ΠΕΡΙ ΑΝΑΞΙΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
«ΙΕΡΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Α» (ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΧΑΡΝΩΝ)
ΑΝΔΡΕΑ ΣΥΓΓΡΟΥ 55-59 (ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΑΧΑΡΝΩΝ) ΤΗΛ. 6977290326
Α.Π. 57 Ἐν Ἀχαρναῖς Σεπτεμβριος 2010
Περί αναξίων αρχόντων....
Ἐλήφθη ἀπό τήν ἰστοσελίδα
«ΨΗΓΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»
τῆς 30 Απρ 2010
Ερώτηση
Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι οι εξουσίες του κόσμου έχουν ταχθεί από τον Θεό. Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι κάθε άρχοντας ή βασιλεύς ή επίσκοπος προχειρίζεται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό.
Απόκριση:
Ο Θεός λέει στον Νόμο: «Θα σας δώσω άρχοντας σύμφωνα με τις καρδιές σας» Είναι λοιπόν φανερό ότι οι μεν άρχοντες και οι βασιλείς που είναι άξιοι αυτής της τιμής προχειρίζονται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό. Οι άλλοι πάλι που είναι ανάξιοι προχειρίζονται κατά παραχώρηση ή και βούληση του Θεού σε ανάξιο λαό εξ' αιτίας αυτής της αναξιότητας των. Και άκουσε σχετικά μερικές διηγήσεις.
Όταν είχε γίνει βασιλεύς ο Φωκάς ο τύραννος και άρχισε εκείνες τις αιματοχυσίες με τον Βονόσο τον δήμιο, υπήρχε κάποιος μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, άγιος άνθρωπος, που έχοντας πολλή παρρησία προς τον Θεό, σαν να δικαζόταν με τον Θεό και έλεγε με απλότητα: «Κύριε, γιατί έκανες τέτοιον βασιλέα;».
Και τότε, αφού το έλεγε αυτό για αρκετές ημέρες, του ήλθε φωνή εκ Θεού που έλεγε. «Διότι δεν βρήκα άλλον χειρότερο».
Υπήρχε και κάποια άλλη πόλη στην περιοχή της Θηβαϊδος που ήταν γεμάτη παρανομία, της οποίας οι πολίτες διέπρατταν πολλά μιαρά και άτοπα πράγματα.
Σ' αυτήν λοιπόν κάποιος άνθρωπος του ιπποδρόμου διεφθαρμένος στο έπακρον απόκτησε ξαφνικά κάποια ψευδοκατάνυξη και πήγε και κουρεύτηκε μοναχός και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα.
Αλλ' όμως καθόλου δεν σταμάτησε τις πονηρές πράξεις του.
Συνέβη λοιπόν να πεθάνει ο επίσκοπος της πόλης αυτής. Τότε παρουσιάσθηκε σε κάποιον άγιο άνθρωπο άγγελος Κυρίου και του λέει: «Πήγαινε και προετοίμασε την πόλη, για να χειροτονήσουν επίσκοπο τον πρώην άνθρωπο του ιπποδρόμου».
Πήγε λοιπόν αυτός και έκανε ότι του παρηγγέλθη. Αφού λοιπόν χειροτονήθηκε ο προαναφερθείς πρώην ή μάλλον έτι φαυλόβιος, άρχισε με τον νού του να φαντάζεται ότι κάτι είναι και να υψηλοφρονεί.
Τότε του παρουσιάσθηκε άγγελος Κυρίου και του λέει: «Γιατί υψηλοφρονείς, άθλιε; Σου λέω αλήθεια ότι δεν έγινες επίσκοπος, επειδή ήσουν άξιος για ιεροσύνη, αλλά γιατί αυτής της πόλεως τέτοιος επίσκοπος της άξιζε».
Γι' αυτό λοιπόν, αν ποτέ δεις κάποιον ανάξιο και πονηρό βασιλέα ή άρχοντα ή επίσκοπο, μην απορήσεις, μήτε να κατηγορήσεις την πρόνοια του Θεού.
Αλλά μάλλον μάθε άπ' αυτό και πίστευε ότι παραδιδόμεθα σε τέτοιους τυράννους εξ αιτίας των ανομιών μας, κι όμως πάλι δεν αφήνουμε τα κακά μας έργα.
π.Κ
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΝΗΣΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΝΑ ΣΥΓΚΑΛΕΣΗ ΣΥΝΟΔΟΝ
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057
Α.Π. 336 ᾿Εν Κορωπίῳ τῇ 4/17-9-03
ΠΡΟΣ
Τόν Σεβ/τον Μητροπολίτην Πειραιῶς καί Νήσων κ. Νικόλαον,
Εἰς Νίκαιαν Πειραιῶς, Σαμψοῦντος 54, 184 51.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΙΣ:
1) Τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος κ. ᾿Ανδρέαν, εἰς ᾿Επισκοπεῖον ῾Αγίου Μοδέστου 19001 Κερατέα ᾿Αττικῆς.
2) Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην ᾿Αργολίδος κ. Παχώμιον, εἰς ῾Ιεράν Μονήν ῾Αγίας Τριάδος, 20100 ᾿Εξαμήλια Κορινθίας.
3) Σεβ. Μητροπολίτην Περιστερίου κ. Γαλακτίωνα, εἰς Νεάπολιν Πειραιῶς Αἰσχύλου 105, 184 52.
4) Σεβ/τον Μητροπολίτην Κίτρους καί Κατερίνης κ. Γοργόνιον, εἰς Ι.Ν. ῾Αγίου Δημητρίου 60100 Σ.Σ. Κατερίνης.
5) Σεβ. Μητροπολίτην Βεροίας καί Ναούσης κ. Ταράσιον, εἰς Ι.Μ. ῎Αξιόν ᾿Εστί" 60066 Μεθώνη Πιερίας.
6) Σεβ. Μητροπολίτην Λαρίσης καί Τυρνάβου, εἰς Ι.Μ. ῾Αγίων ᾿Αποστόλων 40007 Σ.Σ. Ραψάνης Λαρίσης.
7) Σεβ/τους Επισκόπους Διαυλείας κ. ᾿Ανδρέαν καί Φιλίππων κ. Χρυσόστομον, εἰς Ι.Μ. Μεταμορφώσεως, 19001 Κουβαρᾶ ᾿Αττικῆς.
8) ῞Απαντας τούς Κληρικούς τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ῾Ιεράς Μονάς καί ᾿Εκκλησιαστικά Συμβούλια ῾Ιερῶν Ναῶν.
᾿Αγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ καί Συλλειτουργέ Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Πειραιῶς καί Νήσων κ. Νικόλαε, καί Σεβ/τοι ᾿Αρχιερεῖς, Κανονικά μέλη τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, ὁ Χριστός εἴη ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν.
Σχετικῶς μέ τά τελευταῖα ἀποσταλέντα εἰς ἐμέ "χαρτία", ἤτοι: α) Τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 3196 ἀπό 26 Αὐγ. 2003 (π.ἡ.) "πρόσκλησίν" σας, διά τῆς ὁποίας ὅλως ἀντικανονικῶς, ῾Υμεῖς ὁ Σεβ/τος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Νικόλαος, ἀντιποιεῖσθε τόν "᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν" καί πειρᾶσθε "σύγκλησιν Συνόδου ῾Ιεραρχίας" (διά τήν 17ην Σεπτεμβρίου π.ἡ.), καί β) Τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 233 ἀπό 2 Σεπτ. 2003 (π.ἡ.) ἑτέραν "πρόσκλησίν" σας, τήν ὁποίαν μοι ἐπιστείλατε τήν 3ην Σεπτεμβρίου, μετά τήν 9ην βραδυνήν, δι᾿ ἧς ἀντιποιεῖσθε καί τόν "Πρόεδρον" τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ῾Ιεροῦ Φιλανθρωπικοῦ Συνδέσμου τῶν Κληρικῶν (Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε), καλεῖτε δέ διά τήν ἀμέσως ἑπομένην ἡμέραν Τετάρτην, καί ὥραν 9ην πρωϊνήν (!) (4-9-03) "Διοικητικόν Συμβούλιον" τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε, ἡ ἐλαχιστότης μου ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος, κατ᾿ ᾿Αρχιερατικόν καθῆκον, εὐθύνην, ἀλλά καί φιλάδελφον διάθεσιν, ἀπαντῶ τά κάτωθι:
῞Οπως διά σειρᾶς προηγηθέντων σχετικῶν ἐγγράφων μας, (τά ὁποῖα σᾶς ἐπιστείλαμεν ἁρμοδίως καί Κανονικῶς καί τά ὁποῖα ἐν σώματι συνημμένως τῷ παρόντι σᾶς ἐπανεπιστέλλομεν), σᾶς ἐγνώσθη καί ἀναλυτικῶς ἐτεκμηριώθη, ἡ ἀπό 5 Φεβρουαρίου 2003 ἱερόσυλος συμπαιγνία περί παραιτήσεως τοῦ Μακαριωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν κ. ᾿Ανδρέου καί μεταβιβάσεως τῆς ᾿Αρχιεπισκοπῆς εἰς ὑμᾶς, ΔΕΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΕΠ᾿ ΟΥΔΕΝΙ, καθώς ἐπίσης ΔΕΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙΣΘΕ καί ῾Υμεῖς ὡς "νέος ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Αθηνῶν", ἤ καί ὡς "Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε.".
᾿Επανειλημμένως, διά σειρᾶς Κανονικῶν ἐγγράφων μας, σᾶς ἐξεθέσαμε, ὅτι ΔΕΝ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ὑπό τῆς Κανονικῆς Τάξεως, ΟΥΤΕ ΑΠΑΝΤΑΤΑΙ εἰς τήν μακραίωνα πρᾶξιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τοιαύτη παραίτησις, ὡς ἡ ὡς ἄνω, ἡ ὑπαγορευθεῖσα ὑπό τῆς ἰδικῆς σας ἱεροσύλου συμπαιγνίας, ἥτις ἐν συνεχείᾳ καί δή ἀπό 25.4.03 ἐξειλίχθη εἰς" ἀποποίησιν" τῆς "παραιτήσεως", "ἐπανεργοποίησιν" τοῦ "παραιτηθέντος" ὡς ᾿Επισκόπου, "μετάθεσις" αὐτοῦ εἰς ἄλλην Μητρόπολιν ὡς "Προέδρου", ἐπαναφορά του ὡς μέλους εἰς τάς συνεδρίας τῆς Συνόδου καί λοιπά ἀσεβῆ καί ἱερόσυλα καί ταῦτα πάντα προσχηματικῶς, σκοπίμως καί ὑστεροβούλως, πρός ὁλοκλήρωσιν τῆς συμπαιγνίας, ἤτοι τήν ὑφ᾿ ῾Υμῶν "κατάληψιν" τοῦ Θρόνου τήν 30.6.03.
῞Απαντα τά ἀνωτέρω, καθώς καί τό γεγονός ὅτι τάς συγκεκριμένας Κανονικάς, πραγματικάς ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ, ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ καί ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ᾿Αρχιερέων οὐδόλως ἐλάβατε ὑπ᾿ ὄψιν κατά τήν συνεδρίαν σας τῆς 25.4.03, ἀφ᾿ ἑνός μέν δέν σᾶς ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΟΥΝ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ μαρτυροῦν τήν δέσμευσίν σας ὑπό τῶν ξένων Κέντρων νά προχωρήσετε τά σχέδιά των μέ τελικόν στόχον τό ἀκήρυκτον σχίσμα σας, ἤ καί τήν ἱκανοποίησιν τῆς ματαιοφροσύνης σας. Περαιτέρω, ῾Υμεῖς ὁ Σεβασμιώτατος Πειραιῶς κ. Νικόλαος, ὅλως ἀδιστάκτως, διά τῆς εἰσηγήσεώς σας, κατά τήν ἐν λόγῳ συνεδρίασιν, δυστυχῶς ἐμιμήθητε καί συνεχίσατε τό ἔργον τοῦ πονηροῦ. Σκληρός ὁ λόγος, ἀλλά ἀληθινός, ἀφοῦ "γυμνῇ τῇ κεφαλῇ" διά τῆς συγκεκριμένης εἰσηγήσεως ἐψεύσθητε, οἱ δέ λοιποί συμμετασχόντες καί συνεργήσαντες εἰς τήν ἐν λόγῳ φατριαστικήν σας συνεδρίασιν, παρεχαράξατε καί διεστρέψατε τήν μακράν ἱστορικήν ἀλήθειαν καί πρᾶξιν τῆς ᾿Εκκλησίας, καί ἀκολούθως ἐδημοσιεύσατε τά ψεύδη σας, δι᾿ ὧν εἰσηγεῖσθε πλέον νέαν Κανονικήν Τάξιν καί νέαν θεσμοθεσίαν, ἀντίθετον πρός τήν Κανονικήν τάξιν καί τήν δισχιλιετῆ πρᾶξιν τῆς ᾿Εκκλησίας.
῞Ενεκα τούτων, ὑπογραμμίζομεν ὅτι, ὄχι μόνον ΔΕΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙΣΘΕ ὡς "᾿Αρχεπίσκοπος" ἤ ὡς "Πρόεδρος τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε.", ἀλλά καί ἐφέρατε ἑαυτόν (καί τήν ὁμάδα σας) ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΣ εἰς βαρυτάτην ΥΠΟΔΙΚΙΑΝ, διότι καί τήν παρακαταθήκην τῆς ᾿Αρχιερωσύνης - ᾿Επισκοπῆς, καί τήν Κανονικήν Τάξιν, καί τούς θεσμούς καί τά ἱερά καί ὅσια καί αὐτήν τήν ᾿Εκκλησίαν, ἱεροσύλως ὑπετάξατε καί ἐθέσατε ὑπό τούς πόδας σας, τόσον κατά τήν 5.2.03, ὅσον καί τήν 25.4.03 καί τήν 30.5.03 καί τήν 3.6.03, καί ἐξακολουθεῖτε ἀπονενοημένως ἐνεργοῦντες νά παγιώσετε τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν σας καί διά τῶν τελευταίων ἐγγράφων σας.
῎Αλλωστε προκειμένου νά συμμετάσχουν οἱ ᾿Αρχιερεῖς καί κατά τήν παράνομον διαδικασίαν τῆς 30.5.03, πρός "ἀνάδειξίν" σας εἰς δῆθεν "νέον ᾿Αρχιεπίσκοπον", ἀρχικῶς ἐπεχειρήθη διά τῶν παρανόμων καί ἐξωφρενικῶν ἀποφάσεών σας, τῆς 25.4.03, νά μᾶς ἐκφοβίσετε, δεδομένης δέ τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματός σας, εἰς τήν συνέχεια προσεπαθήσατε νά μᾶς πείσετε νά συμμετάσχωμεν, ἐμφανιζόμενος ὅτι δῆθεν προτίθεσθε νά ἐπιλύσετε τά ἐκκρεμμοῦντα θέματα, τά ὁποῖα ἐπί ἔτη καταγγέλλομεν. Αὗται ὅμως αἱ δῆθεν καλαί προθέσεις σας, μετά καί ἀπό τά ὑπ᾿ ἀριθμ. 3190/27.5.03 καί 1163/28.5.03 κείμενά σας, ἀπεδείχθησαν προσχηματικαί καί ψευδεῖς, καθόσον δι᾿ ἄλλην μίαν φοράν ἀμφισβητεῖτε, κατά τήν παγίαν τακτικήν τοῦ παρασυνοδικοῦ κατεστημένου, τήν ὕπαρξιν τῶν ἐν λόγῳ θεμάτων καί ἀποδίδετε παραπλανητικῶς τά αἴτια τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς κρίσεως εἰς τεχνητά σκάνδαλα.
᾿Αλλά καί τό ὅτι εἰς τό ἄκυρον "χαρτίον" σας (3196 ἀπό 26.8.03) θέτετε ὡς θέμα τήν ἐξέτασιν τῶν λόγων, διά τούς ὁποίους οἱ Συνεπίσκοποί σας δέν συμμετέσχον εἰς τάς ἀπό 5.2.03 μέχρι καί τήν 30.5.03 παρανόμους συνεδριάσεις σας, προκύπτει ὡς ἀπειλή, καθ᾿ ὅσον τούς καλεῖτε εἰς ἀπολογίαν ἀπό τήν θέσιν τοῦ παρανόμως καί ἀντικανονικῶς καί ὡς μοιχεπιβάτου ἐπικαθήσαντος εἰς τόν θρόνον τῶν ᾿Αθηνῶν. Τελικῶς ἀποσκοπεῖτε, εἰς τήν τυπικήν ἀπόρριψιν τῶν, ὡς ἀναφέρετε, "αἰτιάσεων" τῶν Συνεπισκόπων σας, ἐκ δέ τῆς "ἐντολῆς" ἤ "προτροπῆς" σας νά παρευρίσκωνται εἰς τήν συνεδρίασιν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου ἅπαντες οἱ ᾿Αρχιερεῖς, καί δή φέροντες μεθ᾿ ἑαυτῶν τά ἐξωτερικά διακριτικά τοῦ ᾿Αρχιερέως, ἀποσκοπεῖτε κυρίως εἰς τό νά ἐπισφραγίσετε διά τῆς παρουσίας των τήν παρανομίαν σας. Δηλαδή, εἶναι ὡς νά λέγετε, "ἐφ᾿ ὅσον προσέλθουν, καί φωτογραφηθῶμεν ἐν μέσω αὐτῶν ὡς ᾿Αρχιεπίσκοπος, θά τούς τά συγχωρήσωμεν ὅλα"!!!
Σεβασμιώτατε κ. Νικόλαε, ὅλως φιδαδέλφως, σᾶς παρακαλῶ ἀφῆστε κάθε νοσηράν νοοτροπίαν καί συμπεριφοράν, καί λάβετε σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν μόνον τό ὅτι, μέχρι καί σήμερον, πιστός Κλῆρος καί Λαός, ἀναμένομεν ἐναγωνίως τήν μεταμέλειάν σας, καί ῾Υμῶν καί τοῦ Μακαριωτάτου καί τῶν συνεργησάντων Σεβασμιωτάτων ᾿Αρχιερέων, ἵνα συμφώνως τῇ Κανονικῇ τάξει καί ἐν προκειμένῳ καί τῇ ἐπιτρεπομένῃ οἰκονομίᾳ, ἐπανέλθητε, ὡς πρόσωπα καί ὡς ὁμάδα, εἰς τήν πρό τῆς 5.2.03 κατάστασιν καί ἀντιμετωπισθῇ καί θεραπευθῇ ἀπό κοινοῦ ἡ εἰδεχθής ἐγκληματική πρᾶξις τῆς ἱεροσύλου περί παραιτήσεως συμπαιγνίας σας, καί ὅλαι αἱ φατριαστικῶς καί ἄκρως ἀντικανονικῶς ἐπακολουθήσασαι, μέχρι καί τά περί οὗ ὁ λόγος ἄκυρα "χαρτία" σας 3169/26.8.03 (π.ἡ.) καί 233/2/15.9.03, τά ὁποῖα συνημμένως σᾶς ἐπιστρέφομεν ὡς ἀπαράδεκτα διά τούς προαναφερθέντας λόγους.
Παρακαλεῖσθε καί ῾Υμεῖς, καί ὁ Μακαριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος καί οἱ Σεβ. κ.κ. Παχώμιος, Γαλακτίων καί ᾿Ανδρέας νά συνειδητοποιήσετε, ὅτι δέν νομιμοποιεῖσθε νά ἐμφανίζεσθε ῾Υμεῖς μέν ὡς "᾿Αρχιεπίσκοπος" ἤ "Πρόεδρος τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε.", ὁ δέ Μακαριώτατος ὡς "παρητημένος", ὡς "ἐπανενεργοποιηθείς", ὡς "μετατεθείς" εἰς τήν "Προεδρίαν τῶν Πατρῶν", ἤ καί ὡς "μέλος τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου", οὔτε ὅτι ἡ φατριαστική καί ἱερόσυλος ὁμάδα σας ἀποτελεῖ τήν ῾Ιεράν Σύνοδον, κλπ....Παρακαλεῖσθε, διά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ καί τήν σωτηρίαν ὅλων μας, προπάντων δέ τοῦ πιστοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας, νά προλάβετε τήν ἐκκρεμοῦσαν, καί ἀπειλοῦσαν ῾Υμᾶς, βαρεῖαν καί εὑρεῖαν Κανονικήν ὑποδικίαν σας, τήν ὁποίαν ὑπό τάς δεδομένας προϋποθέσεις ἡ Μήτηρ ἡμῶν ᾿Εκκλησία διά τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν ὀργάνων Της, δύναται νά οἰκονομήση. ῾Η ἐκκρεμοῦσα ὑποδικία σας δέν ἀπαιτεῖ τίποτε περισσότερον, παρά μόνον τήν εἰλικρινῆ μεταμέλειάν σας καί τήν βούλησίν σας νά ἐπανέλθητε εἰς τήν πρό τῆς 5.2.03 Κανονικήν ᾿Εκκλησιαστικήν κατάστασιν, διά νά ἐπανεύρη ἡ ᾿Εκκλησία τήν Κανονικήν, ἐξ᾿ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, πορείαν Της, καί οὕτω παύση ἡ ἐκ μέρους σας ἀπειλή (κίνδυνος) νά ἀποβῇ τό "ἐν δυνάμει" σχίσμα σας καί ἐνεργείᾳ, ὅπερ, καθ᾿ ἡμᾶς, ἦτο καί παραμένει ὁ κύριος στόχος τῶν ξένων Κέντρων, τά ὁποῖα σᾶς ἐπέβαλον νά προβῆτε καί εἰς τήν περί παραιτήσεως ἱερόσυλον συμπαιγνίαν.
Σεβασμιώτατε, ἐάν συνεχίσετε τήν πορείαν, ἡ ὁποία ἔχει προδιαγραφεῖ ὑπό τοῦ παρασυνοδικοῦ κατεστημένου (τῶν ἀδελφῶν Τσακίρογλου καί Δημητρίου Κάτσουρα, καί τῶν γνωστῶν Φλωρινικῶν, ἀλλά καί Νεοημερολογιτικῶν παραγόντων), τό μόνον τό ὁποῖον, καθ᾿ ἡμᾶς, θά ἐπιτύχετε, θά εἶναι νά παγιωθῆτε ὡς μία ἀκόμη σχισματική παλαιοημερολογιτική παράταξις, ἡ ὁποία, ἀργά ἤ γρήγορα, θά ἀφομοιωθῇ εἰς τό νέον σχῆμα τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπερ μή γένοιτο ποτέ.
Εἴθε ὁ Θεός νά μᾶς εὐσπλαγχνισθῇ, καί νά μᾶς δώση τήν δύναμιν, ἡμεῖς νά προσφέρωμεν τήν ταπείνωσίν μας, τήν μετάνοιαν καί τήν ἀνεπιφύλακτον διάθεσιν πρός διόρθωσιν καί ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν θεμάτων, τά ὁποῖα καθάπτονται τῆς ᾿Εκκλησιολογίας καί τῆς ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς, ἀλλά καί τῆς καθαρᾶς ὁμολογίας σας ἔναντι τῶν γνωστῶν Βουλευμάτων, καί κάθε κακοδοξίας σας, ἡ ὁποία εἴτε ἐξ ἀντιγραφῆς, εἴτε ἐξ ἄλλης αἰτίας παρεισέφρυσεν εἰς κείμενά σας (Βιβλία, ᾿Εφημερίδες) καί τά ὁποῖα ὡς κακόδοξα πρέπει νά ἀποκηρυχθοῦν, ᾿Εκεῖνος δέ νά μᾶς χαρίση τό ἄπειρον ἔλεος καί τήν συγγνώμην. Καιρός ὅπου ἐπερίσσευσεν ἡ ἁμαρτία νά ὑπερπερισσεύση ἡ χάρις καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Σημείωσις: Τό παρόν κοινοποιεῖται πρός ἐνημέρωσιν καί εἰς τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Κιτίου κ. ᾿Επιφάνειον τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Κύπρου.
Διατελοῦντες μετά τῆς ἐν Κυρίῳ τιμῆς καί ἀγάπης, προσευχόμεθα ἡ Χάρις Του νά ἐπαναφέρη τήν εἰρήνην εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν.
᾿Ελάχιστος ἐν ᾿Επισκόποις
+ ῾Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
Συνημμένως:
1) Αἱ ὑπ᾿ ἀριθμ. 3196/26.8.03 καί 233/2/15.9.03 Προσκλήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιστρέφονται "ἀπαράδεκτοι", σελίδες 4, καί
2) ᾿Επίσημα κείμενα (ἤτοι ᾿Ενστάσεις, Καταγγελίαι, ᾿Αναφοραί, Γνωμοδοτήσεις κλπ.) σελίδες 123.
Ἀλλά καί πάλιν διά τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 341/9.10.2003 ἐγγράφου μας ἐδηλώσαμεν ὅτι δέν νομιμοποιεῖται ὁ κ. Νικόλαος νά συγκαλέση Σύνοδον..
ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΥ ΑΠΟ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ
(Σκέψεις περί Ἐκκλησιασμοῦ παρμένες
ἀπό ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)
Εἰσαγωγικά
Ἡ πίστη στόν Θεό καί ἡ συμμετοχή του στήν κοινή Θεία Λατρεία (κυρίως στήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας) ἀποτελοῦν γιά κάθε Χριστιανό, πού θέλει νά εἶναι ἐνεργό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δύο «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ» προϋποθέσεις γιά τή Χριστιανική του ἰδιότητα καί ζωή. Ὅπως ἡ ὑλική τροφή εἶναι ἀπαραίτητη γιά τή συντήρηση καί ἀνάπτυξη τοῦ σώματος, ἔτσι καί ἡ συμμετοχή στή Θεία Λειτουργία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τή συντήρηση καί τήν πρόοδο τοῦ πνευματικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἱερός ναός ἀποτελεῖ τόπο παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί διανομῆς τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ἀρχικά ὑπῆρξε στήν πρώτη Ἐκκλησία τό ὑπερῶο τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ πιστοί τῆς πρώτης Ἐκκλησίας προσευχόμενοι καί «προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδόν ἐπί τό αὐτό» ἐκφράζουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί εἰκονίζουν τήν ἀρξαμένη «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», τῆς ὁποίας τά ἀγαθά ἀρχίζουν νά προγεύονται.
Αὐτή τήν ἀλήθεια καί πραγματικότητα ὑποδηλώνουν οἱ Πατέρες τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (691 μ.Χ.), οἱ ὁποῖοι μέ εἰδικό κανόνα παραγγέλλουν νά ἀποκόπτεται (δηλ. νά ἀφορίζεται) ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κάθε Χριστιανός, πού χωρίς σοβαρό λόγο ἀπέχει τῆς κοινῆς λατρείας (Θείας Λειτουργίας) γιά τρεῖς συνεχεῖς Κυριακές.
Ὁ τακτικός ἐκκλησιασμός δέν πρέπει νά ἀποτελεῖ γιά κάθε πιστό μία καλή συνήθεια, ἕνα τυπικό θρησκευτικό καθῆκον, μία κοινωνική ὑποχρέωση, ἤ ἀκόμα μία ψυχολογική διέξοδο ἀπό την ἀσφυκτική μονοτονία τῆς καθημερινότητας. Αὐτό το τελευταῖο εἶναι σύμπτωμα μίας ἐπικίνδυνης ἀσθένειας, τῆς ἐκκοσμίκευσης.
Ἀντίθετα, ὁ συνειδητός Χριστιανός, μέ τήν προσέλευσή του στόν ναό, ἐκφράζει μία ζωτική ὑπαρξιακή του ἀνάγκη. Τήν ἀνάγκη νά ζήσει αὐθεντικά. Νά συναντηθεῖ μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς του, τόν Δημιουργό του, νά Τόν ἀκούσει, νά Τόν δοξολογήσει, νά Τόν εὐχαριστήσει. Νά τοῦ ἀνοίξει τήν καρδιά του καί νά τοῦ ζητήσει λύση γιά τά προβλήματά του. Νά ἑνωθεῖ μαζί του, μέσω τῆς θείας κοινωνίας. Ἐπιπλέον, μπορεῖ νά ἐκφράσει τήν εὐλάβεια καί τήν ἀγάπη του στήν Παναγία μας καί στούς Ἁγίους. Νά τούς νοιώσει δίπλα του συναγωνιστές καί πνευματικούς ἀδελφούς του.
Τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού μεταλαμβάνει στή Θεία Λειτουργία, τόν κάνουν νά αἰσθάνεται «συμπολίτης τῶν Ἁγίων καί οἰκεῖος του Θεοῦ», τόν καθαρίζουν ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, τόν ἁγιάζουν, τόν χαριτώνουν, τόν συμφιλιώνουν μέ κάθε συνάνθρωπό του καί τόν κάνουν νά αἰσθάνεται τήν πληρότητα τῆς Ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς. Ἔτσι, ἀναχωρεῖ ἀπό τόν Ναό τοῦ Θεοῦ ἀνανεωμένος, ἀνακαινισμένος, μέ δύναμη καί ἀπόφαση νά ἀντιμετωπίσει τήν ζωή σύμφωνα μέ τό Θεῖο θέλημα. Βλέπει, μέ τήν προοπτική τῆς αἰώνιας ζωῆς, τήν προσωρινότητα καί τήν φθαρτότητα τοῦ καθημερινοῦ του βίου.
Στίς μέρες μας, ὁ θόρυβος τοῦ κόσμου γεμίζει σύγχυση τήν ψυχή μας. Τό ψεύτικο καί ἀπατηλό τῶν σύγχρονων εἰδώλων, διαψεύδει ἀπό παντοῦ τίς ἀνθρώπινες ἐλπίδες καί ἀφήνει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου διψασμένη γιά κάτι γνήσιο καί αὐθεντικό. Ἒτσι, παρατηροῦμε ὅτι τό ἐνδιαφέρον γιά τήν Ὀρθόδοξη λατρεία αὐξάνεται διεθνῶς, καθώς πολλοί ἀνακαλύπτουν σ’ αὐτή ἕνα πραγματικό νόημα. Καί στόν χῶρο τῆς ἑτερόδοξης Δύσεως καί ὄχι μόνον, ἀλλά καί στήν Ἀσία καί στήν Ἀφρική, ὅπου ὑπάρχουν Ὀρθόδοξες Ἱεραποστολές, τό ἐνδιαφέρον γιά τήν Ὀρθόδοξη λατρεία αὐξάνεται.
Ἐν τούτοις στόν δικό μας χῶρο, οἱ περισσότεροι Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας ἀπουσιάζουν συστηματικά ἀπό τη Θεία λατρεία. Εἶναι φανερό ὅτι πολύ λίγοι ἀπό τούς ἀπόντες ἔχουν καταλάβει τήν ἀξία τῆς Ὀρθόδοξης Θείας Λειτουργίας.
Παρακάτω θά ἐκθέσουμε ἀποσπάσματα ἀπό ὁμιλίες τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (554 – 407 μ.Χ.), τοῦ μεγάλου Πατρός καί Διδασκάλου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, πού συνέδεσε τό ὄνομά του καί τήν ζωή του μέ τή Θεία Λειτουργία. Οἱ σκέψεις του καί οἱ παραινέσεις του εἶναι πάντα ἐπίκαιρες καί ἐφαρμόσιμες σέ κάθε ἐποχή. Διαπιστώνει ἔτσι εὔκολα κανείς πώς ὁ ἄνθρωπος στό βάθος του παραμένει ἴδιος καί ἀπαράλλακτος σέ ὅλες τίς ἐποχές.
Ἄς εὐχηθοῦμε, ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἱερός Ναός νά μᾶς γίνει οἰκεῖος σάν τό δικό μας σπίτι καί ἡ Θεία Λειτουργία κέντρο καί ἄξονας γιά ὅλη μας τήν ζωή. Ἡ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας νά ἀποβεῖ γιά τόν καθένα μας ἡ μόνη «ψυχοτρόφος καί ζωοποιός», κάτι πού ἔχουμε ἀνάγκη περισσότερο ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο στήν ζωή μας.
1. Οἱ ναοί, τά πνευματικά μας λιμάνια.
Ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο και ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στά ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καί ὁ Ἱερός ναός σώζει ἀπό τήν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν, ὅσους προστρέχουν σ’ αὐτόν. Ὁ ναός εἶναι ὁ χῶρος συναντήσεως τοῦ Θεοῦ και τοῦ ἀνθρώπου, τό κατ’ ἐξοχήν σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Μόλις περάσεις τό κατώφλι του, αἰσθάνεσαι τή γαλήνη τοῦ Θεοῦ νά πλημμυρίζει τό ἐσωτερικό σου, μία αὔρα πνευματική νά δροσίζει τήν ψυχή σου. Ἡ πνευματική ἡσυχία πού σοῦ ἐμπνέει, σέ κάνει νά ξεχάσεις τίς καθημερινές σου φροντίδες καί νά τίς ἀναθέσεις στόν Θεό. Σέ μεταφέρει σέ ἕναν ἄλλο κόσμο ἤρεμο, γαλήνιο, γεμάτο ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τῶν ἁγίων. Σοῦ ὑπενθυμίζει ὅτι τά γήινα εἶναι πρόσκαιρα καί ὅτι ὑπάρχουν ἀλλοῦ τά ἄφθαρτα καί αἰώνια.
Καί ἄν τό κέρδος εἶναι τόσο μεγάλο, ὅταν δέν τελεῖται λατρευτική σύναξη, πόσο μεγαλύτερο εἶναι τό κέρδος ἀπό τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Σ’ αὐτή οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύττουν τό Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός βρίσκεται ἀνάμεσα στούς πιστούς. Ὁ Θεός Πατέρας δέχεται τήν κοινή προσευχή τῶν πιστῶν καί τήν τελούμενη θυσία. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐπιτελεῖ τά μυστήρια καί παρέχει τή χάρη του στούς πιστούς. Οἱ ἱερεῖς προσεύχονται ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, δανείζουν τά χέρια τους, τά πόδια τους καί τή φωνή τους γιά τήν τέλεση τῆς θείας λατρείας. Προσφέρουν στόν Θεό τά τίμια δῶρα ὑπό τή μορφή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, πού τό Ἅγιο Πνεῦμα θά μετατρέψει σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ πρός ἁγιασμό τῶν πιστῶν.
