αποτελέσματα. Επομένως και ως προς τον Επίσκοπον τούτον δεν έχουμε στέρηση του Αρχιερατικού αξιώματος (διότι η αργία δεν επιφέρει τοιαύτην), με συνέπεια οι παρ’ αυτού γενόμενες χειροτονίες να είναι ισχυρές, τελεσθείσες από νόμιμο φορέα της Ιερωσύνης. Συνεπώς οι απ’ αυτόν χειροτονηθέντες νομίμως φέρουν το ιερατικό σχήμα. Πράγματι ο ανωτέρω Αρχιερεύς χειροτόνησε κατώτερους κληρικούς και Επισκόπους, μετά των τελευταίων δε συγκρότησε την Ιερά Σύνοδο της Ματθαιϊκής Παρατάξεως της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, η οποία μετά την Νομολογία του Αρείου Πάγου (βλ. ΑΠ 39/1956 και 178/1957 οπ. παρ.), κατά την οποία οι το έτος 1935 καθαιρεθέντες Αρχιερείς στερούνται της εξουσίας να χειροτονούν και ότι οι υπ’ αυτών χειροτονηθέντες δεν έχουν την ιδιότητα του κληρικού, προσέφυγε στην εν Αμερική Υπερόριον Ρωσική Οορθόδοξον Εκκλησία της Ρωσίας (είναι το τμήμα εκείνο της Ρωσικής Εκκλησίας που εξήλθε της Ρωσίας μετά την Επανάσταση του 1917, η δε διοίκηση των Επισκόπων αυτής αναγνωρίσθηκε το έτος 1920 από τον Πατριάρχη Μόσχας Τύχωνα), η οποία δέχθηκε την δια χειροτονίας (σημ. «Πατρίων»: το ορθόν είναι δια «χειροθεσίας») εξασφάλιση της διαδοχής στην Ιεραρχία της. Έτσι, από την Ιεράν Σύνοδον της ανωτέρω Εκκλησίας, που ακολουθεί το Πάτριον Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον, μεταξύ των ετών 1960 και 1962, χειροτονήθηκαν με την σειρά: α) Ο Αρχιμανδρίτης Ακάκιος Παππάς σε Επίσκοπον Ταλαντίου, από τον Αρχιεπίσκοπο Σικάγου Σεραφείμ και τον Επίσκοπο Θεόφιλο. β) Ο Αρχιμανδρίτης Αυξέντιος Πάστρας σε Επίσκοπο Γαρδικίου, από τον Ακάκιο Παππάν και τον Αρχιεπίσκοπον Χιλής και Περού Λεόντιο. γ) Ο Αρχιμανδρίτης Γερόντιος Μαργιώλης σε Επίσκοπο Πειραιώς και Σαλαμίνος από τους Ακάκιον Παππάν, Αυξέντιον Πάστραν και τον Επίσκοπον Κυκλάδων Παρθένιον. δ) Το έτος 1971, οι Μητροπολίτες Κορινθίας Κάλλιστος και Κιτίου Επιφάνιος, από τους Αρχιερείς Γερμανίας Φιλόθεον και Αυστραλίας Κων/νον, οι οποίοι ενεκλήθηκαν από την Σύνοδο των Επισκόπων της Εκκλησίας αυτής. Οι ανωτέρω χειροτονηθέντες, (σημ. «Πατρίων»: Το ορθόν είναι «οι ανωτέρω (Κορινθίας Κάλλιστος και Κυτίου Επιφάνιος) χειροθετηθέντες, εχειροθέτησαν περαιτέρω τους υπόλοιπους Αρχιερείς της Ματθαιϊκής Παρατάξεως), χειροτόνησαν τους υπόλοίπυς Αρχιερείς, τον κλήρο (βλ. εκτενέστερη ανάπτυξη στο Βουλ. Συμβ. Πλημ. Πειρ. 54/1976 οπ. Πειραιώς). VI) Στην προκειμένη περίπτωση, από την προανάκριση που διενεργήθηκε και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής περιστατικά: Στις 22-5-1989 στην Δράμα και πλησίον του Διοικητηρίου έγινε συγκέντρωση διαμαρτυρίας από οπαδούς των Παλαιοημερολογιτών Δράμας εξ αφορμής της αρνήσεως του Μητροπολίτου Δράμας να επιτρέψει τηνανέγερση Ναού τούτων. Επί κεφαλής του πλήθους ήταν οι κατηγορούμενοι Καλλιόπιος Γιαννακουλόπουλος, αποκαλούμενος Μητροπολίτης Πενταπόλεως των ΓΟΧ και ο Αρχιμανδρίτης και εφημέριος του Ιερού Ναού των Τριών Ιεραρχών των ΓΟΧ Δράμας Αμβρόσιος Νικηφορίδης. Ο πρώτος τούτων, ενδεδυμένος το ιερατικόν σχήμα, έφερε το δι Αρχιερείς εγκόλπιον και κρατούσε ποιμαντορική ράβδο, ο δε δεύτερος έφερε την στολήν του κληρικού (βλ. εφημερίδες). Ο πρώτος κατηγορούμενος χειροτονήθηκε διάκονος το έτος 1945 από τον Επίσκοπο Βρεσθένης Ματθαίον, που, κατά τα προλεχθέντα είχε κανονική ιερωσύνη, καθόσον χειροτονήθηκε πριν την καθαίρεση των χειροτονησάντων τούτον Αρχιερέων, ενώ δεν απώλεσε το Αρχιερατικό του αξίωμα λόγω των αποφάσεων των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Στη συνέχεια το έτος 1950 ο Καλλιόπιος χειροτονήθηκε σε Πρεσβύτερο από τον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο, ο οποίος, όπως είπαμε, ενώ καθαιρέθηκε με την υπ’ αριθμ. 2/1935 απόφαση του Πρωτοβαθμίου για τους Αρχιερείς Δικαστηρίου, η απόφαση αυτή δεν κατέστη τελεσίδικη, ώστε να παράγει τις εκ της καθαιρέσεως έννομες συνέπειες. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος χειροτονήθηκε νομίμως από τον έχοντα την προς τούτο εξουσία Αρχιερέα. Μετά ταύτα ο Καλλιόπιος στις 12-2-1979 χειροτονήθηκε σε Μητροπολίτη Πενταπόλεως των ΓΟΧ από τους Κορινθίας Κάλλιστον, Αχαϊας Καλλίνικον και Αιολίας Γερμανόν, που έλκουν την διαδοχή τους από την Υπερόριον Ρωσσική Ορθόδοξη Εκκλησία (βλ. χειροτονητήρια για πρώτο κατηγορούμενο). Ο δεύτερος κατηγορούμενος χειροτονήθηκε στις 30-1-1976 διάκονος και στις 30-1-1981 πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη των ΓΟΧ Φθιώτιδος και Θαυμακού Καλλίνικον (βλ. χειροτονητήριο). Ο τελευταίος, που ανήκε αρχικά στην επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος, χειροτονήθηκε διάκονος το έτος 1954 από τον Μητροπολίτη Σύρου Φιλάρετο. Το έτος 1965 προσχώρησε στην Θρησκευτική κοινότητα των ΓΟΧ και το έτος 1971 χειροτονήθηκε Επίσκοπος της παραπάνω Μητροπόλεως από τον Αυξέντιο Πάστρα (Αρχιεπίσκοπο τότε των ΓΟΧ), Πειραιώς και Σαλαμίνος Γερόντιο με σύμψηφο του Εξάρχου Αμερικής Μητροπολίτη Αστορίας Πέτρου. Περί της χειροτονίας των τελευταίων εγένετο ήδη λόγος. VII) Όπως είναι φανερό, εφ’ όσον, κατά τα ειπωθέντα παραπάνω, νόμιμος φορέας της ιερωσύνης, είναι αυτός που χειροτονήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, η τήρηση των οποίων γίνεται τόσον από την επίσημη Εκκλησία όσον και από τους ΓΟΧ,οι οποίοι διαφοροποιούνται από την πρώτη μόνο ως προς τον χρονικό προσδιορισμό του Εορτολογίου, συνάγεται ότι οι κληρικοί των τελευταίων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν καθαιρεθεί τελεσίδικα ή δεν έχουν χειροτονηθεί από τελεσιδίκως καθηρημένους Αρχιερείς, νόμιμα φέρουν το ιερατικόν σχήμα και επομένως δεν διαπράττουν το έγκλημα του άρθρου 176 ΠΝ (βλ. αντίγραφο υπ’ αριθμ. 713/1983 απόφ. Μον. Πλημ. Χίου αδημ.). Τα’ ανωτέρω ισχύουν και για τους κατηγορούμενους, οι οποίοι έχουν νόμιμο δικαίωμα να φέρουν την στολήν του Κληρικού και να τελούν τις ιερατικές πράξεις που προσιδιάζουν στον βαθμό που κατέχουν. Επιχειρήματα ενισχυτικά των ανωτέρω απόψεών μας είναι: α) Υπήρχαν περιπτώσεις που η επίσημη Εκκλησία δέχθηκε στους κόλπους της κληρικούς των ΓΟΧ (βλ. ΝοΒ 18 σελ. 902 και υπ’ αριθμ. 4796/80/371/27-2-1981 έγγραφο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος. β) Υπάρχουν Ορθόδοξες Εκκλησίες, που ακολουθούν το Παλαιόν ημερολόγιον, με τις οποίες η Ελληνική Εκκλησία βρίσκεται σε κανονική κοινωνία (π.χ. Πατριαρχείο Ιεροσολύμων). γ) Η Ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζει, με την προϋπόθεση του κανονικού της χειροτονίας των, τα από τους κληρικούς των ΓΟΧ τελούμενα Μυστήρια, απαλλάσει αυτούς της στρατεύσεως και παρέχει σ’ αυτούς δωρεάν ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη (βλ. σχετικά έγγραφα Υπουργείων ). Έτσι φαίνεται ότι η αρχικώς κρατήσασα άποψη για την νομική θέση των Παλαιοημερολογιτών στην Ελλάδα, που εκτέθηκε παραπάνω αρχίζει να εγκαταλείπεται, διότι: α) Ο καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Σπ. Τρωϊάνος, ενώ στο σύγγραμά του «Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου» υπεστήρηξε την ανωτέρω κρατήσασα άποψη (βλ. έκδοση 1984 σελίδες 155-156), στην συνέχεια, στην από 28-2-1984 Γνωμοδότησή του επί θεμάτων που του έθεσαν οι ΓΟΧ υπεστήρηξε την άποψη της μειοψηφίας στην υπ’ αριθμ. 378/1980 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία οι ΓΟΧ αποτελούν νομίμως υφισταμένη Θρησκευτική Κοινότητα επί της οποίας δεν εφαρμόζεται η νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος. β) Στην υπ’ αριθμ. 8/1989 Γνωμοδότηση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σπ. Κανίνια (Ελλ. Δικ. 30.1396) αναφέρεται ότι «Ο Παλαιοημερολογιτισμός δεν συνιστά αυτός καθ’ εαυτόν παρανομίαν και οι κληρικοί του δικαιούνται να ασκούν ακωλύτως την υπηρεσία τους ως λειτουργοί της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, σε τρόπον ώστε όταν ιερουργούν ή τελούν Ιερά Μυστήρια ή όταν φέρουν το ορισμένο για τους κληρικούς ιερατικό σχήμα, δεν διαπράττουν τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 175-176 ΠΚ αδικήματα της αντιποιήσεως». Από την Γνωμοδότηση αυτή προκύπτουν κατά την άποψή μας τα εξής: αα) Οι κληρικοί των ΓΟΧ είτε προέρχονται από την επίσημη Εκκλησία είτε από άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι λειτουργοί της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και επομένως νόμομοι φορείς της Ιερωσύνης, εκτός αν έχουν καθαιρεθεί τελεσίδικα ή προέρχονται από χειροτονίες τελεσιδίκως καθηρημένων Αρχιερέων. Τούτο σημαίνει ότι οι κληρικοί που χειροτονήθηκαν από μη τελεσεδίκως καθαιρεθέντες Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος ή άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών νόμιμα φέρουν το ιερατικό σχήμα. Άλλωστε τούτο είναι λογικό, καθόσον η διοικητική οργάνωση των ΓΟΧ ρυθμίζεται αποκλειστικά και μόνο από τους Ιερούς Κανόνες και τις Ιερές Παραδόσεις, η απαρασάλευτη τήρηση των οποίων επιβάλλεται και στην Εκκλησία της επικρατούσης στην Ελλάδα θρησκείας. ββ) αναγνωρίζεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως και λατρείας (άρθρο 13 Συντάγματος 1975, βλ. και Βουλ. Συμ. Πλημ. Πειρ. 54/1976 οπ. παρ.). γγ) Οι κληρικοί των ΓΟΧ ασκούντες τα ιερατικά τους καθήκοντα δεν αντιποιούνται τα έργα του λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (πρβλ. και Π. Σμαϊλη, «Το κύρος των γάμων των Παλαιοημερολογιτών και η θέσις της θρησκευτικής κοινωνίας τούτων, σελ. 59). δδ) Ο Ν. 590/1977 (περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που προβλέπει τον τρόπο εκλογής από την Ιερά Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών, δεν υπεισέρχεται σε ζητήματα πίστεως και λατρείας, όπως η χειροτονία Επισκόπου, και επομένως άφησε άθικτους τους ιερούς Κανόνες ΙΔ΄Αποστολικό Κανόνα, ΙΘ΄, της Συνόδου Αντιοχείας, ΣΤ΄της Συνόδου Σαρδικής, ΙΒ΄και ΙΓ΄της Συνόδου Λαοδικείας, ΙΓ΄της Συνόδου Καρθαγένης, Δ΄της εν Νικαία Αης Οικουμενικής Συνόδου και Γ΄της εν Νικαία Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου (βλ. προτ. Αντ. ΑΠ-Β. Σακελλαρίου υπό ΑΠ 454/1966 Ποιν. Χρον. ΙΖ΄σελ. 101). εε) Η ανωτέρω Γνωμοδότηση, εφ’ όσον δεν κάνει διάκριση, αναφέρεται τόσο στους κληρικούς που από την αρχή ακολούθησαν το παλαιό ημερολόγιο, όσο και εκείνους της επίσημης Εκκλησίας που αργότερα προσχώρησαν στους ΓΟΧ, υπό τον όρον βέβαια ότι δεν είχαν τελεσίδικα καθαιρεθεί. Επομένως αυτή δέχεται ως νόμιμη και συνεχεί την Αποστολική διαδοχή και στους κόλπους αποκλειστικά των ΓΟΧ. VIII) Σύμφωνα με τα παραπάνω, ακώλυτη έχουν την ιερωσύνη, καθόσον δεν είναι καθηρημένοι και δεν έχουν χειροτονηθεί από τελεσιδίκως καθηρημένους Αρχιερείς. Συνεπώς είναι λειτουργοί με την προεκταθείσα έννοια, δικαιούμενοι νομίμως να περιβάλλονται και να φέρουν το ιερατικό σχήμα, ο δε πρώτος και τα διακριτικά σημεία του Επισκόπου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το κρινόμενο έγκλημα. Αλλά και στην περίπτωση που δεν θα γινόταν δεκτές οι παραπάνω απόψεις, δηλ. αν αντίθετα υποστηριζόταν ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν χειροτονηθεί κανονικά και επομένως ότι δεν δικαιούνται να φέρουν τα διακριτικά σημεία και την στολή του κληρικού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενόψει της επί του θέματος διχογνωμίας και του γεγονότος ότι αυτοί πιστεύουν ότι εγκύρως φέρουν την στολή, καθόσον η διαφωνία τους για την ορθότητα του Ιουλιανού ημερολογίου δεν θίγει τα δόγματα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην οποία ανήκουν και της οποίας κατά την εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, ως επίσκοπος και πρεσβύτερος αντίστοιχα, ακολουθούν τους λειτουργικούς και εκκλησιαστικούς τύπους, τους ιερούς Κανόνες και τις ιερές Παραδόσεις, φρονούμε ότι η άποψη τους αυτή είναι εύλογη και συγγνωστή, με αποτέλεσμα την αδυναμία καταλογισμού σ’ αυτούς της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 176 ΠΚ (άρθρο 31 § 2 ΠΚ). ΙΧ) Κατ’ ακολουθίαν τούτων δεν προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων προς παραπομπή τους στο ακροατήριο και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 309 § 1α και 310 § 1 ΚΠΔ, να μη γίνει κατηγορία κατ’ αυτών για την πιο πάνω πράξη, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του Δημοσίου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να μη γίνει κατηγορία κατά των 1) Κων/νου ή Καλλιοπίου Παναγ. Γιαννακουλόπουλου, Επισκόπου Παλαιοημερολογιτών, κατοίκου Πειραιώς και 2) Ιωάννη ή Αμβροσίου Αγαπ. Νικηφορίδη, ιερέως των Παλαιοημερολογιτών κατοίκου Δράμας, για παράβαση του άρθρου 176 σε συνδυασμό με το άρθρο 175§2 του ΠΚ, πράξη που φέρονται ότι ετέλεσαν στην Δράμα στις 22-5-1989, σύμφωνα με όσα αναπτύχθησαν στο ιστορικό της παρούσας. Δράμα 31 Δεκαμβρίου 1990 ΟΕισαγγελέας Ζαχαρίας Μουράτης. Εισαγγελέας Πρωτοδικών Δράμας Αφού το Συμβούλιο άκουσε και την προφορική ανάπτυξη της πρότασης του Εισαγγελέα, αυτός αποχώρησε. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΝΟΜΙΜΑ Από τη διάταξη του άρθρου 176 ΠΚ, σε συνδυασμό με κείνη του άρθρου 175 §2 του ιδίου κώδικα, σαφώς προκύπτει ότι αυτός που χωρίς δικαίωμα δημόσια φέρει στολή ή άλλο διακριτικό σημείο υπαλλήλου δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησεως ή θρησκευτικού λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας ή άλλης γνωστής στην Ελλάδα θρησκείας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Ως στολή θρησκευτικού λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας νοείται η οριζόμενη από το ΠΔ της 21/22 Ιανουαρίου 1931 περιβολή ή αμφίεση, μεταξύ δε των διακριτικών αυτών περιλαμβάνονται τα οριζόμενα στο Β.Δ. της 15.6/10./7/1956, τα οποία προσδιορίζουν το βαθμό ή την ιδιότητα του φέροντος θρησκευτικού λειτουργού (εγκόλπιο, ποιμαντορική ράβδος). Ως θρησκευτικός λειτουργός της ιδίας εκκλησίας νοείται αυτός που φέρει τον βαθμό του επισκόπου, πρεσβυτέρου ή διακόνου. Για την απόκτηση των βαθμών αυτών απαιτείται εκλογή και τέλεση του Μυστηρίου της χειροτονίας, με την οποία ο χειροτονούμενος προχειρίζεται την θεία χάρη στο βαθμό που έχει εκλεγεί. Σύμφωνα με τον πρώτο Αποστολικό Κανόνα, καθώς και το δεύτερο, που επαναλήφθηκε με τον ΙΓ΄κανόνα, της Ιεράς Συνόδου της Αγκύρας και τον Χ κανόνα της Ιεράς Συνόδου Αντιοχείας, οι διάκονοι και οι πρεσβύτεροι χειροτονούνται από έναν επίσκοπο, ενώ οι επίσκοποι χειροτονούνται από τρεις ή τουλάχιστον δύο επισκόπους. Εξάλλου βάσει του ΚΑ΄κανόνα της ΣΤ΄Οικουμενικής Συνόδου στον Τρούλλο η χειροτονία που γίνεται από μη επισκόπους είτε διότι δεν είχαν εκλεγεί, είτε διότι χειροτονήθηκαν όχι από επισκόπους, είτε διότι είχαν καθαιρεθεί προηγουμένως είναι ανυπόστατη και συνεπώς ο με τον τρόπο αυτό χειροτονημένος δεν δικαιούται να φέρει τη στολή θρησκευτικού λειτουργού ή άλλα διακριτικά σημεία αυτού (Φραγκίστα στοιχ. Εκκλης. Δικ. §19 σελ. 117 επόμενα). Η καθαίρεση αρχιερέως (επισκόπου αποτελεί είδος εκκλησιαστικής ποινής πνευματικού χαρακτήρα, που επιβάλλεται από το πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο για τους αρχιερείς δικαστήριο (αριμ. 1 περ. γ, 20, 23 περδ και 24 του Ν. 5383/1932). Οι καταδικαστικές αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων γίνονται εκτελεστές όταν τελεσιδικήσουν. Τελεσίδικες δε, είναι οι αποφάσεις που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ή έφεση (αριθμ. 151 ν. 5383/1932). Η προθεσμία ανακοπής από τον ερήμην δικασθέντα είναι 10 ημερών από της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, της δε εφέσεως δεκαήμερος από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον ερήμην δικασθέντα ή της δημοσιεύσεώς της εφόσον δικάστηκε αντιμωλία, παρεκτείνονται δε οι προθεσμίες αυτές κατά 8 ή 15 ημέρες (άρθ.126 επόμενα, 133 επόμενα ν. 5383/1932). Η προθεσμία και η άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου αναστέλλει τηνεκτέλεση της αποφάσεως, οι δε τελεσίδικες καταδικαστικές κατά Αρχιερέων αποφάσεις εκτελούνται με έκδοση Προεδρικού Διατάγματος με πρόταση του Υπουργού Παιείας και Θρησκευμάτων (αρθ. 129, 135 και 152 του ιδίου νόμου). Στην κρινόμενη περίπτωση κατά των κατηγορουμένων Κων/νου ή Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου και Ιωάννη ή Αμβροσίου Νικηφορίδη ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 176 ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθ. 175 §2 του ιδίου Κώδικα. Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της σχετικής προανακριτικής δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Την 22-5-1989 σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας πλησίον του Διοικητηρίου της Δράμας παραβρέθηκαν και οι κατηγορούμενοι, ο πρώτος των οποίων είναι Μητροπολίτης Πενταπόλεως των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ΓΟΧ) και ο δεύτερος αρχιμανδρίτης του Ιερού Ναού Τριών Ταξιαρχών ΓΟΧ Δράμας. Έφεραν στολή θρησκευτικού λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος και ο πρώτος αυτών κρατούσε Ποιμαντική ράβδο και είχε κραμασμένο στο λαιμό του εγκόλπιο. Ο πρώτος των κατηγορουμένων χειροτονήθηκε διάκονος το 1945 από τον Επίσκοπο Βρεσθένης Ματθαίο, ο οποίος είχε χειροτονηθεί επίσκοπος την 8-6-1935 από τους επισκόπους Δημητριάδος Γερμανό, Φλωρίνης Χρυσόστομο και Ζακύνθου Χρυσόστομο, οι οποίοι προηγουμένως είχαν διαφοροποιηθεί από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, διότι δεν ασπάσθηκαν την εισαγωγή του Γρηγοριανού ημερολογίου και συνεκρότησαν Ιερή Σύνοδο της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, μετά δε την άνω χειροτονία ερήμην καταδικάσθηκαν σε καθαίρεση με την 2/14-6-1935 απόφαση του Πρωτοβαθμίου για τους Αρχιερείς Δικαστηρίου. Το 1950 ο πρώτος των κατηγορουμένων χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Φλωρίνης Χρυσόστομο, εναντίον του οποίου δεν είχε εκτελεστεί μέχρι τότε η ως άνω ποινή της καθαιρέσεως, (δεν έχει εκδοθεί σχετικό διάταγμα, κυρίως, διότι η ως άνω 2/1935 απόφαση δεν επιδόθηκε σ’ αυτόν για να αρχίσει η προθεσμία ανακοπής και εφέσεως κατ’ αυτής, συνεπώς δεν έγινε τελεσίδικη. Την 12-2-1979 ο πρώτος των κατ/νων, μετ’ εκλογή του χειροτονήθηκε επίσκοπος από τους Μητροπολίτες ΓΟΧ Κορινθίας Κάλλιστο, Αχαϊας Καλλίνικο και Αιολίας Γερμανό, οι οποίοι χειροτονήθηκαν από επισκόπους που είχαν χειροτονηθεί από άλλους επισκόπους χειροτονημένους από δύο τουλάχιστο επισκόπους της Υπερόριας Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, σύμφωνα με όσα αναλύονται ειδικότερα την άνω Εισαγγελική πρόταση. Οι γενόμενες από επισκόπους άλλων ομοδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών χειροτονίες αναγνωρίζονται ως έγκυρες, αρκεί οι εκκλησίες αυτές, όπως η άνω Υπερόριος Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, να ανγνωρίζουν την χειροτονία (ιερωσύνη) ως μυστήριο (Φραγκίστας, όπου παραπάνω σελ. 119). Ο δεύτερος των κατηγορουμένων χειροτονήθηκε την 30-1-1981 πρεσβύτερος από το Μητροπολίτη ΓΟΧ Φθιώτιδος και Θαυμακού Καλλίνικο, ο οποίος χειροτονήθηκε διάκονος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας το 1950 και πρεσβύτερος το 1954 από το Μητροπολίτη Σύρου Φιλάρετο, μετά δε προσχώρησή του στους ΓΟΧ (1965) χειροτονήθηκε το 1971 επίσκοπος από τον Αρχιεπίσκοπο ΓΟΧ Αυξέντιο Πάστρα και το Μητροπολίτη Πειραιά και Σαλαμίνος Γερόντιο, οι οποίοι είχαν χειροτονηθεί επίσκοποι όπως διαλαμβάνεται στην άνω Εισαγγελική πρόταση (σειρά χειροτονιών από Υπερόριο Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής). Συνεπώς οι κατηγορούμενοι, μετ’ εκλογή τους, χειροτονήθηκαν από επισκόπους που επίσης είχαν χειροτονηθεί νόμιμα και δεν είχε κατ’ αυτών εκτελεστεί προηγουμένως απόφαση αρμοδίου εκκλησιαστικού δικαστηρίου που τελεσίδικα επέβαλε την ποινή της καθαιρέσεως και δικαιούνται να φέρουν στολή θρησκευτικού λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας, ο δε πρώτος αυτών να φέρει εγκόλπιο και να κρατά Ποιμαντορική ράβδο ως χειροτονημένος επίσκοπος Πενταπόλεως. Συνακόλουθα, σύμφωνα και με τις ορθές σκέψεις της άνω Εισαγγελικής Προτάσεως το Συμβούλιο αυτό θα κρίνει ότι ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ κατηγορία κατά των κατηγορουμένων επειδή δεν προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις ενοχής τους για την αποδιδομένη σ’ αυτούς αξιόποινη πράξη. Τέλος δεν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος κάποιου προσώπου, επειδή η ποινική δίωξη δεν ασκήθηκε ύστερα από σχετική μήνυση ή έγκληση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αποφαίνεται ΝΑ ΜΗ γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων 1) Κων/νου ή Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου του Παναγιώτη, Επισκόπου Γ.Ο.Χ., κατοίκου Πειραιώς και 2) Ιωάννη ή Αμβροσίου Νικηφορίδη του Αγαπίου, Ιερέως ΓΟΧ, κατοίκου Δράμας για παράβαση του άρθρου 176 ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθ. 175 § 2 ΠΚ, πράξη που φέρονται ότι έχουν τελέσει στη Δράμα την 22-5-1989. ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ Στην Δράμα την 17-1-1991, και ΕΚΔΟΘΗΚΕ την 24-1-1991 στον ίδιο τόπο. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ Καραγιάννη Φωτεινή [1] Τά δύο ταῦτα Ἀπαλλακτικά Βουλεύματα 54/76 (τοῦ Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς) καί 46/91 (τοῦ Πλημμελειοδικείου Δράμας), ἅτινα παραθέτομεν καί εἰς τήν παροῦσαν σειράν τῆς «ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ», πρός καλυτέραν ἐνημέρωσιν τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐδημοσιεύσαμεν κατά τό παρελθόν ἔτος, (2005) εἰς τήν περιοδικήν Ἔκδοσιν «Γνώσεσθε τήν ‘Αλήθειαν» (Τόμος Α). ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ @ ΓΟΕΕ 2007

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠ...