ΟΣΤ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΙΕΡΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΟΣΤ
Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
Η Αρχιερατική εξουσία είναι ομολογουμένως χάρις και δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Πώς λοιπόν δύναται τις να χαρίση ταύτην εις άλλον, ως κληρονομικό δίκαιο; Δι' ο και ο παρών Αποστολικός Κανών διορίζει, ότι δεν πρέπει ο Επίσκοπος να κάμνει χάριν, και να χειροτονή διάδοχον εις το αξίωμα της Επισκοπής όποιον θέλει από τους αδελφούς του, ή τους υιούς του, ή τους συγγενείς του, διότι δεν είναι δίκαιον να κάμνη τινάς κληρονόμους της Επισκοπής, και Αρχιερωσύνης, (καθώς δηλαδή κάμνει και των άλλων πραγμάτων των κοσμικών), και να χαρίζη τα χαρίσματα του Θεού, οποία είναι η Αρχιερατική εξουσία, διά πάθος ανθρώπινον, ήτοι διά σχέσιν συγγενικήν και φιλία, αλλ' ούτε πρέπει να βάλη τις την Εκκλησίαν του Θεού υποκάτω εις κληρονομίαν, κάμνωντάς την να ονομάζηται πατρογονικόν δίκαιον. Ει δε τις των Επισκόπων ήθελε κάμη τούτο, και χειροτονήση διάδοχον της Επισκοπής κανένα του συγγενή, άκυρος μεν ας ήναι η χειροτονία του ούτω χειροτονηθέντος, αυτός δε ο χειροτονήσας τούτον, ας αφορίζηται• υπό της Συνόδου γαρ πρέπει να γίνονται οι Επίσκοποι. Και αν κατά τον μ', της εν Καρθαγένη, οι Επίσκοποι δεν έχουν εξουσίαν να αφίνουν εις τους συγγενείς των, η εις όσους άλλους βουληθούν, τα υποστατικά οπού μετά την Επισκοπήν απέκτησαν, εις λόγον κληρονομίας, (έξω μόνον, όσα απέκτησαν από κληρονομίαν συγγενών τους, ή φιλοτιμίαν κυρίως εις αυτούς γενομένη παρά τινός)• πώς δύνανται να αφήσουν ως κληρονομίαν εις τους συγγενείς των, ή εις όσους άλλους θελήσουν, αυτήν την Επισκοπήν;
Εκ του ιερού Πηδαλίου

"ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ" ΔΙΑ ΤΟ ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΟΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑ 54/76

 

 

"ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ"

ΔΙΑ ΤΟ ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΟΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑ 54/76

 

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ Β' ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Α.Π. 357/14.05. 2004) ΤΟΥ ΜΗΤΡ/ΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝ ΤΗΝ Δ' ΠΑΡΑΓΡ. ΕΚ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΟΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑ 54/76 ΤΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΑΝΕΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΣΕΒ/ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΝΙΚΟΛΑΟΝ ΩΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΕΓΚΥΡΟΝ, ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1971 "ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ" ΥΠΟ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ:

 

ΔΙΑ ΤΟ ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΟΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑ 54/76

ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ὅτι δέν ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ, ἀλλ᾿ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝκαί ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ὅσα παραπλησίως τῷ ποτέ Κορινθίας Καλλίστῳ καί κατά τήν ἰδίαν ἀκριβῶς χρονικήν περίοδον, βλάσφημα κατά τε τῆς ᾿Εκκλησιολογίας καί τῆς ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς διετυπώθησαν εἰς τό ὑπ᾿ ἀριθμ. 54/76 "᾿Απαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς", προκειμένου αὐτό νά ἀπαλλάξη τόν Σεβ/τον Πειραιῶς κ. Νικόλαον, ἐκ τῆς κατηγορίας ὅτι ἀντιποιεῖται τό λειτούργημα τοῦ ᾿Ορθοδόξου ᾿Αρχιερέως καί νά τόν ἐμφανίση ὡς Κανονικόν καί ἔχοντα ἔγκυρον τήν ᾿Αρχιερωσύνην, δυνάμει καί ἐνεργεία τῆς χειροθεσίας τοῦ 1971.

ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ, ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ καί ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ τάς ἐν τῷ διατακτικῷ τοῦ ἐν λόγῳ βουλεύματος διατυπωθείσας βλασφήμους θέσεις, ὡς: "Οἱ παλαιοημερολογῖται "...εἰ καί διηρημένοι ὄντες ἀπό τινος εἰς δύο ᾿Εκκλησίας, διευθυνομένας ἑκατέρας τούτων ὑπό ἰδίας Συνόδου ἐκ Παλαιοημερολογιτῶν ᾿Αρχιερέων. Διότι ἀπό τοῦ ἔτους 1937 ὁ κατά τήν 26ην Μαΐου 1935 χειροτονηθείς εἰς ᾿Επίσκοπον Βρεσθένης ῾Αγιορείτης ῾Ιερομόναχος Ματθαῖος Λαυρεώτης, περιελθών εἰς ἔριδα μετά τῶν λοιπῶν ᾿Αρχιερέων, ἥν καί τύποις περιέγραψεν, ἵδρυσε νέαν Θρησκευτικήν κοινωνίαν, ἥν ὠνόμασεν ὡσαύτως ᾿Εκκλησίαν τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν τῆς ῾Ελλάδος.  ῞Ενδεκα δ᾿ ἔτη βραδύτερον θεωρήσας τήν ὑπ᾿ αὐτόν ᾿Εκκλησίαν ὡς ἐν διωγμῷ τελοῦσαν καί ἐπικαλεσθείς "ἀπαρρησίαστον ἐπισκόπων καιροῖς χαλεποῖς", προέβη εἰς χειροτονίαν ῾Ιερομονάχου εἰς ᾿Επίσκοπον καί εὐθύς μετά τούτου εἰς χειροτονίας ἑτέρων τριῶν ἱερομονάχων εἰς ᾿Επισκόπους, μεθ᾿ ὧν συνεκρότησεν ἐν συνεχείᾳ τήν ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς Ματθαιϊκῆς λεγομένης παρατάξεως τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν. ῾Η ἐν λόγῳ δευτέρα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ᾿Εκκλησία ὑποστηρίζει τήν συγκρότησιν αὐτῆς κατά τά ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων τηρηθέντα, μεριμνᾶ δέ νά διακρίνῃ φανερῶς τήν θέσιν αὐτῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀπό πάσης ἄλλης παλαιοημερολογιτικῆς τοιαύτης, ὑποδεικνύουσα τοῦτο κατά τήν ἐκτός τῶν ἱεροτελεστιῶν ἀμφίεσιν τῶν Κληρικῶν καί μοναχῶν ἐν αὐτῇ"...

"Αἱ ὑπό τῶν παλαιοημερολογιτῶν ὅμως ὑποστηριζόμεναι ὡς ἄνω ἀπόψεις, περί τοῦ ἀπολύτως κανονικοῦ τῆς ἱερωσύνης αὐτῶν, ὡς καί ἡ ἐνισχυτική τούτων ἀπόψεων γνώμη, καθ᾿ ἥν ὁ καθηρημένος ᾿Ορθόδοξος ᾿Αρχιερεύς χειροτονῶν μετά τήν καθαίρεσιν δέν διαπράττει τό ἀδίκημα τῆς ἀντιποιήσεως ἀρχῆς, (Σημ. ἡμετ. Σφάλλει τό διατακτικόν διότι αἱ χειροτονίαι τοῦ 1935 ἔλαβον χώραν πρό τῆς ἀκύρου "καθαιρετικῆς ἀποφάσεως" τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ) ἡ δέ ὑπ᾿ αὐτοῦ γενομένη χειροτονία οὐδόλως εἶναι ἄκυρος ἤ ἀνυπόστατος, ἀφοῦ καί μετά τήν καθαίρεσιν δῆθεν δέν ἐκπίπτει τοῦ ἱερατικοῦ αὐτοῦ ἀξιώματος, τοῦθ᾿ ὅπερ ἅπαξ τῇ ἐπικλήσει τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀποκτηθέν εἶναι ἀναφαίρετον καί ἐσαεί ἀνεξάλειπτον, διότι ἡ θεία χάρις παραμένει δυνάμει ἐν αὐτῷ αἰρομένης δέ τῆς καθαιρέσεώς του ἐπανέρχεται εἰς τόν οἰκεῖον ἱερατικόν βαθμόν ἄνευ ἀναχειροτονήσεως, ἥτις θά ἦτο ἀπαραίτητος, ἐάν εἶχε στερηθῇ ταύτης (....) δέν ἐγένοντο ἀποδεκταί ὑπό τῆς Νομολογίας τῶν Δικαστηρίων, ἅτινα δέχονται, ὅτι οἱ κατά τό ἔτος 1935 καθαιρεθέντες ᾿Αρχιερεῖς μετέστησαν εἰς τήν τάξιν τοῦ μοναχοῦ, μηδεμίαν ἐξουσίαν ἔχοντες πρός ἐνέργειαν τῶν εἰς τούς ᾿Επισκόπους ἐπιτρεπομένων, ἐν οἷς καί ἡ χειροτονία ἱερέως ἤ ᾿Αρχιερέως, ἥτις τυχόν γενομένη εἶναι ἄνευ ἐννομου ἀξίας καί δέν περιποιεῖ τῷ χειροτονηθέντι τήν ἰδιότητα τοῦ κληρικοῦ ἤ τοῦ ἐπισκόπου (Α.Π. 39/1956 Ποιν.  Χρον.  ΣΤ. 190 Α.Π. 176/1957 Ποιν.  Χρον. Ζ, 372)".  (᾿Απαλλακτικόν Βούλευμα 54/76, "Πάτρια" Τόμος 11, ἔτους 1994, σελ. 157-170).

 ῾Ημεῖς χάριτι Χριστοῦ  ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ καί  ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ    πρός πᾶσαν κατεύθυνσιν καί πρός αὐτάς τάς ἀρχάς καί ἐξουσίας τοῦ κράτους καί τῶν δικαστηρίων, τήν ἀλήθειαν, ὅτι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος οὔτε τό 1924, οὔτε τό 1937 ἵδρυσε καμμίαν ᾿Εκκλησίαν, διότι οὐδείς "ἱδρύει ᾿Εκκλησίαν" ὑπό τήν ἔννοιαν αὐτήν, παρά μόνον οἱ αἱρετικοί Προτεστάνται.

Τό 1924, ὁ ὁμολογητής ἁγιορείτης ῾Ιερομόναχος Ματθαῖος, καθώς καί ἔτεροι ῾Ομολογηταί Κληρικοί καί Λαϊκοί, οὐδεμίαν "ἐκκλησίαν ἵδρυσαν", ἀλλά ἔμειναν ΠΙΣΤΟΙ, ΕΔΡΑΙΟΙ καί ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΟΙ εἰς τήν ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ καί δέν συνεμίγησαν μετά τῆς σχισματοαιρέσεως τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ. Αὐτῆς τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, ἀπεσχίσθη καί ἐξῆλθεν, τό 1924 ἡ ὑπό τόν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον ῾Ιεραρχία, καί ὅσοι τήν ἠκολούθησαν καί συνεμίγησαν τῇ αἱρέσει τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ.

῾Ωσαύτως καί κατά τό 1937, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἔμεινε πιστός, ἑδραῖος καί ἀμετακίνητος εἰς τήν Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικήν καί ᾿Αποστολικήν ᾿Εκκλησίαν, ἡ ὁποία ἀπό τό 1924 ὠνομάσθη πρός διάκρισιν "᾿Εκκλησία Γ.Ο.Χ.", ἤ "Γνησία καί ᾿Ακαινοτόμητος ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος". Αὐτῆς τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, τό 1937, ἐξῆλθεν ὁ πρ. Φλωρίνης καί οἱ περί αὐτόν ᾿Αρχιερεῖς, Κληρικοί καί Λαϊκοί, διότι τήν ἠρνήθησαν, ἐβλασφήμησαν κατ᾿ αὐτῆς καί ἐδέχθησαν τήν σχισματοαίρεσιν τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ "ὡς Μητέρα των ᾿Εκκλησίαν". Καί οὗτος ὁ πρ. Φλωρίνης μετά τῶν ὁπαδῶν του, Κληρικῶν καί Λαϊκῶν, "οὐδεμίαν ᾿Εκκλησίαν ἵδρυσεν τό 1937", ἀλλ᾿ ἐδημιούργησεν ἐνεργείᾳ σχσιματικήν παλαιοημερολογιτικήν παράταξιν.

ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ, ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ καί ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί τό ἕτερον σκέλος τοῦ διατακτικοῦ τοῦ  ἰδίου "᾿Απαλλακτικοῦ Βουλεύματος", (54/76) τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς", καθ᾿ ὅ "....Πρός θεραπείαν τῆς τοιαύτης "ἀδυναμίας" αἱ δύο θρησκευτικαί κοινωνίαι τῶν παλαιοημερολογιτῶν (Φλωρινικοί καί "Ματθαιϊκοί") προσέφυγον κεχωρισμένως ἑκάστη εἰς τήν ῾Υπερόριον ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, ἥτις ἐδέχθη τό μέν διά χειροθεσίας, κατ᾿ οἰκονομίαν τοῦ Η᾿ Κανόνος τῆς πρώτης Συνόδου .... νά καταστήσῃ κανονικάς τάς ἐκ τοῦ Ματθαίου προερχομένας χειροτονίας τῆς "Ματθαιίκῆς" ῾Ιεραρχίας δυνάμει τῆς ἀρχῆς καθ᾿ ἥν μία ἄνομος πρᾶξις ἐπικυρώνεται ὡς Μυστήριον ἄνευ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπαναλήψεως, ἡ ὁποία (῾Ιεραρχία) δέν ἀνεγνωρίσθη ὑπό τῆς ἄλλης παρατάξεως τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, τό δέ διά χειροτονίας..."  (Αὐτόθι).

ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ καί ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ὅτι οἱ ᾿Αρχιερεῖς καί ῾Ιερεῖς τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας εἶχον καί ἔχουν Κανονικήν Γνησίαν καί ἀδιάκοπον τήν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν κατ᾿ ἀρχάς ἐκ τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935. Οἱ τρεῖς ᾿Αρχιερεῖς (Δημητριάδος Γερμανός, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, καί Ζακύνθου Χρυσόστομος) ἐπιστρέψαντες, κατά Μαϊον τοῦ 1935, ἐκ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος εἰς τήν Γνησίαν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, ὡμολόγησαν ὅτι ἐξέρχονται τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος, τό ἀποκηρύσσουν καί οὕτω ἐπιστρέφουν εἰς τήν πρό τοῦ 1924 ᾿Εκκλησίαν. Οἱ τρεῖς οὗτοι ᾿Αρχιερεῖς συνεπεῖς πρός τήν ῾Ομολογίαν των αὐτήν, Κανονικῶς καί ἁρμοδίως προέβησαν εἰς χειροτονίας 4 ᾿Επισκόπων καί οὕτω συνεκρότησαν τήν ἑπταμελῆ Κανονικήν καί ᾿Ορθόδοξον ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Αἱ χειροτονίαι αὗται εἶναι ἀπολύτως Κανονικαί, ἔγκυροι καί ἀδιάβλητοι.

῾Ωσαύτως αἱ ὑπό μόνου τοῦ Κανονικοῦ καί ᾿Ορθοδόξου ᾿Επισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου τελεσθεῖσαι χειροτονίαι ᾿Επισκόπων κατά Σεπτέμβριον 1948, εἶναι καί αὗται ἀπολύτως ΠΛΗΡΕΙΣ, ΕΓΚΥΡΟΙ καί ΑΔΙΑΒΛΗΤΟΙ, ἡ δέ ὑπέρβασις τοῦ Κανόνος, ὅστις προβλέπει, ἡ μέν ἐκλογή νά γίνεται ὑπό τοῦ ὅλου σώματος τῆς ῾Ιεραρχίας καί ἐπί τό ὀρθότερον καί ἐκκλησιαστικώτερον ὑπό τοῦ ὅλου σώματος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἤτοι Κλήρου καί Λαοῦ, ἡ δέ χειροτονία ὑπό δύο ἤ τριῶν ᾿Επισκόπων, οὐδεμίαν συνέπειαν δύναται νά ἔχη ἐν προκειμένῳ, εἰς τήν συγκεκριμένην χειροτονίαν ᾿Επισκόπου, διότι τό ὅλον μυστήριον κατά τό πρῶτον μέρος αὐτοῦ, ἤτοι, τήν ἐκλογήν τῶν πρός ᾿Αρχιερατείαν Κληρικῶν ἐγένετο ψήφῳ Κλήρου καί Λαοῦ, Η ΔΕ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΕΓΕΝΕΤΟ ΥΠΟ ΕΝΟΣ ΜΟΝΟΝ, ΑΛΛΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, ΜΗ ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ Η ΤΡΙΤΟΥ. ῾Ετέρωθεν ὁ ἀοίδιμος ᾿Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος ἐχειροτόνησεν μόνος του μόλις ὀλίγον πρό τῆς κοιμήσεώς του, ΟΧΙ ΔΙΑ ΝΑ ΣΤΗΡΙΞΗ Η ΠΡΟΚΑΛΕΣΗ ΣΧΙΣΜΑ, ΦΑΤΡΙΑΝ Η ΑΛΛΟ ΤΙ ΠΟΝΗΡΟΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΠΕΡΙΕΛΘΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΣΧΑΤΗΝ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΝ, ΔΙΟΤΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΟΥ ΘΑ ΕΣΤΕΡΕΙΤΟ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ. (Σημειοῦται ὅτι ἐκοιμήθη τήν 14.5.1950, ἤτοι, μόλις ἐνάμισυ ἔτος μετά τάς ἱστορικάς χειροτονίας τοῦ Σεπτεμβρίου 1948). ᾿Αντιθέτως ἡ μή χειροτονία θά ἐσήμαινε ἀπιστίαν, ἄρνησιν καί προδοσίαν κατά τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅπως ἐπρόδωσεν ὁ πρώην Φώρίνης Χρυσόστομος. ῞Οθεν τό ἐν τῷ διατακτικῷ τοῦ "᾿Απαλλακτικοῦ Βουλεύματος" 54/76 ἀνωτέρω ἐπιχείρημα, ὡς ἀναληθές καί ἰδιαιτέρως ὡς βλάσφημον, ἀπό ὀρθοδόξου ᾿Εκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, εἶναι ἀπαράδεκτον καί ἀπορρίπτεται. Οἱ ᾿Επίσκοποι καί σύμπας ὁ ῾Ιερός Κλῆρος τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, ἔχουν ἀπ᾿ ἀρχῆς πλήρη, τελείαν, ἀδιάκοπον καί γνησίαν τήν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν ἐκ τῶν Κανονικῶν καί ἀδιαβλήτων χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948. ῾Επομένως ὡς λειτουργοί τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, εἶναι Κανονικοί καί  ᾿Ορθόδοξοι καί δέν ἀντιποιοῦνται οὔτε ἀξίωμα, οὔτε ἔργον ᾿Αρχιερέως, ἤτοι, λειτουργοῦ τῆς Μιᾶς, ῾Αγίας, Καθολικῆς καί ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. ῾Ετέρωθεν τούς γνησίους λειτουργούς τῆς ᾿Εκκλησίας δέν τούς καθιστοῦν τά Προεδρικά Διατάγματα, οὔτε αἱ Κρατικαί ἀναγνωρίσεις, οὔτε αἱ δικαστικαί ἀποφάσεις, ἀλλά αὐτή ἡ Γνησία καί  ᾿Αδιάκοπος ᾿Αποστολική Διαδοχή (ἡ ὁποία διαφυλάσσεται ἀπό τῆς ῾Αγίας Πεντηκοστῆς καί θά παραμείνῃ εἰς τούς αἰῶνας εἰς τήν Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικήν καί ᾿Αποστολικήν ᾿Εκκλησίαν), καθώς καί ἡ Γνησία καί ᾿Ακαινοτόμητος καί Πατερική Πίστις τῶν χειροτονούντων καί χειροτονουμένων.

Παρά τόν ὀφειλόμενον σεβασμόν πρός τάς ὑπερεχούσας ᾿Εξουσίας, ὅταν οἱ λειτουργοί των  εἴτε ἐξ ἀγνοίᾳς των, εἴτε ἐξ  ἱουδήποτε ἄλλου λόγου, διατυπώνουν θέσεις ἀντιθέτους πρός τούς Κανόνας καί τά Δόγματα τῆς ῾Αγίας τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας, καί αἱ ἀποφάσεις των καθίστανται "Νομολογία τῶν Δικαστηρίων", ἡμεῖς ὡς πιστά καί ζῶντα μέλη τοῦ Σώματος Αὐτῆς, ἀποκλειστικῶς καί μόνον διά λόγους ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ, ὀφείλομεν νά μήν τάς ἀποδεχώμεθα, ἀλλά καί νά τάς ἀποκηρύσσωμεν καί νά τάς καταδικάζωμεν ὡς κακοδοξίας καί βλασφημίας κατά τῆς ᾿Εκκλησιολογίας καί ῾Ομολογίας τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. ῞Ολα τά δικαστήρια ὡς ὄργανα των, καί οἱ δικαστικοί λειτουργοί εἶναι σεβαστοί, ὅταν, ὅμως,τά Διατακτικά καί αἱ ἀοφάσεις των προσβάλλουν τήν Πίστιν καί τά Δόγματα τῆς ᾿Ορθοδοξίας καί ἐν προκειμένῳ αὐτήν τήν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησιολογίαν, καί τήν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν, ἔχομεν δικαίωμα, καθῆκον καί ὑποσχρέωσιν νά μήν τάς ἀποδεχώμεθα, ἀλλά νά ὁμολογῶμεν τήν Πίστιν.

Τοιαύτην "ἀναγνώρισιν καί ἀθώωσιν", ὡς τοῦ ὑπ᾿ ἀριθμ. 54/76 Βουλεύματος, τήν ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ, διότι οὕτω χάνεται ἡ ἀναγνώρισις ἀπό τόν Χριστόν καί τήν ᾿Εκκλησίαν, αὐτοκαταργούμεθα καί αὐτοαποβαλλόμεθα τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η Γνησία ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία οὔτε ἐπεδίωξεν, οὔτε θά ἐπιδιώξῃ, οἱανδήποτε καί καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον ἀναγνώρισιν, ὡς καί οἱανδήποτε ἐξάρτησιν, εἴτε παρά τοῦ Κράτους, εἴτε παρ᾿ οἱασδήποτε Νεοημερολογιτικῆς "᾿Εκκλησίας" ἤ Παλαιοημερολογιτικῆς τοιαύτης, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τῷ Νεοημερολογιτισμῷ - Οἱκουμενισμῷ. ῾Η Γνησία ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ἕν μόνον ζητεῖ, τήν Συνταγματικήν της ἐλευθερίαν, οὖσα τῷ ὄντι ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος.

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ

@ ΓΟΕΕ 2007

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ

Ο Ιωάννης γεννήθηκε στην Ουκρανία από γονείς Ορθοδόξους. Αλλοι ισχυρίζονται ότι γεννήθηκε στην Πολτάβα και άλλοι σε ένα μικρό χωριό της περιοχής της Μαριούπολης, κοντά στο Αζόφ, μιας περιοχής που από τον 15ο αιώνα και μέχρι τον πρώτο μεγάλο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο, στις αρχές του 1700, είχε μετατραπεί σε θέατρο συγκρούσεων.

Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος– 27 Μαΐου: Ο θαυμαστός βίος του Αγίου

Ο Ιωάννης, σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες, γεννήθηκε το 1690 και όταν ενηλικιώθηκε κατατάχθηκε στον στρατό του τσάρου. Την περίοδο 1710-1711, κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου, πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με χιλιάδες άλλους Ρώσους, από τους Τατάρους.

Οι Τάταροι, όπως συνηθιζόταν τότε, πούλησαν τους αιχμαλώτους σε Τούρκους αγάδες, αφού τους υποχρέωσαν να περπατούν μήνες ολόκληρους δεμένοι με αλυσίδες και νηστικοί.
Από την αιχμαλωσία βρέθηκε στα σκλαβοπάζαρα και από κει στη δούλεψη του υπάρχου του Προκοπίου, στην Καππαδοκία.

Τότε οι Τούρκοι αξιωματούχοι χρησιμοποιούσαν τους σκλάβους για τις δουλειές του σπιτιού, αλλά και στα κτήματα, προσφέροντας λίγο φαγητό και έναν μικρό χώρο να κοιμούνται, μακριά από το σπίτι. Οι περισσότεροι, με αντάλλαγμα καλύτερες συνθήκες ζωής, πίεζαν τους σκλάβους να γίνουν μουσουλμάνοι. Πολλοί ασπάστηκαν τότε το Ισλάμ, φορώντας τη στολή του γενίτσαρου. Υπήρχαν, όμως, και αυτοί που έμειναν πιστοί στη θρησκεία τους. Για αυτούς δεν υπήρχε έλεος. Βασανιστήρια, πείνα και εξαντλητική εργασία και φρικτό τέλος.

Τέτοια ήταν και η τύχη που επεφύλαξε τον πρώτο καιρό στον Ιωάννη ο ύπαρχος του Προκοπίου. Ο νεαρός σκλάβος αρνήθηκε να ασπαστεί το Ισλάμ και επέμενε να φροντίζει τους στάβλους του και να κοιμάται μέσα σε αυτούς «ακλινής και άσειστος Θείω Πνεύματι».

Αργότερα και αφού επέμενε να κοιμάται στους στάβλους, αρρώστησε και, διαισθανόμενος ότι πλησίαζε το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει. Μπορεί ο αφέντης του να αγαπούσε τον Ιωάννη, ωστόσο χριστιανοί και μουσουλμάνοι δεν συμβίωναν και τόσο αρμονικά.

Ηταν, δε, φορές που οι δύο κοινότητες συγκρούονταν κυρίως για θέματα πίστης. Ο ιερέας Θόδωρος Παπαδόπουλος, φοβούμενος τον φανατισμό των Τούρκων, απέφυγε να μεταφέρει τη θεία κοινωνία στο δισκοπότηρο, για να μην το δουν κι έτσι τη μετέφερε μέσα σε ένα μήλο.

Ο Ιωάννης λίγο αργότερα εκοιμήθη. Ανθρωποι του αγά ειδοποίησαν τους ιερείς και τους χριστιανούς προκρίτους, οι οποίοι ανέλαβαν την κηδεία. Μάλιστα, ο Τούρκος αγάς, σε ένδειξη σεβασμού, τοποθέτησε στο φέρετρο πολύτιμο τάπητα. Ο πρώτος κύκλος της πορείας του Ιωάννη του Ρώσου έκλεισε με τον ενταφιασμό του σε χριστιανικό νεκροταφείο, στις 27 Μαΐου του 1730.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο ιερέας που τον κοινώνησε, είδε στον ύπνο του τον Νοέμβριο του 1733 τον Ιωάννη, ο οποίος του είπε ότι το σώμα του παρέμενε άφθαρτο και ότι θα έπρεπε να τον ξεθάψουν, καθώς και ότι θα ήταν στο εξής ο προστάτης τους. Το όραμά του ο ιερέας το εκμυστηρεύτηκε στους χριστιανούς του Προκοπίου, οι οποίοι τελικά ανέλαβαν την εκταφή.

Τότε διαπιστώθηκε ότι πράγματι η σορός του Ιωάννη ήταν άφθαρτη. Εκτός από αυτό, υπήρχε και ένα άλλο σημάδι που έδειχνε ότι κάτι διαφορετικό, κάτι πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις, εξελισσόταν στο Προκόπι. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ένα φως από τον ουρανό φώτιζε τον τάφο και «ήταν ορατό από χριστιανούς και μουσουλμάνους».

Το ιερό λείψανο

Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στον Αγιο Γεώργιο, την εκκλησία που οι πιστοί είχαν φτιάξει, λαξεύοντας τον βράχο. Στη συνέχεια και ενώ η φήμη για το ευωδιασμένο λείψανο του αγίου ξεπερνούσε τα όρια της Μικράς Ασίας, φιλοξενήθηκε στον νεόχτιστο ναό του Μεγάλου Βασιλείου. Τελικά, το λείψανο μεταφέρθηκε στον ναό που χτίστηκε προς τιμήν του, τοποθετήθηκε σε λάρνακα και για δεκάδες χρόνια λατρευόταν από τους κατοίκους της περιοχής, χριστιανούς και οθωμανούς.

 

 

 

ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΥ ΚΑΡΠΟΥ, Ο ΑΔΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΣΑΤΩ ΕΤΙ ΚΑΙ Ο ΡΥΠΑΡΟΣ ΡΥΠΑΡΕΥΘΗΤΩ ΕΤΙ ...

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΡΠΟΣ
Ο ΑΔΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΣΑΤΩ ΕΤΙ,
ΚΑΙ Ο ΡΥΠΑΡΟΣ ΡΥΠΑΡΕΥΘΗΤΩ ΕΤΙ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΝ ΠΟΙΗΣΑΤΩ ΕΤΙ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΓΙΑΣΘΗΤΩ (ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ)
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΣΤΕ ΤΟ. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ...
ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΚΑΡΠΟΥ
Γράφει λοιπόν ο άγιος Διονύσιος σ’ ένα σύγγραμμά του, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: «Όταν κάποτε πήγα στην Κρήτη, με φιλοξένησε ο ιερέας Κάρπος, ο οποίος ήταν πολύ ενάρετος, είχε καθαρότατη διάνοια και, έτσι, με τη χάρη του Θεού, ήταν καταλληλότατος σε θεοπτίες. Ο ιερέας δε αυτός δεν άρχιζε ποτέ τη θεία Λειτουργία αν προηγουμένως, δηλαδή κατά την ώρα που έκανε την προετοιμασία και διάβαζε τις σχετικές ευχές, δεν εμφανιζόταν σ’ αυτόν κάποια ιερή και ευμενής οπτασία. Μου έλεγε λοιπόν ο ιερέας αυτός ότι κάποτε τον είχε πικράνει κάποιος άπιστος, επειδή απέσπασε από την Εκκλησία έναν χριστιανό και τον παρέσυρε στην αθεΐα.
Και ενώ είχε την πικρία αυτή, δεν προσευχήθηκε, καθώς έπρεπε να πράξει, για τους δύο αυτούς ανθρώπους και να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού, ώστε να μπορέσει τον μεν παρασυρθέντα στην απιστία να τον επαναφέρει στους κόλπους της Εκκλησίας, τον δε άπιστο να τον προσελκύσει στην πίστη του Χριστού• ούτε πήρε την απόφαση να τους νουθετεί αδιαλείπτως και διά βίου, ώστε να τους οδηγήσει στη θεία γνώση. Αλλά, μου έλεγε, τέτοιο πράγμα δεν το είχε ξαναπάθει, δηλαδή το ότι έπεσε και κοιμήθηκε αγανακτισμένος και με την πικρία στην ψυχή του. Και εγώ βέβαια δεν γνωρίζω πως ενστάλαξε στην ψυχή του τέτοια δυσμένεια και πικρία.
»Συνεχίζοντας λοιπόν ο Κάρπος, μου είπε ότι κοιμήθηκε αμέσως μόλις νύχτωσε. Περί το μεσονύκτιο ξύπνησε, για να ψάλει την ώρα εκείνη, όπως συνήθιζε, τους θείους ύμνους. Όμως κατά την ώρα αυτή της προσευχής του στενοχωρούνταν, χωρίς να πρέπει, και δυσανασχετούσε συλλογιζόμενος ότι δεν ήταν δίκαιο να ζουν άνθρωποι άθεοι, που διαστρέφουν τις άγιες και ορθές οδούς του Κυρίου. Σκεπτόμενος δε αυτά, παρακαλούσε το Θεό να ρίξει έναν κεραυνό και να κατακαύσει διαμιάς και τους δυό τους χωρίς οίκτο.
»Και ενώ αυτά συλλογιζόταν, του φάνηκε ξαφνικά πως σείστηκε ολάκερη η οικία στην οποία βρισκόταν. Εν συνεχεία δε η οικία εκείνη διαιρέθηκε σε δύο μέρη, από την οροφή μέχρι και τα θεμέλια, ενώ μία πολύφωτη φλόγα πυρός που ξεκινούσε από τον ουρανό, έφτανε μπροστά στην οικία. (Και βέβαια ο τόπος εκείνος έδινε την εντύπωση πως ήταν υπαίθριος). Ο ουρανός φαινόταν ανοικτός και πάνω του καθόταν ο Ιησούς Χριστός. Γύρω δε από τον Ιησού παρίσταντο αναρίθμητοι άγγελοι με ανθρώπινη μορφή. Αυτά λοιπόν έβλεπε κοιτάζοντας προς τα πάνω και θαύμαζε.
»Όταν όμως ο Κάρπος κοίταξε προς τα κάτω, όπως μου είπε, είδε το έδαφος σχισμένο με ένα χάσμα αχανές και ολοσκότεινο. Και στην μεν άκρη του στομίου του ΠΕΡΙ ΤΟΥ σ;1ά<ςΑΣΑ<ςΣ12;12χάσματος αυτού είδε τους άνδρες εκείνους, τους οποίους καταριόταν λίγο πριν, να στέκονται ελεεινοί και περίτρομοι, αφού διέτρεχαν τον άμεσο κίνδυνο να πέσουν στο βάραθρο εξαιτίας της αστάθειας των ποδιών τους. Από τα βάθη δε του χάσματος ανέβαιναν φίδια, τα οποία άλλοτε τυλίγονταν γύρω από τα πόδια των δύο αυτών ανθρώπων και τους τραβούσαν άλλοτε τους υπογαργάλιζαν με τα δόντια τους και τους χτυπούσαν ελαφρά με τις ουρές τους, και άλλοτε μηχανεύονταν διάφορους άλλους τρόπους, όπως σφυρίγματα, σπρωξίματα από κάτω και χτυπήματα, προκειμένου να τους ρίξουν στο ολοσκότεινο βάραθρο. Και φαίνονταν οι άνθρωποι αυτοί ότι βρίσκονταν πολύ κοντά στο να πέσουν στο βάραθρο, είτε μόνοι τους από απελπισία, είτε πιεζόμενοι από τις ενοχλήσεις των φιδιών.
»Έλεγε δε ο Κάρπος ότι ένιωθε ευχαρίστηση να βλέπει προς τα κάτω, ενώ τα άνω που υπήρχαν στον ουρανό τα παραμελούσε, και δυσανασχετούσε που ακόμη οι δύο άνδρες δεν είχαν πέσει στο βάραθρο. Και επειδή η κατάσταση αυτή δεν ελάμβανε τέλος, λυπόνταν κατάκαρδα και καταριόταν. Σε κάποια στιγμή όμως ύψωσε το βλέμμα του και πάλι προς τον ουρανό και είδε τον Ιησού, όπως τον είδε και προηγουμένως. Ο Ιησούς σηκώθηκε από τον επουράνιο θρόνο του και κατέβηκε σ’ αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους να τους ελεήσει και να τους δώσει χείρα βοήθειας. Μαζί του πήρε και τους αγγέλους, οι όποιοι βοηθούσαν εκείνους τους δύο, πιάνοντας άλλοι τον ένα και άλλοι τον άλλο, ώστε να μην πέσουν στο χάος. Και ενώ οι άγγελοι έδιναν χείρα βοήθειας στους δύο ανθρώπους, ο Ιησούς με τεντωμένο το χέρι του προς τα μπρος και κοιτάζοντάς τον του είπε: “Λοιπόν Κάρπε, χτύπα εμένα. Είμαι πράγματι έτοιμος να πάθω και πάλι και πολλές φορές για τη σωτηρία των ανθρώπων. Πλην όμως εσύ κοίταξε και συλλογίσου αν κρίνεις καλό να βρίσκεσαι στο χάος μαζί με τα ψίδια, και όχι στον ουρανό μαζί με το Θεό και τους αγαθούς και φιλάνθρωπους αγγέλους Του”».
ΣΧΟΛΙΑ
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας Έλεγε δε ο Κάρπος ότι ένιωθε ευχαρίστηση να βλέπει προς τα κάτω, ενώ τα άνω που υπήρχαν στον ουρανό τα παραμελούσε, και δυσανασχετούσε που ακόμη οι δύο άνδρες δεν είχαν πέσει στο βάραθρο. Και επειδή η κατάσταση αυτή δεν ελάμβανε τέλος, λυπόνταν κατάκαρδα και καταριόταν. Σε κάποια στιγμή όμως ύψωσε το βλέμμα του και πάλι προς τον ουρανό και είδε τον Ιησού, όπως τον είδε και προηγουμένως. Ο Ιησούς σηκώθηκε από τον επουράνιο θρόνο του και κατέβηκε σ’ αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους να τους ελεήσει και να τους δώσει χείρα βοήθειας. Μαζί του πήρε και τους αγγέλους, οι όποιοι βοηθούσαν εκείνους τους δύο, πιάνοντας άλλοι τον ένα και άλλοι τον άλλο, ώστε να μην πέσουν στο χάος. Και ενώ οι άγγελοι έδιναν χείρα βοήθειας στους δύο ανθρώπους, ο Ιησούς με τεντωμένο το χέρι του προς τα μπρος και κοιτάζοντάς τον του είπε: “Λοιπόν Κάρπε, χτύπα εμένα. Είμαι πράγματι έτοιμος να πάθω και πάλι και πολλές φορές για τη σωτηρία των ανθρώπων. Πλην όμως εσύ κοίταξε και συλλογίσου αν κρίνεις καλό να βρίσκεσαι στο χάος μαζί με τα ψίδια, και όχι στον ουρανό μαζί με το Θεό και τους αγαθούς και φιλάνθρωπους αγγέλους Του”».
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας Μία παράκλησις δι οσους δύνανται νά επικοινωνησουν μέ τόν π. Ναυκράτιο, τόν οποίον εχουν παρασύρει εις τό σχίσμα τού 2015. Παρακαλώ νά εκτυπώσουν τό κείμενον περί τού Ιερέως Κάρπου, καί νά τού τό δωσουν, διότι στην αρχή ηταν θερμός υπερασπιστης τού διαλόγου καί μού ζητουσε επανειλημμένα νά τού τό εκττυπωσω. Ηθελε μέ αυτό τό κείμενο νά κάνη Ιεραπιοστολή υπέρ τού διαλόγου καί νά αποστομώσει τρόπον τινά εκείνους πού δέν τόν ηθελαν.Δυστυχως εγω τότε δέν μπόρεσα νά τού τό εκτυπωσω. Ελπίζω νά μήν ειναι αργά.
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας Και ενώ οι άγγελοι έδιναν χείρα βοήθειας στους δύο ανθρώπους, ο Ιησούς με τεντωμένο το χέρι του προς τα μπρος και κοιτάζοντάς τον του είπε: “Λοιπόν Κάρπε, χτύπα εμένα. Είμαι πράγματι έτοιμος να πάθω και πάλι και πολλές φορές για τη σωτηρία των ανθρώπων. Πλην όμως εσύ κοίταξε και συλλογίσου αν κρίνεις καλό να βρίσκεσαι στο χάος μαζί με τα ψίδια, και όχι στον ουρανό μαζί με το Θεό και τους αγαθούς και φιλάνθρωπους αγγέλους Του”».
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας Ἀδελφοί, ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν, γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν. Δηλαδή:Ἀδελφοί, ἐὰν κανεὶς ἀπὸ σᾶς πλανηθῇ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ κάποιος τὸν ἐπαναφέρει, ἂς γνωρίζῃ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἐπαναφέρει ἁμαρτωλὸν ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς πλάνης του, θὰ σώσῃ ψυχὴν ἀπὸ τὸν θάνατον καὶ θὰ καλύψῃ πλῆθος ἁμαρτιῶν. (Καθολική επιστολή Ιακώβου ε,20).
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας Τό κείμενον αυτό περί τού Ιερέως Κάρπου οσοι μπορούν ας τό εκτυπωσουν καί ας τό δωσουν εις οσους εναντιωνονται εις τόν εν αγάπη καί αληθεία διάλογον, ο οποιος δέν σταμάτησε, συνεχίζεται. καί θά συνεχίζεται πάντοτε, διότι ειναι καθηκον των ορθοδόξων εναντι ολων των αιρετικών, σχισματικων η πλανεμένων. Μή νομίσαμε οτι μέ τό νά μείνουμε κλεισμένοι στόν εγωισμό μας καί στην αυτάρκειά μας οτι εξασφαλίσαμε τόν παράδεισο.
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας Η Εκκλησία, επειδή έχει και βιώνει την αλήθεια, προσεγγίζει τους εκτός αυτής με πνεύμα φιλάνθρωπο, διακριτικό, αρχοντικό, αληθινό, κυρίαρχο, κατά το παράδειγμα του Θεανθρώπου Χριστού, των αποστόλων και των αγίων της εκκλησίας. Εδώ πρέπει να γίνει κατανοητό ότι έχει η Εκκλησία ως ταμειούχος της θείας Χάριτος, τη δυνατότητα να προσφέρει, να «πληροῖ» με τη θεία Χάρη τον τύπο του μυστηρίου που έλαβε χώρα σε μια αιρετική ή σχισματική χριστιανική παραφυάδα, εφ’ όσον αυτός που έλαβε τον τύπο του μυστηρίου έρχεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Άλλωστε η ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος πραγματώνεται στην αλήθεια της πίστεως.
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας Η εν Χριστω ενωσις πρέπει νά επιδιωκεται πάντοτε, οχιι, ομως, γιά νά γίνουμε πολλοί. αλλά γιά νά γινουμε "μία ποίμνη, εις ποιμην", υπό τόν ενα ποιμένα τόν Χριστό. ... Καί αυτό επιτυγχάνεται μόνον εν αγάπη καί αληθεία... Δυστυχως ομως δέν δεχόμαστε ολοι ουτε την Αγάπη, ουτε τήν Αλήθεια. Γι αυτό δημιουργούνται καί τά σχίσματα, τά οποία διά νά θεραπευθούν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια καί μεγάλη θυσία. Η θεραπεία ενός σχίσματος ειναι πολυ δυσκολη υπόθεσισ, ειναι πορεία πρός τόν Γολγοθά, ειναι ανάβασις εις τόν Σταυρόν μετά τόν Οποίον ακολουθει η χαρά της Αναστάσεως ... Καί τόν τρόπον της θεραπείας τόν υπέδειξεν ο Χριστός εις τόν Κήπο της Γεθσημανη. "Τηρησον αυτούς εν τω ονόματί σου, ινα ωσιν εν καθως καί ημεις εν εσμέν"....
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας Μεγάλη ἁμαρτία εἶναι ἡ αἵρεσις. Εξ ισου, ομως, μεγάλη αμαρτία ειναι καὶ τὸ σχίσμα, πού προέρχεται από την πλεονεξία, την φιλαρχία καὶ την ἔλλειψι ἀγάπης, καθὼς καὶ ἀπὸ ἀκάθαρτη ζωή, οπως λέγει, χαρακτηριστικὰ γιὰ τὸ τελευταῖο τουτο ὁ Ἱ. Χρυσόστομος: «ποιεῖ γὰρ καὶ βίος ἀκάθαρτος σχίσματα»..Πολύ μεγαλυτερο σχίσμα ειναι οταν γίνεται διά νά καλυφθούν οικονομικές ατασθαλίες καί σκάνδαλα. Βλέπετε περιπτωσεις Διαθηκης Δασκαλοπουλουπού αφορά τόν ΟΔΑΠΙΕΓΟΧ , Καταλήψεις Ναών καί Ιερών Καθιδρυμάτων, επιχείρησιν γκρεμίσματος Ναών πρός εκποίησιν καί ιδιον οφελος, αφορούν ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ .Γι αυτό ας ειμαστε πολύ προσεκτικοί ...καί νά φυλαγωμαστε καί από τίς αριστερές καί τίς δεξιές παγίδες....
Μητροπολίτης Κήρυκος Γνησιορθοδόξου Εκκλησίας «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ρυπαρευθήτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι». Όχι με την έννοια ότι ο Θεός δίνει μια τέτοια εντολή στους ανθρώπους, αλλά ότι τους αφήνει ελεύθερους να πορευθούν καθένας κατά το θέλημά του, μέχρι Εκείνος να έλθει «ταχύ... ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τὸ ἔργον ἔσται αὐτοῦ».(Αποκάλυψις κεφ. 22)

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΙΔΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ

 Τι είναι ο Αντίχριστος;

Αντίχριστος είναι κάθε ένας που μάχεται το Χριστό· που αρνείται τη σάρκωση και το λυτρωτικό έργο του. Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής αναφέρει, ότι στις ημέρες του, την αποστολική δηλαδή εποχή, «αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν». Έκαναν την εμφάνιση τους πολλοί αντίχριστοι. Παράλληλα κάνει λόγο και για τον Αντίχριστο, ειδικά ανθρώπινο πρόσωπο, του οποίου η έλευση ήταν πολύ κοντά: «Και καθώς ηκούσατε ότι ο αντίχριστος έρχεται». Από ό,τι μαρτυρεί ο Άγιος, η έλευση του Αντιχρίστου αποτελούσε αρχαιότατη παράδοση στους κόλπους της χριστιανικής κοινότητος της αποστολικής εποχής (Και καθώς ηκούσατε ότι έρχεται»), η οποία (έλευση) ήταν σημάδι «ότι έσχατη ώρα εστίν», δηλαδή το τέλος του κόσμου, και η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού ήσαν πλησίον.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο άγιος Ευαγγελιστής, μιλώντας για τον Αντίχριστο, κάνει διαστολή μεταξύ της αντίχριστης ιδέας γενικά, του πνεύματος της αποστασίας που μάχεται το Χριστό και την Εκκλησία του και ενσαρκώνεται σε πολλούς επί μέρους αντίχριστους, και του κυρίως Αντίχριστου, ιστορικής μορφής της περιόδου των εσχάτων, της οποίας οι πρώτοι αποτελούν ιστορικά πρότυπα και ιστορικούς πρόδρομους.

Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 196

Ποια θα είναι η φύση του Αντίχριστου;

Ο Αντίχριστος θα είναι άνθρωπος. Θα έχει σάρκα και οστά όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Θα έχει φυσικούς γονείς, πατέρα και μητέρα. Θα γεννηθεί από γαμικό δεσμό. Θα ζήσει και θα εξελιχθεί στην ιστορία. Θα είναι και αυτός πλάσμα Θεού. Μέχρι που όμως βαθμού θα φέρει μέσα του την «εικόνα» του Θεού; Και ποια θα είναι η «ψυχή» που θα του δώσει ο Θεός;
Με αυτά που λέμε, δεν πρέπει να στραφεί αλλού η σκέψη μας. Ειπώθηκε ότι ο Αντίχριστος θα είναι η προσωπική ενσάρκωση του Σατανά επί της γης και μάλιστα κατά το πρότυπο της θείας σαρκώσεως του Λόγου. Όπως δηλαδή ο Λόγος δεν κατοίκησε απλώς σε ανθρώπινη φύση, αλλά έγινε πραγματικός άνθρωπος, έτσι και ο Σατανάς θα ενανθρωπήσει με μια βαθιά προσωπική ένωση του με άνθρωπο. Μερικοί μάλιστα περίεργοι λέγουν, ότι ο φυσικός πατέρας του Αντίχριστου θα είναι ο ίδιος ο διάβολος, περιγράφοντας μάλιστα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει το αποτρόπαιο γεγονός!
Αυτά τα πράγματα δεν είναι σωστά. Και πιθανόν μεν ο διάβολος, στην επιθυμία του να μιμηθεί σε όλα το Χριστό, να θέλει το είδος αυτό της προσωπικής σαρκώσεως του· ο Θεός όμως σε καμιά περίπτωση δε θα επιτρέψει στο αποστατικό πνεύμα να προβεί σ’ ένα τόσο φοβερό και αποτρόπαιο ανοσιούργημα, αφού, όπως είπαμε, ο Αντίχριστος θα είναι και αυτός έτσι και αλλιώς πλάσμα Θεού.
Ο Αντίχριστος θα είναι άνθρωπος στον οποίο θα κατοικήσει ηθικά ο Σατανάς και στο πιο τέλειο μέτρο που είναι δυνατό να συμβεί αυτό. Θα είναι ο πληρέστερος και τελειότερος εκπρόσωπος του στη γη. Σ’ αυτόν ο Σατανάς θα χορηγήσει όλη τη δύναμη και την εξουσία του και στο πρόσωπο του θα εκδηλώσει όλη τη δαιμονική κακουργία του. Θα είναι ο τελειότερος εντολοδόχος, η ηθική ενσωμάτωση του διαβόλου πάνω στη γη.

Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 197


Ποιο θα είναι το έργο του Αντίχριστου;

Μα φυσικά να πολεμήσει το Χριστό. Θα του παραχωρηθεί λίγο πριν από την τελική του συντριβή η ευκαιρία να πολεμήσει με όλο το πάθος και τη δαιμονική μανία της σατανικής του ενέργειας και για μια ύστατη φορά τις δυνάμεις της Βασιλείας του Θεού, που ενεργούν στην ιστορική Εκκλησία του Χριστού, ώστε να μην έχει καμιά αφορμή αιτιάσεως το κακό πριν από την τελειωτική συντριβή του από το Θεό. Το κακό φυσικά είναι πάντοτε παρόν και δρα στην ιστορία. Στους έσχατους όμως καιρούς θα αποκορυφωθεί η ενέργεια του στο πρόσωπο του Σατανά – Αντίχριστου. Θα γίνει υπερβολικά κακό το κακό, ώστε να είναι δίκαιη η άμεση παρέμβαση και πάταξη του από το Θεό. Άρα ανεβαίνοντας προς τα έσχατα το κακό θα αυξάνει και θα γιγαντώνεται. Μήπως η σημερινή υπερβολικότητα της αμαρτίας να είναι απαρχή και σημείο της υπερβολικής κακότητας των εσχάτων; Ποιος ξέρει…
Ο Αντίχριστος θα έχει διπλό έργο να επιτελέσει, θρησκευτικό και πολιτικό. Θα φανεί ως θρησκευτικό πρόσωπο, διεκδικώντας για τον εαυτό του το έργο του Θεού. Θα φανεί ως μεσσίας του κόσμου. Κατά μια άποψη θα τον αποδεχθούν οι Εβραίοι. Θα μιμηθεί το πρόσωπο και το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Φυσικά το έργο του θα είναι τραγική απομίμηση και ειδεχθές κακέκτυπο του λυτρωτικού έργου του Χριστού. Στην αρχή θα υποδυθεί υποκριτικά προσωπείο καλό. Θα κάνει έργα καλά και ευεργεσίες. Φέροντας όμως μέσα του και ευεργούμενος από τη δύναμη του Σατανά, θα κάνει ψευτοθαύματα, σημεία και τέρατα εκπληκτικά, ώστε να κινεί το θαυμασμό και να κερδίζει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Αφού το επιτύχει, θα αποβάλει το καλό προσωπείο και θα δείξει το αληθινό του πρόσωπο. Θα βασανίσει αφόρητα αυτούς που θα τον αποδεχθούν. Κυρίως όμως θα πολεμήσει την Εκκλησία των εσχάτων. Θα ερημώσει τις Εκκλησίες (με την εγκατάλειψη τους από τους πιστούς) και θα βεβηλώσει τα ιερά και τα όσια της πίστεως. Με ιδιαίτερη μανία θα διώξει και θα θανατώσει τους πιστούς, οι οποίοι θα απορρίψουν το έργο του. Η Εκκλησία των εσχάτων θα αναδείξει τους λαμπρότερους της μάρτυρες. Θα θανατώσει ομοίως τον Ενώχ και τον Ηλία, μάρτυρες του Θεού, τους οποίους θα στείλει ο Κύριος στον κόσμο, για να ετοιμάσουν τους ανθρώπους να μη δεχθούν το πρόσωπο και το έργο του Αντιχρίστου. Τα πτώματα τους θα διαπομπεύσει επί τρείς ημέρες στην αγία Πόλη. Την τρίτη ημέρα θα τους αναστήσει πανηγυρικά ο Θεός εκ νεκρών.
Παράλληλα όμως ο Αντίχριστος θα φανεί και ως πολιτικό πρόσωπο. Θα συγκεντρώσει στα χέρια του πολιτική δύναμη και εξουσία μεγάλη. Θα γίνει πολιτικός ηγέτης σε παγκόσμια κλίμακα ενός κόσμου ιδεολογικά, πολιτικά και εμπορικά ενωμένου και πνευματικά διεφθαρμένου. Θα είναι αμείλικτος δυνάστης. Θα χαράσσει τους υπηκόους του με το στίγμα του ονόματος και της δυνάμεως του. Ο αριθμός του με τον οποίο θα σφραγίζει το μέτωπο και τα χέρια των υπηκόντων του, θα είναι χξς΄(666). Τι σημαίνει ο αριθμός αυτός δε γνωρίζουμε, και είναι επικίνδυνο να προσπαθούμε να τον αποκρυπτογραφήσουμε. Η πολιτική οικονομική και ιδεολογική συνένωση των ανθρώπων που άρχισε να συντελείται στους καιρούς μας, είναι άραγε προοίμιο των γεγονότων των εσχάτων;

Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 198

Ποιο θα είναι το τέλος του Αντίχριστου;

Ο Θεός θα επιτρέψει την εμφάνιση του Αντίχριστου, μεταξύ των άλλων, και για δύο ακόμη λόγους, να τιμωρήσει τους αποστάτες από το νόμο του, τους κακούς και δόλιους και διεφθαρμένους μέσω του αρχιαποστάτη, ο οποίος, αφού τους κάνει δικούς του, θα τους βασανίσει αφάνταστα, τρώγοντας τις σάρκες τις δικής του σκοτεινής επικράτειας· και να δοκιμάσει την πίστη των δικαίων και των αγίων του, οι οποίοι θα αρνηθούν τον Αντίχριστο και θα μαρτυρήσουν για την πίστη τους, αναδεικνυόμενοι οι ευκλεέστεροι μάρτυρες από καταβολής Εκκλησίας.
Κατά τον απόστολο Παύλο, αφού αποκαλυφθεί ο άνθρωπος της αμαρτίας (ο Αντίχριστος), ο υιός της απώλειας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενο Θεό ή σέβασμα, έτσι που να καθίσει στο ναό του Θεού σαν θεός, αποδεικνύοντας τον εαυτό του ότι είναι θεός· και αφού παραπλανήσει τους ανθρώπους με ενέργεια του Σατανά, κάνοντας ψεύτικα σημεία και τέρατα και γινόμενος δεκτός από τους απολλυμένους, οι οποίοι αρνήθηκαν την αλήθεια ώστε να σωθούν, ευδοκήσαντες στην αδικία· αφού γίνουν όλα αυτά, θα έλθει ο Κύριος, ο οποίος με ένα του φύσημα θα καταργήσει τον άνομον «τη επιφάνεια της παρουσίας αυτού».
Η αναίρεση του ανόμου από το Χριστό θα είναι ανηλεής και πομπώδης. Σε μάχη των στρατευμάτων του ουρανού με επικεφαλής τον Κύριο εναντίων των σκοτεινών δυνάμεων του Αντιχρίστου, ο δόλιος θα συντριβεί και, αφού αιχμαλωτισθεί, θα ριφθεί ζων στη λίμνη του πυρός την καιόμενη. Η εκδίκηση του Θεού θα είναι τελειωτική και οριστική. Μετά τα γεγονότα αυτά, θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία και η κρίση. Η παρένθεση του κακού θα κλείσει οριστικά για τον κόσμο. Η κάθαρση της ιστορίας θα είναι γεγονός εσχατολογικό. Μαζί της θα καταργηθεί και η ίδια η ιστορία. Για τους ανθρώπους θα αρχίσει μια άλλη «μυστηριακή» ιστορία στον άφθαρτο αιώνα του Θεού, που θα εγκαινιασθεί για τα πλάσματα μετά την κρίση και την ανταπόδοση.

Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 200

ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

 

Περικλέους Ἐπιτάφιος Λόγος: «ὅπου τὰ βραβεῖα τῆς ἀρετῆς εἶναι τὰ πιὸ μεγάλα, ἐκεῖ συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ οἱ πιὸ ἐνάρετοι ἄνδρες!»‘
Δημοσίευση : Πέμπτη , 10 Ιουνίου 2021
(Θουκυδίδου, Ἱστοριῶν Β´, § 35-46)
[35] Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν λόγον τόνδε, ὡς καλὸν ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. ἐμοὶ δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον εἰπόντι πιστευθῆναι.
Χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γὰρ ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ᾿ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν· τῷ δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δόξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον.
Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ὅσους ὡς τώρα ἔχουν μιλήσει ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτὸ συνηθίζουν νὰ ἐπαινοῦν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος στὸν νόμο ποὺ διέπει τὴν ταφὴ τῶν νεκρῶν πρόσθεσε τὴν διάταξη αὐτὴ περὶ ἐπιταφίου λόγου, γιατὶ θεωροῦν ὅτι ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ἀπονέμεται μιὰ τέτοια τιμὴ στοὺς νεκροὺς τῶν πολέμων κατὰ τὸν ἐνταφιασμό τους.
Σὲ μένα ἐν τούτοις θὰ φαινόταν ὅτι εἶναι προτιμότερο, οἱ τιμὲς ποὺ ἀπονέμονται σὲ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀναδείχθηκαν γενναῖοι με τὰ ἔργα τους, νὰ ἐκδηλώνονται καὶ αὐτὲς μὲ ἔργα μόνο, ὅπως εἶναι π.χ. αὐτές, τὶς ὁποῖες τώρα βλέπετε γύρω ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό τους, ποὺ ἔγινε δημοσίᾳ δαπάνῃ, καὶ ὄχι νὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀρετὲς τῶν πολλῶν ἀπὸ τὴν ἱκανότητα ἢ τὴν ἀνικανότητα ἑνὸς ἀνθρώπου, νὰ κανονίζεται δηλαδὴ ἡ περὶ αὐτῶν ἐκτίμηση τῶν ἀκροατῶν ἀπὸ τὴν εὐφράδεια ἢ μὴ εὐφράδεια τοῦ ρήτορα.
Γιατὶ εἶναι δύσκολο πράγμα νὰ μιλήσει κανεὶς ἀντικειμενικὰ (χωρὶς δηλαδὴ νὰ πεῖ οὔτε λιγότερα οὔτε περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι πρέπει) γιὰ κάποιο θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι δύσκολο νὰ ἐξακριβωθεῖ καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ ἁπλὴ ἰδέα, ὅτι τὰ λεγόμενα ἀπὸ τὸν ρήτορα εἶναι ἀληθινά.
Γιατὶ ὁ ἀκροατής, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πράγματα καὶ εἶναι εὐνοϊκὰ διατεθειμένος πρὸς αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔπραξαν, θὰ σχημάτιζε ἴσως τὴν ἰδέα, ὅτι αὐτὰ ἐκτέθηκαν κάπως κατώτερα ἀπὸ ὅ,τι αὐτὸς γνωρίζει καὶ ἐπιθυμεῖ, ἐνῶ ἀντίθετα, ὅποιος τὰ ἀγνοεῖ, θὰ σκεπτόταν ὅτι μερικὰ ἐκτέθηκαν ἀρκετὰ μεγαλοποιημένα, καὶ αὐτὸ ἀπὸ φθόνο, τὸν ὁποῖο δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀκούει κάτι τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει τὶς δικές του φυσικὲς δυνάμεις.
Γιατὶ οἱ ἄνθρωποι ἀνέχονται τοὺς ἐπαίνους ποὺ λέγονται γιὰ ἄλλους μόνο ἐφόσον κάθε ἀκροατὴς ἔχει τὴ γνώμη, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ πράξει κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκούει.
Ἐνῶ γιὰ κάθε τί, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, αἰσθάνεται διὰ μιᾶς φθόνο καὶ δυσπιστία.
Ἐφόσον ὅμως οἱ πρόγονοί μας ἔκριναν ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο πρέπει νὰ γίνονται τὰ πράγματα αὐτά, πρέπει κι ἐγὼ νὰ ἀκολουθήσω τὸ ἔθιμο αὐτὸ καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν γνώμη τοῦ καθενός σας ὅσο μπορέσω περισσότερο.
[36] Ἄρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον· δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲ ἅμα ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι. τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶ αἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι᾿ ἀρετὴν παρέδοσαν. καὶ ἐκεῖνοί τε ἄξιοι ἐπαίνου καὶ ἔτι μᾶλλον οἱ πατέρες ἡμῶν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον. τὰ δὲ πλείω αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦν ἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳ ἐπηυξήσαμεν καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνην αὐταρκεστάτην. ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢ εἴ τι αὐτοὶ ἢ οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ Ἕλληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμως ἠμυνάμεθα, μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐ βουλόμενος ἐάσω· ἀπὸ δὲ οἵας τε ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ᾿ αὐτὰ καὶ μεθ᾿ οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο, ταῦτα δηλώσας πρῶτον εἶμι καὶ ἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον, νομίζων ἐπί τε τῷ παρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ λεχθῆναι αὐτὰ καὶ τὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι αὐτῶν.
Θὰ μιλήσω πρῶτα πρῶτα γιὰ τοὺς προγόνους μας.
Διότι εἶναι δίκαιο, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πρέπον, σὲ μιὰ τέτοια περίσταση, κατὰ τὴν ὁποία θρηνοῦμε καὶ ἐγκωμιάζουμε τοὺς νεκρούς μας, νὰ τοὺς ἀπονέμεται ἡ τιμὴ αὐτὴ νὰ μνημονεύονται πρῶτοι.
Γιατὶ δὲν ὑπῆρξαν οὔτε μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία νὰ ἔπαυσαν νὰ κατοικοῦν τὴν χώρα αὐτή, καὶ χάρις στὴν ἀνδρεία τοὺς διαφύλατταν τὴν ἐλευθερία της ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας καὶ μᾶς τὴν παράδωσαν ἐλεύθερη. Καὶ ἐκεῖνοι λοιπὸν εἶναι ἄξιοι ἐπαίνου ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο οἱ πατέρες μας.
Γιατὶ ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κληρονόμησαν, ἀπέκτησαν μὲ πολλοὺς κόπους καὶ κληροδότησαν σὲ μᾶς τοὺς σημερινοὺς ὅλη αὐτὴ τὴν ἐπικράτεια ποὺ κατέχουμε σήμερα.
Τὸ δὲ ἔργο τῆς περαιτέρω βελτίωσης, τὸ ἐπιτελέσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ποὺ εἴμαστε συγκεντρωμένοι ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι βρισκόμαστε ἀκόμη σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἡλικία μας, καὶ ἐμεῖς ἐφοδιάσαμε τὴν πόλη μας μὲ ὅλα τὰ πράγματα, ὥστε νὰ εἶναι αὐταρκέστατη καὶ γιὰ πόλεμο καὶ γιὰ εἰρήνη.
Ἀπὸ ὅλα δὲ αὐτὰ ἐγὼ ὅσα μὲν ἀναφέρονται σὲ πολεμικὰ κατορθώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔγινε ἡ κάθε μιὰ κατάκτηση, ἢ ἀφοροῦν τὴν ἐνεργητικότητα, μὲ τὴν ὁποία ἀποκρούσαμε, εἴτε ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ εἴτε οἱ πρόγονοί μας, τοὺς ἑκάστοτε ἐπελθόντες ἐναντίον μας Βαρβάρους ἢ Ἕλληνες, ὅλα αὐτά, θὰ τὰ παραλείψω, γιατὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπεραντολογῶ ἐνώπιον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τὰ γνωρίζουν.
Ἀλλὰ μὲ ποιὸν τρόπο φθάσαμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς δύναμης ποὺ εἴμαστε σήμερα, καὶ μὲ ποιὰ μορφὴ πολιτεύματος καὶ μὲ ποιὲς συνήθειες ἔγινε μεγάλη ἡ δύναμή μας, ὅλα αὐτὰ θὰ ἀναπτύξω πρῶτα, καὶ ἔπειτα θὰ προχωρήσω στὸ ἐγκώμιο αὐτῶν ἐδῶ τῶν νεκρῶν, γιατὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάρμοστο νὰ λεχθοῦν αὐτὰ καὶ γιὰ τὴν παροῦσα περίσταση, καὶ δὲν εἶναι ἀνώφελο νὰ τὰ ἀκούσουν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, ἀστοὶ καὶ ξένοι.
[37] Χρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλον αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ᾿ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ᾿ ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ᾿ αὖ κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι᾿ ὀργῆς τὸν πέλας, εἰ καθ᾿ ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι. ἀνεπαχθῶς δὲ τὰ ἴδια προσομιλοῦντες τὰ δημόσια διὰ δέος μάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει καὶ τῶν νόμων, καὶ μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ᾿ ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν.
Ἔχουμε δηλαδὴ πολίτευμα, τὸ ὁποῖο δὲν ἀντιγράφει τοὺς νόμους ἄλλων, μᾶλλον δὲ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμαστε ὑπόδειγμα σὲ μερικοὺς παρὰ μιμούμαστε ἄλλους.
Καὶ ὀνομάζεται μὲν δημοκρατία, γιατὶ ἡ διοίκηση εἶναι στὰ χέρια τῶν πολλῶν καὶ ὄχι τῶν ὀλίγων, ἔναντι δὲ τῶν νόμων εἶναι ὅλοι ἴσοι στὶς ἰδιωτικές τους διαφορές, ἐνῶ ὡς πρὸς τὴν θέση τους στὸν δημόσιο βίο κάθε ἕνας προτιμᾶται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ δημόσια ἀξιώματα ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπίδοση τὴν ὁποία σημειώνει σὲ αὐτά, δηλαδὴ ἡ δημόσιά του σταδιοδρομία ἐξαρτᾶται μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἀτομική του ἀξία καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ τάξη, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται, οὔτε πάλι ἕνας, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν φτωχὸς ἔχει ὅμως τὴν ἱκανότητα νὰ παράσχει κάποια ὑπηρεσία στὴν πατρίδα του, ἐμποδίζεται σὲ αὐτὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἄγνωστος.
Ζοῦμε δὲ σὰν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι, καὶ σὰν πολίτες στὸν δημόσιο βίο καὶ σὰν ἄτομα στὸν ἰδιωτικό, στὶς ἐπιδιώξεις μας τῆς καθημερινῆς ζωῆς, κατὰ τὶς ὁποῖες δὲν κοιτᾶμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον μὲ καχυποψία, δὲν θυμώνουμε μὲ τὸν γείτονά μας, ὅταν κάνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει, οὔτε παίρνουμε μία φυσιογνωμία σκυθρωπή, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ μὴν βλάπτει τὸν ἄλλο, πάντως ὅμως εἶναι δυσάρεστη.
Ἐνῶ δὲ στὴν ἰδιωτική μας ζωὴ συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας χωρὶς νὰ ἐνοχλεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, στὴν δημόσιά μας ζωή, σὰν πολίτες, ἀπὸ σεβασμὸ πρὸ πάντων δὲν παραβαίνουμε τοὺς νόμους, ὑπακοῦμε δὲ στοὺς ἑκάστοτε κατέχοντες τὰ δημόσια ἀξιώματα καὶ στοὺς νόμους, πρὸ περισσότερο σὲ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ἔχουν θεσπιστεῖ γιὰ ὑποστήριξη τῶν ἀδικούμενων, καὶ σὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ ἄγραφοι, ἡ παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπὴ στοὺς παραβάτες.
[38] Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες, ἰδίαις δὲ κατασκευαῖς εὐπρεπέσιν, ὧν καθ᾿ ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει. ἐπεσέρχεται δὲ διὰ μέγεθος τῆς πόλεως ἐκ πάσης γῆς τὰ πάντα, καὶ ξυμβαίνει ἡμῖν μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει τὰ αὐτοῦ ἀγαθὰ γιγνόμενα καρποῦσθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πνεῦμα μας ἔχουμε ἐφεύρει πλείστους ὅσους τρόπους νὰ τὸ ἀνακουφίζουμε ἀπὸ τοὺς κόπους, μὲ ἑορταστικοὺς ἀγῶνες καὶ θυσίες, τὶς ὁποῖες ἔχουμε καθιερώσει καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ ἔτους, καὶ μὲ εὐπρεπῆ ἰδιωτικὰ οἰκήματα, ἡ δὲ εὐχαρίστηση τὴν ὁποία καθημερινὰ ἀπολαμβάνουμε ἀπὸ ὅλα αὐτά, διώχνει τὴν μελαγχολία.
Λόγω δὲ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων τῆς πόλης μας εἰσάγονται σὲ αὐτὴν προϊόντα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ συμβαίνει νὰ ἀπολαμβάνουμε ἔτσι τὰ προϊόντα τῶν ἄλλων χωρῶν μὲ ὅση οἰκειότητα καταναλώνουμε τὰ προϊόντα της Ἀττικῆς (σὰν νὰ εἶναι δηλαδὴ δικά μας).
[39] Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρ πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος, ὃ μὴ κρυφθὲν ἄν τις τῶν πολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐ ταῖς παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢ τῷ ἀφ᾿ ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ· καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲν ἧσσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν. τεκμήριον δέ· οὔτε γὰρ Λακεδαιμόνιοι καθ᾿ ἑαυτούς, μεθ᾿ ἁπάντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν στρατεύουσι, τήν τε τῶν πέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν. ἁθρόᾳ τε τῇ δυνάμει ἡμῶν οὐδείς πω πολέμιος ἐνέτυχε διὰ τὴν τοῦ ναυτικοῦ τε ἅμα ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ ἐπὶ πολλὰ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίπεμψιν· ἢν δέ που μορίῳ τινὶ προσμείξωσι, κρατήσαντές τέ τινας ἡμῶν πάντας αὐχοῦσιν ἀπεῶσθαι καὶ νικηθέντες ὑφ᾿ ἁπάντων ἡσσῆσθαι. καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶ μοχθούντων φαίνεσθαι, καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις.
Ὑπερέχουμε δὲ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μας καὶ στὴν πολεμικὴ προετοιμασία κατὰ τὰ ἑξῆς: Τὴν πόλη μας π.χ. τὴν παρέχουμε ἀνοιχτή σε ὅλον τὸν κόσμο, καὶ ποτὲ δὲν ἀποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τοὺς ξένους ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἀκρόαμα ἢ θέαμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο, ἂν δὲν τὸ κρατήσουμε μυστικὸ καὶ τὸ δεῖ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας, εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφεληθεῖ, καὶ αὐτὸ γιατὶ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη ὄχι τόσο στὶς πολεμικὲς προετοιμασίες καὶ τὰ στρατηγήματα ὅσο στὴν ἔμφυτη γενναιότητά μας ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἔργα.
Στὸ ζήτημα δὲ πάλι τῆς ἀγωγῆς, ἐνῶ ἐκεῖνοι ὑποβάλλονται ἀπὸ τὴν νεαρή τους ἀκόμα ἡλικία σὲ συνεχῆ καὶ ἐπίπονη ἄσκηση, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδιώκουν νὰ γίνουν γενναῖοι, ἐμεῖς ζοῦμε μὲ ὅλες τὶς ἀνέσεις καὶ ὅμως εἴμαστε ἐξ ἴσου πρόθυμοι νὰ ἀντιμετωπίσουμε τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζουν καὶ αὐτοί.
Καὶ νὰ ἡ ἀπόδειξη: ἐνῶ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐκστρατεύουν κατὰ τῆς χώρας μας μὲ ὅλους τοὺς τοὺς συμμάχους καὶ ποτὲ μόνοι, ἐμεῖς ἐπερχόμαστε κατὰ τῶν ἄλλων ἐντελῶς μόνοι, καὶ τὶς περισσότερες φορὲς νικᾶμε χωρὶς καμία δυσκολία τοὺς ἀντιπάλους μας, μολονότι ἐκεῖνοι μὲν μάχονται ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν, ἐμεῖς δὲ εἴμαστε σὲ ξένο ἔδαφος.
Καὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας δὲν ἀντιμετώπισε μέχρι σήμερα τὶς δυνάμεις μας ἑνωμένες, γιατὶ ἀφ᾿ ἑνὸς καταβάλλουμε πολλὲς φροντίδες ταυτόχρονα καὶ γιὰ τὸ ναυτικό μας, καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου κατατέμνουμε τὶς δυνάμεις μας τοῦ πεζικοῦ καὶ τὶς στέλνουμε σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς ἐπικράτειάς μας.
Ἂν δὲ κάπου μὲ μέρος μόνο τῆς δύναμής μας συμπλακοῦν οἱ ἀντίπαλοί μας, τότε, ἂν μὲν νικήσουν, καυχῶνται ὅτι μᾶς νίκησαν ὅλους, ἂν δὲν νικηθοῦν, διακηρύσσουν ὅτι νικήθηκαν ἀπὸ ὅλους.
Καὶ βέβαια, ἂν ἐμεῖς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πολλὴ προθυμία τοὺς κινδύνους, μᾶλλον μὲ μιὰ ἀφροντισιὰ καὶ ἄνεση παρὰ μετὰ ἀπὸ ἐπίπονη ἄσκηση, καὶ μὲ ἀνδρεία, ἡ ὁποία ὀφείλεται ὄχι τόσο στὴν ἐπιβολὴ τῶν νόμων ὅσο στὴν φυσική μας εὐψυχία, ἔχουμε τὸ πλεονέκτημα ὅτι δὲν καταπονούμεθα προκαταβολικὰ γιὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἀκόμα στὸ μέλλον, καὶ ὅτι, ὅταν φθάσει ἡ ὥρα τῶν δεινῶν αὐτῶν, ἀποδεικνυόμαστε ὅτι δὲν εἴμαστε λιγότερο τολμηροὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μοχθοῦν ἀδιάκοπα.
Δὲν εἶναι δὲ σὲ αὐτὰ μόνο ἀξιοθαύμαστη ἡ πόλη μας ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ ἀκόμη.
[40] Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾿ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας· πλούτῳ τε ἔργου μᾶλλον καιρῷ ἢ λόγου κόμπῳ χρώμεθα, καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον. ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι· μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾿ ἀχρεῖον νομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι· ὃ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει. κράτιστοι δ᾿ ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων. καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς· οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι᾿ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν· ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ᾿ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν.
Γιατὶ εἴμαστε λάτρεις τοῦ ὡραίου, ὅμως χωρὶς σπατάλη χρήματος, καὶ καλλιεργοῦμε τὸ πνεῦμα χωρὶς νὰ χάνουμε τὴν ἀνδρεία μας.
Καὶ μεταχειριζόμαστε τὸν πλοῦτο περισσότερο σὰν μία εὐκαιρία δράσης παρὰ σὰν ἀφορμὴ κομπορρημοσύνης, τὸ νὰ ὁμολογεῖ δὲ κανεὶς τὴν φτώχειά του δὲν εἶναι ντροπή, εἶναι ὅμως αἰσχρότερο τὸ νὰ μὴν προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀποφύγει μὲ τὴν ἐργασία.
Ἐπὶ πλέον, οἱ ἴδιοι ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε σὲ θέση νὰ φροντίζουμε ταυτόχρονα γιὰ τὶς ἰδιωτικές μας ὑποθέσεις καὶ γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς πόλης μας, καὶ ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι απασχολημενοι μὲ ἰδιωτικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ αὐτοὶ ἀκόμα κατέχουν τὰ πολιτικὰ ζητήματα στὴν ἐντέλεια.
Γιατὶ εἴμαστε ὁ μόνος λαὸς ποὺ τὸν μὴ ἀναμειγνυόμενο καθόλου στὰ κοινὰ δὲν τὸν θεωροῦμε φιλήσυχο ἀλλὰ ἄχρηστο, καὶ οἱ μόνοι ποὺ ὅποτε δὲν τὰ ἐπινοοῦμε καὶ δὲν τὰ προτείνουμε οἱ ἴδιοι πάντως ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ κρίνουμε σωστὰ τὰ λαμβανόμενα μέτρα, τοὺς δὲ λόγους δὲν τοὺς θεωροῦμε καθόλου ἐμπόδιο τῶν ἔργων, ἀλλὰ μᾶλλον θεωροῦμε σὰν ἐμπόδιο τὸ νὰ μὴν ἔχουμε κατατοπισθεῖ προφορικὰ σὲ ὅσα ἔχουμε νὰ κάνουμε, πρὶν καταπιαστοῦμε μὲ αὐτά.
Γιατὶ ὑπερέχουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ ἀκόμη, ὅτι δηλαδὴ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀποφασίζουμε γιὰ ὅσα πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσουμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὰ ἐπιχειροῦμε.
Ἐνῶ ὡς πρὸς αὐτὸ οἱ ἄλλοι… σὲ αὐτοὺς ἡ μὲν ἀμάθεια τοὺς κάνει νὰ ἀποφασίζουν ἡ δὲ σκέψη τοὺς κάνει νὰ διστάζουν.
Πιὸ τολμηροὶ ὅμως ἀπὸ ὅλους εἶναι σωστὸ νὰ θεωροῦνται ὅσοι γνωρίζουν μὲ σαφήνεια ποιὲς εἶναι οἱ συμφορὲς καὶ ποιὰ τὰ εὐχάριστα, καὶ ὅμως ἡ γνώση αὐτὴ δὲν τοὺς κάνει νὰ ἀποφεύγουν τοὺς κινδύνους.
Ἀλλὰ καὶ στὰ ζητήματα τῆς καλωσύνης διαφέρουμε ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων.
Γιατὶ ἐμεῖς τοὺς φίλους τους ἀποκτᾶμε μᾶλλον εὐεργετώντας παρὰ εὐεργετούμενοι ἀπὸ αὐτούς. Σταθερότερος δὲ φίλος εἶναι ὁ εὐεργετῶν τὸν ἄλλον, γιατὶ εἶναι φυσικὸ νὰ προσπαθεῖ νὰ διατηρεῖ τὴν ἀνάμνηση τῆς εὐεργεσίας μὲ τὸ νὰ φέρεται πάντοτε καλὰ πρὸς τὸν εὐεργετούμενο.
Ἐνῶ ἀντιθέτως αὐτὸς ποὺ ὀφείλει τὴν εὐεργεσία εἶναι ψυχρότερος στὶς σχέσεις του, γιατὶ γνωρίζει, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνταποδώσει τὴν καλωσύνη σὰν πληρωμὴ χρέους καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ ἄλλου.
Καὶ εἴμαστε οἱ μόνοι ποὺ βοηθᾶμε τὸν ἄλλο χωρὶς τὴν ἐλάχιστη ἀνησυχία, καὶ αὐτὸ μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ἐμπνέει ἡ ἐλευθερία παρὰ ἀπὸ συμφεροντολογικοὺς ὑπολογισμούς.
[41] Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι καὶ καθ᾿ ἕκαστον δοκεῖν ἄν μοι τὸν αὐτὸν ἄνδρα παρ᾿ ἡμῶν ἐπὶ πλεῖστ᾿ ἂν εἴδη καὶ μετὰ χαρίτων μάλιστ᾿ ἂν εὐτραπέλως τὸ σῶμα αὔταρκες παρέχεσθαι. καὶ ὡς οὐ λόγων ἐν τῷ παρόντι κόμπος τάδε μᾶλλον ἢ ἔργων ἐστὶν ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ δύναμις τῆς πόλεως, ἣν ἀπὸ τῶνδε τῶν τρόπων ἐκτησάμεθα, σημαίνει. μόνη γὰρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων ἐς πεῖραν ἔρχεται, καὶ μόνη οὔτε τῷ πολεμίῳ ἐπελθόντι ἀγανάκτησιν ἔχει ὑφ᾿ οἵων κακοπαθεῖ οὔτε τῷ ὑπηκόῳ κατάμεμψιν ὡς οὐχ ὑπ᾿ ἀξίων ἄρχεται. μετὰ μεγάλων δὲ σημείων καὶ οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειτα θαυμασθησόμεθα, καὶ οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε ὅστις ἔπεσι μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ᾿ ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, ἀλλὰ πᾶσαν μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι, πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀΐδια ξυγκατοικίσαντες. περὶ τοιαύτης οὖν πόλεως οἵδε τε γενναίως δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν μαχόμενοι ἐτελεύτησαν, καὶ τῶν λειπομένων πάντα τινὰ εἰκὸς ἐθέλειν ὑπὲρ αὐτῆς κάμνειν.
Ἀνακεφαλαιώνοντας λοιπὸν τὰ παραπάνω τονίζω, ὅτι ἡ ὅλη πόλη εἶναι σχολεῖο τῆς Ἑλλάδας καὶ ὅτι, κατὰ τὴ γνώμη μου, ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ προσαρμοστεῖ πρὸς τὶς πλέον διαφορετικὲς μορφὲς δράσεως μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐστροφία καὶ χάρη.
Καὶ ὅτι αὐτὰ εἶναι μᾶλλον ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια καὶ ὄχι ἁπλὴ κομπορρημοσύνη, κατάλληλη γιὰ τὴν παροῦσα περίσταση, τὸ ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ δύναμη τῆς πόλης, τὴν ὁποία ἀποκτήσαμε μὲ τὶς ἱκανότητές μας αὐτές. Γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πόλη ἀπὸ τὶς σημερινὲς ποὺ ὅταν δοκιμάζεται ἀποδεικνύεται ἀνώτερή της φήμης της, καὶ ἡ μόνη, ἢ ὁποία οὔτε στὸν ἐχθρό, ποὺ τῆς ἐπιτίθεται, δίνει ἀφορμὴ νὰ ἀγανακτήσει μὲ ὅσα παθαίνει ἀπὸ τέτοιους ἀντιπάλους, οὔτε στοὺς ὑπηκόους της δίνει ἀφορμὴ γιὰ παράπονα, γιατὶ τάχα ἐξουσιάζονται ἀπὸ ἀνάξιους νὰ ἔχουν τὴν ἐξουσία.
Ἡ δύναμή μας δὲ αὐτὴ δὲν εἶναι βέβαια χωρὶς ἀποδείξεις, ἀλλὰ ὑπάρχουν μεγαλοπρεπῆ μνημεῖα αὐτῆς, γιὰ τὰ ὁποῖα μᾶς θαυμάζουν» οἱ σύγχρονοί μας καὶ θὰ μᾶς θαυμάζουν καὶ οἱ μελλοντικὲς γενιές, καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ χρειαζόμαστε τοὺς ἐπαίνους οὔτε τοῦ Ὁμήρου οὔτε κανενὸς ἄλλου, τοῦ ὁποίου οἱ στίχοι εἶναι δυνατὸν νὰ εὐχαριστήσουν πρὸς στιγμήν, θὰ ἔλθει ὅμως ἡ πραγματικότητα, ἡ ὁποία θὰ ἀποκαλύψει ψεύτικη τὴν ἰδέα ποὺ σχηματίστηκε γιὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ γιατὶ ὁλόκληρη τὴ θάλασσα καὶ τὴν ξηρὰ τὴν ἐξαναγκάσαμε νὰ γίνει προσιτὴ στὴν τόλμη μας, ἱδρύσαμε δὲ παντοῦ αἰώνια μνημεῖα καὶ τῆς φιλίας μας καὶ τῆς ἔχθρας μας. Ὑπὲρ αὐτῆς λοιπὸν τῆς πόλης καὶ αὐτοὶ ἐδῶ λοιπὸν πολέμησαν γενναία καὶ βρῆκαν τὸν θάνατο, γιατὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀνεχθοῦν τὴν στέρησή της, καὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀπομένοντες στὴν ζωὴ ὁ καθένας πρέπει νὰ ἔχει τὴν προθυμία νὰ μοχθήσει γι᾿ αὐτήν.
[42] Δι᾿ ὃ δὴ καὶ ἐμήκυνα τὰ περὶ τῆς πόλεως, διδασκαλίαν τε ποιούμενος μὴ περὶ ἴσου ἡμῖν εἶναι τὸν ἀγῶνα καὶ οἷς τῶνδε μηδὲν ὑπάρχει ὁμοίως, καὶ τὴν εὐλογίαν ἅμα ἐφ᾿ οἷς νῦν λέγω φανερὰν σημείοις καθιστάς. καὶ εἴρηται αὐτῆς τὰ μέγιστα· ἃ γὰρ τὴν πόλιν ὕμνησα, αἱ τῶνδε καὶ τῶν τοιῶνδε ἀρεταὶ ἐκόσμησαν, καὶ οὐκ ἂν πολλοῖς τῶν Ἑλλήνων ἰσόρροπος ὥσπερ τῶνδε ὁ λόγος τῶν ἔργων φανείη. δοκεῖ δέ μοι δηλοῦν ἀνδρὸς ἀρετὴν πρώτη τε μηνύουσα καὶ τελευταία βεβαιοῦσα ἡ νῦν τῶνδε καταστροφή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλλα χείροσι δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι· ἀγαθῷ γὰρ κακὸν ἀφανίσαντες κοινῶς μᾶλλον ὠφέλησαν ἢ ἐκ τῶν ἰδίων ἔβλαψαν. τῶνδε δὲ οὔτε πλούτου τις τὴν ἔτι ἀπόλαυσιν προτιμήσας ἐμαλακίσθη οὔτε πενίας ἐλπίδι, ὡς κἂν ἔτι διαφυγὼν αὐτὴν πλουτήσειεν, ἀναβολὴν τοῦ δεινοῦ ἐποιήσατο· τὴν δὲ τῶν ἐναντίων τιμωρίαν ποθεινοτέραν αὐτῶν λαβόντες καὶ κινδύνων ἅμα τόνδε κάλλιστον νομίσαντες ἐβουλήθησαν μετ᾿ αὐτοῦ τοὺς μὲν τιμωρεῖσθαι, τῶν δὲ ἐφίεσθαι, ἐλπίδι μὲν τὸ ἀφανὲς τοῦ κατορθώσειν ἐπιτρέψαντες, ἔργῳ δὲ περὶ τοῦ ἤδη ὁρωμένου σφίσιν αὐτοῖς ἀξιοῦντες πεποιθέναι, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἀμύνεσθαι καὶ παθεῖν μᾶλλον ἡγησάμενοι ἢ [τὸ] ἐνδόντες σῴζεσθαι, τὸ μὲν αἰσχρὸν τοῦ λόγου ἔφυγον, τὸ δ᾿ ἔργον τῷ σώματι ὑπέμειναν καὶ δι᾿ ἐλαχίστου καιροῦ τύχης ἅμα ἀκμῇ τῆς δόξης μᾶλλον ἢ τοῦ δέους ἀπηλλάγησαν.
Γι᾿ αὐτὸν λοιπὸν τὸ λόγο μακρηγόρησα γιὰ ὅσα ἀφοροῦν τὴν πόλη, ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δηλαδὴ γιατὶ ἤθελα νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἐμεῖς δὲν ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀγωνίζονται ὅσοι δὲν ἔχουν κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα σὲ ἴσο βαθμὸ μὲ μᾶς, καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου γιατὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἤθελα νὰ κάνω φανερό με ἀποδείξεις, ὅτι εἶναι δίκαιο τὸ ἐγκώμιο τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους μιλάω τώρα. Καὶ ἔχω ἤδη ἀναφέρει τὰ κυριότερα σημεῖα τούτου τοῦ ἐγκωμίου.
Γιατὶ ὅσα εἶπα γιὰ τὴν πόλη γιὰ νὰ τὴν ἐξυμνήσω, εἶναι στολίδια, μὲ τὰ ὁποῖα τὴν στόλισαν οἱ ἀρετὲς αὐτῶν ἐδῶ καὶ ἄλλων ὁμοίων με αὐτούς, καὶ πολὺ λίγοι Ἕλληνες ὑπάρχουν, γιὰ τοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ λεχθεῖ, ὅ,τι μπορεῖ νὰ λεχθεῖ γι᾿ αὐτοὺς ἐδῶ, ὅτι δηλαδὴ φήμη τοὺς ἰσοσταθμίζει τὰ ἔργα τους.
Ἔχω δὲ τὴ γνώμη, ὅτι θάνατος σὰν αὐτὸν ἐδῶ τῶν προκείμενων νεκρῶν παρέχει τὸ ἀληθινὸ μέτρο τῆς ἀξίας ἑνὸς ἀνθρώπου, καὶ ἄλλοτε μὲν εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ τὴν προαναγγέλλει ἄλλοτε δὲ ὁ τελευταῖος ποὺ τὴν ἐπισφραγίζει.
Γιατὶ καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη ποὺ ὑστεροῦν κατὰ τὰ ἄλλα, δικαιοῦνται νὰ προβάλλουν γιὰ ὑπεράσπισή τους τὴν ἀνδραγαθία, τὴν ὁποία ἐπέδειξαν κατὰ τοὺς πολέμους, μαχόμενοι ὑπὲρ τῆς πατρίδας.
Γιατὶ ἐξέλειψαν τὸ κακὸ διὰ τοῦ καλοῦ, καὶ μὲ τὶς καλές τους ὑπηρεσίες σὰν ὑπερασπιστὲς τῆς πατρίδας τὴν ὠφέλησαν περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τὴν ἔβλαψαν μὲ τὰ τυχὸν σφάλματά τους στὴν ἰδιωτική τους ζωή.
Ἀπὸ αὐτοὺς ὅμως ἐδῶ κανεὶς δὲν δείχθηκε δειλὸς μπροστὰ στὸν θάνατο ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου του, δὲν προτίμησε δηλαδὴ νὰ συνεχίσει τὴν ἀπόλαυσή του, οὔτε ἀπέφυγε τὸν κίνδυνο ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειάς του, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα δηλαδὴ ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν ἀποφύγει ἐπὶ τέλους κάποτε καὶ νὰ γίνει πλούσιος.
Ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ πόθησαν τὴν τιμωρία τῶν ἐχθρῶν τους, καὶ συνάμα θεώρησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐνδοξότερος κίνδυνος ἀπὸ αὐτὸν ἐδῶ, καὶ γιὰ τοῦτο προθυμοποιήθηκαν νὰ ριφθοῦν σὲ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν τοὺς ἐχθρούς τους ἀφ᾿ ἑνός, καὶ γιὰ νὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν ἀφ᾿ ἑτέρου, τὴν μὲν ἀβεβαιότητα δηλαδὴ τῆς ἐπιτυχίας τὴν ἐμπιστεύθηκαν στὴν ἐλπίδα, ὡς πρὸς δὲ τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου ποὺ βρισκόταν μπροστὰ τοὺς κατὰ τὴν μάχη ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ στηριχθοῦν στὸν ἑαυτό τους καὶ μόνο. Καὶ μέσα στὴ μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο νὰ ἀντισταθοῦν καὶ νὰ βροῦν τὸν θάνατο παρὰ νὰ σωθοῦν τρεπόμενοι σὲ φυγή, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀπέφευγαν τὴν αἰσχρὴ φήμη τῆς δειλίας, καὶ ὑπέβαλαν τὰ σώματά τους σὲ ὅλα τὰ δεινά της μάχης, σὲ μιὰ δὲ κρίσιμη στιγμή, ποὺ ἦταν στὰ χέρια τῆς τύχης, στὸ ὕψος τῆς δόξας μᾶλλον παρὰ τοῦ τρόμου, βρῆκαν τὸν θάνατο.
[43] Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο· τοὺς δὲ λοιποὺς χρὴ ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν τὴν ἐς τοὺς πολεμίους διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μὴ λόγῳ μόνῳ τὴν ὠφελίαν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐδὲν χεῖρον αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας μηκύνοι, λέγων ὅσα ἐν τῷ τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι ἀγαθὰ ἔνεστιν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ᾿ ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑμῖν μεγάλη δόξῃ εἶναι, ἐνθυμουμένους ὅτι τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ γὰρ τὰ σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖνται μᾶλλον, ἀλλ᾿ ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτῶν παρὰ τῷ ἐντυχόντι αἰεὶ καὶ λόγου καὶ ἔργου καιρῷ αἰείμνηστος καταλείπεται. ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη παρ᾿ ἑκάστῳ τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. οὓς νῦν ὑμεῖς ζηλώσαντες καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ᾿ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. οὐ γὰρ οἱ κακοπραγοῦντες δικαιότερον ἀφειδοῖεν ἂν τοῦ βίου, οἷς ἐλπὶς οὐκ ἔστιν ἀγαθοῦ, ἀλλ᾿ οἷς ἡ ἐναντία μεταβολὴ ἐν τῷ ζῆν ἔτι κινδυνεύεται καὶ ἐν οἷς μάλιστα μεγάλα τὰ διαφέροντα, ἤν τι πταίσωσιν. ἀλγεινοτέρα γὰρ ἀνδρί γε φρόνημα ἔχοντι ἡ μετὰ τοῦ [ἐν τῷ] μαλακισθῆναι κάκωσις ἢ ὁ μετὰ ῥώμης καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἅμα γιγνόμενος ἀναίσθητος θάνατος.
Καὶ αὐτοὶ μὲν ἐδῶ τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι ὑπῆρξαν, ἀντάξιοί της πατρίδας τους. Σεῖς δὲ οἱ ἐπιζῶντες πρέπει νὰ εὔχεσθε, τὸ γενναῖο σας φρόνημα ἀπέναντι στοὺς ἐχθροὺς νὰ εἶναι περισσότερο τυχερὸ ἀπὸ αὐτὸ τῶν προηγούμενων νεκρῶν, μὲ κανέναν ὅμως τρόπο νὰ καταδέχεσθε νὰ εἶναι λιγότερο τολμηρό, καὶ νὰ μὴν κρίνετε τὴν ἀξία τοῦ φρονήματος αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους τοῦ ρήτορα μόνο, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ τὴν μεγαλοποιήσει ὅσο ἤθελε ἐνώπιόν σας (ἂν καὶ σεῖς τὰ ξέρετε τὸ ἴδιο καλὰ μὲ αὐτόν), ἀναφέροντας ὅλα τὰ καλὰ ποὺ ὑπάρχουν στὴν ἄμυνα ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ παρατηρεῖτε καθημερινὰ τὴ δύναμη τῆς πόλης, ὅπως αὐτὴ παρουσιάζεται μὲ ἔργα, καὶ νὰ κυριεύεσθε λίγο ἀπὸ ἔρωτα πρὸς αὐτήν, καὶ ὅταν σᾶς φανεῖ ὅτι εἶναι μεγάλη, νὰ συλλογίζεσθε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπέκτησαν ἄνθρωποι τολμηροὶ ποὺ εἶχαν συναίσθηση τοῦ καθήκοντός τους, καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς μάχης εἶχαν πάντοτε μπροστὰ στὰ μάτια τοὺς τὸν φόβο τοῦ ντροπιάσματος, ὅσες φορὲς δὲ ἀποτύγχαναν σὲ κάποια τοὺς προσπάθεια, δὲν νόμιζαν ὅτι γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔπρεπε νὰ στερήσουν καὶ τὴν πόλη ἀπὸ τὶς ὑπηρεσίες τους, ἀλλὰ συνεισέφεραν ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ὡραιότερη συνεισφορά.
Γιατὶ ἐνῶ ὅλοι μαζὶ ἀπὸ κοινοῦ πρόσφεραν στὴν ὑπηρεσία τῆς πατρίδας τὰ σώματά τους, ἀπελάμβαναν ἀτομικὰ κάθε ἕνας, σὰν ἀνταμοιβὴ τρόπον τινά, τὸν ἔπαινο, ὁ ὁποῖος δὲν γερνάει ποτέ, καὶ τὸν πιὸ ἐπίσημο τάφο, ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσει ἄνθρωπος, δὲν ἐννοῶ δὲ τὸν τάφο, στὸν ὁποῖο ἔχουν ἐναποτεθεῖ τὰ λείψανά τους, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν τάφο, στὸν ὁποῖο ἀπομένει μετὰ θάνατον ἡ δόξα τους καὶ μνημονεύεται αἰωνίως σὲ κάθε παρουσιαζόμενη κάθε φορὰ εὐκαιρία εἴτε λόγου εἴτε ἔργου. Γιατὶ τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν τάφος εἶναι ἡ Γῆ ὁλόκληρη, καὶ τὴν ὕπαρξή τους δὲν τὴν φανερώνει μόνο ἡ ἐπιγραφὴ μιᾶς στήλης σὲ κάποιο μέρος τῆς πατρίδας τους, ἀλλὰ καὶ στὰ ξένα μέρη εἶναι ἐγκατεστημένη μία ἄγραφη ἀνάμνηση αὐτῶν σκαλισμένη ὄχι σὲ κάποιο ἔργο τέχνης ἀλλὰ μᾶλλον στὶς καρδιὲς ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων.
Αὐτοὺς λοιπόν, ἐσεῖς τώρα νὰ τοὺς μιμηθεῖτε, καὶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι εὐδαιμονία εἶναι ἡ ἐλευθερία, ἐλευθερία δὲ ἡ τόλμη, μὴν τρομοκρατεῖσθε ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου.
Γιατὶ δὲν θὰ ἦταν δικαιότερο νὰ ἀψηφοῦν τὴν ζωὴ τοὺς οἱ δυστυχοῦντες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλπίζουν νὰ ἀπολαύσουν κανέναν καλό, ἀλλὰ οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διάρκεια ἀκόμη τῆς ζωῆς τοὺς διατρέχουν τὸν κίνδυνο νὰ δοῦν τὴν κατάστασή τους νὰ μεταβάλλεται στὴν ἀντίθετη, δηλαδὴ τὴν δυστυχία, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἦταν πολὺ σημαντικὴ ἡ διαφορά, ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι πάθαιναν κανένα ἀτύχημα. Γιατὶ προξενεῖ μεγαλύτερο πόνο, σὲ ἕναν βέβαια ποὺ ἔχει κάποια ὑψηλοφροσύνη, ἡ ἐξαθλίωση ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ ἐκφυλισμό, παρὰ ὁ θάνατος ποὺ τοῦ ἔρχεται ξαφνικά, χωρὶς κἂν νὰ γίνει αἰσθητός, ἐπάνω στὴν ἀκμὴ τῆς σωματικῆς του δύναμης καὶ ἐπάνω στὶς ἐλπίδες ποὺ τρέφει καὶ ὁ κάθε θνητός.
[44] Δι᾿ ὅπερ καὶ τοὺς τῶνδε νῦν τοκέας, ὅσοι πάρεστε, οὐκ ὀλοφύρομαι μᾶλλον ἢ παραμυθήσομαι. ἐν πολυτρόποις γὰρ ξυμφοραῖς ἐπίστανται τραφέντες· τὸ δ᾿ εὐτυχές, ὃ ἂν τῆς εὐπρεπεστάτης λάχωσιν, ὥσπερ οἵδε μὲν νῦν, τελευτῆς, ὑμεῖς δὲ λύπης, καὶ οἷς ἐνευδαιμονῆσαί τε ὁ βίος ὁμοίως καὶ ἐντελευτῆσαι ξυνεμετρήθη. χαλεπὸν μὲν οὖν οἶδα πείθειν ὄν, ὧν καὶ πολλάκις ἕξετε ὑπομνήματα ἐν ἄλλων εὐτυχίαις, αἷς ποτὲ καὶ αὐτοὶ ἠγάλλεσθε· καὶ λύπη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πειρασάμενος ἀγαθῶν στερίσκηται, ἀλλ᾿ οὗ ἂν ἐθὰς γενόμενος ἀφαιρεθῇ. καρτερεῖν δὲ χρὴ καὶ ἄλλων παίδων ἐλπίδι, οἷς ἔτι ἡλικία τέκνωσιν ποιεῖσθαι· ἰδίᾳ τε γὰρ τῶν οὐκ ὄντων λήθη οἱ ἐπιγιγνόμενοί τισιν ἔσονται, καὶ τῇ πόλει διχόθεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐρημοῦσθαι καὶ ἀσφαλείᾳ, ξυνοίσει· οὐ γὰρ οἷόν τε ἴσον τι ἢ δίκαιον βουλεύεσθαι ὃ ἂν μὴ καὶ παῖδας ἐκ τοῦ ὁμοίου παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν. ὅσοι δ᾿ αὖ παρηβήκατε, τόν τε πλέονα κέρδος ὃν ηὐτυχεῖτε βίον ἡγεῖσθε καὶ τόνδε βραχὺν ἔσεσθαι, καὶ τῇ τῶνδε εὐκλείᾳ κουφίζεσθε. τὸ γὰρ φιλότιμον ἀγήρων μόνον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀχρείῳ τῆς ἡλικίας τὸ κερδαίνειν, ὥσπερ τινές φασι, μᾶλλον τέρπει, ἀλλὰ τὸ τιμᾶσθαι.
Γι᾿ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγο καὶ σᾶς τοὺς γονεῖς τῶν ἡρώων αὐτῶν, ὅσοι εἶσθε παρόντες, δὲν σᾶς κλαίω τὴν στιγμὴ αὐτή, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς παρηγορήσω.
Γιατί, ὅπως ὅλοι, γνωρίζουν καὶ αὐτοὶ ὅτι μεγάλωσαν μέσα σὲ ποικίλες ἐναλλαγὲς τῆς τύχης, καὶ ὅτι εὐτυχισμένοι μπορεῖ νὰ θεωροῦνται μόνο ἐκεῖνοι, στοὺς ὁποίους ἔλαχε ἡ μεγίστη τιμή, εἴτε ἕνας ἔντιμος θάνατος εἶναι αὐτή, ὅπως αὐτῶν ἐδῶ, εἴτε μία ἔντιμη λύπη, ὅπως ἡ δική σας, καὶ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς τοὺς κανονίστηκαν κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε τὸ τέρμα τῆς εὐτυχίας τους νὰ συμπέσει μὲ τὸ τέρμα τῆς ζωῆς τους.
Γνωρίζω βέβαια ὅτι εἶναι δύσκολο νὰ σᾶς πείσω γι᾿ αὐτά, μιὰ τέτοια στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ εὐτυχία τῶν ἄλλων θὰ σᾶς κάνει νὰ θυμηθεῖτε πολλὲς φορὲς τὴν εὐτυχία, ποὺ κάποτε αἰσθανθήκατε καὶ σεῖς. Καὶ λύπη αἰσθάνεται κανεὶς ὄχι γιὰ τὴν ἔλλειψη τῶν ἀγαθῶν ποὺ δὲν δοκίμασε ποτὲ στὴν ζωή του, ἀλλὰ γιὰ τὴν στέρηση ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὶν τοῦ ἀφαιρεθοῦν ἀποτέλεσαν μέρος τῆς ζωῆς του.
Ὅσοι δὲ ἀπὸ ἐσᾶς εἶσθε σὲ ἡλικία ποὺ ἐπιτρέπει τὴν τεκνοποιία, πρέπει νὰ ὑποφέρετε τὸν πόνο σας μὲ περισσότερη ὑπομονή, γιατὶ ἐλπίζετε νὰ ἀποκτήσετε καὶ ἄλλα παιδιά.
Γιατὶ ὄχι μόνο γιὰ τὸν καθένα σας ἰδιαίτερα ἐκεῖνα ποὺ θὰ γεννηθοῦν θὰ σᾶς κάνουν νὰ λησμονήσετε σιγὰ σιγὰ αὐτὰ ποὺ χάσατε στὸν πόλεμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πόλη τὸ κέρδος θὰ εἶναι διπλό, γιατὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀφ᾿ ἑνὸς ἀποφεύγεται ἡ ἀπειλούμενη ἐρήμωση ἀπὸ τὴν ἐλάττωση τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου ἐνισχύεται ἡ ἀσφάλειά της.
Γιατὶ τίποτε τὸ σωστὸ καὶ δίκαιο δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ σκεφθοῦν καὶ νὰ συμβουλεύσουν τὴν πόλη ὅσοι δὲν ἔχουν παιδιὰ νὰ τὰ ἐκθέσουν στὸν κίνδυνο ποὺ ἐκτίθενται τὰ παιδιὰ ὅλων τῶν ἄλλων. Ὅσοι δὲ πάλι ἔχετε προσπεράσει τὸ ὅριο αὐτὸ τῆς ἡλικίας, πρέπει νὰ θεωρεῖτε κέρδος τὸ ὅτι περάσατε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς σας εὐτυχισμένοι, ἡ δὲ περίοδος τῆς λυπημένης ζωῆς σας θὰ εἶναι σύντομη, καὶ νὰ ἀνακουφίζεσθε ἀπὸ τὴν δόξα αὐτῶν ἐδῶ τῶν ἡρωϊκῶς πεσόντων παιδιῶν σας.
Γιατὶ τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν γερνάει ποτὲ εἶναι ἡ φιλοδοξία, καὶ ἐκεῖνο ποὺ εὐχαριστεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν γεροντική του ἡλικία, ὅταν εἶναι ἄχρηστος πιά, δὲν εἶναι τὸ κέρδος, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ἀλλὰ ἡ ἀπόλαυση τιμῶν.
[45] παισὶ δ᾿ αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα (τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν), καὶ μόλις ἂν καθ᾿ ὑπερβολὴν ἀρετῆς οὐχ ὁμοῖοι, ἀλλ᾿ ὀλίγῳ χείρους κριθεῖτε. φθόνος γὰρ τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον, τὸ δὲ μὴ ἐμποδὼν ἀνανταγωνίστῳ εὐνοίᾳ τετίμηται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται, μνησθῆναι, βραχείᾳ παραινέσει ἅπαν σημανῶ. τῆς τε γὰρ ὑπαρχούσης φύσεως μὴ χείροσι γενέσθαι ὑμῖν μεγάλη ἡ δόξα καὶ ἧς ἂν ἐπ᾿ ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ.
Ὡς πρὸς σᾶς δὲ ἐξ ἄλλου, τοὺς γιοὺς καὶ ἀδελφούς τους, ὅσοι εἶσθε παρόντες, βλέπω ὅτι ἡ προσπάθεια, τὴν ὁποία θὰ πρέπει νὰ καταβάλλετε, γιὰ νὰ τοὺς μιμεῖσθε, εἶναι τρομακτικὰ δύσκολη.
Γιατὶ ὅλοι συνηθίζουν νὰ ἐπαινοῦν ἐκεῖνον ποὺ δὲν ὑπάρχει πλέον, ὁσοδήποτε δὲ ὑπέροχη καὶ ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι εἶναι ἡ ἀρετή σας, μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ θεωρούσατε ὅτι εἶσθε, ὄχι ὅμοιοι, ἀλλὰ κατὰ τί κατώτεροι.
Γιατὶ καὶ μεταξὺ τῶν ζώντων ὑπάρχει φθόνος ἀμοιβαῖος ἐκ μέρους τῶν ἑκάστοτε ἀντιζήλων, ὅποιος δὲ πεθαίνει καὶ δὲν εἶναι ἐμπόδιο σὲ κανέναν τιμᾶται μὲ μία εὔνοια ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε ἀντίδραση.
Ἂν δὲ πρέπει νὰ κάνω λόγο καὶ γιὰ τὴν γυναικεία ἀρετή, σχετικὰ μὲ αὐτὲς ποὺ θὰ ζοῦν ὡς ἑξῆς σὰν χῆρες, θὰ συμπεριλάβω ὅλα ὅσα ἔχω νὰ πῶ σὲ μία σύντομη παραίνεση: θὰ εἶναι μεγάλη ἡ δόξα σας, ἂν δὲν δειχθεῖτε κατώτεροι τοῦ φυσικοῦ σας χαρακτήρα, καὶ μάλιστα ἂν γιὰ τὴν κάθε μιά σας γίνεται ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερος λόγος μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν, εἴτε πρὸς ἔπαινον εἴτε πρὸς κατηγορία (εἴτε γιὰ καλὸ εἴτε γιὰ κακό).
[46] Εἴρηται καὶ ἐμοὶ λόγῳ κατὰ τὸν νόμον ὅσα εἶχον πρόσφορα, καὶ ἔργῳ οἱ θαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲ αὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα· ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖς δὲ καὶ ἄνδρες ἄριστοι πολιτεύουσιν. νῦν δὲ ἀπολοφυράμενοι ὃν προσήκει ἑκάστῳ ἄπιτε.
Ἐκφώνησα λοιπὸν κι ἐγώ, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιταγὴ τοῦ νόμου, τὸν ἐπιτάφιο, καὶ εἶπα ὅ,τι εἶχα νὰ πῶ κατάλληλο γιὰ τὴν περίσταση, καὶ μὲ ἔργα δὲ αὐτοί, τοὺς ὁποίους θάπτουμε, ἐν μέρει μὲν ἔχουν τιμηθεῖ τώρα ἀμέσως, ἐν μέρει δὲ θὰ τιμῶνται στὸ μέλλον, γιατὶ ἡ πόλη θὰ ἀνατρέφει τὰ παιδιὰ τοὺς δημοσία δαπάνη μέχρι ποὺ νὰ γίνουν ἔφηβοι, ἀπονέμουσα ἔτσι καὶ σὲ αὐτοὺς ἐδῶ καὶ στοὺς ἐπιζῶντες χρήσιμη ἀμοιβή, ἀντὶ στεφάνου τρόπον τινά, γιὰ αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνες τοὺς ὑπὲρ τῆς πατρίδας.
Γιατὶ ὅπου τὰ βραβεῖα τῆς ἀρετῆς εἶναι τὰ πιὸ μεγάλα, ἐκεῖ συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ οἱ πιὸ ἐνάρετοι ἄνδρες.
Καὶ τώρα νὰ χορτάσει ὁ καθένας θρηνώντας τὸν δικό του καὶ ἔπειτα νὰ ἀποχωρήσει».
Μὲ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπο τελέστηκε ὁ ἐνταφιασμὸς τῶν πεσόντων κατὰ αὐτὸν τὸν χειμώνα, μὲ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου συνέπεσε καὶ τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ παρόντος πολέμου.

ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ ΤΗΣ ΕΞΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ 1971 ΟΤΙ ΩΡΘΟΔΟΞΗΣΑΝ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ ... ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΗΣ ΕΥΧΗΣ

ΑΠΟΛΕΙ ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΛΑΛΟΥΝΤΑΣ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ. (ψαλμος 5,7) Ας προσεξουμε, πατερες και αδελφοι, την οργην του Κυριου, διοτι πεντηκοντα ...