Στόν Ἱερό Ναό συντηρεῖται καί ἀποκαθαίρεται ἡ χαρά ὅσων χαίρονται, παραμυθεῖται ἡ λύπη τῶν πικραμένων καί πενθούντων, διασκεδάζεται ἡ ἀνησυχία τῶν ἀγωνιούντων, παρέχεται ἀνάπαυση στούς κουρασμένους. Λέει ὁ Κύριος σέ ὅλους τους κουρασμένους ἀπό τόν ἀγώνα τῆς ζωῆς καί τούς φορτωμένους ἀπό τά κοινωνικά βάρη ἀνθρώπους : «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτιμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28). Τί πιό εὐχάριστο σέ μᾶς ἀπό τήν πρόσκληση αὐτή τοῦ Κυρίου στό συμπόσιό Του. Θά σέ θρέψει μέ τό πανάχραντο σῶμα Του καί τό τίμιο αἷμα Του, θά σέ ἀπαλλάξει ἀπό τίς μέριμνες καί τίς φροντίδες, θά σέ ξαλαφρώσει ἀπό τό βάρος τῶν ἁμαρτημάτων σου. Θά σοῦ χαρίσει μία νέα ζωή καθαρή, χωρίς λύπη, χωρίς τύψεις, ἀλλά μέ τή χαρά «τῆς υἱοθεσίας» Του.
2. Γιατί δέν ἐκκλησιαζόμαστε ;
Παρ’ ὅλα αὐτά, λίγοι εἶναι αὐτοί πού ἔρχονται στήν ἐκκλησία τακτικά. Πόσο ἀλήθεια μᾶς λείπει τό φιλότιμο, ἄν σκεφτοῦμε ὅτι οἱ μάρτυρες ἔχυσαν τό αἷμα τους γιά τήν ἀλήθεια καί μεῖς δέν θέλουμε νά θυσιάσουμε λίγο τήν ἄνεσή μας. Ὁ Κύριος πέθανε γιά χάρη μας καί ἐμεῖς Τόν περιφρονοῦμε. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά ἑορτάσουμε μνῆμες ἁγίων καί ἐμεῖς προτιμᾶμε νά μένουμε σπίτι μας. Καί ὅμως, ἀπό φιλότιμο πρέπει νά πᾶμε, νά τιμήσουμε τούς ἁγίους. Γιά νά τούς δοῦμε νά νικοῦν, τόν διάβολο νά νικιέται, τόν Θεό νά δοξάζεται καί τήν Ἐκκλησία νά θριαμβεύει.
Μιά πρώτη πρόφαση πού προβάλλουν κάποιοι εἶναι: «Εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί δέν τολμοῦμε νά ἀντικρίσουμε τούς ἁγίους». Μά ἀκριβῶς, ἐπειδή εἶσαι ἁμαρτωλός, ἔλα ἐδῶ γιά νά γίνεις δίκαιος. Ἤ μήπως νομίζεις ὅτι καί αὐτοί πού στέκονται μπροστά στό ἱερό θυσιαστήριο, οἱ ἱερεῖς, εἶναι ἀναμάρτητοι; Ὁ Θεός τά οἰκονόμησε ἔτσι, ὥστε καί οἱ ἱερεῖς νά ἔχουν κάποια πάθη, ὥστε νά κατανοοῦν τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί νά συγχωροῦν τούς μετανοοῦντας πιστούς.
Μία ἄλλη, ἐπίσης, λογικοφανής πρόφαση εἶναι: «Ἀφοῦ δέν τήρησα ὅσα ἄκουσα στήν Ἐκκλησία, πῶς μπορῶ νά ἔρθω πάλι;» Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι βέβαια: «Ἔλα νά ξανακούσεις τόν Θεῖο Λόγο. Καί προσπάθησε τώρα νά τόν ἐφαρμόσεις». Ἀλήθεια, πές μου, ἄν βάλεις φάρμακο πάνω στό τραῦμα σου καί δέν ἐπουλωθεῖ σέ μία μέρα, δέν θά ξαναβάλεις καί τήν ἑπομένη; Κάνε καί σύ τώρα τό ἴδιο γιά τά τραύματα τῆς ψυχῆς σου.
Ἀλλά θά μοῦ πεῖς, σ’ ἐμποδίζουν νά ἐκκλησιαστεῖς ἡ κούραση, ἡ φτώχεια, ἡ ἀνέχεια καί ἡ ἀνάγκη νά ἐργαστεῖς. Ὅμως καί αὐτή ἡ πρόφαση δέν εἶναι εὔλογη. Ἀπό τίς ἑπτά ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, ἔχεις ἔξι μέρες νά ἐργασθεῖς. Μία μόνο σοῦ ζητάει ὁ Θεός νά τοῦ δώσεις καί συγχρόνως νά ξεκουραστεῖς. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ συνεχής, χωρίς διαλείμματα ἐργασία, φθείρει τήν ὑγεία γρήγορα. Ἀλλά, γιατί μιλᾶμε γιά ὁλόκληρη ἡμέρα; Ἡ χήρα του Εὐαγγελίου ἐπαινέθηκε ἀπό τόν Χριστό, γιατί ἔδωσε γιά ἐλεημοσύνη δύο λεπτά ἀπό τό ὑστέρημά της καί πῆρε πολλή χάρη ἀπό τόν Θεό. Δώρισε καί ἐσύ δύο ὧρες στόν Θεό πηγαίνοντας στήν Ἐκκλησία καί θά φέρεις στό σπίτι σου κέρδη ἀμέτρητων ἡμερῶν. Ἄν ὅμως περιφρονήσεις τόν Θεό, γνώριζε ὅτι τά κέρδη, πού συγκεντρώνεις μέ τήν ἐργασία τῆς Κυριακῆς, θά σκορπιστοῦν ἀνώφελα.
Μά, καί ἄν ἀκόμα, ἐργαζόμενοι τήν Κυριακή, βρίσκαμε ὁλόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο ἀπό χρυσάφι καί ἐξ αἰτίας του ἀπουσιάζαμε ἀπό τόν Ναό, θά ἦταν πολύ μεγαλύτερη ἡ ζημιά μας· και μάλιστα τόσο μεγαλύτερη, ὅσο ἀνώτερα εἶναι τά πνευματικά πράγματα ἀπό τά ὑλικά. Διότι τά ὑλικά πράγματα, ἀκόμα καί ἄν εἶναι πολλά, δέν τά παίρνουμε στήν ἄλλη ζωή. Δέν μεταφέρονται μαζί μας στόν οὐρανό, δέν παρουσιάζονται μπροστά στό φοβερό βῆμα τοῦ Κυρίου. Ἐκτός αὐτοῦ πολλές φορές καί πρίν ἀκόμα πεθάνουμε μᾶς ἐγκαταλείπουν. Ἀντίθετα ὁ πνευματικός θησαυρός, πού ἀποκτοῦμε στήν Ἐκκλησία, εἶναι κτῆμα ἀναφαίρετο καί μᾶς ἀκολουθεῖ παντοῦ.
Ἐδῶ πρέπει νά ἀναφέρουμε πόσο μεγάλη σημασία ἔδινε στήν ἀργία τῆς Κυριακῆς ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Ἔλεγε «πρέπει καί ἠμεῖς νά ἐργαζώμεθα τές ἔξι ἡμέρες διά τοῦτα τά μάταια, τά γήινα καί ψεύτικα πράγματα καί τήν Κυριακήν νά σχολάζωμεν, νά πηγαίνωμεν εἰς τήν ἐκκλησίαν καί νά στοχαζώμασθεν τές ἁμαρτίες μας, τόν θάνατον, τήν Κόλασιν καί τόν Παράδεισον· νά στοχαζώμασθεν τήν ψυχήν μας, ὁπού εἶναι τιμιωτέρα ἀπό ὅλον τόν κόσμον, καί ὄχι νά πολυτρώγωμεν καί νά πολυπίνωμεν, νά κάνωμεν ἁμαρτίες, οὔτε νά ἐργαζώμασθεν καί νά πραγματευώμασθεν καί νά κάνωμεν λισιβερίσια τήν Κυριακήν… Ὅθεν ἀδελφοί μου, διά νά μήν πάθετε κανένα κακόν, μήτε ψυχικά μήτε σωματικά, ἐγώ σᾶς συμβουλεύω νά φυλάγετε τήν Κυριακήν σας, ὡσάν ὁπού εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τόν Θεόν… Ἀλλοῦ, ὁ Ἃγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, συμβουλεύει τούς ποιμένες πού ἔχουν πρόβατα, τό γάλα πού ἀρμέγουν τήν Κυριακή νά τό προσφέρουν ἐλεημοσύνη, στήν Ἐκκλησία ἤ στό σχολεῖο.
Μία ἄλλη πρόφαση πού προβάλλεται συνήθως γιά τήν ἀποφυγή τοῦ Ἐκκλησιασμοῦ εἶναι : «Ναί, ἀλλά μπορῶ νά προσευχηθῶ καί στό σπίτι μου». Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι βεβαίως καί μπορεῖς νά προσευχηθεῖς στό σπίτι σου. Ἡ προσευχή ὅμως στήν ἐκκλησία εἶναι ἀνώτερη, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουν περισσότερες πνευματικές προϋποθέσεις ἀπό ὅ,τι στό σπίτι σου. Δέν παρακαλεῖς μόνος σου, ἀλλά σέ συμφωνία μέ τούς ἱερεῖς (οἱ ὁποῖοι προΐστανται τῶν ἀκολουθιῶν) καί τούς ἄλλους πιστούς, οἱ ὁποῖοι συμμετέχουν καί ἑνώνουν τίς προσευχές τους μέ τίς δικές σου. Ἀλλά τό πιό σημαντικό εἶναι ὅτι στήν Ἐκκλησία τελεῖται ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά ἄλλα μυστήρια, κατέρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἁγιάζει τούς πιστούς. Ἡ ἀναίμακτη θυσία εἶναι αὐτή, πού τρέφει πνευματικά τούς πιστούς, τούς θωρακίζει ἀπό τίς δαιμονικές προσβολές, τούς ἐνώνει ὀργανικά μέ τόν Χριστό καί μεταξύ τους. Ἡ ἀτομική προσευχή ἔχει ἀξία καί πιάνει τόπο, ὅταν ὁ πιστός μένει συνδεδεμένος μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Διαφορετικά, ἄν μείνει μόνος του, ξεκομμένος ἀπό τήν κοινή λατρεία καί τά μυστήρια, εἶναι δυνατόν νά τόν πλανήσει ὁ διάβολος.
Ἡ δύναμη τῆς κοινῆς προσευχῆς εἶναι πολύ μεγάλη καί συνοδεύεται ἀπό θαυμαστά γεγονότα. Παράδειγμα, ὅπως διαβάζουμε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (Πράξ. ε΄ 19) ἡ θερμή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας προκάλεσε τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά ἀπελευθερώσει θαυματουργικά τόν ἁλυσοδεμένο Πέτρο μέσα ἀπό τη φυλακή.
3. Ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στόν Ναό.
Ἀφοῦ εἶναι τόσο μεγάλη ἡ ἀξία καί ἡ σημασία τῆς κοινῆς προσευχῆς, ἄς τῆς δώσουμε την προτεραιότητα πού τῆς ἀξίζει, ἀνάμεσα σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐργασία. Ἄς τρέχουμε πρόθυμα, ὅπου καί ἄν βρισκόμαστε, πρῶτα στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι θά ἁγιάζεται ὅλη ἡ ζωή μας.
Ὅταν εἰσέλθουμε στόν Ἱερό Ναό, ἄς φροντίζουμε νά ἀφήνουμε ἔξω ὅλες τίς βιοτικές μέριμνες, τούς περισπασμούς καί τούς φόβους μας καί ἄς ἀποθέτουμε ὅλα τά προβλήματά μας στόν Θεό. «Πᾶσαν τήν βιοτικήν μέριμναν ἀποθώμεθα, ὡς τόν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι» λέει ὁ Χερουβικός ύμνος που ψάλλουμε κατά μίμηση τῶν ἀγίων ἀγγέλων.
Στή συνέχεια ἄς διώξουμε ἀπό τήν ψυχή μας κάθε μνησικακία, συγχωρώντας ὅσους μᾶς ἔχουν βλάψει, γιά νά μποροῦμε νά παρουσιασθοῦμε μπροστά στόν Θεό καί νά ἔχουμε τήν παρρησία νά τοῦ ζητήσουμε τή συγχώρηση καί τῶν δικῶν μας σφαλμάτων. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὑπόδειγμα προσευχῆς λέγοντας : «Πάτερ ἡμῶν… ἅφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν…». Προϋπόθεση, λοιπόν, τῆς συγχωρήσεως τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν εἶναι καί ἡ δική μας συγγνώμη γιά τούς ἄλλους.
4. Ἡ ἀμφίεση τῶν πιστῶν στήν κοινή λατρεία.
Ὅπως, ὅταν ἐπισκεπτόμαστε ἕνα ἐπίσημο πρόσωπο ἤ λαμβάνουμε μέρος σέ κάποια ἐπίσημη ἐκδήλωση, φροντίζουμε ἡ ἀμφίεσή μας νά εἶναι ἡ καλύτερη δυνατή, κατά μείζονα λόγο ἡ ἐνδυμασία μας μέσα στόν Ναό πρέπει νά εἶναι προσεγμένη ἀπό κάθε ἄποψη, κόσμια καί ὄχι ἐξεζητημένη. Διότι, τό κόσμιο εἶναι σεμνό καί ταιριάζει στόν ἱερό τόπο τῆς κοινῆς προσευχῆς. Βοηθάει καί ἐμᾶς καί τούς ἄλλους νά μήν ἀποσπασθοῦν ἀπό τήν προσευχή. Ἀντίθετα τό ἐξεζητημένο μπορεῖ νά εἶναι ἄσεμνο, προκλητικό ἤ ἀσυλλόγιστα πολυτελές, πράγμα πού μπορεῖ νά γίνει αἴτιο σκανδαλισμού. Ἔτσι ὁ ἐκκλησιασμός μας, ἀντί νά ἀποβεῖ ψυχικά ὠφέλιμος, ἐνδέχεται νά γίνει ἐπιζήμιος.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Α΄ πρός Τιμόθεο ἐπιστολή του παραγγέλλει: «Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τούς ἄνδρας ἐν παντί τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρίς ὀργῆς καί διαλογισμοῦ (νά σηκώνουν στόν Θεό καθαρά χέρια χωρίς ὀργή καί ἐριστικότητα)· ὡσαύτως καί τάς γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ (νά προσεύχονται μέ κόσμια ἐμφάνιση), μετά αἰδοῦς καί σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μή ἐν πλέγμασιν (ὄχι μέ περίτεχνες κομμώσεις) ἤ χρυσῷ ἤ μαργαρίταις ἤ ἱματισμῷ πολυτελεῖ (ὄχι μέ χρυσά κοσμήματα ἤ μαργαριτάρια ἤ πολυτελῆ ἐνδύματα), ἀλλ’ ὅ πρέπει γυναιξίν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν δι’ ἔργων ἀγαθῶν (ἀντίθετα νά στολίζονται μέ ὅ,τι ταιριάζει σέ γυναῖκες πού λένε ὅτι σέβονται τόν Θεό, δηλαδή μέ καλά ἔργα) (Α΄ Τιμοθ. Β΄ 8-10).
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, εἰδικά ἀπευθυνόμενος στίς γυναῖκες λέει: «Τί λές γυναίκα ; Ἔρχεσαι στόν Ναό νά προσευχηθεῖς καί στολίζεσαι μέ χρυσαφικά καί κτενίζεσαι ἐπιτηδευμένα; Μήπως ἦρθες γιά νά χορέψεις; Μήπως γιά νά λάβεις μέρος σέ γαμήλια γιορτή; Ἐκεῖ ἔχουν θέση τά χρυσαφικά καί οἱ πολυτέλειες.. Ἐδῶ (δηλαδή στό Ναό) δέν χρειάζεται τίποτε ἀπ’ αὐτά. Ἦρθες νά παρακαλέσεις τόν Θεό γιά τίς ἁμαρτίες σου. Τί στολίζεις λοιπόν τόν ἑαυτό σου; Εἶναι αὐτή ἐμφάνιση γυναίκας πού ἱκετεύει; Πῶς μπορεῖς νά στενάξεις, πῶς μπορεῖς νά δακρύσεις, πῶς μπορεῖς νά προσευχηθεῖς μέ θέρμη ἔχοντας τέτοια ἀμφίεση; Θέλεις νά φαίνεσαι εὐπρεπής ; Φόρεσε τόν Χριστό καί ὄχι τόν χρυσό.
5, Προσευχή καί προσοχή κατά τήν κοινή λατρεία.
Ἀλλά καί ἡ διαγωγή μας μέσα στόν Ναό, πρέπει νά εἶναι ἁρμόζουσα σέ ἄνθρωπο πού βρίσκεται μπροστά στόν Θεό. Νά μήν ἀσχολούμαστε μέ ἄκαρπες συζητήσεις. Νά στεκόμαστε μέ φόβο καί τρόμο, μέ προσευχή καί κατάνυξη. Μέ τό βλέμμα στραμμένο στή γῆ καί τήν ψυχή ὑψωμένη στόν οὐρανό.
Νά μήν ἐπαναλαμβάνουμε μηχανικά ψαλμούς καί εὐχές καί ὁ νοῦς μας νά τρέχει μακριά. Νά συμμετέχουμε στήν κοινή προσευχή μέ τό σῶμα καί τήν ψυχή.
Ἀλήθεια μέ πόση προσοχή πρέπει νά στεκόμαστε τήν ὥρα τῆς ἀναίμακτης θυσίας μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα. Ἐδῶ τό βασιλικό τραπέζι εἶναι ἑτοιμασμένο καί ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ θυσιάζεται γιά χάρη μας. Αὐτή τήν ὥρα, τά ἑξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζουν μέ δέος τά πρόσωπά τους καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις μαζί μέ τόν ἱερέα παρακαλοῦν τόν Θεό γιά ὅλους τούς πιστούς. Εἶναι ἡ στιγμή, πού κατεβαίνει ἡ φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τόν οὐρανό καί μεταβάλλει τόν ἄρτο καί τόν οἶνο σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ! Πόση ἀσέβεια εἶναι ἡ ἀδιαφορία μας καί ὁ περισπασμός μας σέ βιοτικές μέριμνες καί σέ συζητήσεις ἄκαιρες καί ἀνώφελες; Γι’ αὐτό, αὐτές τίς στιγμές, ἄς διώξουμε κάθε γήινο λογισμό, ἄς ἀνέβουμε νοερά στόν οὐρανό κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ καί ἄς δοξολογήσουμε μαζί μέ τίς οὐράνιες δυνάμεις τήν Παναγία Τριάδα.
6. Ἡ συμμετοχή μας στή Θεία Κοινωνία
Ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή τῆς Θείας Κοινωνίας καί πλησιάσουμε τό Ἅγιο Ποτήριο, ἄς πιστεύουμε ἀκλόνητα ὅτι ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μεταδίδεται στούς πιστούς διά τῶν χειρῶν τοῦ ἱερέα. Ἄς ἐξετάσουμε τή συνείδησή μας, ἄν μᾶς ἐλέγχει γιά κάτι. Ποιό ἐλάττωμα διορθώσαμε, ποιά ἀρετή πετύχαμε, ποιά ἁμαρτία σβήσαμε μέ τή μετάνοια καί ἐξομολόγησή μας. Σέ τί γίναμε καλύτεροι. Ἄν φερθήκαμε μέ φιλότιμο μπροστά στόν Θεό καί φροντίσαμε τά τραύματα τῆς ψυχῆς μας μέ ἐπιμέλεια, ἐκτός ἀπό τή νηστεία, τότε μποροῦμε νά προσέλθουμε στή Θεία Κοινωνία.
Ἡ προσέλευσή μας στή Θεία κοινωνία νά γίνει μέ συναίσθηση τῆς πράξεώς μας. Μέ φόβο Θεοῦ, μέ ἀγάπη, μέ καθαρή συνείδηση, μέ νηστεία καί προσευχή. Χωρίς θόρυβο, σπρωξίματα, συζητήσεις, χωρίς βιασύνη. Γιατί τίποτα καλύτερο δέν ἔχουμε νά κάνουμε ἀπό τή Θεία Κοινωνία. Βρισκόμαστε ὄχι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό, μαζί μέ τούς ἁγίους καί τούς ἀγγέλους καί τίποτα γήινο νά μήν μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἡ στιγμή εἶναι μοναδική.
7. Κάθε πότε πρέπει νά κοινωνοῦμε.
Εἶναι ἕνα σοβαρό θέμα πού πρέπει νά τό ἀντιμετωπίσουμε μέ τήν ἀνάλογη σοβαρότητα. Ἄλλοι κοινωνοῦν μία φορά τόν χρόνο, ἄλλοι δύο, ἄλλοι περισσότερες. Ποιό εἶναι τό σωστό ; Τό θέμα δέν εἶναι ποσοτικό ἀλλά ποιοτικό.«ὅς ἄν ἐσθίῃ τόν ἄρτον τοῦτον ἤ πίνῃ τό ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἒσται τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. δοκιμαζέτω δέ ἄνθρωπος ἑαυτόν καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α΄ Κορ. ια΄, 27-29). Ἡ προσέλευση δηλαδή στή Θεία Κοινωνία, ἄν δέν γίνει μέ τήν κατάλληλη προετοιμασία, ὄχι μόνο δέν ὠφελεῖ ἀλλά βλάπτει. Ἐπιδοκιμάζονται ὅσοι πλησιάζουν τό Ἅγιο Ποτήριο μέ καθαρή καρδιά, μέ ἥσυχη συνείδηση καί βίο ἀνεπίληπτο. Αὐτοί ἄς κοινωνοῦν σέ κάθε Θεία Λειτουργία. Ἀντίθετα, οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί ἄς μένουν μακριά ἀπό τά ἄχραντα μυστήρια, διότι κρίμα καί καταδίκη ἀντί εὐλογίας συσσωρεύουν στήν ψυχή τους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλώντας στούς Κορινθίους, γιά τό θέμα αὐτό λέγει:
Πολλοί ἀπό τούς πιστούς ἔχουν φθάσει σέ τέτοιο σημεῖο ἀγνοίας καί περιφρονήσεως τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, ὥστε, ἐνῶ εἶναι γεμάτοι ἀπό ἀναρίθμητες κακίες καί πάθη καί δέν φροντίζουν καθόλου νά διορθώσουν τόν ἑαυτόν τους καί νά μετανοήσουν, κοινωνοῦν τίς μεγάλες γιορτές βιαστικά καί ἀπροετοίμαστοι, μή γνωρίζοντας ὅτι προϋπόθεση τῆς Θείας Κοινωνίας δέν εἶναι ἡ γιορτή ἀλλά ἡ ψυχική προετοιμασία πού ὁδηγεῖ σέ καθαρή συνείδηση, δηλαδή ἡ μετάνοια. Ἔτσι καί αὐτός πού εἶναι φορτωμένος ἁμαρτίες καί δέν μετανοεῖ, δέν πρέπει νά κοινωνεῖ οὔτε στή γιορτή. Ἀντίθετα, μετάνοια, ἐξομολόγηση, τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, προσευχή καί ἐλεημοσύνη, φροντίδα γιά τά πνευματικά καί ἐγρήγορση εἶναι οἱ προϋποθέσεις τῆς σωστῆς προσέλευσης στή Θεία Κοινωνία. Τότε αὐτή μᾶς ξεπλένει ἀπό τήν ἁμαρτία καί μᾶς συνδέει μέ τόν Θεό.
8. Παραμονή τῶν πιστῶν ὡς τήν ἀπόλυση.
Ἤρθαμε λοιπόν στήν Ἐκκλησία, προσευχηθήκαμε και κοινωνήσαμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Ἄς μή φύγουμε πρίν τήν ἀπόλυση. Ἄς ἀκούσουμε καί τίς τελευταῖες εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας. Διαφορετικά εἶναι ἀπόδραση. Ἀληθινά ποιός πηγαίνει σέ ἕνα θέατρο καί φεύγει πρίν τελειώσει ἡ παράσταση; Ἤ ποιός θά παρακαθίσει σέ ἐπίσημο δεῖπνο καί θά σηκωθεῖ νά φύγει ὅταν οἱ ἄλλοι εἶναι ἀκόμα στό τραπέζι; Δέν θά θεωρηθεῖ ἀγένεια καί περιφρόνηση τοῦ οἰκοδεσπότη καί τῶν συνδαιτυμόνων;
Ἀλλά ἄς θυμηθοῦμε καί κάτι ἄλλο. Ὅταν ὁ Ἰούδας πῆρε μέρος στόν Μυστικό Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὅλοι ἦταν καθισμένοι στό τραπέζι, αὐτός σηκώθηκε πρίν ἀπό τούς ἄλλους καί ἔφυγε. Ἔφυγε γιά νά προδώσει τόν Δάσκαλό του. Ἄν δέν ἔφευγε δέν θά γινόταν προδότης καί ἴσως δέν θά χανόταν. Ἄν δέν ξεχώριζε τόν ἑαυτό του ἀπό τό ὑπόλοιπο (νοητό) κοπάδι (τῶν μαθητῶν) δέν θά τόν ἔβρισκε μόνο ὁ (νοητός) λύκος (δηλαδή ὁ διάβολος) γιά νά τόν φάει. ¨Ετσι λοιπόν, στόν Ἰούδα μοιάζουν ὅσοι φεύγουν πρίν τήν ἀπόλυση.
9. Μετά τόν ἐκκλησιασμό.
Ἄς ἀναχωροῦμε ἀπό τή Θεία Λειτουργία μέ ὅλο τόν ἁγιασμό πού ἀποκομίσαμε, ἔχοντας γίνει φοβεροί γιά τόν διάβολο. Γιατί τό ἅγιο αἷμα τοῦ Κυρίου, πού κοινωνοῦμε, μπολιάζει τήν ζωή μας μέ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, ποτίζει τήν ψυχή μας, δίνοντάς της μεγάλη δύναμη. Ὅταν μεταλαμβάνουμε ἄξια, τό αἷμα τοῦ Κυρίου διώχνει μακριά τούς δαίμονες (γίνεται «δαίμοσιν ὀλέθριον») καί φέρνει κοντά τούς ἁγίους ἀγγέλους. Καθαρίζει τόν νοῦ μας, μᾶς κάνει δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάνει τήν ψυχή μας λαμπρότερη καί ἀπό τό χρυσάφι.
Ἄς προσελκύουμε λοιπόν τούς ἀπόντας ἀδελφούς μας χωρίς λόγια, ἀλλά μόνο μέ ἔργα, μόνο μέ τό παράδειγμά μας. Καί ἄν ἀκόμα δέν ποῦμε τίποτε, ἀλλά βγοῦμε ἀπό τήν ἱερή σύναξη ἀλλαγμένοι ἀπό τό κέρδος πού ἀποκομίσαμε ἀπό τόν Ναό, μέ τό βλέμμα, μέ τό βάδισμα, μέ τή σεμνότητά μας, αὐτό εἶναι ἀρκετό γιά παραίνεση καί συμβουλή. Γιατί ἔτσι πρέπει νά βγαίνουμε ἀπό τόν Ναό, σάν ἀπό ἱερά ἄδυτα, σάν νά κατεβαίνουμε ἀπό τόν οὐρανό.
Ἄν ἔτσι ζοῦμε τή Θεία Λειτουργία, δέν θά χρειαστεῖ νά ποῦμε τίποτα στούς ἀπόντες. Ἀλλά βλέποντας ἐκεῖνοι τή δική μας ὠφέλεια καί χαρά, θά νοιώσουν τή δική τους ζημιά καί θά τρέξουν γρήγορα στήν Ἐκκλησία, γιά νά ἀπολαύσουν τά ἴδια ἀγαθά, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖον ἀνήκει, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, αἰώνια δόξα.
10. Ἐκκλησιασμός καί Οἰκογένεια.
Τά τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ὅλοι μέ λύπη ὅτι ἡ διάθεση παροχῆς στά παιδιά ἀγωγῆς ἐκ μέρους τῆς πολιτείας ἔχει πολύ ἀτονίσει, κυρίως στήν πρωτοβάθμια ἀλλά καί στή δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση. Ὁμοίως καί ὁ σχολικός Ἐκκλησιασμός, ὅταν γίνεται, γίνεται μέ βαρειά καρδιά, χωρίς σοβαρή προετοιμασία. Δυστυχῶς, ἀπό πολλούς διδασκάλους θεωρεῖται χάσιμο χρόνου καί ἐπιτελεῖται σάν ἀγγαρεία. Ἒτσι, ἐκ τῶν πραγμάτων τό καθῆκον ἐκκλησιοποιήσεως τῶν παιδιῶν πέφτει σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου στούς γονεῖς καί στήν οἰκογένεια.
Εἶναι ἀναντίρρητο ὅτι ὁ Ἐκκλησιασμός ἔχει μεγάλη ἠθική καί παιδαγωγική ἀξία. Γι’ αὐτό καί οἱ γονεῖς πρέπει νά ὁδηγοῦν ἀπό πολύ νωρίς τά παιδιά τους στήν Ἐκκλησία. Νά τά κοινωνοῦν συχνά καί νά τούς ἐξηγοῦν σιγά-σιγά ὅσα πράγματα μποροῦν νά καταλάβουν. Νά τούς δημιουργήσουν τήν καλή συνήθεια τῆς οἰκογενειακῆς συμμετοχῆς στήν Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία ἔτσι, ὥστε, ὅταν μεγαλώσουν, νά αἰσθάνονται αὐτή τή συμμετοχή ὄχι σάν τυπική ὑποχρέωση, ἀλλά σάν ζωτική ὑπαρξιακή ἀνάγκη ψυχικῆς τροφοδοσίας, ὅπως ἄλλωστε εἶναι ζωτική ἀνάγκη καί ἡ καθημερινή λήψη τροφῆς γιά τή συντήρηση καί τήν καλή ὑγεία τοῦ σώματος.
Νά μάθουν νά ξεκινοῦν τήν ἑβδομάδα τους μέ τήν Κυριακάτικη θεία Λειτουργία (ὅπως λέμε «ἀπό Θεοῦ ἄρχεσθαι») καί νά αἰσθάνωνται ὅτι δέν πρέπει νά περάσει Κυριακή χωρίς Θεία λειτουργία. Ἄλλωστε καί ὁ νηπιοβαπτισμός, πού ἐπεκράτησε σταδιακά ἀπό νωρίς στήν Ἐκκλησία (περίπου ἀπό τόν 3ον αἰώνα), σ’αὐτό ἀπέβλεπε. Νά θωρακίσει πνευματικά τά παιδιά ἀπό τήν πολύ τρυφερή τους ἡλικία. Προϋπέθετε ὅτι τά παιδιά, πού θά ζήσουν μέσα σέ Χριστιανικές οἰκογένειες, πρέπει καί μποροῦν νά ἀπολαμβάνουν ἀπό νωρίς τή χάρη τῶν ἱερῶν μυστηρίων. Γι’ αὐτό τά παιδιά πού βαπτίζονται νωρίς, μποροῦν νά ἐκκλησιάζονται καί νά κοινωνοῦν συχνά, συνήθειες πού ἀποτελοῦν τίς καλύτερες προϋποθέσεις γιά τή μελλοντική τους πνευματική πρόοδο.
Ὁ ἐκκλησιαστικός συγγραφέας τοῦ 2ου αἰῶνος Τερτυλλιανός, ἔλεγε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ψυχή εἶναι «ἐκ φύσεως Χριστιανική» (Λατινικά: «naturaliter christiana». Αὐτό ἀληθεύει σέ μεγάλο βαθμό. Τό κάθε παιδί εἶναι ἁγνό καί ἄδολο καί ὡς ἐκ τούτου δεκτικό τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ὅμως ἡ μικρή χριστιανική φλόγα, πού ὑπάρχει στήν καρδιά κάθε παιδιοῦ, πρέπει νά προστατευθεῖ νά μήν σβήσει, νά τραφεῖ, νά μεγαλώσει, νά ὡριμάσει, κ.λ.π., ὥστε νά μπορέσει νά δώσει ἀργότερα μέ τήν ἐνηλικίωσή της γλυκεῖς καί εὔχυμους καρπούς.
Τέλος, καθῆκον ὅλων τῶν ἐκκλησιαζομένων πιστῶν εἶναι νά δείχνουν συμπάθεια καί ἀγάπη στά μικρά παιδιά. Νά μήν μαλώνουν καί διώχνουν τά παιδιά πού τυχόν θορυβοῦν κατά τήν διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν. Νά μήν ἐμποδίζουν καί νά μήν ἀποθαρρύνουν τίς νεαρές μητέρες (ἤ τούς νέους γονεῖς) νά φέρνουν στήν Ἐκκλησία καί νά κοινωνοῦν τά μικρά παιδιά τους. Νά τά ἀνέχονται μέ ἀγάπη καί νά τά νουθετοῦν διακριτικά, ὡς ἀτελέστερα στήν πίστη. Νά προσπαθοῦν μέ τή συμπεριφορά τους νά τούς ἐμπνεύσουν τήν ἱερότητα τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου. Ἒτσι σιγά-σιγά πρoϊούσης τῆς ἡλικίας τά παιδιά θά γίνουν ἐνσυνείδητοι καί ὥριμοι ἐνήλικες Χριστιανοί, ἱκανοί νά ἀναθρέψουν σωστά καί τά δικά τους παιδιά καί ἐγγόνια.
11. Οἱ Χριστιανοί στήν ἐποχή μας.
Τελειώνοντας, θά ἤθελα νά ἐπισημάνω ὅτι ὁ κόσμος σήμερα ἔχει πολύ μεγάλη ἀνάγκη ἀπό γνήσιους Χριστιανούς. Καί ὅπως τήν ἐποχή τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὁ λαός ἦταν 50/50 (δηλαδή μισοί Χριστιανοί καί μισοί εἰδωλολάτρες), ἒτσι νομίζω καί ἡ δική μας ἐποχή δέν διαφέρει πολύ. Ἡ ἐποχή μας χρειάζεται Χριστιανούς πού νά ἀποτελοῦν «ἐπιστολή γιγνωσκομένη καί ἀναγιγνωσκομένη», πού νά λάμπουν μέ τή βιοτή καί τό παράδειγμά τους. Εἰδικά ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, ἔχοντας «ἀφάγωτη» προῖκα τή θαυμάσια Γραμματεία τῶν μεγάλων Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουμε σαφῶς μεγαλύτερη εὐθύνη, ἔναντι τῆς νέας γενεᾶς τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά καί ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος . Εὐθύνη νά βιώσουμε σωστά πρῶτα ἐμεῖς τόν Χριστό καί μετά νά τόν διδάξουμε στούς ἄλλους.
ΤΑ ΑΔΙΚΑ ΕΠΙΤΙΜΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ
ΤΑ ΑΔΙΚΑ ΕΠΙΤΙΜΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ''ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ''
[ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΥΤΗ ΑΣ ΤΗ ΛΑΒΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΥΠ'ΟΨΙΝ ΤΟΥ Ο <<ΑΡΧ/ΠΟΣ>> κ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΛΙΚΟΙ ΤΟΥ].
Ένας τρόπος διώξεως των ομολογούντων την αλήθειαν, είναι και η επιβολή αδίκων και παρανόμων ποινών-επιτιμίων υπό των εκκλησιαστικώς κρατούντων . Η Αγία Γραφή λέγει δι' αυτούς τους αδίκους <<αφορισμούς>>, ότι <<ώσπερ όρνεια πέτονται και στρουθοί, ούτως αρά ματαία ουκ επελεύσεται ουδενί>> (Παροιμ. 26, 2). Δηλαδή, οι άδικες κατάρες (επιτίμια-αφορισμοί), όπως λέγει και ο απλός λαός, <<δεν πιάνουν>>. Και πως είναι δυνατόν να συμβαίνη διαφορετικά; Αλλοίμονον αν το Θείον υπηρετούσε τις άνομες επιθυμίες των εμπαθών ή πλανωμένων, είτε Ιερέων, είτε Επισκόπων, είτε πολύ περισσότερον <<αφορισμούς>> και <<καθαιρέσεις>> υπό ληστρικών Συνόδων. Σήμερα δεν θα υπήρχε κανείς Ιερεύς και κανείς Αρχιερεύς διότι κακόδοξοι και ληστρικαί Σύνοδοι <<καθήρεσαν>> και <<αναθεμάτισαν>> ακόμη και τους μεγάλους Αγίους Πατέρας και Αγίας Συνόδους, εις δε τας ημέρας μας, η σχισματική <<σύνοδος>> του <<αρχ/που>> κ. Στεφάνου Τσακίρογλου <<καθήρεσε και αφόρισε>> τον Σεβ/το κ. Κήρυκο και <<καθήρεσε>> τους Σεβ/τους Μητροπολίτας Αργολίδος κ. Παχώμιον και Πατρών κ. Ευστάθιον. Ο αγ. Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης λέγει ρητώς, ότι<<τους μεν ουν ενθέους Ιεράρχας, ούτω και τοις αφορισμοίς και πάσαις ταις ιεραρχικαίς δυνάμεσι χρηστέον, όπως αν η τελετάρχις αυτούς θεαρχία κίνησοι>>. Δηλαδή, οι θεοφόροι Ιεράρχαι χρησιμοποιούν ακόμη και τα επίτιμια και ό,τι απορρέει από την ιδιαιτέραν εις την Ιεραρχίαν θέσιν των, όπως η τελεταρχική Χάρις του Παναγίου Πνεύματος επιτάσσει, και ημείς προσθέτομεν όχι όπως επιτάσσουν η σκοπιμότης και τα ξένα κέντρα.
Ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής ερμηνεύοντας αυτά τα φαινόμενα γράφει: <<Εάν παρά τον σκοπόν αφορίση ο Ιεράρχης, δεν θα έχη σύμφωνον το θείον κρίμα, διότι μόνον εν συμφωνία με το θείον πρέπει να αφορίζη και όχι κατά το θέλημά του>> (<<Πηδάλιον>>, σελ. 36). Και ο Ομολογητής των Ορθοδόξων αληθειών, ο Μέγας Θεόδωρος ο Στουδίτης, προσθέτει: <<Ουδεμία εξουσία έχει δοθή στους Ιεράρχες να παραβαίνουν τους Ιερούς Κανόνες, παρά μόνον να συμφωνούν με τα νομοθετηθέντα και να ακολουθούν τα καλώς προηγηθέντα. Και το να δένουν και να λύνουν, δεν έχουν εξουσίαν να το πράττουν ως έτυχεν, αλλά μόνον όταν είναι σύμφωνον με τον γνώμονα της αληθείας>> (Ε.Π. 99, 985). Και εις τας Αποστολικάς Διαταγάς αναγινώσκομεν: <<Ώσπερ η πεμπομένη ειρήνη, μη ευρούσα άξιον υποδοχέα, επιστρέφει εις αυτούς όπου την έστειλαν, έτσι - μάλλον δε και πολύ περισσότερον - η κατάρα (το επιτίμιον), μή υπάρχοντος αξίου προς τον οποίον εστάλη, λόγω της αθωότητός του, επιστρέφει εις την κεφαλήν του αδίκως αυτήν αποστείλαντος>> (Βιβλ. 3ο. Κεφ.15). Τρομάζει και φρικιά ο νους του ανθρώπου, του ευλαβούς Χριστιανού, όταν διαπιστώνη πόσον αλλότριοι κατάντησαν κάποιοι προς τους αγίους Πατέρας και το αληθές πνεύμα της Ορθοδοξίας.
Και ο Μέγας Φώτιος γράφει: <<Ήτο κάποτε φοβερόν το Ανάθεμα, όταν εχρησιμοποιείτο από τους κήρυκας της ευσεβείας εναντίον των ενόχων της ασεβείας. Αφ' ότου δε η αδιάντροπος των ασεβών παραφροσύνη, το Ανάθεμα το οποίον έχουν αυτοί οι ίδιοι επί των κεφαλών των, εζήτησαν να γυρίση αυθαδώς εναντίον των αγωνιζομένων υπέρ της Ορθοδοξίας... το φρικτόν αυτό Ανάθεμα κατήντησε παιχνίδι, μάλλον δε και το προτιμούν οι ευσεβείς, εφ' όσον εκφέρεται υπό των ασεβών>> (Προς Ιγνάτιον Κλαυδιουπόλεως). Δηλαδή ένας αφορισμός, μία αδικία μετατρέπεται από τον Θεόν και εις ευλογίαν! Τα ανωτέρω επισφραγίζει και επιβεβαιώνει και η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, διακηρύξασα εις τα πέρατα της Οικουμένης, ότι το Ανάθεμα το οποίον εξεφώνησαν οι 339 κακόδοξοι Επίσκοποι εναντίον του Ιερού Δαμασκηνού και λοιπών Ορθοδόξων πιστών, έμεινεν επί των κεφαλών των εις τον αιώνα. <<Το γαρ Ανάθεμα ο αυτοί ελοιδώρησαν, εν αυτοίς μένει εις τον αιώνα>> (13,341 βλ. και Ιερομ. Θεοδωρήτου Αγιορείτου <<Όταν οι φύλακες προδίδουν>>, 2001, σελ. 140-142)...
Κάποιοι διαστρέφοντες το πνεύμα της Ορθοδοξίας λέγουν, ότι αν δεν κάνουμε υπακοή εις τας οποιασδήποτε αποφάσεις της Συνόδου, αν τολμούμε να διαφωνούμε, να διαμαρτυρώμεθα να καταγγέλλωμεν αντικανονικότητες και προδοσίες, δυνατόν η Σύνοδος να αποφασίση την <<καθαίρεσιν>> και <<εκδίωξίν>> μας από την Εκκλησία, εις απάντησιν αυτών, ας μου επιτραπεί να παραθέσω έναν πολύ διδακτικόν διάλογον. Ερώτησε ο Εικονομάχος Αυτοκράτορας τον αγ. Θεόδωρο τον Στουδίτη. <<Με βγάζεις, λοιπόν, σήμερα από την Εκκλησία;>>. Και απτόητος ο άγιος απήντησεν: <<Δεν σε βγάζω εγώ αλλά ο νυμφοστόλος της Εκκλησίας και θείος Απόστολος και μάλλον εσύ τον πρόλαβες με όσα έπραξες. Αν δε θέλης πάλι να γίνης μέλος της Εκκλησίας, στάσου με εμάς που πρεσβεύουμε την αλήθεια και προσκυνούμε την Εικόνα του Χριστού>>.
Ο διάλογος αυτός είναι πολύ σημαντικός, διότι μας φέρνει εμπρός εις την πραγματικότητα της Ορθοδόξου διδασκαλίας και πόσα κάμνουν οι αιρετικοί να την διαστρέψουν. Κανείς δεν μπορεί να βγάλη κανένα από την Εκκλησία όταν αυτός υπεραμύνεται της Αληθείας και αγωνίζεται κατά της παντοειδούς παραχαράξεως της Ορθοδοξίας. Αντίθετα όποιος έχει διεστραμμένην και όχι Ορθόδοξον Πίστιν, αυτό τούτο χωρίζει αυτόν από την Εκκλησίαν, την αληθινήν Εκκλησία του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων. Επομένως είναι διαστροφή αυτό που διδάσκεται σήμερα εις τους Χριστιανούς, ότι <<για να μπης στην Εκκλησία ή να βγής από Αυτή>>, πρέπει να το πει ένας Επίσκοπος ή μία Σύνοδος!
Λέγουν και σήμερα κάποιοι, ακόμη και θεολόγοι, ότι <<δεν έχει σημασίαν αν έχης διετραμμένην Πίστιν ή κηρύττης αιρετικά φρονήματα. Εφ' όσον ο Επίσκοπος ή η Σύνοδος δεν σε απέβαλαν από την Εκκλησίαν, είσαι μέλος Της>>. Η και το ακόμη χειρότερον, <<δεν έχει σημασία αν είσαι Ορθόδοξος εις την Πίστιν και δεν έχης κανένα αιρετικόν φρόνημα, εφ' όσον σε απέκοψε ο Επίσκοπος ή η Σύνοδος, είσαι αποκομμένος από την Εκκλησία και δεν είσαι μέλος του Σώματος του Χριστού>>! Ενώ αυτά <<μυρίζουν>> από μακριά τη γνωστή περί <<δυνάμει>> θεωρίαν... εδώ θα ήθελα να διευκρινίσω μόνον ότι αν έτσι ήταν τα πράγματα, τότε για να εξασφαλίση κάποιος μία <<θεσούλα>> εις την Εκκλησία, θα πρέπει να <<τα έχει καλά>> με τον εκάστοτε <<Δεσπότην και με την εκάστοτε Σύνοδον>>! Δηλαδή οι Άγιοι, οι οποίοι επολέμησαν την κάθε διεστραμμένην εκκλησιαστικήν διοίκησιν, πρέπει να ήσαν αθεολόγητοι και αφού τους <<καθήρεσαν>>, τους <<αφώρισαν>> και τους εξώρισαν <<Σύνοδοι>> είναι <<εκτός Εκκλησίας>>! Ασφαλώς το αντίθετον ακριβώς πάντοτε συμβαίνει. Ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης είναι σαφής: Η αίρεσις εκβάλλει τον άνθρωπο από την Εκκλησίαν και η επιστροφή εις την αληθινήν Πίστιν, τον επαναφέρει εις Αυτήν. Δηλαδή, τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, τα οποία αναθεματίζουν όποιον δεν έχει Ορθόδοξο φρόνημα, ισχύουν παντού και πάντοτε.
Εμείς τι πρέπει να κάνουμε ενώπιον όλων αυτών των θεμάτων; Ας είναι κατακλείδα και προτροπή, οδηγός και ασφάλεια δια την περαιτέρω εν Χριστώ πορείαν μας, συγχρόνως δε και έλεγχος προς τους προδώσαντας την Πίστιν Οικουμενιστάς και όλους αυτούς οι οποίοι τους ανέχονται, έτι δε προς τους παλαιοημερολογίτας οικουμενιστάς οι παρακάτω λόγοι του αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου, οι οποίοι φαίνεται σαν να τους είπε δι' ημάς σήμερον: <<Ας ακούσουμε, Χριστιανοί μου, τα παλαιά κατορθώματα των Αγίων, πως αυτοί αγωνίζονταν δια την Ορθοδοξίαν και ας κλαύσουμε και ας θρηνήσουμε διότι αυτοί εδιώκοντο, εφυλακίζοντο, εξωρίζοντο και εμείς καθόμαστε αμέριμνοι>>.
Επομένως αίτημα αλλά και πρωταρχικός σκοπός μας δια την ασφαλή πορεία - αντιμετώπισιν της πολυσυνθέτου Εκκλησιαστικής κρίσεως είναι η Κανονική Τάξις η Αλήθεια και η αγάπη την οποία πρώτοι οι Επίσκοποι και Κληρικοί αλλά και όλοι οι πιστοί πρέπει να σεβώμεθα και να εφαρμόζουμε, αγωνιζόμενοι μέχρι θανάτου και <<Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ ημών>>.
(Ελήφθη από τον Ομολογητην Ιεράρχην Ματθαίον οπου και εδημοσιεύθη)
Η ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 472/14/27 ΦΕΒΡ. 2008 Β ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3282/28.11.2007 ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΚΑΘΑΙΡΕΣΙΝ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ.
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057
Α.Π. 472 Ἐν Κορωπίω τῆ 14/27 Φεβρουαρίου 2008
Β΄ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΣΕΒΟΥΣ ΚΑΙ ΑΚΥΡΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ
ΠΕΡΙ ΔΗΘΕΝ «ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΩΣ» ΜΑΣ
(Α.Π. 3282/28. 11.2007)
Πρός τόν βλάσφημον καί αἱρετικόν ψευδεπίσκοπον Νικόλαον Μεσσιακάρην καί τούς περί αὐτόν ψευδεπισκόπους κ.κ. Παχώμιον, Ἀνδρέαν, καί τά ψευδεπισκοπάρια: Παντελεήμονα, Ἰγνάτιον, Σεβαστιανόν καί Λάζαρον.
Κοινοποίησις: Πρός τούς φερομένους ὡς διαχωρίσαντας τάς εὐθύνας των ἐκ τῶν σχεδίων καί πράξεων τῶν ἀνωτέρω, ἤτοι τούς Σεβασμιωτάτους κ.κ. Γαλακτίωνα καί Ταράσιον.
Ἀγαπητοί πρώην ἐν Χριστῶ ἀδελφοί, οἱ ἀποφασίσαντες καί ὑπογράψαντες τό «ἀσεβές καί παράνομον χαρτίον» σας περί δῆθεν καθαιρέσεώς μου, ἐπί τοῦ ὁποίου ἤδη ἐλάβατε τήν ὑπ’ ἀριθμ. 460/12.12.2007 Α΄ Ἀνοικτήν Δημοσίαν Ἀπάντησίν μας, ἐπανερχόμεθα διά τῆς παρούσης ἵνα, ὡς ἐτονίσθη, ΚΑΤΕΛΕΓΞΩΜΕΝ καί ΠΑΡΑΔΩΣΩΜΕΝ τοῦτο είς τόν Πατέρα του τόν διάβολον, εἰς τό θέλημα τοῦ ὁποίου, ΣΕΙΣ κατέστητε ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐργάται καί ὑπηρέται!
Γράφομεν οὕτω διότι σᾶς ἀγαπῶμεν καί πονοῦμεν διά τό κατάντημα εἰς τό ὁποῖον σᾶς ἔφεραν οἱ ἀντίχριστοι ἐγκάθετοι Φλωρινικοί καί ἡμέτεροι. Γράφομεν διά νά ἐλέγξωμεν τήν πρᾶξίν σας καί οὕτω σᾶς βοηθήσωμεν νά ἀναλογισθῆτε, ὅτι κατά τό Βούλευμα 54/76 τοῦ κ. Νικολάου Μεσσιακάρη, τό 46/91 τῆς Δράμας, ὡς καί κατά τάς ἀπό τό 2004 δηλώσεις τοῦ κ. Παχωμίου, εἶσθε οἱ ἀπό τοῦ 1937 καί μέχρι τό 1971 σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπεκατεστάθητε διά τῆς ἀπό τό 1971 χειροθεσίας σας, καί ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΣΘΕ ὡς «Ἐπίσκοποι», δηλαδή ΨΕΥΔΕΠΙΣΚΟΠΟΙ, ὅμοιοι μέ τούς Φλωρινικούς, τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς καί τούς Νεοημερολογίτας Οἰκουμενιστάς!... Εἶσθε, οἱ διά τῆς ἀπό Ἰουνίου 1995 ἀποφάσεως τῶν πέντε ὁμοίων σας σχισματοαιρετικῶν, καί ΚΑΘΗΡΗΜΕΝΟΙ! Ἐμφανίζεσθε ὡς δῆθεν Ἐπίσκοποι καί Σύνοδος, ἐνῶ δέν εἶσθε τίποτε ἄλλο παρά ἡ ΟΥΝΙΑ τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ καί Νεοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἀγαπητοί, ἐρωτήσατε τούς Ἁγίους Πατέρας, ἀλλά καί κάθε ἐχέφρονα, ἐρωτήσατε ἀκόμη καί τούς ἐγκαθέτους, ἄν ἡ πράξις σας περί «καθαιρέσεώς» μου, ἀποτελεῖ «καθαίρεσιν», ἤ μήπως αὐτή ἡ ἰδία ἡ πρᾶξις, εἰ θέμις εἰπεῖν, μέ κατέστησεν δύο φοράς Ἐπίσκοπον, ἐνῶ ὑμᾶς σᾶς κατέστησεν ὄντως δύο φοράς καθηρημένους καί πεπτωκότας.
Πρίν προχωρήσω, ἐπανέρχομαι καί σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ἐνῶ διά τῆς ὡς ἄνω μνημονευθείσης Α΄ Ἀνοικτῆς Ἀπαντήσεώς μας (460/12.12.2007) σᾶς ἐζητοῦμεν «ὅπως ἅμα λήψει παρούσης μᾶς ἀποσταλῶσι πάραυτα, α) Ὑπογεγραμμένη καί ἐσφραγισμένη ἡ 3282 «ἀπόφασίς σας», β) Τυχόν ἐπ’ αὐτῆς εἰσηγήσεις, προτάσεις, μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῶν σχετικῶν Πρακτικῶν σας καί γ) Τό σχετικόν «Ἀνακοινωθέν», δυστυχῶς, δέν εἴχατε τήν στοιχειώδη κατανόησιν νά ἀνταποκριθῆτε. Δέν ἀνταπεκρίθητε, καίτοι αὐτά, τά ὁποῖα σᾶς ἐζητήσαμεν, μᾶς ἀφοροῦν προσωπικῶς, διότι ἔχουν σχέσιν μέ τήν φοβεράν, βλάσφημον καί ἱερόσυλον ἐναντίον μου πράξιν σας καί τά δικαιούμεθα, ἄν καί αὕτη δέν παράγει οὐδέν Κανονικόν καί ἔγκυρον ἀποτέλεσμα. Ὠφείλατε, νά μᾶς τά εἴχατε ἀποστείλει ἀμέσως, ἐνῶ διά δευτέραν φοράν τά ἀπαιτοῦμεν, καί ὀφείλετε, ὅπως, ἅμα λήψει παρούσης, μᾶς τά ἀποστείλετε, ὥστε νά μήν μᾶς ἀναγκάσετε, σώνει καί καλά, νά ἀκολουθήσωμεν τήν νομικήν – δικαστικήν ὁδόν.
Ἀγαπητοί, προέβητε εἰς μίαν Ἀντικανονικήν, Ἄδικον καί παράλογον πράξιν ἐναντίον μου, διά τήν ὁποίαν δέν εἴχατε οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἤ δικαίωμα Κανονικόν, διότι τά τελευταῖα δέκα ἔτη, ἐκ τῶν πράξεών σας προκύψατε, βλάσφημοι κατά τῶν χειροτονιῶν σας καί ὡς σχισματοαιρετικοί ἀπεκόπητεἐκ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Προκύψατε καί ἀφελεῖς παντελῶς, ἀφοῦ τήν ἀνόητον πλήν εἰδεχθῆ ἱεροσυλίαν, τήν ὁποίαν ἐπεχειρήσατε, τήν ἐπέβαλον ξένοι παράγοντες, καί τό ὀλεθριώτερον δι’ Ὑμᾶς, διά νά ἐξυπηρετήσετε μίαν σατανικήν σκοπιμότητα, διά τήν ὀποίαν θά κριθῆτε.
Δέν χρειάζεται νά εἴπωμεν ὅτι δι’ αὐτόν τόν λόγον σᾶς ἐζητήσαμεν ὑπογραφάς, σφραγῖδας, εἰσηγήσεις καί τά πρακτικά σας, διότι, καίτοι τό ἄκυρον χαρτίον σας δέν μᾶς ἐγγίζει, ὅμως διά τήν πράξιν σας θά κριθῆτε καί ἀσφαλῶς θά κατακριθῆτε ὡς εὐτελῆ ὄργανα ἐγκαθέτων ξένων Κέντρων τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Παρά ταῦτα, καί πάλιν σᾶς διαβεβαιοῦμεν, ὅτι δέν σᾶς μισοῦμεν ὡς πρόσωπα, καί δέν ἀντιδικοῦμεν, ἀλλά σᾶς λυπούμεθα καί προσευχόμεθα νά γίνη ἴλεως ὁ Κύριος καί σᾶς βοηθήση νά ἐλευθερωθῆτε καί νά ἐξέλθετε ὅλων τῶν παγίδων, εἰς τάς ὁποίας σᾶς ἐνέπλεξεν ὁ Ἀντίδικος διάβολος. Μισοῦμεν ὅμως καί θά πολεμήσωμεν τάς βλασφημίας σας, τάς αἱρέσεις, τάς ληστρικάς ἔξωθεν ἐπιβαλλομένας πράξεις σας. Προσευχόμεθα νά μιμηθῆτε τούς δύο Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐμίσησαν τάς πανουργίας σας καί διεχώρισαν τάς εὐθύνας των ἐκ τῶν αἰσχρῶν πράξεών σας. Δι’ αὐτούς, ἤτοι τούς Σεβ/τους κ.κ. Γαλακτίωνα καί Ταράσιον, θερμότερον προσευχόμεθα νά ὁλοκληρώσουν, χάριτι Χριστοῦ, τήν εὐάρεστον τῶ Θεῶ ἀνάνηψιν καί ἐπιστρέψωσιν, ὅθεν ἐξεκόπησαν.
Ἀγαπητοί, πρίν εἰσέλθωμεν εἰς τόν ἔλεγχον καί ἀνατροπήν τοῦ ἀκύρου χαρτίου σας, καί τῶν συνημμἐνως αὐτῶ ἀποσταλέντων μοι, θεωροῦμεν ἀπαραίτητον νά σᾶς διαβεβαιώσωμεν ὅτι διαπράξαντες τό ἀδίκημα τῶν ἐναντίον μου καί ἐναντίον τοῦ Αἰδεσιμωτάτου π. Μιχαήλ Ἰωάννου, (Κληρικοῦ τῆς Πρεσβυγενοῦς Αὐτοκεφάλου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου) ψευδοκαθαιρέσεων, ΟΥΔΕΝ ἐποιήσατε, διά τόν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αὗται ἀποτελοῦν οὐχί ἀληθῆ καθαίρεσιν, ἀλλά «μίμησιν τῆς Κανονικῆς καί δικαίας καθαιρέσεως», αὐτῆς δηλαδή τήν ὁποίαν Κανονικῶς καί δικαίως ἐπιβάλλουν τά ἁρμόδια Ἐκκλησιαστικά ὄργανα, ὅταν ἀποφασίζουν ἐλευθέρως καί κατά τήν Κανονικήν καί ἀπολύτως ὀρθόδοξον δεοντολογίαν. Δι’ Ὑμᾶς αὐτούς ὅμως ἤδη ἡ πράξις σας, ὡς ἄδικος, παράνομος, ἀντικανονική καί ΣΚΟΠΙΜΟΣ πρός ἑδραίωσιν τῆς προδοσίας σας καί πρός χειμασμόν τῆς Ἐκκλησίας, αὕτη περιέχει ἐν ἑαυτῆ τήν ΤΑΥΤΟΠΑΘΕΙΑΝ, διό ἀπέβη καί εἰς ΑΥΤΟΚΑΘΑΙΡΕΣΙΝ σας. Ἑπομένως, καί ἄν ἀκόμη δέν εἴχατε ἐκπέσει καί δέν εἴχατε ἀποκοπεῖ ἐκ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή καί ἄν ἀκόμη δέν εἶσθε βλάσφημοι ἐκκλησιομάχοι καί σχισματοαιρετικοί, καί εἰς αὐτήν, λέγω, τήν περίπτωσιν, ἡ Ἀντικανονική – ληστρική σκόπιμος καί ἄδικος ἐνέργεια, ἤθελε σᾶς φέρει εἰς τήν θέσιν τῶν ΚΑΘΗΡΗΜΕΝΩΝ.
Δέν νομίζω, ἀγαπητοί, νά σᾶς διαλανθάνη τῆς προσοχῆς σας, ὅτι πραγματική αἰτία τῆς πτώσεώς σας, εἶναι ἡ βλασφημία σας κατά τῆς Ἀποστολικῆς σας Διαδοχῆς, ἀφοῦ ὁ πρῶτος ἐξ’ Ὑμῶν διά τοῦ 54/76 Ἀπαλλακτικοῦ του Βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς, σαφῶς καί ρητῶς προκύπτει βλάσφημος κατά τῆς Ἀποστολικῆς του Διαδοχῆς καί τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτοί εἶσθε, ἀγαπητοί, καί τά γράφομεν αὐτά, μήπως, ἔστω καί μετά τήν δωδεκάτην, ἐπιτρέψετε εἰς τόν Κύριον νά σᾶς ἐλευθερώση ὁ Κύριος ἐκ τῶν ὀνύχων καί τῶν ὁδόντων ὅλων τῶν ἐγκαθέτων Νεοημερολογιτῶν – Φλωρινικῶν καί τῶν ὑμετέρων ΓΕΝΙΤΣΑΡΩΝ καί σᾶς θεραπεύση ἀπό τά θανάσιμα τραύματα σας, ἐκ τῆς ἀποδοχῆς καί συντηρήσεως τοῦ 54/76 Βουλεύματος τοῦ κάποτε Πειραιῶς, τῆς ἀπό τό 1974 «ἐξομολογητικῆς ἐπιστολῆς» τοῦ ἐπίσης τέως Ἀργολίδος καί ὅλων τῶν λοιπῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν χορῶ ἀπεφασίσατε καί ἐκηρύξατε τήν ὑπαναχώρησίν σας ἐκ τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς εἰς τήν ἀνυπόστατον διά τήν Ἐκκλησίαν «χειροθεσίαν» σας. Ταῦτα μετά ἀπό 35 ὁλόκληρα ἔτη, ἐνῶ ὁ ποτέ Πειραιῶς Νικόλαος καί νῦν ψευδαρχιεπίσκοπός σας, κατά τό 1974-1976, ἠρνήθη, καί ἔρριψεν εἰς τούς κύνας, τό θεῖον δώρημα – χάρισμα, δηλαδή τήν Ἀρχιερωσύνην του, τήν ὁποίαν ἐβλασφήμησεν διά νά μήν διωχθῆ! Ναί, εἶναι καιρός νά τό ἀντιληφθῆτε, ὅτι δεχόμενοι ἤ ἀνεχόμενοι αὐτό τό Ἀπαλλακτικόν του Βούλευμα, τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς, ἀλλά καί τήν ἐξομολογητικήν ἐπιστολήν τοῦ «Ἀργολίδος» ΟΜΟΛΟΓΕΙΤΕ ΚΑΙ ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΕΤΕ, ὅτι ἀπό τό 1937 ἀνήκετε εἰς μίαν σχισματικήν ἐκκλησίαν – παράταξιν, τήν ὁποίαν δῆθεν «ἵδρυσεν» ὁ δῆθεν «ἀποσχισθείς ἀπό τούς λοιπούς Ἀρχιερεῖς τό 1937» Βρεσθένης Ματθαῖος!
Οὕτω κηρύσσετε καί ὁμολογεῖτε ὅτι οἱ ἐκ τοῦ μακαριστοῦ Βρεσθένης προερχόμενοι Ἀρχιερεῖς, δηλαδή ΕΣΕΙΣ, εῖσθε σχισματικοί καί δέν εἴχετε ἔγκυρον τήν Ἱερωσύνην, μέχρι τό 1971, ὅτε «ἀπεκατεστάθητε», «ἐκ τοῦ σχίσματος μέ τήν χειροθεσίαν τοῦ 1971» καί οὕτω, δι’ αὐτῆς, κατεστήσατε ἔγκυρον καί Κανονικήν τήν Ἀρχιερωσύνην σας! Ὅλα αὐτά, μέ ἰδιαίτερο θράσος, κηρύσσετε ἀπό τό 2003 καί μέ τήν ἀπό τό 1974 κρυπτομένην «ἐξομολογητικήν ἐπιστολήν» τοῦ κ. Παχωμίου καί τήν νεωτέραν τοῦ 2004, κατά τάς ὁποίας, «εἰς τήν Ἀμερικήν καί κατόπιν εἰς τήν Ἑλλάδα» ὅλοι ἐδέχθησαν ἀγαλλομένω ποδί τήν χειροθεσίαν» καί τήν διευκρίνισίν του κατά τό 2004, καθ’ ἥν «ὅλοι προερχόμεθα ἀπό χειροθετημένους καί οὐδείς καθαρός».
Δι’ αὐτό, σᾶς ἀπεκηρύξαμεν τόν Ἰούνιον τοῦ 2005 καί σᾶς διεγράψαμεν ἐκ τῶν διπτύχων τῆς Ἐκκλησίας καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΑΜΕΝ αὐτάς τάς σατανικάς ὑπαναχωρήσεις, βλασφημίας καί Ἐκκλησιομαχίας σας. Δι αὐτό δικαίως καί ἐσᾶς καί τούς πέντε, τῶν ὁποίων ἀποτελεῖτε συνέχεια, σᾶς χαρακτηρίζομεν ΣΧΙΣΜΑΤΟ-ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ, διότι εἶσθε πράγματι ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΟΙ, καί περισσότερον τῶν σχισματοαιρετικῶν, διότι ταῦτα πάντα ἐποιήσατε καί ἐκηρύξατε σκοπίμως, διά τοῦτο καί παραμένετε ἀμετανόητοι καί μετέρχεσθε καί τάς μεθόδους ἀπάτης εἰς βάρος τῶν πιστῶν...
Δι’ αὐτό λέγομεν ὅτι μέ τήν ἀνόητον «καθαίρεσιν» μου μέ ἀνακηρύσσετε ΔΥΟ ΦΟΡΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΑΝΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Φρίκη καταλαμβάνει κάθε Ὀρθόδοξον, ὅταν συνειδητοποιῆ ποῖοι καταντήσατε νά εἶσθε καί τί ποιεῖτε! Ἐτολμήσατε τήν ἐναντίον μου «ψευδοκαθαίρεσιν» ΣΚΟΠΙΜΩΣ, διότι ἐπιστεύσατε ὅτι ἔτσι θά δεσμεύσετε τήν Ἀρχιερωσύνην μου καί δέν θά δύναμαι νά τήν μεταδώσω, τό γεγονός δέ ὅτι ἔχομεν καί τό σύμψηφον τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Λαρίσης Παναρέτου, σᾶς ἐθορύβησε τά μέγιστα.
Ὦ τάλανες, πρώην Ἀδελφοί, ὦ τλήμονες, ὦ ἱερόσυλοι, ὦ βλάσφημοι, ὦ ἐκκλησιομάχοι, διενοήθητε ὅτι μέ τήν ἄκυρον πλήν σκόπιμον ἐνέργειάν σας, θά ὑποτάξετε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί τήν Ἐκκλησίαν εἰς τά θελήματά σας.
Ὦ δυστυχεῖς, ἡ πράξις σας μπορεῖ ἐξωτερικά νά φαντάζη ὡς μίμησις Πράξεων καί Συνόδων Ὀρθοδόξων καί Κανονικῶν Ἐπισκόπων, πλήν ὅμως δέν εἶσθε, διά τοῦτο καί ἡ πράξις σας δέν εἶναι πραγματική καί δέν παρήγαγεν ΟΥΔΕΝ ἀποτέλεσμα καθ’ ἡμῶν, ἀλλά ἐπεκάθησεν ἀπό κατασκευῆς της ἐπί τῶν ἰδικῶν σας κεφαλῶν.
Εἶναι μία ἱερόσυλος, ἐλεεινή καί τρισαθλία θεατρική πρᾶξις (=δράμα), ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τόν ἀντίποδα μιᾶς πράξεως δικαίας Καθαιρέσεως ὑπό Κανονικῆς Ὀρθοδόξου Συνόδου.
Θρηνῶ διά τήν πτῶσίν σας, ὠς πρώην ἐν Χριστῶ Ἀδελφούς, καί δέομαι ὅπου ἐπερίσευσεν ἡ ἁμαρτία, καί δή τοιούτου εἴδους ἁμαρτία, νά γίνη ἴλεως ὁ Κύριος καί νά ὑπερπεσισσεύση ἡ Χάρις Του, ἀλλά τοῦτο ἐξαρτᾶται πρωτίστως ἀπό ὑμᾶς τούς ἰδίους.
Ἐπειδή τό θέμα αὐτό καθ’ ἑαυτό τῆς πράξεώς σας, πρέπει νά τό ἀντιληφθῆτε ὅτι δέν μᾶς ἐγγίζει, ἐνῶ ἐπεκάθησεν ἐπί τῶν ἰδίων ὑμῶν κεφαλῶν, θά σᾶς παραθέσω μόνον τινάς ἐκ τῶν Ἰερῶν Κανόνων τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διότι εἶναι ὡς νά ἐγράφησαν ἀποκλειστικῶς δι’ ὑμᾶς καί τήν πρᾶξίν σας.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΙΟΥΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΑΣ
ΤΗΣ Γ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπισαν τόν αἱρετικόν καί βλάσφημον Νεστόριον, διετύπωσαν σειράν Κανόνων. Σήμερον προκύπτει ὅτι οἱ Ἅγιοι ἐκεῖνοι Πατέρες ἔγραψαν τούς Ἱερούς Κανόνας καί δι’ ὑμᾶς, διότι τά αἱρετικά σας φρονήματα, αἱ βλασφημία κατά τῆς Ἀποστολικῆς σας Διαδοχῆς καί κατ’ Αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, σᾶς ἔφεραν, τολμῶ εἰπεῖν, εἰς πολύ χειροτέραν θέσιν ἀπό ἐκείνην τοῦ Χριστομάχου Νεστορίου, τόν ὁποῖον Αὕτη ἀνεθεμάτισεν. Παρακαλῶ, παρακολουθήσατε τί ἀποφαίνεται ἡ Ἱερά καί Ἁγία Αὕτη Οἰκουμενική Σύνοδος διά τάς κατά τῶν Ὀρθοδόξων παρομοίας μέ τήν ἰδικήν σας ἀποφάσεις, τοῦ Νεστορίου καί τῶν ὁμοίων του:
α) Εἰς τόν Α΄ Κανόνα ἡ Ἁγία Οἱκουμενική Σύνοδος λέγει ὅτι ὁ Νεστόριος καί κάθε Νεστοριανός, «... οὐδεμίαν δύναμιν ἔχει νά πράξη κακόν τι κατά τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων, ἤ κατά τῶν λαϊκῶν, μέ τό νά ἔγινεν ἀπόβλητος καί δέν ἔχει καμμίαν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν καί εἶναι ἀνενέργτοι ὅλαι αἱ πράξεις του, διότι ἀπεστερήθη τοῦ Ἐπισκοπικοῦ χαρίσματος ὡς αἱρετικός». ΄ίίσματος . ἤ ....
β) Ἐπίσης εἰς τόν δεύτερον Κανόνα ἐπαναλαμβάνεται ὅτι καί ὅσοι «... ἐπαλινδρόμησαν εἰς τό τῆς ἀποστασίας συνέδριον τοῦ Νεστορίου, ἡ Ἁγία Σύνοδος, (ἀπεφάσισεν) ἀλλοτρίους εἶναι τῆς Ἱερωσύνης καί τοῦ βαθμοῦ ἐκπίπτοντας». Καί ἡ ἑρμηνεία τῆς ἀνωτέρω διατυπώσεως εἶναι, ὅτι «ὄχι μόνον ὁ Νεστόριος εἶναι ἀπογυμνωμένος πάσης Ἱερατικῆς ὑποστάσεως, ἀλλά καί ὅσοι ἐνῶ ἔχουν ἀποδοκιμάσει τά τοῦ Νεστορίου φρονήματα καί ὑπέγραψαν τήν καθαίρεσίν του, κατόπιν ὅμως ἡνώθησαν ἤ θά ἑνωθοῦν εἰς τό μέλλον μέ τό ἀποστατικόν του συνέδριον - ἄθροισμα, νά εἶναι ξένοι τῆς Ἱερωσύνης καί ἀπόβλητοι τοῦ βαθμοῦ τῆς Ἐπισκοπῆς».
γ) Καί ὁ Γ΄ Κανών πάλιν ὁρίζει: «Ἐπειδή, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὤν ὁ Νεστόριος, ἀφώρισε καί ἐκάθηρε (ὀρθοδόξους) ... ἡ Ἁγία Σύνοδος προσέταξεν κατ’ οὐδένα τρόπον νά ὑπόκεινται οἱ Ὀρθόδοξοι εἰς τούς ἀποστατήσαντας Ἐπισκόπους».
Καί ὁ μέν Νεστόριος καί τό ἄθροισμα τῶν ὁμοίων του αἱρετικῶν ἐβλασφήμουν κατά τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου καί κατ’ ἐπέκτασιν καί κατά τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου, αἱ ἰδικαί σας αἱρέσεις καί αἱ βλασφημίαι κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι χείρονες ἐκείνων τῶν βλασφημιῶν.
Ἀγαπητοί ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ, ΣΤΩΜΕΝ ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ, διότι ὄχι μόνον «οὐ μυκτηρίζεται ὁ Θεός», ἀλλά καί προκαλεῖται ἡ Ἀγάπη καί ἡ μακροθυμία Του, διότι ἐμπτύετε ἐπί τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ ἀχράντου Αἵματος, τοῦ ἐκχυθέντος ἐπ’ Αὐτοῦ. Ἀρνούμενοι καί βλασφημοῦντες τήν Ἀποστολικήν σας Διαδοχήν καί τήν Ἐκκλησίαν, εἶναι ὡς νά βλασφημὴτε αὐτόν τόν Ἐνανθρωπήσαντα, ἀποκαλύψαντα τό Εὐαγγέλιον, Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα τριήμερον, τά ὁποῖα ἅπαντα κατά Χάριν συνεχίζουν πραγματοποιούμενα ἐντός τοῦ μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησίαν, διά τῆς Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Πῶς λοιπόν σεῖς ἀρνεῖσθε καί βλασφημεῖτε καί τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ὅλον τόν ὑπ’ Αὐτοῦ συγκροτούμενον θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας;
«ΚΑΘΑΙΡΕΣΙΣ ΚΑΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗ»
Διωγμός καί Καθαίρεσις
Ὡς ἐν ἐπιλόγω τῆς παρούσης β΄ Ἀνοικτῆς ἐπιστολῆς παραθέτομεν καί ὀλίγα τινά περί τοιούτων καθαιρέσεων, ὡς εἶναι καί αἱ ὑφ’ Ὑμῶν τολμηθεῖσαι, τόσον κατ’ ἐμοῦ τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, ὅσον καί κατά τοῦ Αἰδεσιμωτάτου Πρεσβυτέρου π. Μιχαήλ Ἰωάννου:
«....Ἡ ἀντικανονική καί ἄδικος καθαίρεσις δέν εἶναι ἀληθής ἐκκλησιαστική καθαίρεσις, ἀλλά ἀντιχριστιανικός διωγμός, ἐν ὀνόματι καθαιρέσεως. «Οὐ καθηρέθη, ἀλλ’ ἐδιώχθη» (Ε.Π. 90, 128), εἶπεν ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής περί τοῦ διωχθέντος, ὑπό τῶν αἱρετικῶν μονοθελητῶν, Πατριάρχου Ἀγίου Μαρτίνου τῆς Ὀρθοδόξου τότε Ρώμης (649-655).
Διά τοῦτο τήν ἀντικανονικήν καί ἄδικον καθαίρεσιν τοῦ «Ἀποστατικοῦ», ὡς εἴδομεν, ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τήν ἀποκαλεῖ «ὕβριν» καί «λοιδορίαν», ἤτοι χλευαστικήν ὕβριν, καί «χαρτίον» «ἀσεβές καί παράνομον», ἕνεκα τοῦ ὁποίου οἱ ἀποφασίσαντες καί γράψαντες τοῦτο εἶναι καθαιρετέοι (Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Μ. 4, 1333, 1328, 1308, 1336). Δηλαδή ἐχθροί τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί τῆς Ἀληθείας, νομίσαντες ὅτι ἠδύναντο νά πλήξωσι «καθαιρέσεως ὀνόματι» τούς κανονικούς καί ὀρθοδόξους συνοδικούς (Μ 4, 1308), «παρά θεσμούς καί κανόνας καί πᾶσαν ἀκολουθίαν ἐκκλησιαστικήν» (Μ 4, 1328). Διό τά παρ’ αὐτῶν πραχθέντα «ἀκανονίστως καί ἀτάκτως» μέ δῆθεν «Συνόδου πρόσωπον» ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποκαλεῖ «ἄκυρά τε καί μάταια παντάπασιν» «παίγνια ἀνίσχυρά τε καί ἀδρανῆ παντελῶς», τούς δέ ταῦτα δράσαντας «ἀκοινωνήτους» καί στερηθέντας «πᾶσαν ἐξουσίαν ἱερατικήν», ἤτοι καθηρημένους (Μ 4, 1328, 1336). Δηλαδή ἡ ἀντικανονική καί ἄδικος καθαίρεσις ἀντικρούεται ὡς ψευδοκαθαίρεσις καί ἔργον ἐχθρῶν καί κακῶν ἐργατῶν ἀντιχριστιανικοῦ διωγμοῦ.
Διά τοῦτο καί ὁ Μ. Φώτιος, ἀκολουθῶν τάς Ἁγίας Οἰκουμενικάς Συνόδους καί ἐκφράζων τήν θέσιν καί τῶν ἄλλων Ἀγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκαλεῖ τάς ἀντικανονικάς καί ἀδίκους καί δῆθεν «συνοδικάς ποινάς» «μύθους καί παίγνια» ἐχθρῶν, οἱ ὁποῖοι πίπτουσιν «εἰς χλεύην» καί ἀντιστρέφονται κατ’ αὐτῶν (Ε.Π. 102, 833), πού τάς ἀπεφάσισαν! Τουτέστι, πονηρά ἔργα ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας, διωκόντων τά πιστά τέκνα ταύτης, ἐκμεταλλευόμενοι τούς θείους αὐτῆς θεσμούς καί καταχρώμενοι τήν τυχόν ἐμπιστευθεῖσαν εἰς αὐτούς ἐκκλησιαστικήν ἐξουσίαν καί θέσιν. Οἱ τοιοῦτοι, λέγει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον διά τοῦ Ἀποστόλου, «ἐξ’ ἡμῶν (τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν) ἐξῆλθον, ἀλλ’ οὐκ ἦσαν ἐξ’ ἡμῶν» (Α΄ Ἰωάν. β,19), διό καί εὑρίσκονται ἐκτός ἐκκλησιαστικῆς ἁρμοδιότητος, καί δρῶσιν ἀντιεκκλησιαστικῶς...
Ὡς ἀντιχριστιανική ἡ ἀντικανονική καί ἄδικος καθαίρεσις οὐδόλως δύναται νά βλάψη τόν δι’ αὐτῆς ἀδικούμενον, ὥστε νά θεωρηθῆ οὗτος ἀληθῶς καθηρημένος ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Διότι τά γινόμενα ἐν τῆ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία, λέγει ὁ Μ. Βασίλειος, «εἰ κατά ἄνθρωπον γίνεται ταῦτα, οὐδέ γίνεται (ἐκκλησιαστικῶς καί κατά ἀλήθειαν), ἀλλά μίμησις μέν ἐστί (τῶν ἐκκλησιαστικῶν πράξεων), τῆς ἀληθείας δέ πάμπληθες ἀπολείπεται. (Ε.Π. 32, 1029). Διά τοῦτο καί ἡ ἀντίθεος καί ἀντικανονική καί ἄδικος καθαίρεσις, ἐνῶ φαίνεται ὅτι γίνεται ἐκκλησιαστικῶς, ἀληθῶς οὐδόλως γίνεται, ἀλλά μιμεῖται τήν κανονικήν καί δικαίαν καθαίρεσιν, καί εἶναι ἀντιεκκλησιαστική ψευδοκαθαίρεσις, ἀνίσχυρος καί ἀδρανής παντελῶς διά τήν Ἐκκλησίαν (Γ΄ Οἰκουμ. Συν. Μ 4, 1336).
..... Καί ὄχι μόνον «κατά μηδένα τρόπον» (Πρακτ. Δ΄ Οἰκ. Συν. Μ 7, -120268) βλάπτεται ὁ ἀθῶος ὀρθόδοξος Ἱερεύς (ἤ Ἀρχιερεύς) διά τῆς ἀντικανονικῆς καί ἀδίκου καθαιρέσεως, ἤγουν ψευδοκαθαιρέσεως, ἀλλά καί ὠφελεῖται πνευματικῶς, λαμβάνων ὡς ἀδικούμενος πλουσιωτέραν τήν θείαν Χάριν. Τοῦτο ὑπενθυμίζει ὁ καί Πρόεδρος γενόμενος τῆς Γ΄ Οἱκουμενικῆς Συνόδου Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἅγιος Κύριλλος πρός τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἰ ὁποῖοι ἐδιώκοντο, ἀφωρίζοντο καί καθηροῦντο ἀντικανονικῶς καί ἀδίκως ἀπό τόν ἐκεῖ αἱρετικόν Πατριάρχην Νεστόριον. «Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν Κυρίῳ», γράφει ὁ Ἄγιος Κύριλλος πρός αὐτούς, δηλαδή ἐάν ὑβρίζησθε ἀπό τόν κατέχοντα τόν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριον καί διασύρεσθε ὡς δῆθεν ἐκκλησιαστικῶς τιμωρημένοι, ἤτοι ἀφωρισμένοι, καθηρημένοι κλπ., ἐπειδή πιστεύετε ὀρθῶς καί ὑπακούετε ἀκριβῶς εἰς τόν Κύριον τῆς Ἐκκλησίας Ἰησοῦν Χριστόν καί τούς ἀποδεδειγμένους Ἁγίους του, εἶσθε «μακάριοι» (Κυρ. Ἀλεξ. Μ 4, 1096).
Διατί; Διότι «τό τῆς Δυνάμεως καί τό τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα εἰς ὑμᾶς ἀναπέπαυται», ἤτοι εἰς ὑμᾶς ἔχει ἀναπαυθῆ, χορηγοῦν πλουσιωτέραν Χάριν τοῦ ἐνός ἐν Τριάδι Θεοῦ, ὡς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος εἰς τό Εὐαγγέλιόν του, λέγων: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστίν ἠ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε, 10), ἡ ὁποία εἶναι ἡ θεία «Χάρις καί ἡ ἀλήθεια», ἥτις «διά Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ἰωάν. α, 17) καί «δικαιοσύνη καί εἰρήνη καί χαρά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Ρωμ. ιδ, 17).
«Μακάριοι ἐστέ», λέγει ὁ Κύριος τῆς Ἐκκλησίας Χριστός, «ὅταν ὀνειδίσωσιν (κατηγορήσωσι καί περιπαίξωσι καί χλευάσωσιν) ὑμᾶς καί διώξωσι καί εἴπωσι πᾶν πονηρόν ρῆμα (λόγον) καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἔνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καί ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὕτω γάρ ἐδίωξαν τούς Προφήτας τούς πρό ὑμῶν»(Ματθ. ε, 11-12)....
Ὁ πρόμαχος π.χ. τῆς Ὀρθοδοξίας Μ. Ἀθανάσιος ἐπανειλημμένως καθηρέθη καί ἀνεθεματίσθη καί ἐξωρίσθη ἀντικανονικῶς καί ἀδίκως ὑπό τῶν αἱρετικῶν καί ἀνόμων ἀρειανῶν. (ΘΗΕ. τόμ. 1, σ. 524-525).
Ὁ Ἄγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας, ὁ καί Πρόεδρος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθηρέθη ὁμοίως, ἤτοι ψευδοκαθηρέθη ὑπό τῶν ὁμοίων αἱρετικῶν. (ΘΗΕ τόμ. 8, σ. 927-929).
Ὀ Ἄγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὡς ἐλέχθη καί ἀνωτέρω, ὁ καί Πρόεδρος τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ψευδοκαθηρέθη ὡσαύτως ὑπό τῶν Νεστοριανῶν. (Πρακτ. Ἀποστατικοῦ, Μ 4, 1372 ἑξ.).
Ὁ Ἄγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ψευδοκαθηρέθη καί ἐξωρίσθη καί ἐμαρτύρησεν ὡς μεγαλομάρτυς ὑπό ἀντικανονικῶν καί ἀδίκων ἐχθρῶν. (Παλλαδίου Ε.Π. 47, 9-39).
Ὁ Ἄγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἐδιώχθη ὁμοίως «ἄχρι θανάτου» (Ἀποκ. β, 10) ὑπό τῶν ἀνόμων αἱρετικῶν μονοθελητῶν. (Βίος ἁγ. Μαξίμου Ὀμολογητοῦ, Ε.Π. 90 104-108).
Ὀ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἐδιώχθη «μέχρις αἵματος» (Ἑβρ. ιβ, 4). ὑπό τῶν παρανόμων αἱρετικῶν Εἰκονομάχων καί μοιχειανῶν (Μιχαήλ Μοναχοῦ Ε.Π. 99, 285-300).
Οἱ Ἄγιοι Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ψευδοκαθηρέθησαν καί ψευδοαναθεματίσθησαν ὑπό ψευδοσυνόδου τῶν εἰκονομάχων τό ἔτος 815 (Β. Στεφανίδου, «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία», ‘Αθῆναι 1978, σελ. 262).
Ἀλλά καί αὐτός ὁ Κωνσταντινουπόλεως Μ. Φώτιος, διά νά παραλείπωμεν τούς λοιπούς ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν οὕτω παθόντων, ψευδοαναθεματίσθη ἀπό τήν παπόφρονα καί ἄδικον ψευδοσύνοδον τοῦ ἔτους 869 (Στεφ. Ἐκκλης. Ἰστορία, σ. 359).
Καί πάντες οὗτοι οἱ διωχθέντες καί ψευδοκαθαιρεθέντες Ἅγιοι ἐγένοντο μιμηταί καί ὁμοιοπαθεῖς τῶν Ἁγίων Προφητῶν καί Ἀποστόλων, καί αὐτοῦ τοῦ Κυρίου «τῆς δόξης» (Α΄ Κορ. β, 😎, τόν ὁποῖον οἱ θεοκτόνοι Ἰουδαῖοι ἐδίωξαν (Ματθ. 26, 57-68) καί ψευδοκαθήρεσαν καταδικάσαντες (Ματθ. κστ, 66) ἀδίκως καί «ἐσταύρωσαν», ὡς κατάκριτον! «Καί πάντες δέ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄Τιμοθ. γ,12) μέχρι τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁπότε θά ἀναδειχθῶσιν οἱ μεγαλύτεροι Μάρτυρες. «Ὑπέρ γάρ πάντας Μάρτυρας ἐγώ φημί (λέγω) εἶναι τούς τότε Μάρτυρας», λέγει ὁ Ἄγιος Κύριλλος Ἰεροσολύμων (Κυρ. Ἱεροσολ. ΒΕΠΕΣ 39, 193).
.... Οἱ δέ οὕτω διωχθέντες «πάντες ἐντεῦθεν λαμπροί (ἐγένοντο) καί μεγάλων κατηξιώθησαν στεφάνων» (Ἰω. Χρυσοστ. Ε.Π. 61.579) ἀπό «τόν Κύριον τῆς δόξης» (Α΄Κορ. β, 😎, καί τιμῶνται ὡς δίκαιοι καί Ἅγιοι ἐν τῆ Ἐκκλησία. Ἔχουσι, λοιπόν, Ἱερωσύνην οἱ ψευδοκαθαιρεθέντες, ἤτοι οἱ καθαιρεθέντες ἀντικανονικῶς καί ἀδίκως ... καί τό λεγόμενον ὅτι οὗτοι χάνουν τήν Ἱερωσύνην ἤ Ἀρχιερωσύνην, εἶναι ψεῦδος καί βλασφημία!
Διά τοῦτο οἱ Ἅγιοι ἐκοινώνουν μέ τούς οὕτω ψευδοκαθηρημένους. Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας π.χ. Ἅγιος Κύριλλος, ὡς ἐλέχθη ἤδη, γράφει πρός τούς ψευδοκαθαιρεθέντας κληρικούς ὑπό τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως Νεστορίου, καί τούς λαϊκούς πού τούς ἠκολούθουν ἀποτειχιζόμενοι ἐκ τοῦ αἱρεσιάρχου ὅτι «κοινωνοῦμεν ἡμεῖς» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας Μ 4, 1096) , δηλαδή ὁ Ἅγιος Κύριλλος καί οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι καί κληρικοί καί λαϊκοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί τῆς Αἰγύπτου. Κοινωνοῦμεν δέ «οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον» (Μ 4, 1096), ἤτοι ἀπόφασιν περί καθαιρέσεως, ἀλλά καί ἐπαινοῦντες τούς διωχθέντας καί παθόντας διά τῆς ἀδίκου ψευδοκαθαιρέσεως. «Τοῖς δέ ... διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμεν ἡμεῖς, οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δέ μᾶλλον τούς πεπονθότας (τούς ἔχοντας πάθει δι’ αὐτῆς) (Μ 4, 1096), εἰς τούς ὁποίους μάλιστα τό Ἅγιον Πνεῦμα «ἀναπέπαυται» (Μ 4, 1096), ἤτοι ἔχει ἀναπαυθεῖ εὐαρεστούμενον! Διά τοῦτο ἡ ὀλίγον ἀργότερον συγκληθεῖσα Γ΄ Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ αὐτοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας ἐρρύθμισε κανονικῶς τό ζήτημα τοῦτο, πρός καταστολήν τῶν ἀντιδράσεων τῶν αἱρετικῶν.
.....’Αποδεικνύεται λοιπόν καί δι’ αὐτῶν τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ ἀντικανονικῶς καί ἀδίκως καθαιρεθείς, ἤτοι ψευδοκαθαιρεθείς, δέν στερεῖται τῆς Ἱερωσύνης (Ἀρχιερωσύνης).. Καί ὄχι μόνον δέν στερεῖται τῆς Ἱερωσύνης (Ἀρχιερωσύνης), ἀλλά καί ἔχει ταύτην βεβαιότερον καί πιστότερον, ὦν ὄχι μόνον ἱερώτερος, ἀλλά «ἱερώτατος» (Ἀριστηνοῦ Σ.Ι.Κ. 2,197) διά τήν ὐπακοήν εἰς τά «θεοπαράδοτα λόγια» καί τήν ὀμολογίαν «ἄχρι θανάτου» (Ἀποκ. β. 10). «Οὐσία γάρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστί τά θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινή ἐπιστήμη» (Β΄ ΄Κανών Ζ΄ Οἰκουμ. Συνόδου)...
Τοῦτο φρονεῖ καί ὁμολογεῖ καί πράττει καί ὁ Πατριάρχης τῆς ὀρθοδόξου τότε Ρώμης Ἅγιος Κελεστῖνος μετά τῶν περί αὐτόν ἐπισκόπων. Διό γράφει πρός τούς διωκομένους ὑπό τοῦ Νεστορίου Ὀρθοδόξους Χριστιανούς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, λέγων ὅτι οἱ ὑπ’ αὐτοῦ ἀδικούμενοι διά ψευδοκαθαιρέσεων καί ἄλλων ἀντικανονικῶν ποινῶν, «πάντες ἐν τῆ ἡμετέρα κοινωνία καί ἐγένοντο» πρό τῶν ψευδοποινῶν τοῦ αἱρετικοῦ καί ἀδίκου, «καί ἄχρι τοῦ παρόντος είσίν», παρά τάς καταδικαστικάς κατ’ αὐτῶν ἀποφάσεις του (Κελεστίνου Ρώμης, Μ 4, 1045).
Καί ὅτε ἀργότερον ἀντικανονικοί καί ἄδικοι καθήρεσαν δῆθεν, μέ παράλογον «καθαίρεσιν» (Μ. Φωτίου, Ε.Π. 104, 1225), ἠτοι ψευδοκαθαίρεσιν, τόν «τῶν ἀγγέλων ὑπέρτερον πανάγιον Χρυσόστομον», »(Μ. Φωτίου, Ε.Π. 104, 1225). ὁ τότε Πατριάρχης Ρώμης Ἰννοκέντιος δέν διέκοψε τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν πρός τόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον (398-407), ἀλλά ἐκοινώνει μετ’ αὐτοῦ. Διό ἔγραφε πρός τόν δυστροποῦντα Θεόφιλον Ἀλεξανδρείας, λέγων: «Ἡμεῖς καί σέ ἴσμεν (γνωρίζομεν) κοινωνόν καί τόν ἀδελφόν Ἰωάννην» τόν Χρυσόστομον. Δηλαδή ἀντιμετώπιζεν τήν ἀντικανονικήν καί ἄδικον καθαίρεσιν κατά τοῦ Ἀγίου ὡς ἐκκλησιαστικῶς ἀνύπαρκτον καί οὐδόλως βλάπτουσαν τήν Ἱερωσύνην αὐτοῦ καί τήν μετ’ αὐτοῦ κοινωνίαν καί τήν ὑπ’ αὐτοῦ κατοχήν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Ἐντεῦθεν ἄρχεται ἡ μεγάλη καί αἰώνιος μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ ἐν λόγω θέματος. Διότι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐκτός τινῶν φανατικῶν ζηλωτῶν τῶν ἀντικανονικῶν καί ἀδίκων καί «παραλόγων» «καθαιρέσεων», δέν ἐθεωρήθη ἀνά τούς αἰῶνας ὅτι εἶναι καθηρημένος καί ἄνευ Ἱερωσύνης, οὔτε «ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων πατριαρχῶν καί ἐπισκόπων, οὔτε καί ὑπό τῶν λοιπῶν κληρικῶν, καί τῶν λαϊκῶν, καίτοι οὐδεμία Ὀρθόδοξος Σύνοδος τόν «ἀποκατέστησε» ποτέ... Ταῦτα δέ (κατ’ ἀναλογίαν) ἰσχύουσι καί διά πάντας τούς διωκομένους Κληρικούς, οἵτινες ἐξακολουθοῦσι νά εἶναι Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς ἀναμφισβητήτως.
....Οἱ δέ ἀρνούμενοι τήν Ἰερωσύνην (Ἀρχιερωσύνην) τῶν ψευδοκαθηρημένων) δι’ ἀντικανονικῆς καί ἀδίκου «καθαιρέσεως» ἱερέων (Ἀρχιερέων) καί λέγοντες τούτους καθηρημένους, ἁμαρτάνουσι. Δηλαδή ἁμαρτάνουσι εἰς τούς Ἁγίους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἁμαρτάνουσιν εἰς τήν Ἱεράν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἁμαρτάνουσιν εἰς τάς Ἁγίας καί Ὀρθοδόξους Οἰκουμενικάς καί Τοπικάς Συνόδους, ἁμαρτάνουσιν καί εἰς τόν θεῖον νόμον τῶν Ι. Κανόνων καί τοῦ Εὐαγγελίου.
Οὕτως ἁμαρτάνουσιν εἰς τήν Μίαν, Ἀγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου, ἁμαρτάνουσιν εἰς τόν ἕνα τῆς Τριάδος Κύριον καί Σωτῆρα Ἰησοῦν Χριστόν τόν Θεόν, ἁμαρτάνουσιν εἰς τήν Ἁγίαν καί Ὁμοούσιον καί Ζωοποιόν καί Ἀδιαίρετον Τριάδα, τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα.
Τουτέστιν ἁμαρτάνουσιν εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί τήν θείαν Χάριν, ἥτις «ταύτην γεωργεῖ τήν Ἐκκλησίαν» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ε.Π. 48, 802), καί εἰς αὐτήν ταύτην τήν Ἰερωσύνην. Δηλαδή, ἁμαρτάνουσι μέ τήν θανάσιμον ἁμαρτίαν κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ ἁμαρτάνων «οὐκ ἔχει ἄφεσιν (δέν ἔχει συγχώρησιν) εἰς τόν αἰῶνα, ἀλλ’ ἔνοχος ἐστίν αἰωνίου κρίσεως», (Μάρκ. γ, 29), ἤγουν κατακρίσεως. (Α. Δελήμπαση «ΔΙΩΓΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΙΡΕΣΙΣ», Ἀθῆναι 1995)
Αὐτά σᾶς γράφω εἰς αὐτήν τήν Β΄ ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΝ μου, μέ ἀληθινήν ἀγάπην Χριστοῦ καί πόνον. Κλείοντες δέ ταύτην λέγομεν καί τοῦτο: Ἐάν, ἀγαπητοί, διαφωνῆτε, ἐάν παρά ταῦτα νομίζετε ὅτι καλῶς δικαίως καί ὁσίως ἐποιήσατε τάς καθ’ ἡμῶν «καθαιρέσεις» (Δεκέμβριος 2007), ὡς καί πρότερον τούς ἄφρονας «ἀφορισμούς» (1993 καί 2002), ἰδού πρίν προχωρήσωμεν εἰς τάς συνεχείας αὐτῆς τῆς ΑΝΟΙΚΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΩΣ, δεῦτε νά παρακαθήσωμεν εἰς κοινήν Τράπεζαν, νά διαλεχθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς, ὄχι ἀντιδικοῦντες ἐν οἰήσει καί ἀγνωσία, ἀλλά ἐν συνέσει, ἀγάπη καί ἐλευθερία Χριστοῦ, ὡς καί Κανονικότητι, Ὀρθοδοξία καί Ἀληθεία.
Ἄν παρά ταῦτα ἤθελεν πέσει εἰς τό κενόν καί ἡ παροῦσα, δέον ὅπως χωρίς καθυστέρησιν, μᾶς ἀποστείλετε, ἤ ἔστω δημοσιεύσετε τάς ἐπί τῆς «ἀποφάσεώς» σας σχετικάς εἰσηγήσεις, προτάσεις, καί πρακτικά καί ταῦτα ὁμοῦ μετά τῆς πράξεώς σας, ὑπογεγραμμένης καί ἐσφραγισμένης, (διότι τήν ἐκοινοποιήσατε εἰς ἐμέ ἀνυπόγραφον καί ἀσφράγιστον) καί ταῦτα θά εἶναι ἀρκετά δι’ ἡμᾶς καί διά πάντα τρίτον ἐχέφρονα.
Ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις
+ Ὀ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2006
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΣΤΑΜΑΛΑ - ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ
ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΤΗΛ. 210. 6020176, 210.6021467, 210.2466057
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
(Συνεδρίασις 6 καί 15 Σεπτεμβρίου 2006)
Α.Π. 418 Ἐν Κορωπίῳ τῆ 16 Σεπτεμβρίου 2006 (π.ἡ.)
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΑΜΑ ΔΕ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΥΠΟ ΕΚΠΕΣΟΝΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΔΙΑΤΥΠΩΘΕΙΣΩΝ ΒΛΑΣΦΗΜΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ
᾽Εν ὀνόματι τῆς ῾Αγίας καί ῾Ομοουσίου καί Ζωοποιοῦ καί ᾽Αδιαιρέτου Τριάδος, ἐν ἔτει σωτηρίω 2006, Σεπτεμβρίου 5, ἡμέρα Τρίτη, (ἡ συνεδρίασις ἐπανελήφθη καί τήν 16ην Σεπτεμβρίου) ἡ ἐμή ἐλαχιστότης, ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος, τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας καί οἱ ὑφ᾽ ἡμᾶς εὐλαβέστατοι Κληρικοί, ῾Ιερομ. π. ᾽Αμφιλόχιος καί ἱερεῖς π. Θωμᾶς καί π. Ἀνδρέας, οἷ ὁσιώτατοι Μοναχοί, Βαρνάβας, Κύριλλος, καί Θεόδωρος, παρόντος καί τοῦ θεολόγου ᾽Ελευθερίου Γκουτζίδη, ὡς Γραμματέως, μετά τήν θείαν λειτουργίαν, τήν ὁποίαν ἐπιτελέσαμεν ἐν τῶ πανσέπτω ᾽Επισκοπικῶ Ναῶ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, συνεκροτήσαμεν Μητροπολιτικήν ῾Ιεράν Σύνοδον καί ἐνδιετρίψαμεν ἐπί μεγίστων θεμάτων Πίστεως, τά ὁποῖα ἡ κοινή ῾Αγία ἡμῶν Μήτηρ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, σήμερον ἀντιμετωπίζει, βιοῦσα περίοδον κατακομβικήν.
῾Ημεῖς, τό πιστόν λεῖμμα τῆς χάριτος, ἑπόμενοι τοῖς ῾Αγίοις Πατρᾶσι, οἵτινες, ὁσάκις ἡ ᾽Εκκλησία ἐχειμάζετο καί ἐδιώκετο, διεκήρυσσον καθαράν τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, χάριτι Θεοῦ, προβαίνομεν εἰς τήν διακήρυξιν τῆς παρούσης ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ, ἅμα δέ καί καταδίκην τῶν ὑπό ἐκπεσόντων ᾽Αρχιερέων διατυπωθεισῶν βλασφημιῶν κατά τε τῆς ᾽Εκκλησιολογίας καί τῆς ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, ἐπαναλαμβάνοντες κατ' ἀρχάς τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ τοῦ Μεγάλου Πατρός ῾Αγίου Γρηγορίου ᾽Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης:
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
«Εἷς Θεός πρό πάντων, καί ἐπί πάντων, καί ἐν πᾶσι, καί ὑπέρ τό πᾶν, ἐν Πατρί καί Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι παρ' ἡμῶν προσκυνούμενός τε καί πιστευόμενος· Μονάς ἐν Τριάδι, καί Τριάς ἐν Μονάδι ἀσυγχύτως ἑνουμένη, καί ἀμερίστως διαιρουμένη· Μονάς ἡ αὐτή καί Τριάς παντοδύναμος·, Πατήρ ἅναρχος, οὐ μόνον ὡς ἄχρονος, ἀλλά καί ὡς κατά πάντα τρόπον ἀναίτιος• μόνος αἰτία καί ρίζα καί πηγή τῆς ἐν Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι θεωρουμένης Θεότητος· μόνος αἰτία προκαταρκτική τῶν γεγονότων• οὐ μόνος Δημιουργός, ἀλλά μόνος ἑνός Υἱοῦ Πατήρ, καί Πνεύματος ἁγίου ἑνός Προβολεύς· ἀεί ὤν, καί ἀεί ὤν Πατήρ, καί ἀεί ὤν μόνος Πατήρ τε καί Προβολεύς· μείζων Υἱοῦ καί Πνεύματος, τοῦτο μόνον ὡς αἴτιος· τἄλλα δέ πάντα ὁ αὐτός αὐτοῖς καί ὁμότιμος• — οὗ Υἱός εἷς, ἄναρχος μέν ὡς ἄχρονος· οὐκ ἄναρχος δέ, ὡς ἀρχήν καί ρίζαν καί πηγήν ἔχων τόν Πατέρα· ἐξ οὗ μόνου πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀσωμάτως, ἀρρεύστως, ἀπαθῶς, γεννητῶς προῆλθεν, ἀλλ' οὐ διηρέθη, Θεός ὤν ἐκ Θεοῦ· οὐκ ἄλλος μέν καθ' ὅ Θεός, ἄλλος δέ καθ᾽ ὅ Υἱός, ἀεί ὤν, καί ἀεί ὤν Υἱός καί μόνος Υἱός καί ἀεί πρός τόν Θεόν ἀσυγχύτως ὤν, οὐκ αἰτία καί ἀρχή τῆς ἐν Τριάδι νοουμένης θεότητος, ὡς ἐξ αἰτίας καί ἀρχῆς ὑπάρχων τοῦ Πατρός, άλλ' αἰτία καί ἀρχή τῶν γεγονότων πάντων, ὡς δι' αὐτοῦ πάντων γεγονότων ὅς ἐν μορφῆ Θεοῦ ὑπάρχων, οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῶ· ἀλλ' ἐπί συντελεία τῶν αἰώνων ἑαυτόν ἐκένωσε, μορφήν τήν καθ' ἡμᾶς λαβών, καί ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας εὐδοκία τοῦ Πατρός καί συνεργία τοῦ ἁγίου Πνεύματος κυηθείς τε νόμω φύσεως καί γεννηθείς, Θεός ὁμοῦ καί ἄνθρωπος, καί ὡς ἀληθῶς ἐνανθρωπήσας γέγονε ὅμοιος ἡμῖν κατά πάντα πλήν ἁμαρτίας, μείνας ὅπερ ἧν, Θεός ἀληθινός, ἑνώσας ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως τάς δύο φύσεις καί θελήσεις καί ἐνεργείας, καί μείνας εἷς Υἱός ἐν μιᾶ ὑποστάσει καί μετά τήν ἐνανθρώπησιν, ἐνεργῶν τά θεῖα πάντα ὡς Θεός, καί τά ἀνθρώπινα πάντα ὡς ἄνθρωπος, καί τοῖς ἀνθρωπίνοις ἀδιαβλήτοις ὑποκείμενος πάθεσιν. ᾽Απαθής μέν καί ἀθάνατος ὥν καί διαμένων ὡς Θεός, ἐκών δέ σαρκί παθών ὡς ἄνθρωπος καί σταυρωθείς καί θανών καί ταφείς, καί τῆ τρίτη ἡμέρα ἀναστάς ὅς καί τοῖς μαθηταῖς μετά τήν ἀνάστασιν ἐπιφανείς, καί τήν ἐξ ὕψους δύναμιν ἐπαγγειλάμενος, καί παραγγείλας μαθητεύειν πάντα τά ἔθνη, καί βαπτίζειν εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καί τηρεῖν διδάσκειν ὅσα ἐνετείλατο, αὐτός ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν, καί ἐκάθισεν ἐξ δεξιῶν τοῦ Πατρός, ὁμότιμον καί ὁμόθρονον ὡς ὁμόθεον ποιήσας τό ἡμέτερον φύραμα, μεθ' οὗ πάλιν φυράματος ἤξειν μέλλει μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, καί ἀποδοῦναι ἑκάστω κατά τά ἔργα αὐτοῦ. — Τότε δέ πρός τόν Πατέρα ἀνελθών ἔπεμψεν ἐπί τούς ἁγίους αὐτοῦ μαθητάς καί ἀποστόλους τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται· συνάναρχον μέν ὅν τῶ Πατρί καί τῶ Υἱῶ, ὡς ἄχρονον, οὐκ ἄναρχον δέ, ὡς καί αὐτό ρίζαν καί πηγήν καί αἰτίαν ἔχον τόν Πατέρα, οὐχ ὡς γεννητόν, ἀλλ' ὡς ἐκπορευτόν· ἐκ Πατρός γάρ καί αὐτό πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀρρεύστως καί ἀπαθῶς, οὐ γεννητῶς, ἀλλ' ἐκπορευτῶς προῆλθεν, ἀδιαίρετον ὅν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ὡς ἐκ τοῦ Πατρός προερχόμενον καί ἐν Υἱῶ ἀναπαυόμενον, ἀσύγχυτον καί τήν ἕνωσιν ἔχον, καί ἀμέριστον τήν διαίρεσιν· Θεός ὅν καί αὐτό ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐ ἄλλος μέν καθ' ὅ Θεός, ἄλλος δέ καθ' ὅ Παράκλητος· Πνεῦμα αὐθυπόστατον, ἐκ Πατρός ἐκπορευόμενον καί δι' Υἱοῦ πεμπόμενον, τουτέστι φανερούμενον, αἴτιον καί αὐτό τῶν γεγονότων πάντων, ὡς ἐν αὐτῶ τετελεσιουργημένων· τό αὐτό καί ὁμότιμον Πατρί τε καί Υἱῶ, χωρίς τῆς ἀγεννησίας καί τῆς γεννήσεως. ᾽Επέμφθη δέ παρά τοῦ Υἱοῦ πρός τούς οἰκείους μαθητάς, τουτέστι πεφανέρωται. Πῶς γάρ ἄν ἄλλως παρ' αὐτοῦ πεμφθείη τό μή χωριζόμενον αὐτοῦ; Πῶς δ' ἄν ἄλλως ἔλθοι μοι τό ὑπάρχον πανταχοῦ; Διό μή μόνον παρά τοῦ Υἱοῦ, ἀλλά καί παρά τοῦ Πατρός, καί διά τοῦ Υἱοῦ πέμπεται· καί παρ' ἑαυτοῦ ἔρχεται φανερούμενον. Κοινόν γάρ ἔργον ἡ ἀποστολή, δηλονότι ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος, — Φανεροῦται δέ οὐ κατά τήν οὐσίαν, Οὐδείς γάρ ποτέ Θεοῦ φύσιν ἤ είδεν ἤ ἐξηγόρευσεν, ἀλλά μετά τήν χάριν καί τήν δύναμιν καί τήν ἐνέργειαν, ἥτις κοινή ἐστι Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος. ῎Ιδιον μέν γάρ ἑκάστου τούτων ἡ ἑκάστου ὑπόστασις, καί ὅσα τείνει πρός αὐτήν· κοινά δέ οὐχ ἡ ὑπερούσιος οὐσία μόνον, ἡ παντάπασιν ἀνώνυμος καί ἀνέκφαντος καί ἀμέθεκτος, ὡς ὑπέρ πᾶσαν ἐπωνυμίαν οὖσα καί ἔκφανσιν καί μετοχήν, ἀλλά καί ἡ χάρις καί ἡ δύναμις καί ἡ ἐνέργεια καί ἡ λαμπρότης, καί ἡ βασιλεία καί ἡ ἀφθαρσία, καί πάνθ' ἁπλῶς καθ' ἅ κοινωνεῖ, καί κατά χάριν ἑνοῦται τοῖς ἁγίοις ἀγγέλοις τε καί ἀνθρώποις ὁ Θεός· μήτε διά τό μεριστόν καί διάφορον τῶν ὑποστάσεων, μήτε διά τό μεριστόν καί ποικίλον τῶν δυνάμεών τε καί ἐνεργειῶν, τῆς ἁπλότητος ἐκπίπτων οὕτως ἡμῖν εἶς ἐστι παντοδύναμος Θεός ἐν μιᾶ θεότητι. Οὔτε γάρ ἐξ ὑποστάσεων τελείων γένοιτ' ἄν ποτε σύνθεσις, οὔτε τό δυνάμενον, ὅτι δύναμιν ἤ δυνάμεις ἔχει, δι ' αὐτό τό δύνασθαι σύνθετον ἀληθῶς ποτε λεχθείη ἄν.
Πρός τούτοις προσκυνοῦμεν σχετικῶς τήν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ περιγραφέντος ὡς δι' ἡμᾶς ἐνανθρωπίσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπον ἀναφέροντες σχετικῶς τήν προσκύνησιν· καί τό τίμιον τοῦ σταυροῦ ξύλον, καί τά σύμβολα πάντα τῶν αὐτοῦ παθημάτων, ὡς ὄντα τρόπαια θεῖα κατά τοῦ κοινοῦ πολεμίου τοῦ γένους ἡμῶν· πρός δέ καί τόν τύπον τοῦ τιμίου σταυροῦ σωτήριον, καί τούς θίους ναούς καί τόπους, καί τά ἱερά σκεύη καί θεοπαράδοτα λόγια διά,τάνν αὐτοῖς ἐνοικοῦντα Θεόν. ῾Ωσαύτως προσκυνοῦμεν καί τάς τῶν ἁγίων πάντων εἰκονας διά τήν πρός αὐτούς ἀγάπην καί τόν Θεόν, ὅν οὗτοι ἀληθῶς ἠγάπησάν τε καί ἐθεράπευσαν· ἐν τῆ προσκυνήσει πρός τάς εἰκόνων μορφάς ἀναφέροντες τήν διάνοιαν. Προσκυνοῦμεν καί αὐτάς τάς τῶν ἁγίων σορούς, ὡς τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος τῶν αὐτῶν οὐκ ἀποπτάσης ἱερωτάτων ὀστῶν· ὥσπερ οὐδέ τοῦ δεσποτικοῦ σώματος ἐν τῶ τριημέρω ἡ θεότης διηρέθη θανάτω.
Κακόν κατ' οὐσίαν ἴσμεν οὐδέν· οὐδ' είναι τοῦ κακοῦ ἀρχήν ἑτέραν ἤ τήν ἐκτροπήν τῶν λογικῶν, κεχρημένων τῆ παρά τοῦ Θεοῦ δεδομένη αὐεξουσιότητι κακῶς. Στέργομεν πάσας τάς ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις, ἐγγράφους τε καί ἀγράφους, καί πρό πάντων τήν μυστικωτάτην τε καί πανίερον τελετήν καί κοινωνίαν καί σύναξιν, παρ' ἧς καί ταῖς ἄλλαις τελεταῖς ἡ τελείωσις, καθ' ἥν εἰς ἀνάμνησιν τοῦ κενώσαντος ἑαυτόν ἀκενώτως, καί σάρκα λαβόντος καί παθόντος ὑπέρ ἡμῶν, κατά τήν θεσπεσίαν ἐκείνου παραγγελίαν καί αὐτουργίαν, τά θειότατα ἱερουργεῖται καί θεουργεῖται, ὁ ἄρτος καί τό ποτήριον· καί αὐτό τό ζωαρχικόν ἐκεῖνο τελεῖται σῶμα καί αίμα· καί τήν ἀπόρρητον αὐτῶν μετουσίαν καί κοινωνίαν τοῖς εὐαγῶς προσιοῦσι χαρίζεται. Πάντας δέ τούς μή ὁμολογοῦντας καί πιστεύοντας ὡς τό Πνεῦμα τό ἅγιον προεμήνυσε διά τῶν προφητῶν, ὡς ὁ Κύριος ἐθέσπισε διά σαρκός ἡμῖν ἐπιφανείς, ὡς οἱ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν πεμφθέντες ὑπ' αὐτοῦ, ὡς οἱ Πατέρες ἡμῶν καί διάδοχοι ἐκείνων ἐδίδαξαν ἡμᾶς, ἀλλ' αἱρέσεως οἰκείας ἤ ἄρξαντας, ἤ τοῖς κακῶς ἄρξασιν εἰς τέλος ἐπηκολουθηκότας, ἀποβαλλόμεθα καί ἀναθέματι καθυποβάλλομεν.
Δεχόμεθα δέ καί ἀσπαζόμεθα τάς ἁγίας καί οἰκουμενικάς συνόδους, τήν ἐν Νικαία τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ θεοφόρων Πατέρων κατά τοῦ θεομάχου ᾽Αρείου, κατασπῶντος ἀσεβῶς εἰς κτίσμα τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, καί κατατέμνοντος εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν ἐν Πατρί καί Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι προσκυνουμένην Θεότητα' τήν μετ' αὐτήν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων κατά Μακεδονίου Κωνσταντινουπόλεως, ἀσεβῶς εἰς κτίσμα κατασπῶντος τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί κατατέμνοντος μηδέ ἧττον καί τούτου εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν μίαν Θεότητα' τήν μετ' αὐτήν ἐν ᾽Εφέσω τῶν διακοσίων Πατέρων κατά Νεστορίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τήν καθ' ὑπόστασιν ἕνωσιν ἀθετοῦντος ἐπί Χριστοῦ τῆς αὐτοῦ θεότητος καί ἀνθρωπότητος, καί τήν ὡς ἀληθῶς τεκοῦσαν τόν Θεόν Παρθένον, Θεοτόκον καλεῖν μηδαμῶς βουλομένου· καί τήν τετάρτην τήν ἐν Χαλκηδόνι τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα Πατέρων κατά Εὐτυχοῦς καί Διοσκόρου, μίαν φύσιν ἐπί Χριστοῦ δογματιζόντων κακῶς· καί τήν μετ᾽ αὐτήν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῶν ἑκατόν ἑξήκοντα πέντε Πατέρων κατά Θεοδώρου καί Διοδώρου τά αὐτά τῶ Νεστορίω φρονούντων, καί διά συγγραμμάτων τά ἐκείνου συνιστώντων, ῾Ωριγένους τε καί Διδύμου καί Εὐαγρίου τινός, τῶν παλαιῶν μέν ὄντων, μυθώδη δέ τινα ἐν τῆ τοῦ Θεοῦ ᾽Εκκλησία παρεισάγειν ἐπιχειρούντων· καί τήν μετ' αὐτήν ἐν τῆ αὐτῆ πόλει τῶν ἑκατόν ἑβδομήκοντα Πατέρων κατά Σεργίου, Πύρρου, Παύλου, Κωνσταντινουπόλεως ἀρξάντων, ἀθετούντων ἐπί Χριστοῦ τάς καταλλήλους ταῖς δύο φύσεσιν δύο ἐνεργείας καί δύο θελήματα· καί τήν ἐν Νικαία πάλιν τῶν ἑπτά καί ἑξήκοντα καί τριακοσίων Πατέρων κατά τῶν Εἰκονομάχων.
᾽Ασπαζόμεθα καί πάσας τάς κατά Θεοῦ χάριν κατά καιρόν ἤ τόπον πρός βεβαίωσιν εὐσεβείας καί εὐαγγελικῆς πολιτείας συναθροισθείσας ἁγίας συνόδους· ὧν εἰσι καί αἱ συγκροτηθεῖσαι κατά τήν μεγαλόπολιν ταύτην ἐν τῶ περιβοήτω ναῶ τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας κατά τοῦ Καλαβροῦ Βαρλαάμ, καί τοῦ μετ' ἐκεῖνον τά ἐκείνου φρονοῦντος, καί δόλω σπεύδοντος ἐπεκδικεῖν, ᾽Ακινδύνου' οἵ τήν κοινήν χάριν Πατρός, Υἱοῦ καί Πνεύματος, καί τό φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, καθό καί οἱ δίκαιοι λάμψουσιν ὡς ἥλιος, ὡς καί ὁ Χριστός προϋπέδειξεν ἐπ' ὅρους λάμψας, καί ἁπλῶς πᾶσαν δύναμίν τε καί ἐνέργειαν τῆς τρισυποστάτου Θεότητος, καί πᾶν τό διαφέρον ὁπωσοῦν τῆς θείας φύσεως κτιστόν είναι δογματίζουσι, καί κατατέμνουσι καί οὗτοι δυσσεβῶς εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν μίαν Θεότητα, καί τούς εὐσεβῶς ἄκτιστον τό θειότατον ἐκεῖνο φῶς, καί πᾶσαν δύναμιν καί ἐνέργειαν πρεσβεύοντας θείαν, ὡς μηδενός ὄντος προσφάτου τῶν τῶ Θεῶ προσόντων φυσικῶς, διθεϊτας ὀνομάζουσι καί πολυθέους, ὡς καί ᾽Ιουδαῖοι Σαβελλιανοί τε καί Αρειανοί ὀνομάζουσιν ἡμᾶς. ᾽Αλλ' ἡμεῖς τούτους τε κἀκείνους, ὡς ὄντως ἀθέους τε καί πολυθέους, ἀποβαλλόμεθᾳ καί τοῦ πληρώματος τῶν εὐσεβούντων, ὡς καί ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ καθολική καί ἀποστολική ᾽Εκκλησία διά τοῦ συνοδικοῦ Τόμου καί ῾Αγιορειτικοῦ, τελέως ἐκκόπτομεν, πιστεύοντες εἰς μίαν Θεότητα τρισυπόστατον καί παντοδύναμον, οὐδαμῶς τοῦ ἑνιαίου καί τῆς ἁπλότητος ἐκπίπτουσαν διά τάς δυνάμεις ἤ τάς ὑποστάσεις. ᾽Επί τούτοις πᾶσι προσδοκῶμεν ἀνάστασιν νεκρῶν, καί ζωήν ἄληκτον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. ᾽Αμήν».
Διά τῆς ᾽Ορθοδόξου ταύτης ῾Ομολογίας τοῦ ῾Αγίου Πατρός τῆς ᾽Εκκλησίας Γρηγορίου ᾽Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, ἀντιμετωπίσθη ὁμολογιακῶς κατά τόν ΙΔ' αἰῶνα καί ἀπεκρούσθη νικηφόρως ἡ ἐκ τῆς αἱρεσιοβριθοῦς Δύσεως θρασυτάτη ἐπιβουλή κατά τῶν ᾽Ορθοδόξων. Ταύτην καί ἡμεῖς οἱ ἐλάχιστοι, κατασπαζόμενοι, ἐπεκτείνομεν καί κατά τῶν μετέπειτα ἀντιχρίστων ἐπιβουλῶν τῆς παπικῆς Δύσεως, μέχρι καί τοῦ συγχρόνου Οἰκουμενισμοῦ, νεοημερολογιτικοῦ τε καί παλαιοημερολογιτικοῦ.
Εἰδικώτερον ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ τάς ῾Ιστορικάς ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ κατά τοῦ δεδικασμένου καί κατακεκριμένου Παπικοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ:
α) Τήν ῾Ομολογίαν τοῦ Ζηλωτοῦ ῾Αγιορείτου ῾Ιερομονάχου Ματθαίου ὅστις τήν ἑπομένην τῆς Καινοτομίας γράφει πρός τά ἁπανταχοῦ πνευματικά του τέκνα νά μήν δεχθοῦν τήν καινοτομίαν, διότι αὕτη χωρίζει τούς χριστιανούς ἀπό τόν Χριστόν καί τήν ᾽Εκκλησίαν Του.
β) Τῶν Ζηλωτῶν ῾Αγιορειτῶν Πατέρων ἐν ἔτει 1934 (᾽Αποστασίας ῎Ελεγχος 1934),
γ) Τήν ἀπό 6.11.1937 Συνοδικήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ, ἐν τῆ ὁποία ἀνεθεματίσθη καί ὁ ἄθεος καί ἀντίχριστος Οἰκουμενισμός καί ἀπεκηρύχθησαν οἱ ὑπαναχωρήσαντες ἐκ τῆς ῾Ομολογίας σχισματικοί, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος καί Δημητριάδος Γερμανός,
ὡς καί ἁπάσας τάς ὁμοίας ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ, αἱ ὁποῖαι, λόγω τῶν κρισίμων περιστάσεων κατά καιρούς διετυπώθησαν ὡς διατυποῦται καί ἡ παροῦσα, διότι ὁ ἴδιος παπικός κίνδυνος, ἔτι θρασύτερος, σήμερον εἰσεχώρησεν καί εἰς τόν χῶρον τῶν ᾽Ορθοδόξων καί ἀπειλεῖ νά μολύνη τό ἐναπομεῖναν «μικρόν λεῖμμα»ν τῆς χάριτος.
῞Οθεν ἐπί πᾶσι τούτοις ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ καί ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ.
1. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
ΔΕΧΟΜΕΘΑ καί ΑΣΠΑΖΟΜΕΘΑ τάς ῾Αγίας Πανορθοδόξους Συνόδους τάς ἐν Κων/λει καί ἐν ἔτεσι 1583, 1587 καί 1593 συγκληθείσας, ὑπό τοῦ μακαρία τῆ μνήμη γενομένου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ῾Ιερεμίου τοῦ Β' τοῦ ἐπωνομαζομένου ΤΡΑΝΟΥ, καί τάς ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ αὐτῶν, κατά τῆς καινοτομίας τοῦ Πάπα Γρηγορίου τοῦ ΙΓ' ἐπί τοῦ Πασχαλίου Κανόνος καί τοῦ νέου «Καλενδαρίου» — ἡμερολογίου του. Τάς Πανορθοδόξους ταύτας Συνόδους καί τάς ᾽Αποφάσεις των ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ καί ΚΑΤΑΣΠΑΖΟΜΕΘΑ ὡς ἰσοκύρους ταῖς ῾Αγίαις Οἰκουμενικαῖς καί ἁπάσαις ταῖς Τοπικαῖς ῾Αγίαις Συνόδοις τῆς ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Ταύταις ταῖς Πανορθοδόξοις Συνόδοις καί ταῖς ἀποφάσεσιν αὐτῶν ἑπόμενοι, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ τήν Παπικήν ῾Ημερολογιακήν Καινοτομίαν, τήν μετά 342 ἔτη (1582—1924), δολίως, ἀντικανονικῶς καί ἀντορθοδόξως ὑπό Μασώνων - Οἰκουμενιστῶν Πατριαρχῶν, ᾽Αρχιεπισκόπων καί Συνόδων, ἐπιβληθεῖσαν ὡς πρῶτον πραγματικόν βῆμα πρός τόν Οἰκουμενισμόν καί ἐπί ἀσεβεῖ καταλύσει τῶν ὡς ἄνω Πανορθοδόξων ῾Αγίων Συνόδων.
Ὡσαύτως ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ.
α) Τάς ἀπ' ἀρχῆς τῆς ῾Ημερολογιακῆς Καινοτομίας ἀποτολμηθείσας ἀσεβεῖς προσπαθείας παραγόντων τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἀμφισβητήσουν ἤ μειώσουν τό κῦρος αὐτῶν τῶν Πανορθοδόξων ῾Αγίων Συνόδων, καί τῶν καταδικαστικῶν αὐτῶν ᾽Αποφάσεων κατά τοῦ Παπικοῦ νέου Πασχαλίου καί νέου Καλενδαρίου — ῾Ημερολογίου.
β) Τήν ἀμέσως μετά τό 1924 ἐκδηλωθεῖσαν προπαγάνδαν ὑπό τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ (διά τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί τῶν λοιπῶν ὁμοφρόνων του), καθ' ἥν αἱ Πανορθόδοξοι αὗται Σύνοδοι κατεδίκασαν δῆθεν μόνον τήν ὑπό τοῦ Πάπα Γρηγορίου τοῦ ΙΓ' κατάλυσιν τοῦ Πασχαλίου Κανόνος, οὐχί δέ καί τό νέον ῾Ημερολόγιον (Καλενδάριον). ῾Η καταδίκη τῆς Παπικῆς Καινοτομίας, ἐπί τῆ καταλύσει τοῦ Πασχαλίου Κανόνος, εἱναι καταδίκη ἐπί τῆ καταλύσει ὁλοκλήρου τοῦ ἐτησίου ἑορτολογικοῦ Κύκλου, διότι ὑπό τῶν Πανορθοδόξων ῾Αγίων Συνόδων ἐπί Πατριάρχου ῾Ιερεμίου τοῦ Τρανοῦ, σαφῶς ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΘΗ καί ΑΠΕΚΛΕΙΣΘΗ γενικῶς ἡ καινοτομία τοῦ νέου καλενδαρίου. ῾Ετέρωθεν ὁ Πασχάλιος Κανών ἐσκόπει καί σκοπεῖ εἰς τόν ἐν γένει συνεορτασμόν τῶν ᾽0ρθοδόξων μετά τῶν αἱρετικῶν.
γ) Τό γεγονός ὅτι τόσον ἐκ τῶν ῾Αγιορειτικῶν ᾽Αρχείων, ὅσον καί τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ καί ἄλλων, ἀπεσύρθησαν αἱ σχετικαί πηγαί, ὅμως αἱ Σύνοδοι αὗται καί ἡ καταδίκη τοῦ νέου Παπικοῦ Καλενδαρίου, ΜΕΜΑΡΤΥΡΗΝΤΑΙ ὑφ' ἁπάντων τῶν ἀνεγνωρισμένου Κύρους ᾽Εκκλησιαστικῶν καί ἄλλων μεγάλων ἱστορικῶν, ὡς καί ὑπ ' αὐτοῦ τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου.
δ) Τήν ὀψίμως, πλήν ἐπισήμως διατυπωθεῖσαν ἀσέβειαν τοῦ Διδάκτορος καί ἤδη ᾽Αρχιεπισκόπου τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ Χριστοδούλου Παρασκευαίδη, ὅστις διά νά ἀπαλύνη τό ἔγκλημα τῆς κατά τό 1924 ἐπιβολῆς τοῦ κατεγνωσμένου παπικοῦ ῾Ημερολογίου ὡς Οἰκουμενισμοῦ, εἰς τήν ἀπό 1982 Διδακτορικήν του διατριβήν, ἐπαναλαμβάνει, τήν ἀπό 1929 ἀσεβεστάτην θέσιν τῆς Καινοτόμου Νεοημερολογιτικῆς ῾Ιεραρχίας, ἥτις ἀσεβῶς ἀπεφάνθη περί τῆς Συνόδου τοῦ 1593, ὅτι αὕτη «ἄλλωστε δέν ὑπῆρξεν Οἰκουμενική». Ταῦτα, καί ἡμεῖς μετά τῶν ῾Αγίων ᾽Εκείνων Πατέρων ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ τρίς, καί ΚΡΑΤΟΥΜΕΝ ΕΞΩ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ῾Αγίας Καθολικῆς καί ᾽Αποστολικῆς ᾽Εκκλησίας. ᾽Επί τούτοις, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ:
α) Τήν παναιρετικήν καί ᾽Εκκλησιομάχον Οἰκουμενιστικήν ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ τήν ὑπό τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τῆς Κων/λεως ὑπό τόν Προύσσης Δωρόθεον, ἐκδοθεῖσαν ἐν ἔτει 1920,
β) Τό Μασωνικόν — Οἰκουμενιστικόν καί ἅθεον ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ τῆς Κων)λεως, (Μαίου — ᾽Ιουνίου 1923), τό ψευδῶς καί παραπλανητικῶς ἐπωνομασθέν «Πανορθόδοξον Συνέδριον τῆς Κων/λεως», καί
γ) Τήν ἀπό 10.3.1924 ἀπόφασιν τοῦ καινοτόμου Μητροπολίτου ᾽Αθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, δι' ἧς οὗτος ὡς ἐκτελεστικόν ὄργανον τῶν σχεδίων τῶν ᾽Αθέων Οἰκουμενιστῶν, Μασώνων καί ἐν τέλει Σιωνιστῶν, ἐπραγματοποίησεν ὅσα ὁ Οἰκουμενισμός προέβλεψεν καί ἀπεφάσισεν διά τῶν ὡς ἄνω α' καί β πράξεών του, ἀνατρέψας τήν ᾽Ορθόδοξον ῞Εορτολογικήν Τάξιν — Παράδοσιν, καί πραγματοποιήσας δι' αὐτῆς τό πρῶτον ρῆμα τῆς εἰσόδου των εἰς τήν παναίρεσιν τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ — Οἰκουμενισμοῦ.
2. ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΔΥΝΑΜΕΙ ΚΑΙ ΟΥΧΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ»
ΑΠΟΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ, ὡς ἐκ τοῦ διαβόλου ἐμπνευσθεῖσαν, τήν θεωρίαν τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ — Οἰκουμενισμοῦ, περί δῆθεν «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία Νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος, καί μετά πάντων τῶν πρό ἡμῶν ῾Αγίων καί ῾Ομολογητῶν Πατέρων, ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝ ὅτι ἡ Νεοημερολογιτική ῾Ιεραρχία καί οἱ ἀκολουθήσαντες αὐτήν, τό 1924 προεκάλεσαν ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΧΙΣΜΑ καί ἐξὴλθον τῆς Μιᾶς, Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ ᾽Εκκλησίας. Ταύτην τήν περί δῆθεν «ΔΥΝΑΜΕΙ ΚΑΙ ΟΥΧΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ» θεωρίαν τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὑπεστήριξεν καί ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, εὐθύς μετά τήν πρώτην καλήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ καί ἅμα τῆ ἐπιστροφῆ του ἐκ τῆς ἐξορίας, (᾽Οκτώρριος 1935), ὅτε ἀνέλαβεν ρόλον Οὐνίτου τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ. Μή δυνηθείς ὅμως νά προσβάλη τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ — ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, καί διά τῆς ἐν λόγω θεωρίας του, τό 1937 προεκάλεσεν τό Φλωρινικόν σχίσμα.
῾Η αἰτία, καί αὐτοῦ τοῦ δεινοῦ σχίσματος, ἦτο καί παραμένει ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ — ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ, ἤτοι, ἡ ὑπ᾽ αὐτοῦ καί τῶν ὀπαδῶν του, ἄρνησις καί βλασφημία τῆς ᾽Εκκλησιολογίας τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, καθ' ἥν τό πιστόν λεῖμμα τῆς χάριτος, τό κατά Μάρτιον 1924 ἀπορρίψαν τήν εἰσαγωγήν τῆς ΚΑΤΑΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ Νεοημερολογιτικῆς καινοτομίας καί δή τήν δι' αὐτῆς ΕΙΣΧΩΡΗΣΙΝ (=ἀλληλοπεριχώρησίν των), ἐν τῶ Οἰκουμενισμῶ, ἔκτοτε ἀποτελεῖ καί ἐκφράζει τήν ΑΔΙΑΚΟΠΟΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑΝ τῆς Μίας ῾Αγίας Καθολικῆς καί ᾽Αποστολικῆς ᾽Εκκλησίας, τῆς καινοτομησάσης ῾Ιεραρχίας καταστάσης ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΗΣ. ᾽Ενῶ οἱ «λειτουργοί» αὐτῆς ἔπαυσαν νά είναι οἰκονόμοι τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ὅπως καί εἰς κάθε ἄλλην σχισματοαίρεσιν, ὁ πρ. Φλωρίνης, τήν ὁμολογεῖ ὡς «Μητέραν του ᾽Εκκλησίαν»! Τό Φλωρινικόν τοῦτο σχίσμα ἦτο καί παραμένει σχίσμα τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ — Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἠνέχθη τήν καθαράν ᾽Εκκλησιολογἴαν τῆς Μίας, ῾Αγίας, Καθολικῆς καί ᾽Αποστολικῆς ᾽Εκκλησίας, διότι αὕτη παρεμποδίζει τήν περαιτέρω πορείαν τῆς παναιρέσεώς του.
3. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(1935) ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠ' ΑΥΤΟΥ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ 1948
Τούς παράγοντας τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ — Οἰκουμενισμοῦ ἀπ' ἀρχῆς ἀπησχόλει τό πρόσωπον τοῦ ἀοιδίμου ᾽Επισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου, ὁ ὁποῖος ἐχειροτονήθη εἰς ᾽Επίσκοπον Βρεσθένης ὑπό τῶν κατά Μάϊον 1935 ἀποκηρυξάντων τήν Νεοημερολογιτικήν ῾Ιεραρχίαν καί ἐπιστρεψάντων εἰς τήν ᾽Ορθοδοξίαν, τριῶν ᾽Επισκόπων, ἤτοι, τῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου. ῾Η σταθερά ἐμμονή τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου εἰς τήν καθαράν καί κρυσταλλίνην ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, ὡς καί τό γεγονός ὅτι, οὗτος ὡς Κανονικός καί ᾽Ορθόδοξος ᾽Αρχιερεύς, ήτο φορεύς τῆς Γνησίας καί ἀδιακόπου ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς, ἠνάγκασεν Νεοημερολογιτισμόν καί Φλωρινισμόν, νά ἐπιπέσουν ὡς λυσσῶντες κατ' αὐτοῦ, ἐνῶ ἐφρόντισαν νά μήν ἔχη καί σύμψηφον ἄλλου ᾽Επισκόπου, ἵνα μή δυνηθῆ ποτέ νά προβῆ εἰς χειροτονίαν νέων ᾽Επισκόπων καί μεταδώση καί διασφαλίση τήν ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν. Οὕτω προσεδόκουν ὅτι μέ τήν κοίμησίν του, θά ἐξέλιπεν ἡ ᾽Αποστολική Διαδοχή. Ὁ μακάριος ὅμως οὗτος Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος, διωκόμενος καἴ συκοφαντούμενος, μόλις ἕν ἔτος καί ὀλίγους μῆνας πρό τῆς ὁσίας κοιμήσεώς του (+14.5.1950), ἅτε μή ὑπάρχοντος ἑτέρου ᾽Ορθοδόξου ᾽Επισκόπου, κατ' ΑΔΗΡΙΤΟΝ ᾽Εκκλησιαστικήν δεοντολογίαν, ΥΠΕΡΒΑΣ τόν Α' ᾽Αποστολικόν Κανόνα, προέβη, ψήφω Κλήρου καί Λαοῦ, ΜΟΝΟΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, εἰς χειροτονίαν ἄλλου ᾽Επισκόπου (1.9.1948), διασφαλίσας οὕτω τήν ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ καί ἑπομένως καί τήν ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας. ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ τήν Πρᾶξιν ὡς ΥΠΕΡΚΑΝΟΝΙΚΗΝ, ἀπολύτως ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ καί ΕΓΚΥΡΟΝ, καί συνεπῆ πρός τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ — ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, τήν δέ δι' ἐκείνης τῆς χειροτονίας μετάδοσιν τῆς ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, ΠΛΗΡΗ καί ΤΕΛΕΙΑΝ. Τόν ἀοίδιμον ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΜΑΤΘΑΙΟΝ δεχόμεθα καί ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ μέγαν τῆς Πίστεως Πρόμαχον καί ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΝ καί τιμῶμεν τήν ἐτησίαν μνήμην αὐτοῦ τήν +14ην Μαίου.
῾Η ὑφ' ἑνός χειροτονία τοῦ 1948 ἐβιώθη καί βιοῦται ὡς ἀπολύτως ἐντός τῶν Κανονικῶν πλαισίων καί ἰδιαιτέρως τοῦ Α' ᾽Αποστολικοῦ Κανόνος, διαγορεύοντος: «᾽Επίσκοπος χειροτονείσθω ὑπό ᾽Επισκόπων δύο ἤ τριῶν», διότι οὕτω διασφαλίζεται ἡ ἐκλογή τῶν ἀξιωτέρων πρός Ἀρχιερατείαν, προλαμβάνονται φατρίαι καί σχίσματα, καί εὐοδοῦται ἡ ἑνότης καί τό ἔργον τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς περίοδον ὅμως διωγμοῦ, ὅτε τό ἀπαρρησίαστον τῶν ᾽Επισκόπων εἶναι σύνηθες, προεβλέφθη ὅπως καί εἷς μόνος Ἀρχιερεύς προβαίνη εἰς χειροτονίαν ᾽Επισκόπου. (᾽Αποστολικαί Διαταγαί, Βιβλίον η', κεφ.ΚΖ). ῞Οθεν τάς συκοφαντίας ὕβρεις καί βλασφημίας τῶν ἐμπαθῶν σχισματικῶν καί αἱρετικῶν Νεοημερολογιτῶν, ἀλλά καί τῶν ὁμοίων των, Φλωρινικῶν Παλαιοημερολογιτῶν, περί δῆθεν «ἀκύρων χειροτονιῶν κατά τό 1948», ἤ «ἀνιέρων ᾽Επισκόπων» κλπ, ὡς σκοπίμους καί κακοήθεις βλασφημίας, κατά τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος καί τῆς ᾽Εκκλησίας ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ τρίς.
4. ΠΕΡΙ «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ»
Τόσον οἱ Φλωρινικοί ὅσον καί οἱ Νεοημερολογῖται, δέν ἠδυνήθησαν διά τῆς περί δυνάμει θεωρίας των, νά μειώσουν ἤ καλύψουν τήν ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΝ καί ΚΑΝΟΝΙΚΗΝ φύσιν καί οὐσίαν τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος, καί οὕτω νά προσβάλουν, τήν ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, ἀλλ' οὔτε καί διά τῶν περί δῆθεν ἀκύρων χειροτονιῶν βλασφημιῶν των, προσέβαλον τήν ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ καί ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948. ῞Οθεν διενοήθησαν ὅτι θά ἦτο δυνατόν νά προσβάλουν καί ἀκυρώσουν τήν τε ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν καί τήν ᾽Εκκλησιολογίαν, διά μιᾶς χειροθεσίας ἐπί τῶν ᾽Επισκόπων καί Πρεσβυτέρων τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας. Τοῦτο ἐπενόησεν καί διετύπωσεν, ἤδη ἀπό τό 1950, ὁ Οὐνίτης τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, ἀνέλαβον δέ νά πραγματοποιήσουν τήν πράξιν, οἱ ὀπαδοί αὐτοῦ μετά τινων ἡμετέρων, μέσω καί διά τῆς παλαιοημερολογιτικῆς Ρωσικῆς Συνόδου τῆς Διασπορᾶς τό 1971, ἥτις, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ἀείποτε κοινωνεῖ τοῖς σχισματοαιρετικοῖς Νεοημερολογίταις — Οἰκουμενισταῖς.
ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ καί ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ, ὅτι τό ἐγχείρημα τοῦτο τῆς ἐξαρτήσεως τῆς ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς ἐκ τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, θεία ἐπεμβάσει, ΑΠΕΤΥΧΕΝ, διότι τά ἴδια πρόσωπα (οἱ ᾽Αρχιερεῖς Κορινθίας Κάλλιστος καί Κιτίου ᾽Επιφάνιος), τά ὁποῖα ἐχρησιμοποιήθησαν διά νά ἐπιβάλουν τό βδέλυγμα τῆς «χειροθεσίας», ἀμέσως ἐν συνεχεία τό ΗΚΥΡΩΣΑΝ καί τό ΣΥΝΕΤΡΙΨΑΝ, διότι, ἅμα τῆ ἐπιστροφῆ των ἐν ῾Ελλάδι, ΗΡΝΗΘΗΣΑΝ καί ΑΠΕΚΛΕΙΣΑΝ τἠν πρᾶξιν τῆς «χειροθεσίας» διαβεβαιώσαντες ἐπί τῆ ᾽Αρχιερωσύνη των ὅτι εἰς τήν ᾽Αμερικήν δἐν ἔλαβον «χειροθεσίαν», ἀλλά ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΗΝ ΕΥΧΗΝ καί ταύτην ΑΚΡΩΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΣ καί ὑπό προϋποθέσεις καί ὅρους, οἵτινες ἧσαν:
1) ῾Η ἐν ὠμοφορίω καί ἐπιτραχηλίω δήλωσις — διαβεβαίωσις τῆς Συνοδικῆς ἐξαρχίας καθ᾽ ἥν ἡ Ρωσική Σύνοδος ἐδέχθη καί ὡμολόγησεν τήν ᾽Εκκλησιολογἰαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί ΕΝΕΡΓΕΙΑ Νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος τό 1924. Κατόπιν ταύτης τῆς ἐν ᾽Αμερικῆ κοινῆς ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ — ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, ἐκηρύχθη καί ἡ ᾽Εκκλησιαστική ἑνότης καί κοινωνία.
2) ῾Η ἐπακολουθήσασα συγχωρητική εὐχή, ἡ ὁποία ἀπετέλει καί ἀναγνώρισιν τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948 ἐγένετο δεκτή ὡς πρᾶξις ἄκρας οἰκονομίας ὑπαγορευθεῖσα ἐξ ἀγάπης, διά τήν ἐπιστροφήν καί ἕνωσιν καί τῶν Φλωρινικῶν ἐν τῆ ᾽Εκκλησία, ἐνῶ, ὡς τοιαύτη, δέν εΙχεν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑΝ ΕΠΙΠΤΩΣΙΝ πρός τάς ᾽Επισκοπικάς χειροτονίας τοῦ 1935 καί ἰδιαιτέρως τοῦ 1948.
3) Κατόπιν τούτων καί ἀφοῦ ἐξετιμήθη ἡ μεγάλη ῾Ιεραποστολή, ἔγινε ἀποδεκτή καί ἡ ἐξαρχία, ἀπεφεύχθη δέ καί τό ἀπειληθέν ἐσωτερικόν σχίσμα μεταξύ τῶν ᾽Αρχιερέων, μέ τήν συνείδησιν ὅτι ἐπετεύχθη τό ΜΕΙΖΟΝ εἰς τήν Ρωσικήν Σύνοδον.
Ταῦτα ἐπ' ἀληθεία, ἅμα τῆ ἐπιστροφῆ των ἐν ἐπισήμοις συνάξεσι, ἐν Συνόδοις, ἀλλά καί ἐν θεία λειτουργία, ἐν ἐπιτραχηλίω καί ὠμοφορίω ὡμολόγησαν, οἱ τότε Κορινθίας Κάλλιστος καί Κιτίου ᾽Επιφάνιος.
Ταῦτα ὁμοίως ὡμολόγησαν καί οἱ Φλωρινικοί διά τοῦ ᾽Αρχιεπισκόπου των Αὐξεντίου, ἐν μηνί Δεκεμβρίω 1971, ἀλλά καί ὸ Προκαθήμενος τῆς Ρωσικῆς Συνόδου Μητροπολίτης Φιλάρετος. Αὐτά ἐδέχθη ἡ Ἱερά Σύνοδος ὡς καί σύμπας ὁ Ἱερός Κλῆρος καί ὁ εὐσεβής λαός καί αὐτήν τήν πρᾶξιν καί συνείδησιν ἔχει, κηρύσσει καί ὁμολογεῖ ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπό τό 1971, χωρίς τήν παραμικράν παρέκκλισιν.
Τήν συγχωρητικήν δέ ταύτην εὐχήν, ἡ ῾Ιερά Σύνοδος ΑΠΕΚΛΕΙΣΕΝ καί δέν ἐπέτρεψεν νά ἐπεκταθῆ καί εἰς τούς ῾Ιερεῖς, ὅπως, κατά τήν ᾽Εξαρχίαν, εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Ρωσική Σύνοδος, ἐνῶ ἡρμήνευσεν αὐτήν κατά τό τοῦ ᾽Αποστόλου Παύλου: «... τοῖς πᾶσιν γέγονα τά πάντᾳ ἵνα πάντως τινάς σώσω» (Α' Κορινθ. 8' 22). Τοῦτο νοητέον ἀποκλειστικῶς ὅτι τόσον ἡ ᾽Εξαρχία ἐν ῏Αμερικῆ, ὅσον καί ἡ ῾Ιερά Σύνοδος ἐν ῾Ελλάδι, εἰργάσθησαν τήν ἀγάπην καί ἐθεράπευσαν ἀδυναμίαν ἀδυνάτων, χωρίς τοῦτο τό «γέγονα» νά καθάπτεται ποσῶς τῆς ῾Ομολογίας καί προηγουμένως τῆς ἀκεραιότητος καί πληρότητος τοῦ μυστηρίου τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948.
5. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ.
Κατόπιν τῆς περί χειροθεσίας ἀνεπιτυχοῦς ἀποπείρας ἐν ᾽Αμερικῆ καί ῾Ελλάδι, κατά Σεπτέμβριον καί ᾽Οκτώβριον 1971, Φλωρινικοί καί Νεοημερολογῖται, ὡς καί ἐκπεσόντες ἐγκάθετοι αὐτῶν «Ματθαιϊκοί», προκειμένου, ἔστω καί ἐκ τῶν ὑστέρων, νά μολύνουν τήν ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν, δέν παρητήθησαν, ἀλλά ἐπανειλημμένως, πλήν πάντοτε ΑΝΕΠΙΤΥΧΩΣ, ἐπεχείρησαν νά περάσουν ταύτην ὡς «χειροθεσίαν» συλλήβδην εἰς τούς ᾽Επισκόπους καί τόν ῾Ιερόν Κλῆρον διά τῶν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀλλεπαλλήλων ὑπαναχωρήσεων ᾽Αρχιερέων τινῶν καί πρωτίστως αὐτῶν τῆς ᾽Εξαρχίας. Τοῦτο ἐμφανῶς ἐπεχείρησαν νά περάσουν τό πρῶτον διά τοῦ τότε Κορινθίας Καλλίστου, ὅστις, μετά 5 ἕτη, ὑπαναχωρήσας ἐδήλωσεν ὅτι τήν 17ην Σεπτεμβρίου 1971 ἐν Ἀμερικῆ, ἐδέχθη πραγματικήν χειροθεσίαν, κατά τόν Η' Κανόνα τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὡς σχισματικός καί ἀνίερος! Διά τῆς τοιαύτης ὑπαναχωρήσεώς του, οἱ ἴδιοι παράγοντες τῶν ἰδίων Κέντρων, τά ὁποῖα ἐκινήθησαν ἀνεπιτυχῶς τό 1971, διενοήθησαν ὅτι ἦτο δυνατόν ἐκ τῶν ὑστέρων νά ἐπιβάλουν τήν «χειροθεσίαν» εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν. Καί ταύτην τήν ΟΝΤΩΣ ΣΑΤΑΝΙΚΗΝ ΕΠΙΝΟΗΣΙΝ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΕΙΑΝ καί ὅσας ἄλλας δολιωτέρας ἠκολούθησαν καί ΑΠΕΤΥΧΟΝ, ὡς καί τήν ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας ἐπί τοῦ ἐν γένει ῾Ιεραποστολικοῦ ἔργου ἐν ᾽Αμερικῆ καί κυρίως τήν ἀπόκρυψιν τῆς ἀντιφατικῆς καί ἐν γένει κενῆς ἀπό πάσης ἀπόψεως «Πράξεως» τῆς Ρωσικῆς Συνόδου ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ.
ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ καί ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ὅτι, ἀνεξαρτήτως μέ τό τί πραγματικῶς ἔλαβεν χώραν, κατά τήν 17ην καί 18ην Σεπτεμβρίου 1971, ἐν ᾽Αμερικῆ, εἰς τούς δύο ᾽Αρχιερεῖς τῆς ᾽Εξαρχίας, (χειροθεσία ἤ ἀκόμη καί ἀναχειροτονία) τοῦτο δέν ἐπέρασεν οὐδ' ἐπί στιγμήν οὔτε καί ὡς «ψιλή ἐπίνοια» εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν παρά μόνον εἰς τούς ἐκ τῶν ὑστέρων ἱεροσύλως καί βλασφήμως ὑπαναχωρήσαντας καί ὑπαναχωροῦντας, καί δηλοῦντας ἤ προπαγανδίζοντας ὅτι ἐν ‘Αμερικῆ καί ἐν Ἑλλάδι ἐδέχθησαν, «ἱλέω ὄμματι καί ἀγαλλομένω ποδί», «χειροθεσίαν» ὡς ἐπί σχισματικῶν.
6. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΛΑΣΦΗΜΟΥ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ «ΠΕΙΡΑΙΩΣ» ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Α' ΤΟ 54/76 ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΟΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΛΗΜ/ΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ, τήν προηγηθεῖσαν, κατά τά ἔτη 1974-1976, πολύ χείρονα τοῦ Καλλίστου βλασφημίαν, τοῦ τότε Πειραιῶς Νικολάου, ὁ ὁποῖος μηνυθείς τό 1974 ὑπό τοῦ τότε Νεοημερολογίτου Πειραιῶς Χρυσοστόμου Ταβλαδωράκη, ὡς δῆθεν ἀντιποιούμενος ἔργον ᾽Εκκλησιαστικοῦ λειτουργοῦ, οὗτος ἵνα μή διωχθῆ ποινικῶς, ἐνώπιον τοῦ Συμρουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς ἐδέχθη ὅτι τό 1937, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἀπεσχίσθη ἐκ τῶν λοιπῶν ᾽Αρχιερέων καί «ἵδρυσεν μίαν δευτέραν ᾽Εκκλησίαν Παλαιοημερολογιτῶν» εἰς τήν ὁποίαν καί ὁ ἴδιος ὁ Πειραιῶς Νικόλαος, ἀείποτε ἀνῆκεν. ‘Εδέχθη ὅτι ἦτο σχισματικός καί ἀντεποιεῖτο ἔργον ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργοῦ, πλήν ὅμως ἀπεκατεστάθη ὡς σχισματικός καί ὡς ἀκύρως ἔχων τήν ἱερωσύνην καί Ἀρχιερωσύνην, διότι κατά τόν «Πειραιῶς» καί τό Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν, ἦσαν ἄκυροι αἱ κατά τό 1935 καί 1948 χειροτονίαι, ἀπεκατεστάθησαν δέ διά τῆς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας τοῦ 1971. Κατόπιν αὐτῶν τῶν φρικτῶν βλασφημιῶν του, τό Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν, ὡς ἀντἀλλαγμα πρός αὐτόν, ἐξέδωκεν τό 54)76 ᾽Απαλλακτικόν Βούλευμαα, μέ τό ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη ὡς «Κανονικός καί ἔγκυρος ᾽Αρχιερεύς» καί οὕτω ἔπαυσεν ἡ κατ' αὐτοῦ ποινική δίωξις!!! Τάς συγκεκριμένας φρικτάς βλασφημίας τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου ΑΠΟΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ τρίς, ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ δέ καί ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ὅτι ὁ ᾽Αοίδιμος Βρεσθένης Ματθαῖος τό 1937 δέν ἀπεκόπη καί δέν ἐξῆλθεν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πολλῶ δέ μᾶλλον δέν «ἵδρυσεν μίαν β΄ Ἐκκλησίαν παλαιοημερολογιτῶν», ἀλλ' ὅπως τό 1924 οὕτω καί τό 1937, ἔμεινεν πιστός, ἑδραῖος καί ἀμετακίνητος εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν τῶν Γ.0.Χ. τῆς Ἑλλάδος καί ἐπί τό ὀρθότερον εἰς τήν ᾽Ακαινοτόμητον Γνησίαν ᾽Ορθόδοξον ᾽Εκκλησίαν, τήν δέ ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν οἱ ᾽Επίσκοποι καί Πρεσβὑτεροι Αὐτῆς κέκτηνται πλήρη καί τελείαν μέχρι σήμερον διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995..
8. ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
ΑΠΟΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ ὅλα τά αἱρετικά φρονήματα καί παραχαράξεις — παρερμηνείας ῾Αγιοπατερικῶν διδασκαλιῶν τοῦ πρ. «Πειραιῶς» Νικολάου, ἅτινα δημοσίως ἐν βιβλιδίοις καί ἐφημερίσιν ἐκήρυξεν. ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝ δέ καί τό γεγονός, καθ' ὅ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐπισήμως καί ἐπωνύμως σαφεῖς Καταγγελίαι ὑπό τῶν Χρήστου Νούκα 1998, ᾽Ανέστη Χατζῆ 28.5.1998, καί ᾽Αντιγόνης Παπαμιχαήλ 3/16.7.1998, ἕνεκα τῆς καταλύσεως τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ ῾Ιεροῦ καί πρώτου θεσμοῦ τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, ποτέ δέν ἐξεδικάσθησαν. Διά τόν λόγον αὐτόν κατά ᾽Απρίλιον 2004, ὑπό τοῦ θεολόγου ᾽Ελευθερίου Γκουτζίδη, ἐδημοσιεύθη «ΑΝΟΙΚΤΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΛΑΟΥ» («Ο.Π.», Τόμος 2004, σελ. 123-154). ᾽Ιδιαιτέρως ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος, διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 356)18.5.2004 ἐπισήμου ἐγγράφου του πρός τόν Μακαριώτατον ᾽Αρχιεπίσκοπον ᾽Ανδρέαν, ΚΑΤΑΓΓΕΛΕΙ τόν ἴδιον τόν ᾽Αρχιεπίσκοπον καί τούς Σεβ. Αρχιερεῖς, ἐπί τῶ γεγονότι ὅτι ἤδη ἐκκρεμοῦν κατά τοῦ «Πειραιῶς» καί κατά τοῦ ἰδίου τοῦ ᾽Αρχ/που καἴ τῶν λοιπῶν ᾽Αρχιερέων «ΣΕΙΡΑ ΚΑΤΤΑΓΓΕΛΙΩΝ, καί διά τήν κατάλυσιν τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί διά τά θέματα Ὁμολογίας..., ἀλλά καί διά τήν προκλητικήν κάλυψιν τῶν ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΩΝ πέντε πρώην Μητροπολιτῶν καί τοῦ ὁμόφρονος αὐτῶν καί βλασφήμου Σεβ. Πειραιῶς καί Νήσων κ. Νικολάου, αἱ ὁποῖαι, καταγγελίαι, δέν ἔχουν ἐκδικασθεῖ...»(Αὐτόθι, σελ. 210-214).
Ὡσαύτως ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ, τάς ἀπό τοῦ 1996 ἐπιθέσεις τοῦ «Πειραιῶς» κατά τῶν θεολόγων, καί οὐσία κατά τοῦ τότε σθεναρῶς ἀμυνομένου ὑπέρ τῆς ᾽Αληθείας ᾽Αρχεπισκόπου ᾽Ανδρέου, ὡς καί τήν ὑπ' αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἀνακίνησιν τῆς περί «εἰκονομαχίας» σκευωρίας τῶν «πέντε», αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τήν ἀπό 5.2.2003 ἱερόσυλον παραίτησιν τοῦ ᾽Αρχιεπισκόπου ὑπέρ τοῦ βλασφήμου καί αἱρετικοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου! ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΜΕΝ ὅτι τό νέον κίνημα τοῦ «Πειραιῶς», τό ὁποῖον οὗτος ἐνεργοποίησεν ἀμέσως μετά τό 1995, εἷχεν ὡς κύριον σκοπόν αὐτήν ταύτην τήν παραίτησιν τοῦ ᾽Αρχιεπισκόπου, καί τήν ὑπό τοῦ ἰδίου κατάληψιν τοῦ ᾽Αρχιεπισκοπικοῦ θρόνου! Οὕτω, τά ἴδια ξένα κέντρα, διά τῆς ἐπικαθήσεως εἰς τόν θρόνον τῶν ᾽Αθηνῶν τοῦ αἱρετικοῦ καί βλασφήμου «Πειραιῶς» Νικολάου, ἐπεδίωκον νά ἐπιφέρουν καίριον πλῆγμα κατά τῆς ᾽Εκκλησίας ΔΥΝΑΜΕΙ καί ΕΝΕΡΓΕΙΑ τοῦ 54/76 ᾽Απαλλακτικοῦ του Βουλεύματος, διά τοῦ ὁποίου οὗτος βλασφημεῖ καί ἀρνεῖται τήν τε ᾽Εκκλησιολογίαν καί τήν ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας.
7. ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΥ» ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ
ΚΙΤΙΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ.
῾Ωσαύτως ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ τό γεγονός ὅτι μετά τήν ὀλεθρίαν ἔκβασιν τῶν σατανικῶν διαβημάτων τοῦ Κορινθίας Καλλίστου καί τοῦ Πειραιῶς Νικολάου, ἀμέσως ἀπό τό 1977, κατ' ἔμμεσον, πλήν ὕπουλον τρόπον, τήν «χειροθεσίαν» ἐπεχείρησεν νά ἐπιβάλη καί τό ἕτερον μέλος τῆς ᾽Εξαρχίας, ὁ Κιτίου ᾽Επιφάνιος. Οὗτος πρός τόν σκοπόν αὐτόν προέβαλεν τήν ἀμφιβολίαν, «μήπως ἐβιάσθη ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος τό 1937 καί ἀπεκήρυξεν τόν πρ. Φλωρίνης καί τούς περί αὐτόν», ὡς καί τήν ἄλλην ἀμφιβολίαν, «κατά πόσον πράγματι τό 1948 δέν ὑπῆρχεν ἕτερος Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεύς». Οὕτω ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, ἐκήρυττεν ὅτι ἡ λεγομένη χειροθεσία ἐθεράπευεν ἀμφότερα, διό ἔπρεπε νά παύση ἡ κατ' αὐτῆς ἀντίδρασις καί νά περάση αὕτη σιωπηρῶς. Καί ταῦτα καί ὅλον τόν Παλαιοημερολογιτικόν του Οἰκουμενισμόν, ὡς λόγω καί ἔργω βλασφημίας κατά τῆς ᾽Εκκλησιολογίας καί τῆς ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς ΑΠΟΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ, ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ καί ΚΡΑΤΟΥΜΕΝ ΕΞΩ τῆς ᾽Εκκλησίας, ὡς σατανικά ᾽Εκκλησιομαχικά φρονήματα καί ἐπινοήματα, τά ὁποῖα οὐδέποτε εὗρον τόπον νά ἐπικαθίσουν εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν.
8. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ - ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΕΚΠΕΣΟΝΤΩΝ πρ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ
Κατά τήν δεκαετίαν 1980-1990, πάλιν ἐμμέσως καί σιωπηρῶς, ἠκολούθησεν, ὁμοία σατανική ἐπινόησις πρός ἐπιβολήν τῆς «χειροθεσίας», ἐκ τῶν ἰδίων πάντοτε Κέντρων προερχομένη, τήν ὁποίαν ἐπεχείρησαν διά τοῦ τότε ᾽Αττικῆς Ματθαίου. Κατ' αὐτήν, μέ ἀντάλλαγμα τήν ἀναγνώρισιν καί τά ὑλικά ὀφέλη, καί μέ σιωπηράν προϋπόθεσιν τήν λεγομένην χειροθεσίαν, ὡς πρᾶξιν ἐπί σχισματικῶν, ὅπως ἀκριβῶς διαλαμβάνει τό 54/76 ᾽Απαλλακτικόν Βούλευμα, ἡ Γνησία ᾽Ορθόδοξος ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος θά ὑπήγετο εἰς τό Πατριαρχεῖον ῾Ιεροσολύμων καί ἐπισήμως θά ἀνεγνωρίζετο «ὡς δευτέρα ἐν ῾Ελλάδι ᾽Εκκλησία Παλαιοημερολογιτῶν». ᾽Αποτυχόντος καί τούτου τοῦ πονηροῦ ἐπινοήματος, κατεσκευάσθη ἡ γνωστή αἰσχρά καί βλάσφημος σκευωρία περί δῆθεν «νεοεικονομαχίας» διά νά προκληθῆ σύγχυσις εἰς τούς πιστούς καί διωχθοῦν καί συντριβοῦν οἱ ὑπέρμαχοι τῆς ᾽Εκκλησιολογίας καί τῆς ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς, δι' ὧν, ἀπό τό 1971, συνεχῶς ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ συνέτριβεν καί ἐματαίωνεν τήν εἴσοδον τοῦ βδελύγματος τῆς «χειροθεσίας», εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν. ᾽Αποτυχούσης καί αὐτῆς τῆς δολίας καί σατανικῆς ἐπινοήσεως, ὁ τότε ῏Αττικῆς Ματθαῖος καί οἱ περί αὐτόν στασιασταί καί ᾽Εκκλησιομάχοι ᾽Αρχιερεῖς, κατέληξαν νά πλήξουν τήν ᾽Εκκλησία μέ τό Γ' σχίσμα, τό γνωστόν ὡς σχῖσμα τῶν «πέντε», τό ὁποῖον ἐπισημοποιήθη κατά Μάϊον — ᾽Ιούνιον 1995. Καί τό κίνημα τοῦτο, ὡς συνέχεια τοῦ Φλωρινικοῦ, ἀλλά καί τά βλάσφημα φρονήματά των περί χειροθεσίας, καθώς καί τά αἱρετικώτατα δυτικά φρονήματά των εἰς τά ὁποῖα ἐξωθήθησαν διά νά στηρίξουν τήν σκευωρίαν περί δῆθεν «νεοεικονομαχίας», καί τά ὁποῖα περιέλαβον εἰς κατάπτυστα κείμενα ὡς καί «᾽Εγκυκλίους» των, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ.
Συγκεκριμένως ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ, ΕΜΠΤΥΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ τρίς.
α) Τήν ἀπό 11.10.1991 «᾽Εγκύκλιον ἐπιστολήν», τήν ὁποίαν διά λογαριασμόν τῶν πέντε ἔγραψεν καί ὑπέγραψεν ὁ Κύπριος ῾Ιερομόναχος Εὐθύμιος ᾽Επιφανίου. Δι' αὐτῆς, μετά 20 ἔτη, ἡ συγχωρητική εὐχή, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή ὑπό συγκεκριμένας προϋποθέσεις, ἐπροπαγανδίζετο ὡς χειροθεσία, τήν ὁποίαν δῆθεν ἀπεδέχθη ἡ ᾽Εκκλησία καί ὡς ἐκ τούτου «ἡμάρτησεν».
β) Ἐκ τῆς λεγομένης Α' ᾽Εγκυκλίου τῆς ῾Ι. Συνόδου, (23.1.1992), κατά τά σημεῖα ἐκεῖνα, καθ' ἅ οἱ πέντε κατά ἀπερίγραπτον ληστρικόν καί βάρβαρον τρόπον καί ὑπό τήν ἀπειλήν σχίσματος, προσέθεσαν καἴ ἐπέβαλον τάς ἰδικάς των δυτικάς πλάνας, ἐπί τινων ῾Ιερῶν εἰκόνων, αἵτινες ἐπενοήθησαν πολλούς αἰῶνας μετά τήν ῾Αγίαν Ζ' Οἰκουμενικήν Σύνοδον, ἐξέρχονται τῶν ῞Ορων Αὐτῆς, ἀποτελοῦν ὀρθολογιστικάς αἱρετικάς καινοτομίας τῆς ἐκκοσμικευμένης Δύσεως καί ἀντιτίθενται πρός τήν ᾽Ορθόδοξον Γνησίαν Παράδοσιν, καί
γ) Τάς Β' (1993) καί Γ' (1997) «᾽Εγκυκλίους» αὐτῶν, ὡς μνημειώδεις αἱρετικάς καί βλασφήμους συγγραφάς, μετά τῶν πάσης φύσεως ἑτέρων παρομοίων συγγραφῶν των, ὡς καί τάς ὑπ' ἀριθμ. 95)10.5.1995, 4)17.6.1995 καί 10)25.6.1995 ΑΚΥΡΟΥΣ «Πράξεις ᾽Αποφάσεις» των, δι' ὧν ἀπεπειράθησαν νά προσβάλουν τήν τότε Κανονικήν καί ᾽Ορθόδοξον ῾Ιεράν Σύνοδον καί κατ' ἐπέκτασιν τήν Γνησίαν ᾽Ορθόδοξον ᾽Εκκλησίαν, ἀντιποιηθέντες πρός τόν σκοπόν αὐτόν καί τήν ῾Ιεράν Σύνοδον καί τήν ᾽Εκκλησίαν,
9. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΩΣ
ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΩΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ, τήν, ὑπ' ἀριθμ. 3005)18.6-1997 ὁμόφωνον ᾽Απόφασιν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, κατά τῶν πέντε ἐκπτώτων καί σχισματοαιρετικῶν πρώην Μητροπολιτῶν, δι' ἦς ἀπηγγέλθη αὐτοῖς ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΝ ἐπί ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ καί ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΥ πεδίου, καί ἀπεφασίσθη νά κινηθῆ ἡ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΚΑΤ' ΑΥΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. ῾Ωσαύτως ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ καί τήν Γνωμάτευσιν ἐπί τοῦ ἐν λόγω Κατηγορητηρίου τοῦ θεολόγου ᾽Ελευθερίου Γκουτζίδη, εἰς ἥν προέβη κατόπιν ἐπισήμου αἰτήσεως τοῦ ἁρμοδίου ᾽Ανακριτοῦ, τότε Μητροπολίτου ᾽Αργολίδος Παχωμίου, καί ἡ ὁποία ἐξεδόθη καί εἰς βιβλίον ὑπό τόν τίτλον: «ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ», ᾽Αθῆναι Μάϊος 1999. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ, τήν, ὡς μή ὤφειλεν, ἐπακολουθήσασαν ὕπουλον καί δολίαν, ὑπαναχώρησιν τῆς πλειοψηφίας τῶν ὑπό τόν ᾽Αρχεπίσκοπον ᾽Ανδρέαν ᾽Επισκόπων ἐκ τῆς ὡς εἴρηται ὁμοφώνου Συνοδικῆς ἀποφάσεως, (3005)18.6.1997), τήν ὁποίαν ἐμφανῶς ἀπό τό 1999, παρεκώλυσαν καί οὐσία ἠκύρωσαν καί ἐματαίωσαν. ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝ δέ καί τό γεγονός ὅτι οὗτοι ὡς ἄτομα καί ὡς ἀσεβής ὁμάς, διά τῆς τοιαύτης στάσεώς των, ἀθωώσαντες καί δικαιώσαντες τούς «πέντε» σχισματοαιρετικούς — ᾽Εκκλησιομάχους, ἔδωκαν ὑπόστασιν καί ἐνεργοποίησαν δι’ ἑαυτούς τἠν ὑπ' ἀριθμ. 10/25.6.1995 ἄκυρον ἀπόφασιν τῶν πέντε δι' ἦς ἐκεῖνοι ἀκύρως τούς καθήρεσαν.
Εἰδικώτερον ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ, τήν ἄρνησιν τῶν ὡς «θεολόγων» φερομένων, ἤτοι τῶν τριῶν ᾽Αδελφῶν Τσακίρογλου, τοῦ Δημητρίου Κάτσουρα καί ἰδιαιτέρως τοῦ θεολόγου, Νομικοῦ καί Κληρικοῦ Εὐσταθίου Τουρλῆ, νά γνωματεύσουν ἐπί τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 3005/18.6.1997 Κατηγορητηρίου τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου κατά τῶν πέντε σχισματοαιρετικῶν, παρά τό γεγονός ὅτι Κανονικῶς καί ἐγγράφως τούς ἐζητήθη παρά τοῦ ᾽Ανακριτοῦ Μητροπολίτου ᾽Αργολίδος Παχωμίου. Οὗτοι πάντες ὄχι μόνον δέν ἐγνωμάτευσαν, ἀλλά παρενέβησαν καί ἔπεισαν τόν Μακ/τον ᾽Αρχιεπίσκοπον ᾽Ανδρέαν καί τήν πλειοψηφίαν τῶν Μητροπολιτῶν νά μήν ἐπιληφθοῦν ὡς ῾Ιερά Σύνοδος κατά τῶν πέντε σχισματοαιρετικῶν, κατά τήν ὁμόφωνον ᾽Απόφασιν τῆς ῾Ι. Σ. τῆς ῾Ιεραρχίας ἀλλά νά τήν ἀγνοήσουν, τόν δέ Γνωματεύσαντα θεολόγον ᾽Ελευθέριον Γκουτζίδην ὡς καί τούς ᾽Ορθοδόξους ᾽Αρχιερεῖς περιθωριοποιήσουν, διασύρουν καί διώξουν μέχρις ἐξοντώσεως. Πρός τόν σκοπόν αὐτόν ΚΑΤΕΛΥΣΑΝ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗΝ ΤΑΞΙΝ καί τόν πρ ῶτον καί ὕψιστον θεσμόν τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ἤτοι τήν ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ.
10. ΠΕΡΙ «ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ»
ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝ τήν ἀπό τοῦ τέλους τοῦ 1997 καί ἀρχάς τοῦ 1998 ἐκδηλωθεῖσαν δολίαν ἀπόπειραν τῶν Φλωρινικῶν καί τῶν ὑποχειρίων αὐτοῖς ἡμετέρων, (Δ. Κάτσουρα καί ᾽Αδελφῶν Τσακίρογλου), πρός δῆθεν «νέον διάλογον» δι' ἕνωσιν Φλωρινικῶν καί «Ματθαιϊκῶν» δι' οὗ ἐσκόπουν εἰς τήν ἀκύρωσιν τοῦ διεξαχθέντος, ἀλλά μή ὁλοκληρωθέντος ἐν ᾽Αγάπη καί ᾽Αληθεία Κανονικοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μετά τῶν Φλωρινικῶν κατά τά ἔτη 1998-1992. ῾0 «νέος» «διάλογος» ἐξεκίνει καί ἐστηρίζετο ἐπί τῆς ἑκατέρωθεν δῆθεν «κοινῆς ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς ἐκ τῆς Ρωσικῆς Συνόδου τῆς Διασπορᾶς», τῶν μέν διά τῆς χειροτονίας τοῦ 1960, τῶν δέ διά τῆς χειροθεσίας τοῦ 1971, καί δευτερευόντως ἐπί τῆς ὑπογραφείσης, κατά τόν πραγματικόν Θεολογικόν Διάλογον ᾽Αγάπης καί ᾽Αληθείας, Κοινῆς ῾Ομολογίας Πίστεως, ἡ ὁποία ὅμως ἀναιρεῖτο καί διεγράφετο ὑπό τοῦ πρώτου ὅρου, ἤτοι τῆς δῆθεν «κοινῆς ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς».
Ταῦτα ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ καί ἐν ταυτῶ ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ καί ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ ὅτι ἡ Γνησία ᾽Ορθόδοξος ᾽Εκκλησία ἔχει καί διαφυλάσσει ἀδιάκοπον καί ἀνόθευτον τήν ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν κατά τά ἔτη 1935, 1948 καί 1995, ἐνῶ πάντοτε ΔΙΑΚΗΡΥΤΤΕΙ ὅτι ζητεῖ νά συνεχισθῆ ὁ ἐν ΑΓΑΠΗ καί ΑΛΗΘΕΙΑ Διάλογος ἐκ τοῦ σημείου τοῦ ὁποίου διεκόπη τό 1992, ἤτοι ἐκ τοῦ θέματος «Φύσις καί οὐσία τοῦ σχίσματος τοῦ 1937», ὡς καί ἐπί τῶν λοιπῶν ἐγκεκριμένων θεμάτων τῶν ἀναφερομένων εἰς τήν ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν, ἤτοι, χειροτονίαι 1948, χειροτονία Φλωρινικῶν 1960, καί ἡ λεγομένη «χειροθεσία» τοῦ 1971. ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝ καί τήν κατ' ἐντολήν τῶν ξένων Κέντρων, ματαίωσιν τῆς κατά τό 2000 ᾽Ορθοδόξου ῾Ιεραποστολῆς εἰς τήν Ρουμανίαν καί τήν συμπόρευσιν τοῦ τότε ᾽Αρχιεπισκόπου ᾽Ανδρέου μετά τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τάς ἐν κρυπτῶ συναντήσεις καί συμφωνίας, μετά παραγόντων τῆς παρατάξεως τοῦ «Φυλῆς» Κυπριανοῦ καἴ τοῦ Ρουμανίας Βλασίου, ἐν τῶ πλαισίω τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἰδιαιτέρως δέ τάς μέσω τῶν ἐγκαθέτων καί Γενιτσάρων, ἐν κρυπτῶ διαπραγματεύσεις καί συμφωνίας, μετ' αὐτοῦ τούτου τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ.
11. ΠΕΡΙ ΤΟΥ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε.Ε.
ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝ, κατά τόν πλέον κατηγορηματικόν τρόπον, καί τήν ἀπό τοῦ 1999 ὑπολειτουργίαν τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε.Ε. (ΙΕΡΟΥ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ), καί ἐκτροπήν αὖτοῦ ἐκ τοῦ καταστατικοῦ. Ὡς ἐκ τούτου αἱ συγκροτήσεις τῶν «Διοικητικῶν Συμβουλίων» καί αἱ συγκλήσεις τῶν «Γενικῶν Συνελεύσεων» καί αἱ ἀποφάσεις των εἰσίν ΑΚΥΡΟΙ, διότι χαρακτηρίζονται ὑπό ἄκρως ᾽Αντικανονικῆς, ᾽Αντικαταστατικῆς καί παρανόμου συγκροτήσεως καί ὑπολειτουργίας. Τοῦτο ὅλον ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν μή ἀνταπόκρισιν αὐτοῦ εἰς τούς σκοπούς δι' οὕς οὗτος ἱδρύθη, ἐξ ὧν πρῶτος ἡ διασφάλισις τῆς ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ — ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ καί τῆς ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ καί δεύτερος ἡ διασφάλισις τῶν εἰς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὑπαγομένων ἱερῶν Ναῶν ὡς καί ἡ ἐν γένει Φιλανθρωπία.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ τό γεγονός, ὅτι καί ὁ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε.Ε. ἐτέθη εἰς τήν ὑπηρεσίαν τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνα ἐκ τῶν πρώτων καί βασικῶν ἱδρυτικῶν του μελῶν, τά ὁποῖα παρέμεινον ἑδραῖα καί ἀμετακίνητα εἰς τάς ἀρχάς τῆς Ὀρθοδοξίας, κατήγγειλαν δέ τήν ἐκτροπήν καί διεφύλαξαν τό κῦρος τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε., ἔχουν χρέος νά κινήσουν πᾶσαν Κανονικήν, Νόμιμον καί κατά τό Καταστατικόν διαδικασίαν, διά νά ἐπανέλθη οὗτος εἰς τήν καταστατικήν του τροχιάν, ἐπαναλειτουργήση καί συνεχίση τήν διακοπεῖσαν ἀπό τό 1999, ΚΑΝΟΝΙΚΗΝ καί ΝΟΜΙΜΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΔΙΑΚΟΝΙΑΝ ΤΟΥ, ὡς προβλέπεται ὑπό τῶν ἄρθρων 2,8 καί 24 αὐτοῦ.
12. ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΚΕΥΩΡΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΜΑΧΩΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ τάς ὑπό τῆς ὑπαναχωρησάσης πλειοψηφίας τῶν ἐπιόρκων καί προδοτῶν ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν Ἀρχιερέων, ΣΚΕΥΩΡΙΑΣ – ΔΙΩΞΕΙΣ κατά τοῦ Ἀρχιγραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου, τοῦ Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ, τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, ἀλλά καί κατά τοῦ Ὁμολογητοῦ Μητροπολίτου Λαρίσης κυροῦ Παναρέτου (+22.11.2004), ἐναντίον τῶν ὁποίων, κατ’ ἀπολύτως ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΟΝ, ΛΗΣΤΡΙΚΟΝ καί ΒΑΡΒΑΡΟΝ τρόπον, ἐσκευώρησαν καί τούς ἐδίωξαν διά λογαριασμόν τῶν ξένων οἰκουμενιστικῶν Κέντρων, καί τούς ἥρπασαν τάς Ἐκκλησιαστικάς διακονίας, καταλύσαντες τήν Κανονικήν Τάξιν καί τόν ἱερόν θεσμόν τῆς Συνόδου. Ταῦτα ἐτόλμησαν διότι οὗτοι ἐζήτησαν καθαράν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ παρά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὥστε νά ἀνακοπῆ καί ἀντιμετωπισθῆ ἡ προδοσία τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατά τῆς ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ – ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡμεῖς ἐγκρίνομεν τά ἀπό 22.9.1998, 11/24.12.1998 καί λοιπά σχετικά ὁμολογιακά κείμενα τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου, ὡς καί τήν ὑπ’ ἀριθμ. 94/15.12.1999 σχετικήν ΕΙΣΗΓΗΣΙΝ τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρετικῆς, δι’ ὧν ἐγκαίρως, μετά τό σχίσμα τῶν πέντε (1995), ἐζητήθη νά διατυπωθῆ ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ ΚΑΘΑΡΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ δέ τήν, κατόπιν τῶν ὡς ἄνω ὁμολογιακῶν ἐπιστολῶν καί λοιπῶν διαβημάτων, ἐκδηλωθεῖσαν εἰδεχθῆ σκευωρίαν κατά τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου, τήν ὁποίαν, (κατόπιν πιέσεων τῶν ἐγκαθέτων εἰς τόν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας, Ἀδελφῶν Τσακίρογλου καί Δημητρίου Κάτσουρα, καί προηγουμένως τοῦ Φλωρινικοῦ Κέντρου ὑπό τούς Καλλίν. Σαραντόπουλον καί Ἀθανάσιον Σακαρέλλον), ἀνέλαβον καί ἐπραγματοποίησαν ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας καί οἱ περί αὐτόν Ἀρχιερεῖς, ἰδιαιτέρως δέ οἱ Πειραιῶς Νικόλαος, Ἀργολίδος Παχώμιος καί Περιστερίου Γαλακτίων. Εἰδικώτερον: ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ τάς Ἀντικανονικάς καί Ἀντορθοδόξους διαδικασίας, κατά τάς ἀπό 15.12.1999, καθώς καί 17 καί 18 Μαίου στημένας ληστρικάς ψευδοσυνόδους, καί τά ἐπί τῶ ἰδίῳ σκοπῶ ἀκολουθήσαντα Καϊαφικά Δικαστήρια ὑπό τόν «Πειραιῶς» Νικόλαον.
ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ καί ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ ὅτι ἡ Ὁμολογιακή Ὁμιλία τοῦ θεολόγου ‘Ελευθερίου Γκουτζίδη, ἡ ἐκφωνηθεῖσα εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας 1997, καί δημοσιευθεῖσα εἰς τόν «Κήρυκα Γνησίων Ὀρθοδόξων», ἐκδοθεῖσα δέ καί εἰς ἰδιαίτερον βιβλίδιον, ἐν τῶ συνόλω της, ἀποτελεῖ ἆποκαλυπτικήν φωνήν τῆς ἀληθείας καί τῆς ἱστορικῆς ᾽Εκκλησιαστικῆς πραγματικότητος.
ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝ τό γεγονός καθ' ὅ, μετά τήν ὁμιλίαν αὐτήν, τά ξένα κέντρα καί οἱ ἐγκάθετοί των ἀπεφάσισαν νά διωχθῆ ὁ ἐλλογιμώτατος θεολόγος μέχρις ἐξοντώσεώς του, δι' αἰσχρῶν καί ἐπαισχύντων σκευωριῶν. Εἰς τά πλαίσια δέ αὐτά, ἐφεῦρον τά περί ἀμαρτύρου, διά τήν ἐν τῶ εἰσαγωγικῶ μέρει τῆς ῾Ομιλίας ἀναφερθεῖσαν διατύπωσιν: «Δέν θά ὁμιλήσω σἠμερον διά τήν πρώτην ἄναρχον, αἰωνίαν καί ἀόρατον ᾽Εκκλησίαν, διότι αὐτή είναι ἡ τελεία κοινωνία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Είναι ἡ πλήρης καί τελεία κοινωνία καί ἀδιαίρετος ἑνότης τῶν τριῶν Θείων Προσώπων τοῦ ἑνός Θεοῦ». Περί αὐτῆς οἱ σκευωροί, ὡς ἀδίστακτοι ψεῦσται καί διαστροφεῖς, κατ᾽ ἀρχάς ἔγραψαν εἰς Φλωρινικόν Περιοδικόν, ὅτι ὁ ὁμιλητής θεολόγος ἐχαρακτήρισεν ὡς «ἄναρχον τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ». κατόπιν δέ ὅτι ἡ διατύπωσις εΙναι «Πατερικῶς καί ῾Αγιογραφικῶς ἀμάρτυρος» καί ἀκολούθως ὅτι ἀποτελεῖ «καινοτομίαν καί κακοδοξίαν ᾽Εκκλησιολογικήν καί Τριαδολογικήν»!.
῾Ημεῖς ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ταῦτα, ἐνῶ ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη ἀποδεδειγμένως εἱναι ἐμπνευσμένη πρωτίστως ἐκ τῆς ὑπό τοῦ Κυρίου συσχετίσεως τῆς ἐν τῆ μιᾶ ΘΕΙΑ ΟΥΣΙΑ καί ᾽Αγάπης ΕΝΟΤΗΤΟΣ τῶν τριῶν Θείων Προσώπων, πρός αὐτήν τήν ἐν τῶ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι, τήν ἐν τῆ ᾽Εκκλησία ἑνότητα ὅλων τῶν πιστῶν, ἡ ὁποία κατά τήν ὁμόφωνον διδασκαλίαν τῶν ῾Αγίων Πατέρων, εἱναι «κατ' εἰκόνα τῆς ἑνότητος καί κοινωνίας τῆς ῾Αγίας Τριάδος» ἡ ὁποία εἱναι τό «᾽Αρχέτυπον» αὐτῆς. Οὐδείς πώποτε διενοήθη ὅτι, προσευχόμενος ὁ Κύριος καί παρακαλῶν τόν Πατέρα, «...ἵνα πάντες ἕν ώσιν καθώς σύ Πάτερ ἐν ἐμοί καγώ ἐν σοί ἱνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ώσιν... ἵνα ὧσιν ἕν καθώς καί ἡμεῖς ἕν ἐσμέν» (Ἰωάννου ΙΖ 11, 20 καί 21), ταυτίζει τήν ἐν τῆ ΟΜΟΟΥΣΙΟΤΗΤΙ καί ΑΓΑΠΗ ΤΕΛΕΙΑΝ ΕΝΟΤΗΤΑ καί ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ, («ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ»), τῶν ᾽Ακτίστων, καί ῾Υπερουσίων Θείων Προσώπων τῆς ῾Αγίας Τριάδος, πρός τήν κατ῏ εἰκόνα ἑνότητα καί κοινωνίαν τῶν πιστῶν μελῶν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἅτινα κτιστά ὄντα πρόσωπα, τελειοῦνται μυστικῶς ἐν τῆ ᾽Εκκλησία καί κοινωνοῦν ἐν Χριστῶ καί μετ' ἀλλήλων, κατά τό πρότυπον τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Οὐδείς οὐδέποτε τήν Τριαδικήν ΕΝΟΤΗΤΑ καί ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ (τήν ΑΚΤΙΣΤΟΝ καί ΥΠΕΡΟΥΣΙΟΝ, εἰ θέμις εἰπεῖν, «ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ»), ἐταύτισεν ἤ ἐξίσωσεν, πρός τήν κατ' Εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Αὐτῆς κοινωνίαν καί ἑνότητα τῶν πολλῶν κτιστῶν προσώπων ἐν τῶ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τήν ᾽Εκκλησίαν Του. ῞Οθεν, ἐάν ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ σημαίνη τό μυστήριον τῆς ῾Ενότητος καί Κοινωνίας τῶν πιστῶν μετά τοῦ Χριστοῦ καἴ μεταξύ των, ὥστε Αὕτη νά εἶναι τό Μυστικόν ζῶν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, αὕτη ἡ Κοινωνία, ἐν ἀπολύτω ἐννοία, ὑφίσταται ἀϊδίως καί ἀπερινοήτως ἐν τῆς ὁμοουσίῳ ῾Αγία Τριάδι, ἤτοι τόν ῎Αναρχον Πατέρα, τόν Συνάναρχον Υἱόν καί τό Συναϊδιον ῞Αγιον Πνεῦμα. Αὐτήν, ἀπεκάλεσεν ᾽Εκκλησίαν καί ὁ Μέγας Φώτιος λέγων: «Διό πρός ἑαυτήν μέν ἡ τῆς Τριάδος ἑνότης εἰ θέμις εἰπεῖν, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΑΣΑ, θέμις δέ τοῦτο λέγειν ἐπί τῆς ἀναπλάσεως...» (Migne, Τόμ. 102 σελ.557D).
ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ καί ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ὅτι οὔτε κατ' ἐξοχήν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐν τῆ πρός τόν Πατέρα του προσευχήν (Ἰωάννου ΙΖ) καί κατόπιν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, ἀλλά καί ἅπαντες οἱ Δογματολόγοι, καί τελευταίως καί ὁ θεολόγος ᾽Ελευθέριος Γκουτζίδης, οὐδόλως ἐταύτισαν τήν ἐν Χριστῶ ἑνότητα καί Κοινωνίαν τῶν κτιστῶν προσώπων ἐν τῆ ᾽Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πρός αὐτήν τῆς ῾Ομοουσίου καί ῾Υπερουσίου Παναγίας Τριάδος. Οὐδείς ἐταύτισεν καί οὐδείς ἐξίσωσεν τό κατ' εἰκόνα κτιστόν πρός τό ᾽Αρχέτυπον ῎Ακτιστον, τό περιγραπτόν πρός τό ἀπερίγραπτον καί ἀπερινόητον, ἤτοι τήν Κοινωνίαν καί ἑνότητα τῶν πολλῶν Προσώπων ἐν τῶ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τήν ᾽Εκκλησίαν, πρός τήν Κοινωνίαν καί ῾Ενότητα, θέμις δ' εἰπεῖν «᾽Εκκλησίαν», τῆς ῾Υπερουσίου ᾽Ανάρχου ᾽Ακτίστου καί ᾽Απερινοήτου Τριάδος. ᾽Εν τῶ σκότει τῆς ἀγνωσίας, τῆς ἐμπαθείας, τοῦ μίσους καί τῆς ἐσχάτης προδοσίας των πεπνιγμένοι οἱ σκευωροί, φέρονται ὡς νά μή κατανοοῦν ὅτι ἄν ἡ εἰκών ἤ τό ἀντίτυπον ὀνομάζεται καί εἶναι ᾽Εκκλησία Χριστοῦ, ὅπερ ἡ μυστική ἕνωσις καί κοινωνία κτιστῶν προσώπων ἐν τῶ Σώματι τοῦ Χριστοῦ («ἐν ἐμοί»), οὐδέν τό μεμπτόν ἄν ἀποκαλέση τις καί τό ΠΡΟΤΥΠΟΝ — ΑΡΧΕΤΥΠΟΝ αὐτῆς τῆς ᾽Εκκλησίας, ὡς ῎Ακτιστον, ῎Αναρχον, Προαιωνίαν, ῾Υπερούσιον, ᾽Απερινόητον καί ᾽Απερίγραπτον «ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ», ὡς ρητῶς ἀπεκάλεσεν αὐτήν καί ὁ Μέγας Φώτιος καί γενικώτερον ἀπηχεῖται ἐν τῆ Καθολικῆ ᾽Ορθοδοξία.
῞Οθεν, ΕΜΠΤΥΟΜΕΝ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καἴ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ ὅσα σατανικά ψεύδη καί διαστροφάς οἱ Φλωρινικοί καί οἱ ἐγκάθετοί των, ἐνδεδυμένοι τήν δοράν προβάτου («Ματθαιϊκοῦ»), ἐσκευώρησαν ἀπό τό 1998, μέχρι καί τήν σατανικήν ἀπόφασίν των, ὑπ' ἀριθμ. 3166/14/27.2.2002, δι' ἡς ἀκύρως, ὁ ᾽Αρχιεπίσκοπος ᾽Ανδρέας καί οἱ ᾽Αρχιερεῖς Νικόλαος, Παχώμιος, Γαλακτίων καί λοιποί ἀπεφάσισαν «ἀφορισμόν» κατά τοῦ θεολόγου, διότι μέ τήν ὁμιλίαν του, κατά τήν Κυριακήν τῆς ᾽Ορθοδοξίας 1997, συνετρίβησαν τά μυστικά σχέδιά των περί δολίας ἑνώσεως εἰς τόν Παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν, μέ πρῶτον τήν, δι' αὐτῆς τῆς «ἑνώσεως», ἀποδοχήν τῆς χειροθεσίας τοῦ 1971. ῾Ο «ἀφορισμός» οὗτος, ὡς σκόπιμος καί ἐκ τοῦ πονηροῦ κινηθείς, ἅμα τῆ ὑπογραφῆ του, ἐπεκάθησεν ἐπί τῶν κεφαλῶν ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ἐσκευώρησαν ἐν τῶ πονηρῶ, καί ἀφρόνως ἀπεφάσισαν καί ὑπέγραψαν. Διά τῆς ἀφρόνου πράξεως ἀπεκαλύφθησαν καί ἀπεδείχθησαν συνεχισταί τοῦ σατανικοῦ οἰκουμενιστικοῦ κινήματος τοῦ ποτέ πρεσβυτέρου Βασιλείου Σακκᾶ, μέσω τῆς ὑπ' αὐτοῦ ἱδρυθείσης (1973), «Διεθνοῦς ῏Αδελφότητος τῆς Γενεύης», τοῦ ἑτέρου ἐν ῾Ελλάδι ὑπό τοῦ τότε Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου καί παραγόντων τῆς πολιτείας, τοῦ ἰδίου κινήματος τοῦ Κιτίου ᾽Επιφανίου (1977) καί ἀμέσως τοῦ ποτε ᾽Αττικῆς Ματθαίου, 1980-1990, ὅστις διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 68/24.10,1993 ὁμοίας «ἀφοριστικῆς» ἀποφάσεώς του, πρῶτος, πλήν ὅλως ΑΚΥΡΩΣ καί ἐκεῖνος, ἔθεσεν ὑπό ἀφορισμόν τό ἴδιον πρόσωπον, διότι καί κατά τήν δεκαετίαν 1980-1990 καί κατόπιν, ἐστάθη ἐμπόδιον εἰς τό νά περάση ἡ ἰδία ἀπό τό 1973 ἀποτυχοῦσα προδοσία τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μέσω ὅμως τῶν ἰδίων συναλλαγῶν ἤτοι, τῆς «χειροθεσίας» ἔναντι τῆς «ἀναγνωρίσεως» καί τῶν πάσης φύσεως ὑλικῶν ἀνταλλαγμάτων!
Ὡσαύτως ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ ἅπαντα τά ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ κείμενα τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κυροῦ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ, τά ὁποῖα, ἀπό τοῦ ᾽Ιουνίου 2000 μέχρι καί τῆς Κοιμήσεώς του, +22.11.2004, συνέγραψεν καί ὑπέβαλεν ἁρμοδίως τῆ ῾Ιερᾶ Συνόδω, ὡς καί τάς ἐπανειλημμένως ἐν τῆ Ἱ. Μητροπόλει Λαρίσης, διακηρυχθείσας ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ κατά τήν Κυριακήν τῆς ᾽Ορθοδοξίας, κατά τά ἔτη 2001, 2002 καί 2003, καί ἀναφωνοῦμεν τό ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΟΥ τρίς.
13. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΟΣΥΛΟΥ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ τήν ἀπό 5.2.2003 εἰδεχθῆ ἱερόσυλον συμπαιγνίαν Παραιτήσεως τοῦ ῏Αρχιεπισκόπου ᾽Ανδρέου ὑπέρ τοῦ βλασφήμου καί αἱρετικοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου, ΕΓΚΡΙΝΟΜΕΝ δέ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ ὅσα κατ' αὐτῆς συστηματικῶς καί δημοσίως κατηγγέλθησαν καί διεκηρύχθησαν, ὅπως ἡ «ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΑΚ. ΑΡΧ)ΠΟΥ κ. ΑΝΔΡΕΟΥ», τοῦ θεολόγου ᾽Ελευθερίου Γκουτζίδη (Ο.Π.», Τόμος 2004, σελ. 84, 91), ἄρθρον τοῦ ἰδίου «ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΗ Η ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΩΣ ΙΕΡΟΣΥΛΟΣ ΣΥΜΠΑΙΓΝΙΑ» (Αὐτόθι, σελ. 206 κ.ἑ.), καί ἕτερον τοῦ ἰδίου: «ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΣΥΣΣΩΡΕΥΜΕΝΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΣ» («Ο.Π.», Τόμος 2003, σελ. 199-217), καθώς καί τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου «ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΑΚ. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ κ. ΑΝΔΡΕΟΥ» (Αὐτόθι, σελ. 222-232, σελ. 243-257, 306-322 καί 387-4Ο3, 419-447 καί 453-479).
ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ τό δημοσιευθέν εἰς τήν «ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΠΝΟΗΝ», «ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ (ἐξαιρετικῶς) ΑΠΟ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΤΟΥ 2002» («Ο.Π.», Τόμος 2004, σελ. 6-22), ὅπως καί ὅλα τά σχετικά ἐπίσημα κείμενα, ἐξ ὧν προκύπτει ἡ ἀπό τοῦ 1998 ὀξεῖα Συνοδική κρίσις, καθ' ἥν οὐσία ὄχι μόνον κατελύθη ἡ Κανονική Τάξις καί ὁ ῾Ιερός θεσμός τῆς ΣΥΝΟΔΟΥ, ἀλλά καί μετετράπη εΙς ἄτιμον θεραπαινίδα τοῦ ᾽Αντιχρίστου Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. («ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΟΗ» Τόμος 11ος 2001, σελ. 111-116, 120-133, 139-146, 151-159, 217-225 καί Τόμος 12ος, 2001, σελ. 11-24, 41-53, 75-97, 107-129, 133-14Ο, 151-157, 166-173, 192-195, 211-223, 243-279. Τόμος 13ος 2002, σελ. 3-19, 43-84, 139-162, 188-206, 219-250, 267-286, 461-494 Τόμος 14ος 2003, σελ. 6-22, 74-82, 103-12Ο, 147-159, 163-187).
14. ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΑΩΝ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί τήν ἀπό 16.11.2002 συνωμοσίαν — φατρίαν τῶν τότε ᾽Αρχιεπισκόπου ᾽Αθηνῶν ᾽Ανδρέου καί Πειραιῶς Νικολάου, κατά τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου, δι' ἡς συνεφώνησαν καί συναπεφάσισαν τήν ἐκδίωξίν του ἐκ τοῦ ῾Ιεροῦ Ναοῦ ῾Αγίου Δημητρίου ᾽Αχαρνῶν καί τήν κατάληψιν αὐτοῦ ὑπό τῶν ἰδίων. Τήν συνωμοσίαν ταύτην ἐπεχείρησαν εἰς τά πλαίσια τοῦ σχεδίου των, περί ὑφαρπαγῆς ὅλων τῶν Ναῶν, ἵνα οἱ ᾽Ορθόδοξοι οὐδαμοῦ ἐν ᾽Αθήναις ἔχουν ῾Ιερόν Ναόν, διά νά ἀσκοῦν τά τῆς λατρείας των, μιμούμενοι καί εἰς τοῦτο τούς ἀνά τούς αἰῶνας αἱρετικούς. Οὕτω καταδικάζομεν ἀφ' ἑνός μέν τήν κατά Νοέμβριον τοῦ 2002 ἀνεπιτυχῆ προσπάθειάν των νά ἐκδιώξουν ἐκ τοῦ ῾1. Ν. ῾Αγίου Δημητρίου τόν Μητροπολίτην Μεσογαίας Κήρυκον, διά νά παραδώσουν τόν Ναόν εἰς τά ὄργανα τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀφ' ἑτέρου δέ καί τήν βάρβαρον κατάληψιν τοῦ ῾Ι. Ναοῦ ῾Αγίας Τριάδος ῾Ηλιουπόλεως καί τοῦ παρακειμένου Μεγάρου τῆς Στέγης Φιλοξενίας Κληρικῶν, καί τήν ἐκεῖθεν ἐκδίωξιν τοῦ ἐπί 3Οετίαν ᾽Εφημερίου καί οὐσιαστικοῦ κτήτορος τοῦ μεγαλοπρεποῦς αὐτοῦ κτιρίου, Πρωθιερέως Θωμᾶ Κοντογιάννη, διότι δέν ἐδέχετο νά μνημονεύη τόν ψευδοαρχιεπίσκοπον Νικόλαον, πρίν τήν τακτοποίησιν τῶν θεμάτων Πίστεως καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς διά τά ὁποῖα κατηγγέλλετο ἐπί 7ετίαν. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί τό γεγονός, ὅτι τόσον τό Πνευματικόν Κέντρον, ἐν Περιστερίω, ὅσον καί τήν Στέγη Φιλοξενίας Κληρικῶν ἐν ῾Ηλιουπόλει, ἀλλά καί τόν ῾Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου καί τάς δύο μεγάλας καί ἱστορικάς Μονάς καί ἄλλους Ναούς καί Μονάς, ἅπαντα ἀνεγερθέντα μέ τήν προσφοράν τῶν ὀρθοδόξων διά νά διακονήσουν τήν ᾽Ακαινοτόμητον Γνησίαν ᾽Ορθόδοξον ᾽Εκκλησίαν, οἱ περί τόν ψευδοαρχιεπίσκοπον Νικόλαον τά κατέλαβον καί τά κατέστησαν κέντρα τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, («Ο.Π.» Τόμος 2002 σελ. 461-494 καί «Ο.Π.» Τόμος 2004 σελ. 15-39 καί 101-114).
15. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΩΡΓΑΝΩΜΕΝΗΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ
ΕΠΙ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ»
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ καἴ τήν ἀπό 2003 ἐπιμελῶς ὠργανωμένην τελευταίαν ἀπόπειραν ὅλων τῶν σκοτεινῶν Κέντρων τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων καί ἐν ἔτει 2003, «μεταποιήσουν» τήν κατ' ἄκραν οἰκονομίαν γενομένην δεκτήν «συγχωρητικήν εὐχήν» (ὑφ’ ἅς προῦποθέσεις καί ὅρους ἤδη ἐσημειώθησαν), καί τήν ὑποστασιάσουν, ὡς «χειροθεσίαν» καί δή ὡς δῆθεν ἀποδεκτήν ὑπό τῆς ᾽Εκκλησίας! ῎Ηγουν νά στήσουν ἐν τόπω ῾Αγίω, ἤτοι ἐν τῆ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, τό «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως», καί οὕτω προσβάλουν τήν γνησίαν, ἀνόθευτον καί ἀδιάκοπον ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν τῶν ᾽Επισκόπων καί Πρεσβυτέρων τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας. ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ὅτι καί αὕτη ἡ διά πολλοστήν φοράν ἐπιχειρηθεῖσα ΠΡΟΔΟΣΙΑ κατά τῆς ᾽Αμώμου Μητρός ᾽Εκκλησίας, ΑΠΕΤΥΧΕΝ καί ΣΥΝΕΤΡΙΒΗ ὑπό τοῦ Κυβερνῶντος Αὐτήν ΧΡΙΣΤΟΥ. Ταύτην τά ξένα Κέντρα (Φλωρινικόν καί Νεοημερολογιτικόν), προετοίμαζον ἐπί μακρόν διά τῶν ᾽Αδελφῶν Τσακίρογλου, Δημ. Κάτσουρα καί πρωτίστως διά τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ, ἐπεχείρησαν δέ τό 2003 διά τῆς μεγίστης πλειοψηφίας τῶν ἐκπεσόντων ᾽Αρχιερέων.
Εἰδικώτερον ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ:
Α) Τήν ἐν Συνόδω (5.2.2003) διατυπωθεῖσαν θέσιν ὑπό τοῦ ᾽Αρχιεπισκόπου ᾽Ανδρέου, καθ' ἥν, ἐπί τοῦ θέματος τῆς λεγομένης χειροθεσίας τοῦ 1971, διά πρώτην φοράν ἐδήλωσεν: «Καί τότε μέν έν τῆ ᾽Αρχιεπισκοπικῆ ἡμῶν εὐθύνη διά τῶν πτωχῶν δυνάμεών μας καί μέ τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐνεργήσαμεν ἀγωνιζόμενοι μετά τῶν λοιπῶν ᾽Αρχιερέων, ἀλλά καί τῶν τότε ἐνασχολουμένων περί τήν θεολογικήν ἐπιστήμην λαϊκῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας διά τήν κατά Θεόν πρόοδον τοῦ ῾Ιεροῦ ᾽Αγῶνος τῆς ᾽Εκκλησίας. ᾽Αλλά καί τώρα καί δι' ἄλλην μίαν φοράν διά τῆς παρούσης λέγομεν καί ὁμολογοῦμεν ὅτι πέραν τῶν οἱωνδήποτε ἐξ ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας διαπραχθέντων λαθῶν εἰς τούς χειρισμούς τούς ἀφορῶντας τό θέμα αὐτό», τῆς «χειροθεσίας». Ἡ ἐν τῆ ἰδία δηλώσει, ὡς ῾Ομολογιακή φαντάζουσα, πλήν δολία διατύπωσις: «Οὐδέποτε ἐτέθη ἤ τίθεται ὑπό ἀμφισβήτησιν ἤ ἀμφιβολίαν ἡ πληρότης καί τελειότης τῶν ὑπό τοῦ ἀοιδίμου κυροῦ Ματθαίου γενομένων ᾽Επισκοπικῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948», δέν ἐξαπατᾶ, διότι αὗται ἀκριβῶς αἱ ᾽Επισκοπικαί χειροτονίαι τοῦ 1948, τῶν ὁποίων δέν ἀμφισβητεῖται ἡ πληρότης καί τελειότης, ΑΥΤΑΙ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ ΔΙ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ἤθελεν διανοηθεῖ νά ὑπαναχωρήση καί δηλώση «διαπραχθέντα λάθη» ἐπί τοῦ θέματος «χειροθεσία» τοῦ 1971; (Κ.Γ.Ο. 2003, ἀριθμ, τεύχους 298, Φεβρουάριος — Μάρτιος, σελ, 45).
῾Ωσαύτως ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί τήν ἄρνησίν του νά διασαφηνίση καί προσδιορίση ἐπακριβῶς ποῖα λάθη διεπράχθησαν εἰς τό θέμα τῆς λεγομένης «χειροθεσίας», ἐν ᾽Αμερικῆ ἤ ἐν ῾Ελλάδι, ἔστω ἐξ ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, διότι ἀφ’ ἑνός τό 1971 ἐν Συνόδω οὐδεμία χειροθεσία ἐνεφανίσθη, ἀλλ' ἁπλῆ συγχωρητική εὐχή καί αὕτη οἰκονομικῶς καί ὑπό ὅρους, ἀφ’ ἑτέρου δέ αὐτά τά «τυχόν λάθη», προσβάλλουν αὐτήν ἀκριβῶς τήν ΠΛΗΡΗ καί ΤΕΛΕΙΑΝ χειροτονίαν του.
Β) Τήν ἀπό 20.8.1974 «ἐξομολογητικήν ἐπιστολήν» τοῦ ᾽Αργολίδος Παχωμίου, ἡ ὁποία, ἐνῶ ἐφυλάσσετο καί περιεκρύβετο ἐπί τριάκοντα ἔτη, ὅπως καί τό 54/76 ᾽Απαλλακτικόν Βούλευμα, τό 2004 ἐκυκλοφορήθη εἰς τά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ ὠργανωμένου σχεδίου νά περάση ἡ λεγομένη «χειροθεσία» τοῦ 1971, παραλλήλως μέ τήν παραίτησιν τοῦ ᾽Αρχιεπισκόπου ᾽Ανδρέου. ᾽Εν τῆ 8η σελίδι αὐτῆς, ὁ «᾽Αργολίδος» Παχώμιος, ἤδη ἀπό τό 1974, ὅλως ἀσεβῶς, φέρεται ὑπαναχωρῶν καί ὁμολογῶν τήν λεγομένην «χειροθεσίαν», ὅπως καί οἱ «πέντε» κατά τό 1991, ὡς δῆθεν τετελεσμένον γεγονός, τό ὁποῖον ἀπεδέχθη ἐν ῾Ελλάδι ἡ ῾Ιερά Σύνοδος! Γράφει: «᾽Αλλ ' ἐφ ' ὅσον εἶδον τήν ὁμόφωνον γνώμην τῆς ῾Ιερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ἥτις δεχθεῖσα τήν χειροθεσίαν ἀνενδοιάστως, βεβαίως ἐσιώπησα καί τούτω καιρῶ τῶ δέοντι, ἵνα μή φανῶ νοημονέστερος τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου. Διατί λέγω τότε δέν ἔθεντο ΤΗΝ ΠΡΑΞΙΝ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΙΝ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΔΕΧΘΗΣΑΝ ΑΠΑΝΤΕΣ ΙΛΕΩ ΟΜΜΑΤΙ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΟΜΕΝΩ ΠΟΔΙ; Οὔτε κἄν συνεζητήθη ἡ ὑπόθεσις. ᾽Αλλά καί οἱ ὑπόλοιποι τέσσαρες ΕΛΑΒΟΝ ΤΟ ΔΩΡΟΝ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ ΑΓΓΑΛΛΙΩΜΕΝΟΙ. ᾽Αλλ ' οὐδέν θαυμαστόνν»!
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ, ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ, τοῦτο τό φρόνημα - πίστιν, τοῦ ἐκπεσόντος «᾽Αργολίδος» Παχωμίου, διότι αὐτό καθ ' ἑαυτό τό τόλμημα ἀποτελεῖ ΕΣΧΑΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ ἐνῶ κατελέγχεται καί ὡς ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΑΤΑΝΙΚΟΝ ΨΕΥΔΟΣ. ᾽Αποτελεῖ ἐπινόημα καί τόλμημα ΣΑΤΑΝΙΚΟΝ, διότι τόν Σεπτέμβριον — ᾽Οκτώβριον τοῦ 1971 οὐδείς λόγος ἐγίγνετο περί «χειροθεσίας, ἀλλά μόνον καί δή ὑπό σαφεῖς καί ρητάς δεδομένας προϋποθέσεις, ἅμα τῆ ἐπιστροφῆ τῆς ᾽Εξαρχίας, ἐδηλώθη ὅτι κατ' ἄκραν οἰκονομίαν καί οὐχί ἀγαλλιώμενοι, οἱ Αρχιερεῖς ἐδέχθησαν καί αὐτήν τήν συγχωρητικήν εὐχήν καί οὐχί «χειροθεσίαν». Αὐτό, κατά τόν πλέον σαφῆ καί κατηγορηματικόν τρόπον, βεβαιοῖ ἡ ΠΡΑΞΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
῾Ομοίως ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ καί τήν ἀπό 25-30.7.2004 ἑτέραν ἐπιστολήν, τοῦ ἰδίου πρός τόν Μητροπολίτην Κήρυκον, ἐν τῆ ὁποία μέ ἐπιμονήν καί μένος ὁμολογεῖ: «῾Η παράγραφος τῆς ἐξομολογητικῆς ἐπιστολῆς μου γράφει καθαρά τ᾽ ἀληθές... ΚΑΤ' ΑΜΕΣΟΝ ΤΡΟΠΟΝ ΕΔΕΧΘΗΣΑΝ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ παρά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἐν ᾽Αμερικῆ ὑπό τόν Μητροπολίτην Φιλάρετον οἱ δύο πρῶτοι ᾽Αρχιερεῖς Κάλλιστος καί ᾽Επιφάνιος, ἐρχόμενοι δέ ἐν ῾Ελλάδι ΜΕΤΕΔΩΣΑΝ ΤΗΙν ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ καί τοῖς λοιποῖς τέτρασιν ᾽Αρχιερεῦσιν, οἵτινες ἐμμέσως διά τῶν χειρῶν τῶν ΑΜΕΣΑ ΔΕΧΘΕΝΤΩΝ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ ΕΙΛΗΦΑΣΙΝ ΚΑΙ ΟΥΤΟΙ ΙΛΕΩ ΟΜΜΑΤΙ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΟΜΕΝΩ ΠΟΔΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙΣΑΝ ΑΥΤΟΙΣ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ; Πλέον ἔτι οὐδέν. Τά μεθ᾽ ἕτερα εἶναι ὅτι ἡμεῖς σύν Σοί ΕΧΕΙΡΟΤΟΝΗΘΗΜΕΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΗΔΗ ΧΕΙΡΟΘΕΤΗΜΕΝΟΥΣ: ΤΙ ΛΟΙΠΟΝ ΔΙΑΛΟΓΙΖΕΣΘΕ ΥΜΕΙΣ; ΕΙΜΕΘΑ ΑΠΗΛΛΑΓΜΕΝΟΙ ΤΥΧΟΝ ΜΟΜΦΗΣ Ἤ ΜΟΝΟΝ Η ΥΜΕΤΕΡΑ ΔΙΑΝΟΗΣΙΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΠΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΞΑΙΡΕΣΙΝ:…»;
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ, καί ταύτην τήν δευτέραν του ἀπεγνωσμένην προσπάθειαν, καθ' ἥν, ὁ ἱερόσυλος Γέρων Παχώμιος, ὑποτροπιάζων εἰς τό σατανικόν ψεῦδος ΑΣΕΒΕΣΤΑΤΑ ἐμφανίζει, ὡς δῆθεν τετελεσμένον καί ἀναμφισβήτητον γεγονός, καθ ' ὅ καί ἐν ᾽Αμερικῆ καί ἐν ῾Ελλάδι εἰς τούς ᾽Αρχιερεῖς ἐπεβλήθη χειροθεσία ὡς ἐπί σχισματικῶν καί ὅτι ὁ ἴδιος, ἀλλά καί ἅπαντες οἱ νεώτεροι ᾽Αρχιερεῖς, φέρουν τό μίασμα τῆς «χειροθεσίας» τοῦ 1971, ὡς κατ' αὐτόν προερχόμενοι ἐκ χειροθετημένων ᾽Επισκόπων καί ἑπομένως ἅπαντες διατελοῦντες ὑπό τήν «πολυώδυνον χειροθεσίαν».
Ἡμεῖς ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ τρίς καί τοῦτο τό Σατανικόν ψεῦδος καί ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ὅτι οὐδείς ἐκ τῶν ᾽Αρχιερέων, πολύ δέ περισσότερον αὐτή αὕτη ἡ ῾Ιερά Σύνοδος, ἐξεδήλωσέν ποτε τοιοῦτον φρόνημα ἀπό τό 1971 καί μέχρι τό 2003. ᾽Αντιθέτως καί τόν ὑπαναχωρήσαντα Κάλλιστον κατεδίκασεν καί καθήρεσεν τό 1977, καί ὡς πρόσωπα οἱ ᾽Αρχιερεῖς καί ὡς ῾Ιερά Σύνοδος, πάντοτε ΩΜΟΛΟΓΟΥΝ ΚΑΙ ΔΙΕΚΗΡΥΣΣΟΝ ὅτι ἡ τοιαύτη βλασφημία δέν ἐδηλώθη τό 1971 καί οὐδέποτε εὗρεν τόπον νά ἐπικαθήση εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν. ῞Ενεκα δέ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐπί τριάκοντα ἔτη, ὁ ἀσεβής Γέρων Παχώμιος περιέκρυπτεν τήν ἀπό τό 1974 «ἐξομολογητικήν του ἐπιστολήν», ἐνῶ ὁμοίως περιεκρύπτετο καί τό 54/76 βλάσφημον ᾽Απαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ ἑτέρου ἀσεβοῦς καί αἱρετικοῦ Νικολάου, αἱ μή κηρυσσόμεναι βλασφημίαι δέν ἤγγισαν ποτέ τήν ᾽Εκκλησίαν. ᾽Αλλά καί ὅτε τάς ἐκήρυξαν δημοσίως, αὗται ἔσχον τάς φοβεράς των συνεπείας μόνον ἐπ' αὐτῶν τῶν ἰδίων οἱ ὁποῖοι ἐπί 31 συναπτά ἔτη ὁμολογοῦντες ὀρθῶς περικρὑπτοντες δέ ἐντός αὐτῶν ἀκήρυκτον τήν βλασφημίαν, δέν ἐλογίζοντο ὡς βλάσφημοι καί αἱρετικοί, μέχρις ὅτου ἀπό τήν 5.2.2003 «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» καί δημοσίως ἐκήρυξαν ταύτην καί ἠθέλησαν νά τήν ἐπιβάλουν καί εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν. Δι' αὐτό τό γεγονός ἀπεκηρύχθησαν καί διεγράφησαν ἐκ τῶν διπτύχων τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας. ῞Οθεν ἐπισημαίνομεν ὅτι ὅσοι μιμούμενοι τόν ἐκπεσόντα Κάλλιστον, ἀφρόνως ἀνοηταίνοντες ὑπαναχωροῦν, οὗτοι βλασφημοῦν καί πίπτουν ὡς ἄτομα ἤ καί «συμμορία», καί ἀποκόπτονται καί αὐτοαποβάλλονται τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ ὅτι ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ἤγουν, ὅσοι ἐκ τῶν ᾽Αρχιερέων, ῾Ιερέων, Μοναχῶν καί λαϊκῶν Αὐτῆς, ὁμοφρονοῦντες καί ἡνωμένοι ἐν τῶ μυστικῶ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, δέν ὑπανεχώρησαν ἐκ τῆς ἀπ' ἀρχῆς καθολικῆς συνειδήσεως ἐπί τοῦ ἐν λόγω θέματος, παραμένουσι «ἀπηλλαγμένοι οἱασδήποτε συνεπείας τοῦ βδελύγματος τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων προπαγανδιζομένης «χειροθεσίας». Τό μικρόν τοῦτο λεῖμμα τῆς Χάριτος, ὅσον μικρόν καί ἄν καταστῆ, θά εἱναι μεῖζον καί ἰσχυρότερον τῶν εἰς τό βδέλυγμα τῶν ὑπαναχωρήσεων ἐκπεσάντων, ἐνεργεία τοῦ ᾽Αντιχρίστου καί ᾽Εκκλησιομάχου Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ καἴ ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ ὅτι ἡ ῾Ιερά Σύνοδος, ὅτε τό 1973 ἐξέλεγεν καί ἐχειροτόνει νέους ᾽Αρχιερεῖς, ἐν οἱς καί τόν ᾽Αργολίδος Παχώμιον, δέν διενοεῖτο κἄν τό μίασμα τῆς χειροθεσίας. ῾Ομοίως καί κατά τό 1995, ὅτε πάλιν προέβαινεν εἰς ἐκλογάς καί χειροτονίας ᾽Επισκόπων, ΟΥΔΕΙΣ διενοεῖτο τά περί «χειροθεσίας» ἤ περί «λάθους», ἤ περί «μομφῆς ἐκ τῆς πολυωδύνου χειροθεσίας»!
Γ) Ὡσαύτως ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ, ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ τρίς τήν κατά τήν ἶδίαν περίοδον καί ἀπ' ἄμβωνος τήν 29ην Αὐγούστου 2004 ἐν τῶ ῾Ιερῶ Ναῶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου Περιστερίου ᾽Αθηνῶν, ἐν ὠμοφορίω καί ἐπιτραχηλίω δήλωσιν τοῦ «Περιστερίου» Γαλακτίωνος, καθ' ἥν ἐδήλωσεν: «...῎Ημουνα εἰς τήν χειροθεσίαν καί ἔτρεμα ὁλόκληρος, ὁ Μεσσηνίας, ἔσκυψε τό κεφάλι καί τόν διαβάσανε. Τό τί τοῦ διαβάσανε δέν ξέρω, δέν πρόσεξα καθόλου διότι ἤξερα ὅτι... διαβάσανε δύο εὐχές, εἶναι τῆς χειροθεσίας, αὐτές διαβάσανε στήν ᾽Αμερική, αὐτές διαβάσανε κι ἐδῶ. Είναι δύο εὐχές ἀπό τήν χειροτονία τῶν ᾽Αρχιερέων...». Καί τοῦτο κατελέγχεται ὡς ἀπολύτως ψευδές, ἀλλά καί ὑποβολιμαῖον διότι:
1) Πέραν τῶν ἐπισήμων δηλώσεων τῆς ᾽Εξαρχίας, ἅμα τῆ ἐπιστροφῆ αὐτῆς εἰς τήν ῾Ελλάδα, ἀλλά καί ἐν Συνόδοις, καί κατά τήν 28.10.1971 εἰς τόν ῾Ιερόν Ναόν Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὅτε ἐντός τοῦ ῾Ιεροῦ καί ὁμαδικῶς ἀνεγνώσθη ἡ συγχωρητική εὐχή, οὐδείς τύπος περί «χειροθεσίας» ἔλαβε χώραν, ὅπως πολλοί ἐξ ἡμῶν ἔχουσιν ἰδίαν ἀντίληψιν, καί οὐδεμία εὐχή χειροτονίας ἀνεγνώσθη. ῎Αν ἐκ τῶν παρισταμένων ἐντός τοῦ ῾Ιεροῦ βήματος, κάποιος ἤνοιξεν τό Μέγα Εὐχολόγιον ἤ τό ᾽Αρχιερατικόν, ὅπου αἱ εὐχαί τῆς χειροτονίας, νά δηλώση ὁ «Περιστερίου» Γαλακτίων ὡς «αὐτόπτης καί αὐτήκοος», κατά δήλωσίν του, ποῖος καί πότε ἤνοιξεν τό Εὐχολόγιον εἰς αὐτήν τήν σελίδα ὅπου αἱ εὐχαί τῆς χειροτονίας, καί ποῖοι ἄλλοι ἔσχον κατά τόν ἰσχυρισμόν του, τήν ἰδίαν ἐμπειρίαν. Οὐδείς δύναται νά ἀνατρέψη τήν ἐν ῾Ελλάδι ἱστορικήν ᾽Αλήθειαν ἐπί τοῦ θέματος, ἀλλά καί τήν ἀπ' ἀρχῆς καθολικήν καί ἀδιάκοπον ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, καί τοῦτο ἀποκλειστικῶς καί πρός χάριν τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅστις ἐπί 60 περίπου ἔτη ἐπιδιώκει τήν Προδοσίαν κατά τῆς Γνησίας ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς καί τῆς ᾽Εκκλησιολογίας τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, καί δή σήμερον διά τοιούτων ἀφελῶν προσώπων, τά ὁποῖα κατελέγχονται τοὐλάχιστον ὡς ἀνεπαρκῆ καί ἀνοηταίνοντα.
2) ᾽Επί 33 ὁλόκληρα συναπτά ἔτη ἡ ῾Ιερά Σύνοδος ὁμολογεῖ καί ἐκφράζει μέ συνέπειαν τήν καθολικήν συνείδησιν τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅτι εἰς τήν ῾Ελλάδα, οὐδείς ἐδέχθη ἤ ἐνήργησεν χειροθεσίαν, ἀλλ' ἁπλῆν συγχωρητικήν εὐχήν, ἡ ὁποία ὅμως καί αὕτη δέν ἀνεγνώσθη εἰς τούς ῾Ιερεῖς, ὅπως προέβλεπεν ἡ σχετική ἀπόφασις τῆς Ρωσικῆς Συνόδου. ᾽Επί τρεῖς δεκαετίας, ὁ «Περιστερίου», εἴτε ὡς ῾Ιερομόναχος, εἴτε ὡς ᾽Επίσκοπος οὐδέποτε κατήγγειλεν ἤ διέψευσεν τά Πρόσωπα, οὔτε καί τήν ῾Ιεράν Σύνοδον, ὅταν προέβαινον εἰς καθαίρεσιν τοῦ Καλλίστου ἤ κατά τάς Μεγάλας Συνόδους τοῦ 1981 καί 1983, ὅτε ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ, κατά τόν πλέον ἐπίσημον τρόπον ΑΠΕΦΑΙΝΟΝΤΟ ὅτι τό 1971, ΔΕΝ ΕΔΕΧΘΗΣΑΝ «χειροθεσίαν», ἀλλ’ ἁπλῆν συγχωρητικήν εὐχήν καί ταύτην κατ' ἀκροτάτην Οἰκονομίαν καί ὑπό τάς προϋποθέσεις ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος ἀπεδέχθη τήν ᾽Εκκλησιολογίαν — ῾Ομολογίαν καί ἐγένετο κατά Θεόν ἡ ἕνωσις καί οὕτω ἀνεγνώρισεν τάς χειροτονίας, τέλος δέ καί ἐπί τῆ προσδοκία τῆς θεραπείας τοῦ ἀπό τοῦ 1937 Φλωρινικοῦ σχίσματος. Ὡσαύτως εἰς τόσας ἀλλεπαλλήλους μεγάλας Πανελλαδικάς — Πανορθοδόξους Συνάξεις, ἐτήρησεν σιγήν καί ἐνεθυμήθη τό 2003-2004 νά ἑνώση τήν φωνήν του μετά τῆς ὠργανωμένης συμμορίας τῶν ἀσεβῶν προδοτῶν καἴ νά ἀποτολμήση ὅσα ἀσεβῆ βλάσφημα ἀλλά καί ψευδῆ τοῦ ὑπηγόρευσαν νά εἴπη;
Δ) ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝ καί ὅσα ψευδῆ καί βλάσφημα ἐπί τοῦ θέματος ἐγγράφως ἐπροπαγάνδισεν καί ὁ Βασίλειος Σακκᾶς, ὅστις ἤδη ἀπό τό 1972-1973 ἐπηρέασεν καί παρέσυρεν εἰς τάς ἰδέας του περί τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιβολῆς «χειροθεσίας», τούς Μητροπολίτην Κιτίου ᾽Επιφάνιον, Κορινθίας Κάλλιστον κλπ., ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι οἱ ἐσχάτως ἀναφανέντες «Γενίτσαροι» ἐπί δύο περίπου δεκαετίας, ἐμαθήτευσαν παρ' αὐτῶ. Δέν μυωπάζομεν ὅτι ἤδη ἀπό τό 2003, εἷναι μᾶλλον βέβαιον ὅτι αὗται αἱ εὐχαί τῆς χειροτονίας ἀνεγνώσθησαν εἰς τούς δύο ᾽Αρχιερεῖς εἰς τήν ᾽Αμερικήν, γεγονός τό ὁποῖον ἐπιστρέψαντες, ἐκ δειλίας καί φόβου, ἀπέκρυψαν διότι θά ἀπεκηρύσσοντο καί θά κατεδικάζοντο ὡς βλάσφημοι καί προδόται, ὁμολογήσαντες οἱ ἴδιοι τά περί συγχωρητικῆς εὐχῆς, τήν ὁποίαν καί ἐνήργησαν ἐν ῾Ελλάδι, ἐνῶ ἐσχεδίαζον νά ἐπιβάλουν ἐκ τῶν ὑστέρων τήν «χειροθεσίαν» των διά θεμιτῶν καί ἀθεμίτων μεθοδειῶν. Τούς ἐν λόγω ᾽Αρχιερεῖς καί τό γεγονός, ὅπως σύνθετον προκύπτει, εἱναι ἁρμοδία ἡ ᾽Εκκλησία νά ἐκδικάση μόλις ἐξέλθη τοῦ χειμῶνος, τόν ὁποῖον διέρχεται. ῞Οθεν τό σχέδιον τῆς προδοσίας νά προσβληθοῦν αἱ Κανονικαί καί ᾽Ορθόδοξοι χειροτονίαι τοῦ 1935 καί τοῦ 1948, μέσω τῶν ὑπαναχωρήσεων ἐπί τῆς ἐν ῾Ελλάδι συγχωρητικῆς εὐχῆς τοῦ 1971, καί οὕτω διά τοῦ βδελύγματος τῆς λεγομένης «χειροθεσίας» των, νά ἐξισωθοῦν πρός τάς χειροτονίας τῶν Φλωρινικῶν, προκύπτει ἀνάγλυφον. ᾽Επί τοῦ ἐν τῆ γενέσει του «τεθνηκότος» τούτου ζητήματος τῆς λεγομένης χειροθεσίας, ἰσχύουν οἱ λόγοι τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου; «῎Ηκει δέ ἡμῖν ὁ λόγος ἐπ' αὐτό τό κεφάλαιον καί στένω μέν ὅτι πάλαι τεθνηκός ζήτημα, καί τῆ πίστει παραχωρῆσαν, νῦν ἀνακαινίζεται, στῆναι δέ ὅμως ἀναγκαῖον πρός τούς λογολέσχας, καί μή ἐρήμην ἁλῶναι, λόγον ἔχοντας καί συνηγοροῦντας (Γρηγ. τοῦ Θεολόγου, Ε.Π., 36, 148).
16. ΠΕΡΙ ΤΗΣ «ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΥ (2004), ΚΑΙ ΤΩΝ «ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ» ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΥΡΟΥ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ.
ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ, ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τέλους τήν ἀπό Μαίου 2004 «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» τοῦ Σεβ)του Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΥ, ὡς καί τάς ἐν τῶ Ζ' αὐτῆς μέρει περιληφθείσας «ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ — ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ» κατά τήν Κυριακήν τῆς ᾽Ορθοδοξίας τῶν ἐτῶν, 1997 ἐν τῆ ῾Ιερᾶ Μητροπόλει Θεσσαλονίκης, καί 2001, 2002 καί 2003 ἐν τῆ ῾Ιερᾶ Μητροπόλει Λαρίσης ὑπό τόν Μακαριστόν Μητροπολίτην κυρόν Πανάρετον. («Ο.Π.», Τόμος 2004, σελ. 165-188). ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ δέ καἴ ΑΠΟΡΙΠΤΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ ὅσα κατ' αὐτῶν τῶν ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΠΙΣΤΕΩΣ, ψευδῆ ἡ παραπλανητικά καί βλάσφημα ἀπετόλμησεν ἡ περί τόν ᾽Αρχιεπίσκοπον ᾽Ανδρέαν βλάσφημος καί αἱρετική ὁμάς, προκειμένου νά μήν ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΗΣΟΥΝ τήν καλήν ῾Ομολογίαν ἐπί τῆς ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας καί οὕτω ἀνακοπῆ ἡ προδοσία.
Ὡσαύτως ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ καί ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΦΟΜΕΝ τό ὑπ' ἀριθμ. Πρ. 390/16.6.2005 ἱστορικόν ἔγγραφον τοῦ Σεβ/του Μητροπολίτου Κηρύκου, δι ' οὗ ΔΙΕΚΟΨΕΝ τήν μετά τῆς ὑπό παραίτησιν ὄντα ᾽Αρχιεπίσκοπον ᾽Ανδρέαν «Σύνοδον» ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΚΑΙ ΔΙΕΓΡΑΨΕΝ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΥΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΔΙΠΤΥΧΩΝ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ᾽Επί τούτω ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ καί ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ, ὅτι, ἡμεῖς ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος καί ἅπας ὁ ῾Ιερός Κλῆρος καί ὁ πιστός Λαός, ΔΕΝ ΕΧΩΡΙΣΘΗΜΕΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΠΕΣΧΙΣΘΗΜΕΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ, ἀλλ' ἐξήλθομεν καί ἐχωρίσθημεν ΚΑΪΑΦΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ καί «ἀσεβοῦς συμμορίας», διά νά μείνωμεν, ὡς ἔμειναν καί οἱ πρό ἡμῶν Πατέρες τό 1924, τό 1937 καί τό 1995, πιστά μέλη τοῦ ῾Αγίου Σώματος τῆς ᾽Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. ᾽Επί πᾶσι τούτοις ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΘΑ, ΠΡΟΣΥΠΟΓΡΑΦΟΜΕΝ καί ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ καί τήν ὑπ᾽ ἀριθμ. Πρ. 401)26.10.2005 ἱστορικήν ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑΝ ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΚΑΙ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΝ πρός τούς πρώην ἐν Χριστῶ ᾽Αδελφούς, τοῦ Σεβ)του Μητροπολίτου Κηρύκου, ὅσοι δέ σιγοῦν ἤ εὐθέως ἀρνοῦνται, νά ἀνταποκριθοῦν εἰς τό θεοβούλητον τοῦτο γεγονός τῆς ἐν ᾽Αληθεία καί ᾽Αγάπη ῾Ενώσεως ἐν τῆ ᾽Εκκλησία, οὗτοι λογίζονται ὡς παντελῶς ἄπιστοι, ἀλλά καί ὡς ἐργάται τῆς «νέας τάξεως πραγμάτων», ἤτοι τοῦ ᾽Αντιχρίστου.
17. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΙΣΠΗΔΗΣΕΩΣ ΤΟΥ «ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ» ΠΑΧΩΜΙΟΥ
ΕΙΣ ΤΗΝ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΝ ΛΑΡΙΣΗΣ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ τήν ᾽Αντικανονικήν καί εἰς τά πλαίσια τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, περί προσβολῆς τῆς ᾽Αποστολικῆς Διαδοχῆς καί τῆς ῾Ομολογἴας ᾽Εκκλησιολογίας τῆς Γνησίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, ἀλλαχόθεν εἰσπήδησιν ὡς κλέπτου καί ληστοῦ, τοῦ «᾽Αργολίδος» Παχωμίου, εἰς τήν ῾Ιεράν Μητρόπολιν Λαρίσης καί εἰς τήν νεοσύστατον Μοναστικήν ᾽Αδελφότητα τῶν ῾Αγ. ᾽Αποστόλων, ὑπό τόν Παν/τον ῾Ιερομόναχον π. ᾽Αμφιλόχιον.
Εἰδικώτερον ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ:
α) Τόν παράνομον, ᾽Αντικανονικόν «διορισμόν» του ὡς «τοποτηρητοῦ, οὐσία δέ ΕΓΚΑθΕΤΟΥ τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἰς τήν ῾Ιεράν Μητρόπολιν Λαρίσης, τήν ὁποίαν κατελήστευσεν καί ἐπυρπόλησεν, ἐνθαρρύνας καί στερεώσας τόν διχασμόν καί τάς βλασφημίας του εἰς τήν Μοναστικήν ᾽Αδελφότητα τῶν ῾Αγίων ᾽Αποστόλων ὡς καί εἰς τό πλήρωμα τῆς Τοπικῆς ᾽Εκκλησίας.
β) Τήν ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΗΝ παρέμβασίν του ἐπί καθαρῶς πνευματικῶν ὑποθέσεων ἀφορωσῶν πνευματικήν κατάστασιν ῾Ιερομονάχου, μέλους τῆς ὑπό τόν Κανονικόν καί ᾽Ορθόδοξον Γέροντα — Πνευματικόν π. ᾽Αμφιλόχιον ᾽Αδελφότητος καἴ προϊστάμενον ἐν τῆ ῾Ιερᾶ Μονῆ ῾Αγίων ᾽Αποστόλων Ραψάνης Λαρίσης. Ὁ «ἀλλαχόθεν» εἰσπηδήσας εἰς τήν ῾Ιεράν Μητρόπολιν Λαρίσης, βλάσφημος καί ἐκπεσών «᾽Αργολίδος» Παχώμιος, παρά πᾶσαν πνευματικήν, Κανονικήν καί ᾽Ορθόδοξον ᾽Εκκλησιαστικήν Τάξιν καί Δεοντολογίαν, ἔλυσεν τό κατά τοῦ ἐν λόγω ῾Ιερομονάχου ἐπιτίμιον τῆς ᾽Αργίας, ἐπιβληθέν αὐτῶ ὑπό τοῦ Γέροντος καί Πνευματικοῦ του π. ᾽Αμφιλοχίου, ὅπερ οὐδείς ἠδύνατο νά ποιήση, Τόν ἴδιον νεαρόν ῾Ιερομόναχον ὄντα ἐν ἀργία, ἀναρμοδίως παρά πᾶσαν ἠθικήν καί τήν ὅλην πνευματικήν δεοντολογίαν ὠνόμασεν «προϊστάμενον» τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς, τόν «ἔκειρεν εἰς μεγαλόσχημον Μοναχόν», τόν «ἐχειροθέτησεν εἰς πνευματικόν» τοῦ προσέφερεν δέ καί τό ὀφίκιον τοῦ «᾽Αρχιμανδρίτου»!!! Ταῦτα ὡς ἀνήθικον συναλλαγήν διά τάς «ὑπηρεσίας» των εἰ τό Σατανικόν νέον κίνημα τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ των Οἰκουμενισμοῦ, ἡμεῖς ΕΜΠΤΥΟΜΕΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ.
ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΜΕΝ τό γεγονός ὅτι
ὸ «Ἀργολίδος» Παχώμιος, κρίμασιν οἰς οἰδεν Κύριος, ἀπό τό 1999 διέπραξεν καί διαπράττει φρικτάς ἀντιεκκλησιαστικάς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἤδη ὡς ἄλλαι λόγχαι νέου Κεντυρίωνος λογχεύουν καί τραυματίζουν τό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας καί ἐσχάτως ἰδιαιτέρως αὐτό τῆς τοπικῆς ᾽Εκκλησίας τῆς Λαρίσης. Διά τῶν ἀσυγγνώστων ἀλλά καί σκοπίμων παρεμβάσεών του, συντρίβονται ψυχαί, ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανεν, ἐνῶ πρωτίστως συντρίβεται καί κολάζεται καί ἡ ἰδική του ψυχή, καί κατόπιν τοῦ ῾Ιερομονάχου ᾽Ιγνατίου καί τῶν ἐν τῆ ἰδία ἀνταρσία, βλασφημία καί σχίσματι περιπεσόντων Μοναχοῦ ᾽Αγαθαγγέλου καί ῾Ιερ/νου Βαρθολομαίου. Τάς πράξεις ταύτας ἡμεῖς ΑΠΟΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ καί ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΜΕΝ ὡς ἀντικανονικάς — βαρβάρους καί εἰς τά πλαίσια τῆς προδοσίας κατά τῆς ΜΗΤΡΟΣ ΑΓΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ διαπραχθείσας.
Ταῦτα ΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΝΤΕΣ, ΔΗΛΟΥΜΕΝ ὅτι τοῦ λοιποῦ ΟΥΔΕΜΙΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ θέλομεν ἔχει μετά τῆς βλασφήμου καί ᾽Εκκλησιομάχου ὁμάδος τῶν πρώην Μητροπολιτῶν Νικολάου, Παχωμίου, Γαλακτίωνος, Ταρασίου, ᾽Ανδρέου καί Χρυσοστόμου, ὡς καί τοῖς ἀκολουθοῦσιν αὐτοῖς ῾Ιερεῦσι καί Διακόνοις. Τούτους, ὡς πρώην ἐν Χριστῶ, Πατέρας καί ᾽Αδελφούς, ἤδη δέ ὡς θανασίμως τετραυματισμένας εἱκόνας Χριστοῦ, ἀγαπῶμεν καί συμπάσχομεν αὐτοῖς ὡς ὑπό τοῦ πονηροῦ καταληστευθέντας καί προσευχόμεθα ὑπέρ αὐτῶν. ᾽Επί τούτοις ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ῾Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾶ καρδία, ποιοῦμεν ΕΚΚΛΗΣΙΝ ἵνα, ἄνευ ἄλλων προϋποθέσεων καί ὅρων, ἀλλά μόνον ἐν τῆ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΗ ᾽Αγάπη Αὐτοῦ, ἐπανέλθουν ἐν μετανοία εἰς τήν ἐξ ᾽Ης ἐξεκόπησαν ᾽Ακαινοτόμητον Γνησίαν ᾽Ορθόδοξον ᾽Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἵνα ἀπό κοινοῦ ΟΜΟΛΟΓΗΣΩΜΕΝ, ΠΑΤΕΡΑ ΥΙΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ καί τήν ΜΙΑΝ ΑΓΙΑΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗΝ καί ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ, τῆς ῾Οποίας οἱ ᾽Επίσκοποι καί Πρεσβύτεροι ἕχουν Γνησίαν καί ᾽Αδιάκοπον τήν ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ καί ἀμόλυντον τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ — ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ. ΑΜΗΝ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος
ΤΑ ΜΕλΗ
+ Ἱερομόναχος Ἀμφιλόχιος Ταμπουρᾶς
+ Πρωθιερεύς Θωμᾶς Κοντογιάννης
+Ἱερεύς Ἀνδρέας Σίντνιεβ
Μοναχός Βαρνάβας
Μοναχός Κύριλλος
Μοναχός Θεόδωρος
Ὁ Γραμματεύς
Θεολόγος Ἐλευθέριος Γκουτζίδης
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΕΚ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΚΟΣ
Subscribe to:
Posts (Atom)
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠ...
-
Επίσκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης 2 λεπτά · Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ Στην...
-
Ολόκληρη η ΑΛΗΘΕΙΑ περί της στάσεως του Αγίου Χρυσοστόμου απέναντι στους ΣΤΑΣΙΑΣΤΑΣ επισκόπους Λ ί α ν - α π ο κ α λ υ π τ ι κ ά κείμενα ύστ...
-
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΙΕΡΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΝ...