ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΛΥΘΕΙΑΣ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΥΧΗΣ
ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ο Α ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ.
Melpomeni Aslanidou · 6 ώρ. ·
ΠΕΡΙ ΠΟΛΥΘΕΪΑΣ, ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΙΜΑΡΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΥΧΗΣ
ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Εάν όλα αυτά κρέμωνται, κατά την δόξαν των, από τους Αστέρας, ακολουθεί άρα να είναι της κακίας εργάται, και πονηρίας και φόνου και βλάβης, και αναιρέται αρετής, και διά να είπω συντόμως, ουκ αγαθοί. Όμως, αυτά μεν είναι φλυαρίαι των βλασφήμων και των αθέων, τα δε κτίσματα του Θεού είναι αγαθά, ως Αγαθού κτίσματα.
Επειδή είδε τα πάντα, φησί,« και ιδού καλά λίαν», και έκαστον κινείται καλώς ως εκείνο, το οποίον έλαβε δύναμιν, και δεν είναι λογικά, αλλά σώματα μόνον άψυχα, τα οποία κινούνται την κίνησιν αυτήν την οποίαν βλέπομεν, μόνον δια να εκτελέσουν αυτό το ορώμενον, και είναι δήλον από αυτά τα αισθητά τα οποία ενεργούνται από αυτά.
Η δε ιδική μας κακία, και αρετή γίνεται από το αυτεξούσιόν μας. Και η μεν αρετή είναι εσπαρμένη από Θεού εις την φύσιν μας, η δε κακία δεν είναι, αλλά εφευρέθη από τον Πονηρόν διά της αργίας και αμελείας της αρετής. Και όσα γίνονται εις τον Κόσμον και εις ημάς, όλα γίνονται βουλήσει Θεού, άλλα μεν με το να ευδοκεί και άλλα με το να παραχωρή εξ αιτίας πάλιν ιδικής μας.
Διά τούτο πρέπει να αποβάλλωμεν τας τοιαύτας μωράς συζητήσεις και να δοξάζωμεν ότι οι αστέρες και ο ήλιος και η Σελήνη έγιναν, κατά την Αγίαν Γραφήν, από τον Θεόν διά να φωτίζουν την Γην.
Και ο μεν ήλιος διά να άρχη της ημέρας, η δε Σελήνη της νυκτός, και να κινώνται εις εξοικονόμησιν των φυτών και των σωμάτων, και διά να αποτελούν τους καιρούς, το Έαρ δηλαδή, το Θέρος, το Φθινόπωρον και τον Χειμώνα, να σημαίνουν όμβρους και ανέμους, και τα λοιπά αισθητά. Επειδή και αυτά ομοίως σώματα είναι και αισθητά. Και διά να δηλούν ενιαυτούς, δηλαδή, αφού γεμίσει το έτος, πάλιν διά της κινήσεως τούτων λαμβάνει αρχήν, και με αυτόν τον τρόπον διοικούνται τα φαινόμενα, θελήσει και προστάγμασι Θεού συμφερόντως.
Δεν έχουσιν όμως καμμίαν εξουσίαν τα κτίσματα, μήτε επιφέρουσι δυναστείαν και βίαν εις τας γνώμας και προαιρέσεις, μήτε εξουσιάζουσι ψυχήν, μήτε αναγκάζουσι να αμαρτάνωμεν ή να ενεργώμεν την αρετήν, μήτε ημπορούν να αποκαταστήσουν βασιλείς ή άρχοντας, πτωχούς, πλουσίους, υγιείς ή αρρώστους, αποθαμένους ή ζώντας, ατίμους ή εντίμους, φρονίμους ή άφρονας, αγαθούς ή πονηρούς. Διότι είναι αθεΐα να πιστευει κανεις ότι η Γένεσις και οι αστέρες έχουν δύναμιν να κάμνουν τα τοιαύτα.
Η γαρ Αγία Γραφή λέγει: «Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει, ταπεινοί και ανυψοί», και τα καθ’ εξής. «Και ο Κύριος θανατοί και ζωογονεί, κατάγει εις Άδου και ανάγει». Τούτο δε δικαίως και κατά την προαίρεσιν εκάστου, και κίνησιν, και όχι κατά βίαν, ότι «Δίκαιος ο Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησε». «Και δι’ ου αποδώσει εκάστω, λέγει, κατά τα έργα αυτού».
Πώς λοιπόν θέλει αποδώσει ο Θεός, αν ο άνθρωπος όχι εκ προαιρέσεως αλλά κατά βίαν αμαρτάνη ή κατορθώνη; Διότι εκείνος ο οποίος πράττει με βίαν, μήτε άδικος είναι, αν αμαρτάνη, μήτε δίκαιος, αν κατορθώνη, και μήτε ο φονεύσας είναι φονεύς, μήτε ο μοιχεύσας μοιχός, μήτε ο αρπάσας άρπαξ, μήτε ο σώζων σωτήρ, μήτε ο παρθενεύσας παρθένος, μήτε σώφρων ο σώφρων, μήτε δίκαιος ο δίκαιος.
Πώς λοιπόν κολάζει ο Θεός και πώς δικαιοί; Διότι βλέπομεν πολλά παραδείγματα, τόσον εις την Παλαιάν όσον και εις την Νέαν. Ημείς όμως οι πιστοί, όχι μόνον το να κινώνται κατά φύσιν τα φαινόμενα δοξάζομεν δίκαιον, αλλά και το υπέρ φύσιν. Επειδή Εκείνος ο οποίος έκτισε την κτίσιν δύναται και να τη μεταβάλη καθώς θέλει. Διά τούτο έκαμε και τέρατα υπέρ φύσιν διά των προσευχών των Δικαίων, και πριν του Νόμου και εν τω Νόμω και ύστερον από τον Νόμον.
Έκαμε τέλος πάντων το μέγα έργον, το υπέρ πάντα λόγον και νουν, το να σαρκωθεί ο Θεός Λόγος διά ημάς, και να πολιτευθεί εις τον βίον και να πάθη κατά τη σάρκα και να αναστηθή. Και να φανή ύστερον από την Ανάστασιν και να ψηλαφηθή και να τραφή και να αναβή μετά σαρκός εις τους Ουρανούς, και να εμπλήση την ανθρώπινον φύσιν από Πνεύμα Άγιον διά μέσου των Αποστόλων, να ενεργήση σημεία και τέρατα, να ελκύση εις την Πίστιν όλην την Οικουμένην, με μόνον το κήρυγμα και τα θαύματα, και έως την σήμερον να ενεργή διά θαυμάτων και να τερατουργεί διά νεκρών λειψάνων και δι’ ευχών των Αγίων, και τέλος να φανερώνηται η δύναμις του λύειν και δεσμείν, τα οποία όλα είναι πράγματα υπέρ φύσιν και έργα του Παντοδυνάμου Θεού.
Διά τούτο και όταν αρρωστώμεν ευχόμεθα να εύρωμεν υγείαν, όντες εις περιστάσεις να λυτρωθώμεν από τα δυσχερή και κακά, και όταν τα στοιχεία κινώνται παραλόγως, παρακαλούμεν να κινώνται ευφόρως, και πολλά άλλα γίνονται διά των ευχών των δικαίων ανδρών, καθώς βροχή από ανομβρίαν, καταστροφή και αφανισμός των πολεμίων, λύσις πείνης και πανώλους, αναρρώσεις αρρώστων, ελευθερία των λυπηρών και πολλά άλλα, δια τα οποία και η Εκκλησία προσεύχεται.
Η Τύχη λοιπόν και η γένεσις ανατρέπει την εις Θεόν ελπίδα και αθετεί και Αυτόν τον Θεόν και την Θείαν αυτού δύναμιν και όλην την Αγίαν Γραφήν και Κόλασιν αδίκων και απόλαυσιν Δικαίων, και συντόμως αναιρεί και αθετεί όλα τα μυστήρια του Θεού.
Διά τούτο κανείς ας μη νομίζη Χριστιανόν εκείνον ο οποίος καταγίνεται περί Γενεσεως και Αστρολογίας και τα τοιαύτα. Και αν ίσως καποιος ήθελεν ειπεί ότι αυτά μανθάνει, ο τοιούτος είναι ηπατημένος, απόβλητος, ξένος της Εκκλησίας και απατεών. Και έκαστος ευσεβής, επειδή είναι του Χριστού, της δυνάμεως του Πατρός, της αληθείας, του Παντοδυνάμου Λόγου, ελπισάτω επί Κύριον από του νυν και έως του αιώνος.
Διότι το σχήσμα του Κόσμου τούτου περνά, και η Κτίσις είναι φθαρτή και θέλει αλλοιωθεί. Και ημείς οι εν Χριστώ «ουκ εσμέν υπό τα στοιχεία του Κόσμου δεδουλωμένοι», καθώς λέγει ο Παύλος, αλλά εγείναμεν υπέρτεροι από την φθοράν και κατά την ψυχήν, και το σώμα διά της χάριτος του Αφθάρτου Πνεύματος. Όλα λοιπόν είναι δημιουργήματα και κτίσματα του Θεού, και κανέν από αυτά δεν είναι Θεός.
Comments
Post a Comment