ΔΟΚΙΜΙΟΝ


ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝΘΡΟΝΙΣΙΝ ΤΟΥ ΜΑΚ. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ κ. ΠΑΧΩΜΙΟΥ
(ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ)

Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνων και πάσης Ελλάδος κ. Παχωμιε. Σας προσφωνω και Πάσης Ελλάδος, αν και υφίσταται κάποιο πρόβλημα ως προς την κανονικότητα του ορου «πάσης Ελλάδος», (ως εσημειώθη και εις την απόφασιν της Ιερᾶς Συνόδου).
Κατά την ταπεινήν μου αποψιν, ο ορος «πάσης Ελλάδος» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθη υπό της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας υπό την ευρυτέραν όμως αυτης εννοιαν, ητοι υπό την εννοιαν της Μεγάλης Ελλάδος, από της Παλαιάς Ρωμης προς Δυσμάς, μέχρι της Νέας Ρωμης, ητοι Κωνσταντινουπόλεως, Πόντου και Μικράς Ασίας, προς Ανατολάς. Αυτά είναι τά ορια της δικαιοδοσίας της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την πτωσιν του Πατριαρχείου Κωνσταντιπόλεως εις την Παναίρεσιν του Οικουμενισμού (1920), και τούτο πρέπει να ισχύση μέχρι της ανασυστάσεως και αποκαταστάσεως της Πατριαρχικής Ιερᾶς Συνόδου της Κων/λεως.   
Μακαριωτατε, η σημερινή ημέρα είναι ιστορική διά πολλούς λόγους, ιστορική και για σας τον πολιόν Ιεράρχην και διά την Ιεράν Αρχιεπισκοπήν της Πόλεως των Αθηνων και δι  ολους μας, οι οποίοι σας περιβάλλομεν με την εν Χριστω αγάπην.
Θα ξεκινήσω την ταπεινήν αυτήν προσφωνησιν αναφέροντας ονομαστικώς τους Προκατόχους σας Μητροπολίτας και Αρχιεπισκόπους Αθηνων, κατά την νεωτέραν Δ΄ περίοδον, ητοι από του 1822 μέχρι σημερον, οι οποιοι αποτελουν την ευλογημένην συνέχειαν της διαδοχης των Επισκόποων από του Αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον, και οι οποίοι διηκόνησαν την Αρχιεπισκοπήν Αθηνων, εις τόπον και τυπον Χριστού.
Ως 102ος κατά σειράν Επίσκοπος Αθηνων αναγράφεται ο Γρηγόριος ο Δ΄  (1827- 1828) και ως 103ος ο Άνθιμος ο Ζ΄(1828-1833). Μετά δε την μονομερη ανακήρυξιν του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος. (23 Ιουλίου 1833), όταν οι Βαυαροί εδημιούργησαν μίαν όχι κανονικήν αλλά σχισματικήν κατάστασιν, κάτω από την εξουσίαν της Πολιτείας, η οποία εκράτησε μέχρι την 29η Ιουλίου 1850, οπότε και ήρθη το σχίσμα με την Απόδοση Αυτοκέφάλου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, οι Επίσκοποι των Αθηνων ησαν οι εξης:

104ος ο Νεόφυτος Ε΄................1833-1861
105ος ο Μισαήλ Δ΄...................1861-1862
106ος ο Θεόφιλος.....................1862-1872
107ος ο Προκόπιος Α΄...............1874-1889
108ος ο Γερμανός Β΄.................1889-1896
109ος ο Προκόπιος Β΄...............1896-1901
110ος ο Θεόκλητος Α΄......1902-1917 το Α΄
111ος ο Μελέτιος Γ΄.................1918-1920
112ος ο Θεόκλητος Α΄......1920-1922 το Β΄

‘Από δε την αντικανονικήν υπό του Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ανύψωσιν της Μητροπόλεως Αθηνών εις Αρχιεπισκοπήν (31 Δεκεμβρίου 1923) Κανονικοί και νόμιμοι Αρχιεπίσκοποι Αθηνων διετέλεσαν οι εξης:  

113ος ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος 1923 -1924 ( Από το 1924 μέχρι και το 1935 ο καινοτόμος Αρχιεπίσκοπος κατέστη σχισματικός).

114ος ο Γερμανός (Δημητριάδος) 1935
115ος ο Ματθαῖος (ἀπό Βρεσθένης) 1948-1950
116ος ο Δημήτριος (Θεσσαλονίκης) 1950-1957
117ος ο ‘Αγαθάγγελος (ὁ ἀπό Τήνου) 1957-1967
118ος ο Ἀνδρέας 1967 (Τοποτηρητής ἀπό Πατρῶν) 1972 – 2005.

Μακαριωτατε είσθε ο μόνος Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος ανεδείχθη διά Κανονικών ψηφων, και επομένως ο μόνος Κανονικός διάδοχος του κυρού Αρχιεπισκόπου Ανδρέου, και, λόγω των υπαρχουσων δυσμενων εκκλησιαστικών συγκυριων (Καταλήψεις και κατακρατησεις Ιερών Ναών και Εκκλησιαστικών Κέντρων από εν σχίσματι τελούντας πρώην αδελφούς) εισθε ο μόνος, πού ενθρονίζεσθε εις το μέχρι πρό ολίγων ετων παντελώς αγνωστον εις τους πολλούς και περιφρονημένον αυτό εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνος της περιοχής Καρέα.
Εχει μια μεγάλη ιστορία ο τόπος εδώ.  Όπως διάβασα εις το ιστορικόν της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου, ηρχετο εδώ εις τον Υμηττόν ως φοιτητης εις το Πανεπιστήμιον των Αθηνων ο Μέγας Βασίλειος και ησχολείτο με τάς μελέτας του.
Η ενθρόνισίς σας, Μακαριωτατε, θα επρεπε να εγίνετο εις τον μεγαλοπρεπή Καθεδρικόν Ιερόν Ναόν Αγίας Τριάδος, διότι εκεί είναι η εδρα σας, και εκεί είναι η κατοικία του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου, σύμφωνα με την απόφασιν της Ιερας Συνόδου του 1991. Αλλά, κρίμασιν οις οιδεν ο Κύριος, ο Ναός αυτός και το παρακείμενον Εκκλησιαστικόν Κέντρον, ητοι η Στέγη Φιλοξενίας Κληρικων, εργον του αειμνηστου π. Θωμά και των ενοριτων του, αλλά και αι μεγάλαι Ιεραί Μοναί (τά αλλοτε αηττητα Κάστρα της Ορθοδοξίας) τωρα διέρχονται την Βαβυλώνειον αιχμαλωσίαν των εις τον Παλαιοημερολογιτικόν Οικουμενισμόν, διά να μην ειπω ότι εχουν παραδοθεί μυστικά εις τον νεοημερολογιτισμόν.
Εχει ο Θεός, όμως ελπίζομεν και πιστευομεν ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θαναι, δηλαδή της Γνησίας Ορθοδοξίας, διότι ανηγέρθησαν διά να διακονήσουν την Γνησίαν Ορθοδοξίαν και όχι τον Νεοημερολογιτισμόν. Και το ελπίζομεν, ότι θα ελθη γρήγορα η αναλαμπή της Ορθοδοξίας, αρκεί να βαδίσωμεν τον υπόλοιπον δρόμον της ζωης μας, εν πνευματι αγάπης και αληθείας. Η οποία αναλαμπή σημαίνει και την αποκατάστασιν εις την Γνησίαν Ορθοδοξίαν του πάλαι πεπτωκότος διά του Νεοημερολογιτισμού Οικουμενισμού Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρωμης,
Είναι χαρακτηριστική η φράσις πού ηκούσθη, όταν εν ετει 2004 οι καταληψίες του Ιερου Ναού της Αγίας Τριάδος, σιδηροεφραξαν τάς εισόδους εις τους ανω ορόφους της Στέγης Φιλοξενίας Κληρικών και του Ιερού Ναού διά να μη δύναται να εισέλθη ο Κανονικός Εφημέριος και ενορίτες να εκκλησιαστούν ουτε εις τον Ναόν, ουτε εις το παρεκκλήσιον του Γ  Ορόφου, το τιμωμενον επ  ονόματι του Αγιου Μεγαλομάρτυρος Μηνά.
Και η φράσις πού ηκούσθη ηταν: «Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ». Εξήγησα όμως εις τους παρευρισκομένους τότε: «ΟΧΙ, Η ΠΟΛΙΣ ΟΥΚ ΕΑΛΩ». «ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΟΥΣ ΜΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΑΛΙ ΔΙΚΙΑ ΜΑΣ ΘΑΝΑΙ».

 ΕΡΓΟΝ ΤΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

Προσωπικά, εις το γεγονός ότι επελέγη ο μικρός ναίσκος του αγίου Σπυρίδωνος διά να γίνη η Ενθρόνισις Υμών του Κανονικού Αρχιεπισκόπου Αθηνων και Πάσης Ελλάδος, διακρίνω την Πρόνοιαν του Θεού, διότι αυτό το μικρόν εκκλησάκι (του Αγίου Σπυρίδωνος και των 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου) το οποίον εξυπηρετούσε από το 1974 ο μακαριστός π. Θωμάς εχει μεγάλην ιστορίαν. Προωρίζετο από τον κτητορά του, τον μακαριστό Σπυρίδωνα Κόκκορη, νά γίνη ένα μεγάλο Κέντρο της Γνησίας Ορθοδοξίας, Κέντρο Εθνικου και Θρησκευτικού Αγωνος, με οραμα πάντοτε την Κωνσταντινούπολιν, την Ανατολικήν Ρωμυλίαν, τον Πόντο και την Μικρά Ασία. Το λέγω τούτο εκ προσωπικής αντιλήψεως. Διότι μού το εκμηστηρεύθηκε ο μακαριστός κτητωρ Σπυρίδων Κόκκορης, όταν μού παρέδωσε τον Ναό, όταν μού εδωκε και το Αρχείον του Εθνικού και Θρησκευτικού Γνησιορθοδόξου Αγωνος, πού περιελάμβανε τά εχοντα σχέσιν με το Σωματείον «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (ετος ιδρύσεως 1929), την αγωνιστικήν Εφημεριδα των Γνησιορθοδόξων «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» (εναρξις εκδόσεως πάλιν το 1929,  και το Ιερόν Λάβαρον του Αγωνος, επί του οποίου είναι καταγεγραμμένα τά εξής: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΤΟΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ 1919», κάτωθεν δε της Εικόνος του Παντοκράτορος Χριστού υπάρχει η επιγραφη ΜΕΓΑΣ ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ, οτε και μού ειπε: «Να συνεχίσης αυτόν τον Αγωνα». Και μού παρέδωσε και μίαν ιδιόγραφον Διαθήκην, (η οποία, όπως και ολο το Αρχειο είναι εις το Πνευματικόν Κέντρο Περιστερίου, το οποιον και αυτό εσύλησαν), και με την οποίαν μέ καθιστούσε υπεύθυνον διά την συνέχισιν της λειτουργίας του Ναού, όπως μού ειπε χαρακτηριστικά, εις την γραμμήν ομολογίαν του αγίου Πατρός Ματθαίου. Ο μακαριστός κτητωρ του Ναού τούτου Σπυρίδων Κόκκορης υπηρξε μέλος και της συντακτικής Επιτροπής του «ΚΗΥΚΟΣ» (πρωτης Εφημερίδος των ΓΟΧ, και συνεργάτης και αρθρογράφος του ἑπισήμου δημοσιογραφικού Οργάνου «ΚΗΡΥΞ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ». Ενθυμούμαι τά αρθρα του πού μού παρέδιδε να τά δημοσιεύσω, ότι  διεκρίνοντο διά το γνησιον εκκλησιαστικόν φρόνημα, και την αφοσίωσιν του εις τάς γνησίας εθνικοθρησκευτικάς παραδόσεις (γλωσσα, πατρίδα, οικογένεια).

ΟΤΑΝ ΕΓΚΑΙΝΙΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΝΑΟΝ

Η σκέψις μας, κατά τά Εγκαίνια του Ναού, ητο να εξυπηρετειτο καλύτερον το μικρόν ποίμνιον το οποίον εδιώχθη από τον Ιερόν ναόν Αγίας Τριάδος Κάτω Ηλιουπόλεως. Δεν εφανταζόμεθα ότι ο ναισκος αυτός θα εξυπηρετουσε ένα μεγάλο γεγονός της Εκκλησίας, όπως είναι η ενθρόνισς του Κανονικού Αρχιεπισκόπου της Μεγάλης Πόλεως των Αθηνων. Όπως εγράψαμεν εις σχετικήν ανακοίνωσιν: «Μέχρι καί εις τάς ημέρας μας ο Ναός αυτός επαιξε καί παίζει σημαντικόν ιστορικόν ρόλον εἰς τόν Αγώνα της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σήμερα πού οι σκοτεινές δυνάμεις κατώρθωσαν μέσα από προδοσίες δεκαετιών νά μετατρέψουν ὅλα σχεδόν τά Πνευματικά καί Ιεραποστολικά Κέντρα, Ναούς καί Μονάς της Γνησίας Ορθοδοξου Εκκλησίας σέ ΚΕΝΤΡΑ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, (διότι αυτό εξυπηρετεί τόν Νεοημερολογιτισμόν) ο Ιερός μας Μετοχιακός Ναός τού Αγίου Σπυρίδωνος, παίζει ἕναν πολύ σημαντικόν ἱστορικόν ρόλον….».  Και ηυχήθημεν  νά γίνη ουτος η αφετηρία νεων Αγωνων και η απαρχη τού θριάμβου της Γνησίας Ορθοδοξίας, οπως εγινε εις τήν Κων/λιν μέ τόν μικρόν επίσης Ναό της Αγίας Αναστασίας, ὅταν ολους τούς ἄλλους Ναούς τούς εἶχον καταλάβει οι αιρετικοί, ενώ δέν ηργησεν πολύ ο καιρός πού ολοι οἱ κατεχόμενοι από τούς αιρετικούς Ναοί ἐπεστράφησαν εις τούς Ορθοδόξους».
Εις μίαν δε Σύναξιν του των Ενοριτων, (Κυριακήν των Αγίων Πάντων τού 2010), απεφασίσαμε νἀ συνεχίσουμε, εστω καί ελάχιστοι καί μόνοι, αυτόν τό δύσκολο αλλά ιερό Αγώνα, ώστε να επανέλθουν οι Ναοί και τά Πνευματικά Κέντρα εις την Γνησίαν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, πεποιθότες εις "τόν δυνάμενον σώσαι" και εκαλέσαμεν διά αλλην μίαν φοράν, τούς αποστάτας πρωην αδελφούς μας καί σημερινούς διωκτες μας, νά συνειδητοποιήσουν ὅτι "σκληρόν εστί πρός κέντρα λακτίζειν", καί ὅτι συμφέρον ολων, ειναι νά ενωθούμε "εν αγάπη καί εν αληθεία", διότι "οι καιροί ου μενετοί"….

ΟΥΤΟΙ ΕΝ ΑΡΜΑΣΙΝ ΚΑΙ ΟΥΤΟΙ ΕΝ ΙΠΠΟΙΣ

Οι πρώην, όμως, αδελφοί μας, αντί να εννοήσουν τις απαιτησεις των καιρων και να δεχθούν τον προταθέντα  «εν αγάπη και αληθεία διάλογον», πού τους προετείναμε, εστράφησαν δικαστικώς εναντίον μας, και επί 5 ολόκληρα χρόνια μας σύρουν εις τά δικαστηρια, αφού εβαλαν κακήν βουλήν να καταλάβουν δικαστικώς και αυτόν τον μικρόν Ναόν, διότι όπως ελέχθη από κάποιους είναι «καλόν φιλέτο» και «ο νοών νοείτω». Εν τέλει και αφού ειχαν πωλήσει τον Ναόν του Αγίου Νικολάου στην Σαλαμίνα (2010), αφού κατέλαβον τά Πνευματικά Κέντρα Περιστερίου και Ηλιουπόλεως (2003-2004), και αφού ανεπιτυχως προηγουμένως επεχείρησαν να καταλάβουν και τον Ιερόν Ναόν Αγίου Δημητριου Αχαρνων, κλπ.κλπ, εστράφησαν και εναντίον σας, Μακαριώτατε Παχωμιε και αγιε Πατρων και π. Γεράσιμε και π. Αντωνιε, και σας ψευδοκαθηρεσαν και επεχείρησαν και την Ιεράν Μονήν των Εξαμηλίων να καταλάβουν, διότι εγίνατε και εσείς, όπως και ειμαστε και εμείς το 2005, το εμπόδιον εις την οικουμενιστικήν των πορείαν.  

Δόξα τω Θεω, όμως, πάντων ενεκεν. Ηλθεν ο καιρός πού αυτός ο Ναός καλείται πράγματι νά επιτελέση μέγα εργον, μεγάλην ιεραποστολήν. Σημερα οπου τίθεται «ο λύχνος επί την λυχνίαν» της Ιερᾶς Αρχιεπισκοπής Αθηνων,  αρχίζει μια νεα περίοδος αγωνος διά τον Ιερόν μας Ναόν. Γίνεται πλέον ο μικρός αυτός ναίσκος, το Κέντρον της παγκοσμίου Ορθοδοξίας. Διότι ως ειπομεν και προηγουμένως το εργον πού καλείται να επιτελέση σήμερον η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνων (της Γνησίας Ορθοδοξου Εκκλησίας) είναι πανορθοδόξων διαστάσεω: «Υἱέ ἀνθρώπου, λέγει ο Θεός διά του Προφητου Ιεζεκιήλ εις κάθε Επίσκοπον, Υιέ ανθρωπου, σκοπόν δέδωκά σε τῶ οἴκω Ἰσραήλ... καί ἐάν μή λαλήσης τοῦ φυλάξασθαι τόν ἀσεβῆ ἀπό τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ, αὐτός ὁ ἄνομος τῆ ἀνομία αὐτοῦ ἀποθανεῖται, τό δέ αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῆς χειρός σου ἐκζητήσω» (Ἰεζ. 3, 17-18) εχει και εδώ την εφαρμογην του.

ΙΔΟΥ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ

Πράγματι Είναι μεγα το χρέος μας και υμών Μακαριωτατε και ολων των Επισκόπων. Κατά τον Μέγαν Βασίλειον «Νυν καιρός Αγωνος και τούτου νομίμου». Διότι εχομεν να αντιμετωπίσωμεν πολλούς εχθρούς και πολεμίους. Από την μίαν είναι ο Νεοημερολογιτισμός – Οικουμενισμός αυτά τά δύο θηρία της αποστασίας, και από την άλλη τους εσωτερικούς εχθρούς.
Ππολλοί εκ των νεοημερολογιτων ανησυχούν διά την εξέλιξιν των πραγμάτων εις την Εκκλησίαν του Κράτους και διερωτωνται: "Τί εἶναι οἱ ἐπίσκοποί μας; Μοιραῖοι καὶ ἄβουλοι θεατὲς τῆς προελάσεως τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἁπλῶς αἱρετικοὶ ἢ κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἀντίχριστοι καὶ ὡς τέτοιοι δέ δὲν ἔχουν κἂν φόβο Θεοῦ, ὅτι κάποτε θὰ βρεθοῦν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ ἀπολογηθοῦν; Μήπως γι’ αὐτὸ καὶ διαπράττουν μὲ τόση ἀβελτηρία καὶ ἰταμότητα τὰ πλεῖστα καὶ μέγιστα ἑωσφορικὰ ἐγκλήματά τους κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως, τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ Αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἀδιαφοροῦντες πλήρως γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν Ἱερῶν Κανόνων ποὺ Αὐτὸς διὰ τῶν Συνόδων ἐθέσπισε καὶ ἐκεῖνοι ὀφείλουν μετὰ φόβου νὰ ἐφαρμόζουν; Σὲ αὐτὸ τὸ ἑωσφορικὸ ἔρεβος ὁδηγήθηκαν —καὶ ὁδηγοῦν τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ— οἱ ἀντίχριστοι Οἰκουμενιστές, οἱ πάσης φύσεως κακοδοξίες φέροντες πατριάρχες καὶ ἐπίσκοποι καὶ οἱ παρατρεχάμενοί τους κληρικοί τε καὶ μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ θεολόγοι ἀθεολογήτως θεολογοῦντες, ὡς φορεῖς τοῦ πνευματικοῦ καὶ ἠθικοῦ μολυσμοῦ, ποὺ ἀνεμπόδιστα καὶ ραγδαίως διαβρώνει τὴν Ἐκκλησία μας ἐξουνιτίζοντας, οἰκουμενιστικοποιώντας καὶ συγκρητιστικοποιώντας Την γιὰ νὰ ἀφομοιωθεῖ ὡς μὴ-Ὀρθοδοξία πλέον στὴν Πανθρησκεία τοῦ Ἀντιχρίστου!... " (Από την Διακήρυξιν της 3 Απριλίου 2011 του Σωματείου:  «Φιλορθόδοξος Ενωσις Κοσμάς Φλαμιάτος).

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΟΜΟΦΥΛΩΝ

Από την άλλη πλευρά εχομεν τον εσωτερικό πόλεμο, τους ψευδαδέλφους και τους σχισματικούς.  Ὁ Μέγας Βασίλειος ὁμιλῶν διά τόν διωγμόν, τόν ὁποῖον ἔκαμνον οἱ αἱρετικοί τῆς ἐποχῆς του, κατά τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρει εἰς τήν 243, 2 ἐπιστολήν του (Ε.Π. 32, 904), ὅτι ὁ διωγμός αὐτός, τόν ὁποῖον μάλιστα ὀνομάζει πόλεμον ὁμοφύλων εἶναι ὁ βαρύτερος ὅλων: «Διωγμός κατείληφεν ἡμᾶς, ἀδελφοί τιμιώτατοι, καί διωγμῶν ὁ βαρύτατος». Καί ἐξηγεῖ γράφων εἰς τήν ὑπ’ ἀριθμ. 82, 1. (Ε.Π. 32, 460) ἐπιστολήν του πρός τόν Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιο: «Λέλυται πᾶσα Ἐκκλησία, ὡς οὐδέ ἡ σή φρόνησις ἀγνοεῖ. Καί ὁρᾶς πάντως τά ἑκασταχοῦ, οἷον ἀφ’ ὑψηλῆς τινος σκοπιᾶς τῆς τοῦ νοῦ θεωρίας, ὅπως, καθάπερ ἐν πελάγει πολλῶν ὁμοῦ συμπλεόντων, ὑπό τῆς βίας τοῦ κλύδωνος πάντες ἀλλήλοις προσρήγνυνται καί γίνεται τό ναυάγιον, πῆ μέν ἐκ τῆς ἔξωθεν αἰτίας βιαίως κινούσης τήν θάλατταν, πῆ δέ ἐκ τῆς τῶν ἐμπλεόντων ταραχῆς ἀντιβαινόντων ἀλλήλοις καί διωθουμένων».
Εἰς ἑτέραν δέ ἐπιστολήν του ὑπ’ ἀριθμ. 257, 1 (Ε.Π. 32, 945) πρός Μοναχούς βασανιζομένους ὑπό τῶν Ἀρειανῶν ἔγραφε ὅτι ἦταν λιγότερο ἐπικίνδυνοι οἱ ἀνοιχτά δεδηλωμένοι Ἀρειανοί, παρά μερικοί ψεῦτες ἀδελφοί, οἱ ὁποῖοι δροῦσαν ἀνάμεσα στό ποίμνιο: «Χαλωπώτερον γάρ κρίνω ἐγώ τόν παρά τῶν ὁμοφύλων πόλεμον, διότι τούς μέν προκεκηρυγμένους ἐχθρούς καί φυλάξασθαι ράδιον, τοῖς δέ ἀναμεμιγμένοις ἡμῖν ἀνάγκη ἐκδότους εἶναι πρός πᾶσαν βλάβην, ὅ καί ὑμεῖς πεπόνθατε». Και τούτο να προσέξωμεν, ότι οι αἱρετικοί δέν ἐδίσταζαν νά χρησιμοποιοῦν καί τά πιό αἰσχρά μέσα διά νά φτάσουν στούς στόχους των, ἔφταναν ἀκόμη μέχρι καί νά θανατώνουν ὀρθοδόξους Κληρικούς, πού δέν ὑπέκυπταν μπροστά τους
Στήν ἐπιστολή του 248 πρός τόν Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου ἀναφέρει ο ιδιος (Μέγας Βασίλειος) γιά κάποιον Ἀσκλήπιον, ὁ ὁποῖος χτυπήθηκε ἀπό τούς Ἀρειανούς τόσο δυνατά, ὥστε νά πεθάνει ἀπό τίς πληγές, διότι ἀρνήθηκε τήν κοινωνία τους.  «’Ασκλήπιός τις, διά τό μή ἑλέσθαι τήν πρός τόν Δωήκ κοινωνίαν, τυπτόμενος παρ’ αὐτῶν ταῖς πληγαῖς ἐναπέθανεν, μᾶλλον δέ διά τῶν πληγῶν εἰς τήν ζωήν μετετέθη».
Ὁ Μ. Βασίλειος συνέδεε τούς χριστιανούς πού μαρτύρησαν μπροστά στούς αἱρετικούς μέ ἐκείνους πού μαρτύρησαν ἐπί τῶν διωγμῶν τῶν είδωλολατρῶν καί τούς θεώρησε αύθεντικούς μάρτυρας, λυπόνταν μάλιστα ὅτι τά θύματα τῶν Ἀρειανῶν δέν τιμῶνται ὡς μάρτυρες, πίστευε ὅμως ὅτι γι’ αὐτό θά ἀπολαύσουν μεγαλύτερη δόξα στούς οὐρανούς.
Ἔγραφε στήν ὑπ’ ἀριθμ. 243, 2 Ε.Π. 32, 904 ἐπιστολήν του: «Καί τό βαρύτατον, ὅτι οὔτε οἱ μέν κακούμενοι, ἐν πληροφορίᾳ μαρτυρίου τά πάθη δέχονται, οὔτε οἱ λαοί ἐν μαρτύρων τάξει τούς ἀθλητάς θεραπεύσουσι, διά τό χριστιανόν ὄνομα τοῖς διώκουσι περικεῖσθαι».
Ἐπίσης εἰς τήν ὑπ’ ἀριθμ. 257, 1 ἐπιστολήν του (Ε.Π. 32, 945) γράφει: «Οἱ δέ νῦν ἀναφανέντες διῶκται μισοῦσι μέν ἡμᾶς οὐδέν ἦττον ἤ ἐκεῖνοι, εἰς δέ τήν τῶν πολλῶν ἀπάτην τό τοῦ Χριστοῦ προβάλλονται ὄνομα, ἵνα μηδέ τήν ἐκ τῆς ὁμολογίας παραμυθίαν ἔχωσιν οἱ διωκόμενοι, τῶν πολλῶν καί ἀκεραιοτέρων ἀδικεῖσθαι μέν ἡμᾶς ὁμολογούντων, εἰς μαρτύριον δέ ἡμῖν τόν ὑπέρ τῆς ἀληθείας θάνατον μή λογιζομένων. Διόπερ ἐγώ πέπεισμαι μείζονα ἡμῖν ἤ τοῖς τότε μαρτυροῦσι παρά τοῦ δικαίου κριτοῦ μισθόν ἀποκεῖσθαι..., ὥστε είκός πολλυπλασίονα ἀποκεῖσθαι ἐν τῶ μέλλοντι αἰῶνι τῶν ὑπέρ τῆς εὐσεβείας πόνων τήν ἀντιμισθίαν».

Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΠΟΥ ΕΙΣΗΛΘΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΖΩΗΝ ΚΑΙ Η ΣΙΜΩΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣΤΙΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΖΩΗΝ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ  ..

Εχει γραφεί από αγωνιωντας νεοημερολογίτας το εξης: «Ιδού εφθάσαμεν εις το γενικόν καθολικόν φαινόμενον της διαφθορας. ΑΠΟΤΕΛΕΙ φυσικό κανόνα ότι κάθε μορφή εξουσίας είτε από συνήθεια, είτε από προδιάθεση ρέπει προς τη διαφθορά. Από αυτό τον κανόνα δεν εξαιρείται η εκκλησιαστική εξουσία, η οποία εκφράζεται συνήθως μέσα από τη εξουσιομανία. Η εξουσία, όπως αυτή και αν μεταφράζεται, είτε σε δόξα, είτε σε δύναμη, είτε σε αξιώματα, είτε σε πλούτο, είτε άλλως πως, αποτελεί το πιο γλυκό ναρκωτικό και φυσικά δεν ήταν δυνατό να ξεφύγουν οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Την ίδια ώρα που εκκλησιαστικοί ταγοί διδάσκουν με λόγια την εγκράτεια, την ευσπλαχνία, την αγάπη, τη φιλανθρωπία, το "δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε" τη λιτότητα, "μη κτήσησθε χρυσόν, μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τα ζώνας υμών, μη εις οδόν, μηδέ δύο χιτώνας, μηδέ υποδήματα, μηδέ ράβδον", την ίδια ώρα διδάσκουν με τη ζωή τους τη διαφθορά και σκανδαλίζουν με τις πράξεις τους» Και συνεχίζεται εις το ιδιον αρθρον: «ΚΑΤ' ΕΞΟΧΗΝ όμως έκφραση της εκκλησιαστικής διαστροφής, αποτελεί η σιμωνία, δηλαδή η εξαγορά θέσεων στο Ιερατείο. Ιστορικά η έννοια στης σιμωνίας ξεκίνησε από την προσπάθεια εξαγοράς της χάριτος του Αγίου Πνεύματος από τους Αποστόλους, από ένα μάγο της Σαμάρειας που λεγόταν Σίμων. Η αρρώστια αυτή εμφανίστηκε λίγα χρόνια μετά την Ανάσταση του Χριστού και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, είτε φανερά, είτε κρυφά».
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ … ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ.
Και ημεις σήμερον, λέγομεν προς τους σημερινούς διωκτας μας, αιρετικούς και αποσχιστάς, εσωτερικούς τε και εξωτερικούς, ο,τι ελεγεν ο Αγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γράφοντας πρός Βασίλειον Μοναχόν:
«Οὐκ ἐσμέν ἀποσχισταί, ὦ θαυμάσιε, τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας΄ μήποτε τοῦτο πάθοιμεν΄ ἀλλ’ εἰ καί ἄλλως ἐν πολλοῖς ἁμαρτήμασιν τυγχάνομεν. Ὅμως ὁμόσωμοι αὐτῆς καί τρόφιμοι μετά τῶν θείων δογμάτων΄ καί τούς κανόνας αὐτῆς καί διατυπώσεις γλιχόμεθα φυλάττεσθαι. Τό δέ ταράττειν καί ἀποσχίζειν ἀπ’ αὐτῆς, τῆς μηδεμίαν ἐχούσης ἀληθῶς κηλῖδα ἤ ρυτίδα κατά τε τόν τῆς πίστεως λόγον καί τόν τῶν κανόνων ὅρον, ἀπ’ ἀρχῆς αἰῶνος καί μέχρι τοῦ δεῦρο, ἐκείνων ἐστίν, ὧν ἡ πίστις τό ἐνδιάστροφον ἔχει, καί ὁ βίος τό ἀκανόνιστον καί ἄθεσμον΄ ὧν εἷς ἐστίν καί ὁ ‘Ιωσήφ ὁ τόν μοιχόν στεφανώσας΄ οἵ τε τούτῳ ὡς ἀμέμπτῳ ἀνεχόμενοι συλλειτουργεῖν, και μήν καί οἱ συνιστῶντες αὐτόν ὡς ἀθώως ἱερουργοῦντα» (Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, PG, 99, 997 C, Πρός Βασίλειο Μοναχό).
Επίσης ο ιδιος γραφει πρός τόν Νικηφόρον Πατριάρχην: «Οὐκ ἐσμέν ἀποσχισταί, ὦ ἁγία κεφαλή, τῆς τοῦ Θεοῦ ‘Εκκλησίας΄ μήποτε τοῦτο πάθοιμεν. ‘Αλλ’ εἰ καί ἄλλως ἐν πολλοῖς ἁμαρτήμασιν ὑπάρχομεν, πλήν ὀρθόδοξοι καί τῆς Καθολικῆς ‘Εκκλησίας τρόφιμοι, πᾶσαν αἵρεσιν ἀποβαλλόμενοι, καί πᾶσαν καθολικήν καί τοπικήν σύνοδον ἐγκεκριμένην ἀποδεχόμενοι΄ οὐ μήν ἀλλά καί τάς παρ’ αὐτῶν ἐκφωνηθείσας κανονικάς διατυπώσεις. Μηδέ γάρ τέλειον εἶναι ὀρθόδοξον, ἀλλ’ ἐξ ἡμισείας, τόν τήν πίστιν ὀρθήν οἰόμενον ἔχειν, τοῖς δέ θείοις κανόσιν μή ἀπευθυνόμενον». (Ἁγίου Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99, 989 A, Πρός Νικηφόρον Πατριάρχην).

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥΜΕΝΗ ΝΙΚΑ…. ΔΕΝ ΒΛΑΠΤΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ, ΟΥΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ…  ΙΔΟΥ ΤΙ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΠΑΛΙΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ

«Τό γάρ μή ἔχειν σπίλον ἤ ρυτίδα (ἡ ἐκκλησία), ἵνα καί πάλιν εἴπωμεν οὕτω νοείτω΄ τό μή προσιεμένην τά τε ἀσεβῆ δόγματα καί τά ἀκανόνιστα ἐγχειρήματα. Οὐ μήν ἀλλά καί τά ἐν τοῖς αὐτουργοῦσι τά ἀπηγορευμένα συμφρονήματα, ὡς που φησίν, ὀ θεῖος Βασίλειος΄ πρός ἅ Παῦλος ὁ μέγας, οὐδέ συνεστιᾶσθαι τοῖς τοιούτοις παραχωρεῖ. ’Επεί ἀπό τῶν ἀποστόλων καί κατόπιν, πολλαχῶς πολλαί αἱρέσεις προσερράγησαν αὐτῆ΄ (πολλές αἱρέσεις ἐκτύπησαν τήν Ἐκκλησία) καί ρυπάσματα ἄθεσμα καί ἀκανόνιστα ἐπεπόλεσαν (ἐμφανίστηκαν, ἐπεκράτησαν προσωρινά) ὥσπερ καί τό νῦν΄ ἀλλά μήν αὐτῆ τῶ προειρημένῳ τρόπῳ ἄσχιστος καί ἀμώμητος διαμεμένηκε, καί διαμενεῖ ἕως τοῦ αἰῶνος, ὑπεξαιρομένων καί ἀποπεπμπομένων ἀπ’ αὐτῆς τῶν κακῶς φρονησάντων ἤ πραξάντων΄ ὥσπερ ἐξ’ ἀσείστου καί παραλίου πέτρας τά προσρήσοντα κύματα». ( Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, PG 99, 1001).

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ Ο ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ

Ενα από τά βασικωτερα θέματα πού εχουμε να αντιματωπίσουμε, ως Ιερά Σύνοδος είναι το θέμα των ποικιλωνυμων αιρέσεων. Τι είναι η αιρεσις: Η αιρεσις αποτελεί  μολυσματικὴ καὶ δυσθεράπευτη ἀσθένεια; «Μὴ συμφιλιάζῃς αἱρετικοῖς, ἵνα μὴ συγκοινωνήσῃς τῇ κοινωνίᾳ αὐτῶν· (ελεγαν οι Αγιοι Πατέρες).  ... ἕκαστος γὰρ θερίσει ὃ ἔσπειρε» (Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Περὶ μετανοίας καὶ κατανύξεως). «Εἰ δὲ ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς ἠθικοῖς σφαλλομένων τοσαύτη ἐστὶν ἡ βλάβη, τί χρὴ λέγειν περὶ τῶν περὶ Θεοῦ κακοδοξούντων, οὓς ἡ κακοδοξία οὐδὲ ἐν τοῖς ἄλλοις ὑγιαίνειν ἐᾷ, παραδιδομένους ἅπαξ δι' αὐτὴν τοῖς τῆς ἀτιμίας πάθεσιν;» (Μ. Βασιλείου, Ὅροι κατ’ Ἐπιτομήν, Ἐρώτησις κʹ). Καί: «Τῶν αἱρετικῶν ἡ κακοδοξία, πάντοτε πηγαίνει εἰς τὸ χειρότερον καὶ γίνεται μεγαλυτέρα πληγή... Διὰ τοῦτο πρέπον νὰ ἀποφεύγουν οἱ Χριστιανοὶ τούτους καὶ πάντας τοὺς αἱρετικοὺς ὡσὰν λοιμοὺς καὶ πανούκλας, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ μὲ αὐτούς... ἀπωλεσθοῦν» (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ΄ Ἐπιστολὰς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ. 3ος, σελ. 318-319). Τουτέστιν ανάγκη αγωνος και τούτου νομίμου, όπως εδίδασκεν ο Μέγας Βασίλειος. 
Αλλά και όπως ελεγεν ο Αγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Διό ὑπομιμνήσκω ὡς ἐλάχιστος ἀδελφός καί τέκνον, μή σιγήσωμεν, ἵνα μή κραυγή Σοδόμων γενώμεθα΄ μή φεισώμεθα τῶν κάτω, ἵνα μή ἀπολέσωμεν τά ἄνω΄ μή θῶμεν σκάνδαλον τῆ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἥτις ἐστίν καί ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις ὁριζομένη κατά τούς ἁγίους΄ ἵνα μή τῆ ἀποφάσει τοῦ Κυρίου καταδικασθῶμεν». (Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου PG 99, 1049 B).

ΝΑ ΠΡΟΩΘΗΘΗ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΟΙΜΝΙΟΥ   

Και επί πλέον οφείλομεν να διδάξωμεν τον λαόν και εις την Αρχιεπισκοπήν Αθηνων και εις ολας τάς Μητροπόλεις και  Πανορθοδόξως, ὁτι οι καιροί ου μενετοί» και να τον παρακινήσωμεν εις την πνευματικήν ζωήν., καθώς μας υποδεικνύει και ο Αγιος Νικόδημος εις το ψυχωφελέστατο εργο του «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ»: «Εξέτασαι, λέγει, την επιμέλειαν όπου βάνεις εις το να εύρης ένα καλόν πνευματικόν· διότι ποία άλλη μεγαλειτέρα ανάγκη είναι εις εσέ, ωσάν το να εύρης ένα καλόν οδηγόν εις μίαν οδοιπορίαν όπου έχεις να κάμης τόσον κινδυνώδη, καθώς είναι το να πορευθής εις τον ουρανόν; [...] Τώρα στοχάσου αγαπητέ εις ποταπόν κίνδυνον ευρίσκεσαι, ανίσως όχι μόνον δεν γυρεύης τοιούτον πνευματικόν άξιον δια να σε οδηγήση ορθώς εις την σωτηρίαν σου και να σε ιατρεύση καλώς από τα πάθη και τας αμαρτίας σου, αλλά και αποφεύγης αυτόν [...] Όθεν και ο μέγας Βασίλειος (Όροι κατ' επιτομήν σκθ΄)2 λέγει· "όπως λοιπόν τα πάθη του σώματος, δεν τα ξεσκεπάζουν οι άνθρωποι σε όλους, ούτε σε τυχαίους, αλλά σε εκείνους που είναι έμπειροι για τη θεραπεία τους· έτσι και η εξαγόρευσις των αμαρτημάτων οφείλει να γίνεται σε αυτούς που μπορούν να τα θεραπεύσουν, κατά το γεγραμμένον, εσείς οι δυνατοί να βαστάζετε τα ασθενήματα των αδυνάτων [Ρωμ. 15, 1], δηλαδή δια της επιμελείας σηκώνετέ τα"»3.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ

Ευχόμεθα οι Αγιοι οι οποίοι διέλαμψαν εις την Αποστολικην Πόλιν των Αθηνων, Αρχιερεις και Ιερεις, Μοναχοί και μιγάδες, και Πάντες οι προστάται των Αθηνων, εξαιρέτως δε η Υπεραγία Θεοτόκος, η πάλαι γνωστή ως η Παναγία της Ακροπόλεως των Αθηνων, κατόπιν γνωστη και ως Παναγία του Σουμελά, ο Αγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Αγιος Ιερόθεος πρωτος Επίσκοπος των Αθηνων, ο Αγιος Μιχαήλ ο Χωνιάτης, ο πρωτος Μητροπολίτης των Αθηνων, η Αγία Φιλοθέη η Πολιουχος των Αθηνων, ο αγιος Γρηγόριος ο Ιερομάρτυς και Εθνομάρτυς Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου το Αγιον Λείψανον είναι αποθησαυρισμένον εις την Μητρόπολιν των Αθηνων, και πάντες οι Αγιοι παλαιοί και νέοι Μάρτυρες και Ομολογητες, και ο Αγιος Ιεράρχης Ματθαίος, της Ορθοδοξίας ο πρόμαχος εν τοις εσχάτοις τούτοις καιροίς αναδειχθείς, να ενισχύουν και να ποδηγετούν Υμᾶς και την περί Υμάς Ιεράν Σύνοδον, εις πάν εργον αγαθόν και ευάρεστον.  

ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΑΥΡΙΟ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΒΟΗΘΟΙ ΟΛΩΝ ΜΑΣ.

Αλλά και οι Αγιοι και Θεοφόροι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, οι τιμώμενοι επίσης εις τον Ιερόν τούτον Ναόν να είναι βοηθοί ολων μας και να υπενθυμίσω ότι ότι ο μακαριστός Σπυρίδων Κόκκορης, όταν επρόκειτο να τακτοποιήσει ειπε να ξεχωρίσουν διά τον Ναό 318 μέτρα εκ του κτηματός του, και να τά δωσουν εις τον Ναό και τούτο εις τιμήν και μνήμην των 318 Θεοφόρων Αγιων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

ΕΝ ΠΡΩΤΟΙΣ ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ

 «Εν πρωτοις μνήσθητι Κυριε του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκοπου Αθηνων και Πάσης Ελλάδος κ. Παχωμίου, ον φυλαττε εν ειρηνη, σωον εντιμον, υγια, μακροημερεύοντα και ορθοτομούντα τον λόγον της Σής Αληθείας». Στερέωσον Κύριε την Αγίαν Σου Εκκλησίαν, την από περάτων εως περάτων. Ην εκτησω τω Τιμίω Σου Αιματι. Μνησθητι Κύριε και ημων των αναξίων δούλων σου και των απανταχου Ορθοδόξων, πρεσβείαις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημων Θεοτόκου της Ελεούσης του Κύκκου (της οποίας εδώ τιμάται η Ιερά Εικων) και πάντων των Αγίων.  ΑΜΗΝ.


ΠΑΠΙΣΜΟΣ


Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ.
Τα πραγματικά αίτια του σχίσματος.
Οι ψευδοαπόστολοι τού Βατικανού

Ὑπό Αρχιεπισκόπου Ευγενίου Βουλγάρεως (1716-1806),
Μεγάλου Διδασκάλου του Γένους

 Μακράν από τα Φρατορίδια τους ψευδοαποστόλους του Βατικανού

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/3287A129.el.aspx


Το καθοριστικό και καλά τεκμηριωμένο, γραφικώς, πατερικώς, ιστορικώς και λογικώς αυτό κείμενο του υπερμάχου της αμωμήτου Ορθοδόξου του Χριστού Πίστεως, Ευγενίου του Βουλγάρεως, είναι και σήμερα ιδιαίτερα επίκαιρο και αξίζει να το προσέξουμε.

Αγαπητοί αδελφοί,

Αν η ευλογημένη παρά Θεού άμπελος της Εκκλησίας μας ήτο κεχωρισμένη από τους επιβουλεύοντας και ευρίσκετο εις παντελή ασφάλειαν, δεν είχετε τόσο μεγάλη την φροντίδα να τη φυλάττετε. Αυτή όμως η άμπελος, την οποίαν ο ουράνιος αμπελουργός εξ Αιγύπτου μετεφύτευσεν, είναι φυτευμένη ανάμεσα εις τους Χαναναίους, οι οποίοι με μάτι άγριο την βλέπουν και άγρυπνο την παραφυλάττουν δια να την αφανίσουν ωσάν πολλά και ποικίλα θηρία. Λοιπόν πρέπει να προσέχετε, να αποσοβήτε και να κρατήτε αυτά μακράν από την θεοφύτευτον αυτήν άμπελον, της οποίας τα καρποφόρα και καλά κλήματα είσθε σεις... Προ πάντων πρέπει να φοβήσθε τας αλώπεκας όπου πλησιάζουν με δόλον, και κλέπτουν με πανουργίαν, και κατά την νουθεσίαν του άσματος, «πιάσατε υμίν αλώπεκας μικρούς αφανίζοντας αμπελώνας».
Αυτά τα μικρά αλωπούδια τα δολερά και πανούργα και απατηλά, αυτά είναι τα φοβερότερα όπου δεν σας πλησιάζουν με αγριότητα και με βίαν, αλλά με επίπλαστον ημερότητα και πειθώ, είναι τα πλέον ζημιώδη. Αυτά τα αλωπέκια του σκότους, δηλαδή της Δύσεως, εφάνισαν πάντοτε πλέον ολέθρια εις τας αμπέλους του φωτός, δηλαδή της Ανατολής. Αυτά λέγω τα Φρατορίδια, οι απόστολοι της Ρώμης, δια να μην είπω τίποτε δυσφημότερον, όπου περιέρχονται με σχήμα τάχα σεμνόν, με κίνημα ταπεινόν της υποκρίσεως, με ζήλον τάχα ένθεον, με βλέμμα ήμερον, με γλώσσαν απαλήν, με ομιλίαν γλυκείαν, με υποσχέσεις μεγάλας αυτά άνωθεν και εξαρχής επιβουλεύθηκαν της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας τα κλήματα. Και εζήτησαν όχι μόνον να αφανίσουν τους καρπούς αλλά και να τους μαδήσουν τα φύλλα, και να ανασπάσουν αν ήτο δυνατόν, και αυτάς τας ρίζας. Αυτοί είναι οι ψευδόχριστοι και οι ψευδοπροφήται, όπου περιέρχονται εις τον κόσμον όχι δια να κηρύξουν εις τούς ευσεβείς το όνομα του Χριστού, αλλά δια να καταπείσουν εις τους ευσεβείς Χριστιανούς τον εωσφορικόν θρόνον, ότι και νυν εν τω κόσμω εστί ο του αντιχρίστου θρόνος.
 Αδελφοί, μακράν από τους τοιούτους ψευδαποστόλους οπού ζητούν να σας σαλεύσουν από την ασάλευτον πέτραν της διδασκαλίας του Χριστού, εις την οποίαν είσθε καλά θεμελιωμένοι. Εμφράξατε τα αφτιά σας εις τας ψευδείς και ατόπους διδασκαλίας των, με τας οποίας τεχνεύονται να σας σαγηνεύσουν. Έχετε Μωσέα και τους Προφήτας, έχετε τους Αποστόλους και Διδασκάλους, άνδρας θεοφωτίστους, αυτών ακούετε. Έχετε Ευαγγέλιον, κανόνας και δόγματα Συνόδων, υποθήκας και διδασκαλίας των Πατέρων, εις αυτάς μένετε προσηλωμένοι δια να μη σφάλετε. «Καν Άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίσητε υμίν (βοά ο Παύλος) παρ' ό υμίν ευηγγελισάμεθα, ανάθεμα έστω».
 Και οι άγγελοι αυτοί οι εκ της Ρώμης, του σκότους είναι οι σκοτισταί, ή Δομενικανοί, ή Ιησουίται, ή άλλου τινός τάγματος της Δυτικής Ιεραρχίας. Ανάθεμα έστωσαν, διατί άλλα ευαγγελίζονται εις εσάς, παρ' ό οι Απόστολοι και οι Πατέρες ημών ευαγγελίσαντο, το Ευαγγέλιον του Ευαγγελίου δια στόματος Χριστού. 

Καινοτομίαι των παπικών

1. Εις παπικούς φανερά Ευαγγελίζεται ότι το Πνεύμα το Άγιον παρά του Πατρός εκπορεύεται και αυτοί οι άγγελοι του σκότους ευαγγελίζουν: «και εκ του Υιού». Η πρώτη Σύνοδος η Οικουμενική, Θεολογεί εις το σύμβολον της Πίστεως, το Πνεύμα παρά του Πατρός εκπορεύται, και αυτή η συναγωγή των πονηρευομένων, ασεβολογούν: «παρά του Πατρός και Υιού». Και αναθεματίζει η Σύνοδος, όσους τολμήσουν τι το παρά μικρόν εις αυτό το σύμβολο να προσθέσουν και το πρόσωπον του Υιού και Λόγου, ως εκπορευτικόν του Κυρίου. Οι θεοφόροι Πατέρες συμφώνως εν ενί στόματι με το αυτό Πνεύμα, διδάσκουν τρανώς, ότι μόνος αίτιος ο Πατήρ. Και αυτοί οι νέοι Πατέρες διορθούμενοι τους παλαιούς διδάσκουν, ότι αίτιος «όχι μόνον ο Πατήρ αλλά και ο Υιός». Οι Πατέρες λέγουν: Πνεύμα Υιού μεν λέγομεν, εξ Υιού δε ου λέγομεν, οι Φράτορες και εξ Υιού είναι λέγουν.
2. Οι πατέρες δια Συνόδου Οικουμενικής διορίζουν, ο Ρώμης να έχει την Εκκλησιαστικήν διοίκησιν, καθώς και οι λοιποί επίσκοποι, μέσα εις τα όρια μόνης της επαρχίας του, και οι Φράτορες εν τοις αυτών συλλόγοις απλώνουν την εξουσίαν του Ρώμης Πάπα, εις όλα τα πέρατα της γης. Και αν ήτο δυνατόν και επάνω εις την σεληναίαν σφαίραν (καθώς δια τον Μακεδόνα Αλέξανδρον ιστορήθη) λυπούμενοι πως δεν έφθασε και εις άλλους κόσμους παρά το παπικόν κράτος.
3. Οι Πατέρες αποφασίζουν ότι τας κλεις του ουρανού, δηλαδή την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν τας αμαρτίας, τας έλαβον παρά του Χριστού οι Απόστολοι, και οι Φράτορες διϊσχυρίζονται, ότι τας έλαβε μόνον ο Πέτρος, και τας ενεχείρισεν μόνον εις τον Πάπαν. Ο Πέτρος υποκείμενος εις την Σύνοδον, και μέλος και συνάδελφος μέσα εις την Αποστολικήν σύγκλητον, καθώς φαίνεται εις τας Πράξεις των Αποστόλων, και ο Πάπας υπέρ νέφελος, και υπέρ τας Συνόδους, κατ’ αυτούς μονοκράτωρ της Εκκλησίας.
4. Οι Πατέρες εις το επί ταύτη τη Πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, η δε Πέτρα (εξηγούν) ο Χριστός, και η εις αυτόν ομολογία, και οι Φράτορες: «η δε Πέτρα (αντιλέγουν) είναι ο Πάπας».
5. Οι Πατέρες άνωθεν και εξαρχής ετέλουν το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, με άρτον ένζυμον, οι Φράτορες με επιστολών σφραγιστηρίους κύκλους χαρτοειδείς μάλλον ή αρτοειδείς, θέλουν να το επιτελούν.
6. Οι Πατέρες εκ παλαιάς παραδόσεως, παραγγέλουν εις τους ιερείς, να προσεγχέουν και ζέον ύδωρ, οι Φράτορες αποβάλουν και το ζέον αυτό.
7. Οι Πατέρες μας άφησαν τύπον απαράβατον, να τελειούτε ειδοποιούμενον το μυστήριον διά της του Αγίου Πνεύματος επικλήσεως, προηγουμένων ιστορικώς των Κυριακών λογίων, μεθ’ α εισέτι τα προκείμενα δώρα ως μήποτε τελειωμένα, καλούν άρτον και οίνον. Οι Φράτορες εξ εναντίας τελειωτικά έχουν τα Κυριακά λόγια, το «λάβετε δηλαδή, και το πίετε εξ αυτού πάντες».
8. Οι Πατέρες καθαρτήριον πυρ μετά θάνατον ούτε εστοχάσθηκαν, ούτε είπον. Οι Φράτορες άναψαν εις τα σπλάγχνα της γης, έξω από την αιώνιαν κάμινον της γεένης, άλλην μίαν χρονικήν κάμινον του Πουργατορίου, η οποία δίδει περισσότερον κέρδος εις τα θησαυροφυλάκια των φιλοχρημάτων ποντιφίκων, από όλας τας καμίνους των πλουσιοτέρων χρυσοχοϊκών χωνευτηρίων.
9. Οι Πατέρες τέλος πάντων ακολουθούντες εις τα λόγια του Ευαγγελίου, την απόλαυσιν των μακαρίων, και την κόλασιν των κατακρίτων την αποταμιεύουν εις την δευτέραν Παρουσίαν του Χριστού, μετά την κρίσιν. Οι Φράτορες καθήμενοι αυτοί κριταί, και προαρπάζοντες οιονεί την κρίσιν, την οποίαν ο Πατήρ, ουδένα κρίνων, πάσαν αυτήν δέδωκε τω Υιώ αυτού, αυτοί άλλους μακαρίζουν, άλλους κολάζουν κατά την αρέσκιάν τους, και πριν γίνει παρά του ουρανίου Κριτού η κρίσις. Και με τόσα και τοιαύτα λοιπόν δόγματα, εις την διδασκαλίαν του Χριστού και της Εκκλησίας, αντίφθογγα ευαγγελίζονται φανερά αυτοί, παρ’ ο οι Απόστολοι και οι Πατέρες ευαγγελίζονται. Δεν φαίνεται προφανώς, ότι αυτοί οι δυτικοί, επίτηδες ζητούν την καινοτομίαν και εις τα της πίστεως, καθώς συχνά καινοτομούν και εις τα φορέματα και εις τα ήθη των; Ωσάν να εδυσαρεστούντο καθόλου εις τα παλαιά και ωσάν να ήθελαν να αντινομοθετήσουν οι τολμηροί και εις τας νομοθεσίας του Πνεύματος. Ποίον από τα παλαιά άφησαν αυτοί ανενόχλητον; Ποίον αμετακίνητον;
10. Εξ αρχής οι αρχιερείς ποίαν εξουσίαν είχον; Δεν είχον μόνην την εξουσίαν του Πνεύματος; Ναι. Αλλά τώρα από πολλού οι αρχιερείς αυτών συνάπτουν το πνεύμα με τον κόσμον, το εκκλησιαστικόν με το πολιτικόν. Και ακούοντες «απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ», αυτοί οικειοποιούνται και τα του Θεού, και τα του Καίσαρος, και τη διοίκησιν των ψυχών και των σωμάτων. Και οι επίσκοποι άμα οι αυτοί και βασιλείς, και δυνάσται, κρατούν με το ένα χέρι την ποιμαντορικήν ράβδον, και με το άλλο το σπαθί. Και ωσάν τινες σύμμικτοι και τερατώδεις ιπποκένταυροι, και τραγέλαφοι γενόμενοι, αμφότερα είναι, κυρίως ουδέτερον έχουν. Φευ εκείνοι οι ίδιοι όπου εδιορίσθησαν να προσφέρουν εις τον Θεόν την αναίμακτον θυσίαν, ανακατώνονται με την εξωτερικήν εξουσίαν εις τα ανθρώπινα αίματα. Ο Θεός αγκαλά υπεραγαπά τον Δαβίδ, περί ου είπεν: «εύρον άνδρα κατα την καρδίαν μου, Δαβίδ τον δούλον μου», δεν εδέχθη όμως να γίνει του ναού η οικοδομή παρ’ εκείνου, δια τούτο και μόνον, ότι αι χείραι αυτού αίμα εξέχεαν. Αυτό το έργον δια τούτο απεταμιεύθη εις τον Σολομώντα τον ειρηναίον και ήσυχον βασιλέα. Και αν ουδέ τον υλικόν ναόν και χειροποίητον του Θεού δεν είναι άξιοι να οικοδομήσουν όσοι αίμα εκχέουν, πόσον μάλλον τον ζωντανόν ναόν και αχειροποίητον του Θεανδρικού σώματος; Τι μείζων ο ναός ή το δώρον το αγιάζον τον ναόν;
11. Αλλά τι άφησαν οι Δυτικοί καινοτόμητον; Αποστολικοί και Συνοδικοί κανόνες επιτρέπουν εις τους κοσμικούς ιερείς να είναι άνδρες νόμιμοι μιας γυναικός, και αυτοί απηγόρευσαν τον γάμον των κοσμικών Ιερέων...]
12. Οι νόμοι κωλύουν το ιεράσθαι, οποιοι περιπέσουν καθώς εις φόνον, ούτω και εις σαρκικά αμαρτήματα, και αυτοί τους συγχωρούν.
13. Δι’ ευταξίαν και σεμνοπρέπειαν επικράτησεν έθος επαινετόν, οι Εκκλησιαστικοί να τρέφουν και της κεφαλής την κόμην, και του προσώπου τον πώγωνα. Ο θείος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ιερόν κόσμον τούτο ονόμασε. Και αυτοί και οι ιερείς και οι αρχιερείς των, ξυρίζουν ομού με αυτά και τον μύστακα, και παριστάνουν εις ημάς την κεφαλήν της Λατινικής Εκκλησίας εξυρισμένην.
14. Διορίζει η Εκκλησία να μη χειροτονή Επισκόπους ή Ιερείς ο Επίσκοπος εν μια λειτουργία περισσότερους παρά ένα, και αυτοί χειροτονούν άμα και κατά το αυτό πέντε και δέκα ή και πλείονας.
15. Παράδοσις είναι ότι η οικοδομή της Εκκλησίας να είναι προς Ανατολάς, και προς αυτό το μέρος διορίζει να επιστρέφωμεν προσευχόμενοι, οιονεί αφορώντες εις την αρχαίαν Πατρίδα, εκ της οποίας εξεπέσαμεν. Και αυτοί τους ναούς των τρέπουν αδιαφόρως κατά παν μέρος.
16. Η παράδοσις συγχωρεί εις μίαν Εκκλησίαν να είναι ένα θυσιαστήριον, και μία καθεκάστην ημέραν να προσφέρεται μόνον αναίμακτος Θυσία. Και αυτοί εις τους ναούς των κατασκευάζουν Θυσιαστήρια πολλά, και εν εκάστω της αυτής ημέρας επιτελούν πολλάς λειτουργίας.
17. Εικόνας παρεδόθημεν να σεβώμεθα γεγραμμένας (ζωγραφισμένας), και αυτοί προσκυνούν γλυπτά είδωλα.
18. Την Παρθένον Μαριάμ πρεπόντως εμείς ζωγραφούμεν αιδέσιμον εις το πρόσωπον, και ενδεδυμένη με σεμνά, κατά το παλαιόν έθος, ιμάτια. Καυτοί ιδρύοντες, εις τύπον αυτής αναίσχυντον άγαλμα, της ψιμυθίζουν το πρόσωπον, της τημελούν με δακτυλοειδείς ασέμνους έλικας των τριχών τους πλοκάμους. Κρεμούν τρυπώντες εις τα αυτία της πολύτιμα ενώτια, διατρούν εις τον τράχηλόν της χρυσόν και λιθοκόλλητον περιδέραιον, την ενδύουν με φορέματα άτακτα και άσεμνα, οία εις τους Ευρωπαίους ο περί τον γυναικείον ιματισμόν συχνός νεωτερισμός εφευρίσκει, και με τα οποία όχι ευπρεπώς καλλωπίζονται και αι γυναίκες αυτών, και περιζωνύοντες, δια να είπω έτσι, με τον κεστόν των σωματικών χαρίτων, την άμωμον, την υπέραγνον Μητέρα του Θεού, παρασταίνουν ως εικόνα της Παρθένου (φείσαι μου Δέσποτα) μίαν ακόλαστον Αφροδίτην.
19. Πότε η Εκκλησία των Χριστιανών, από τον καιρόν των Αποστόλων έως ημάς, εμεταχειρίσθει εις τας ακολουθίας της Σάλπιγγας Ελατάς και Κερατίνας, και Κινύρας, και Κιθάρας, και Αυλούς, και Τύμπανα, και παν είδος μουσικών οργάνων; Πότε εισήνεγκεν εις τους θείους ύμνους, τους μουσικούς και ευνούχους και υποκριτάς της σκηνής, δια να υμνολογούν τον Κύριον με τα θεατρικά, ηδονικά και ακόλαστα, αισχρότατα άσματα; Και όμως   αυτοί κατέστησαν τους ναούς τους με αυτά, τόσα Θέατρα.
20. Έτσι αν εξετάσης, με θαυμαστή πρόνοια και οικονομία η Εκκλησία άνωθεν διέταξε να είναι χωριστό από τους άνδρας, το γυναικείον, εις στάσιν των γυναικών δια να εμποδίζητε το σκάνδαλον και η αταξία, που ακολουθεί εις τας των αρρένων και των θηλέων κατά τας αυτάς συνελεύσεις. Και αυτοί ώσπερ επίτηδες εις όλα τα παρ’ ημών καλά, γενναίως αντιφερόμενοι, ηθέτησαν και την τάξιν αυτήν, και πλσιάζουν, και εν καιρώ προσευχής, πολλά συμά εις το πυρ τα στρυπία τα ευκατάφλεκτα.
21. Μεταβήτε με τον λογισμό συντόμως και εις τα επίλοιπα. Απαραίτητοι νόμοι της Εκκλησίας απαγορεύουν: α) το κλίνειν γόνυ εν Σαββάτω, αυτοί γονατίζουν β) το νηστεύειν το Σάββατο, αυτοί νηστεύουν γ) το καταλύειν Τετράδα και Παρασκευή, αυτοί καταλύουν δ) το εσθίειν αίμα και πνικτά και ακάθαρτα, αυτοί τρώγουν ε) το συνάπτειν εις γάμου κοινωνίαν τους ή κατά σάρκικήν συγγένειαν ή πνευματικήν, οικειουμένους, αυτοί τους συνάπτουν στ) το προσέρχεσθαι τη Θεία Μεταλήψει τους εις δεινά αμαρτήματα περιπεσόντας, αυτοί τους μεταλαμβάνουν.
22. Και δια να μην αφήσουν ουδέ το κεφαλαιώδες, και αναγκαιότατον εις σωτηρίαν μυστήριον, αμετακίνητον και απαρασάλευτον, αυτό λέγω το βάπτισμα, με όλον οπού οι Απόστολοι, αι Σύνοδοι, οι Πατέρες όλοι, φωνάζουν διδάσκοντες, να βαπτίζονται οι πιστοί εν τρισί καταδύσεσιν, αυτοί μόνον ψιλώς ραντίζουν.
23. Και ούτε χρίουν ευθύς τον βαπτιζόμενον, αλλά αμελούντες το χρίσμα, αμελούν την δι’ αυτού του Πνεύματος επιφοίτησιν. Και ούτως εν ύδατι μόνον, και όχι εν Πνεύματι βαπτίζουν. Αν πρέπει να ειπή τινας Βάπτισμα, εκείνο οπού δεν έχει τα συστατικά του Βαπτίσματος, ούτε σημείον την τριημερόνυκτον του Σωτήρος Ταφήν και Ανάστασιν, ανάγκη είναι να μην έχη ουδέ του καθαρτικού των ψυχών λουτρού την τελειότητα και την δύναμιν.

***
 Τις δύναται να εξαριθμήσει ακριβώς όλα; Αλλά ως τόσον και από αυτά καθένας συμπεραίνει πόσον το πνεύμα της καινοτομίας και του νεωτερισμού, τους δολίους τους εξετύφλωσε. Και λοιπόν αδελφοί, αυτοί είναι οδηγοί τυφλοί, μη τους ακολουθήτε δια να μη κρημνισθήτε εις τον λάκκον της κακοδοξίας και της αιρέσεως. Εις το στόμα αυτών κάθεται το πνεύμα του ψεύδους και της απάτης. Μη πιστεύητε εις τα λόγια τους δια να μη κινδυνεύσητε. Έχετε φανερόν σημείον, ότι είναι ψεύσται και απατεώνς, το να λέγουν τα ενάντια από εκείνα οπού εθέσπισε το Πνεύμα της αληθείας, δια των θεραπόντων αυτού.
Ενθυμηθήτε το πάθος του απλού και ακάκου και ευκολοπίστου εκείνου Ανθρώπου του Θεού, του οποίου την συμφοράν διαβάζομεν εις ιγ΄ του γ’ Βιβλίου των Βασιλειών. Ο Θεός στέλλοντάς τον να ελέγξη τον βασιλέα Ιεροβοάμ, τω παρήγγειλε να μη φάγη άρτον και να μη πίειν ύδωρ και να μη γυρίση από την στράταν όπου επορεύθη. Ένας όμως γέρων ψευδοπροφήτης, ο οποίος είχε την κατοικίαν του εις Βαιθήλ, μανθάνοντάς το, έδραμε οπίσω του, τον έφθασε, τον επαρακίνησε: «Δεύρο του είπε και εγώ Προφήτης είμαι καθώς και συ. Άγγελος Κυρίου ελάλησεν εις εμέ καθώς και εις εσέ και μου παρρήγγειλε να σε επιστρέψω εις το σπίτι μου, και να σε γεύσω. Δεύρο μετ’ εμού και φάγε άρτονκαι πίε ύδωρ». Τέλος πάντων τον εκατέπεισεν. Αλλά τι; Επιστρέφοντας ο παραβάτης άνθρωπος του Θεού μετά ταύτα, εύρεν ευθύς την αξίαν ποινήν της παραβάσεώς του κατασπαραχθείς από ένα θηρίον: εύρεν αυτόν λέων εν τη οδώ και εθανάτωσεν αυτόν.
 Άνθρωποι του Θεού, δούλοι του Χριστού, μάθετε από τούτο το παράδειγμα να διακρίνετε τους ψευδοπροφήτας. Ακούετε; Άνθρωπος οπού ομιλεί το ενάντιον εκείνου οπού ομίλησεν ο Θεός, ο τοιούτος βεβαιότατα είναι ψευδοπροφήτης. Ο Θεός λέγει δια της Εκκλησίας Αυτού: νήστευσον, μη φάγης. Και αυτός ο ψευδοπροφήτης λέγη: «Μη νηστεύσης αλλά φάγε». Φθάνη τόσον, ψευδοπροφήτης είναι, δεν είναι αμφιβολία. Ο Θεός παραγγέλη: "Μη επιστρεύσης εν τη οδώ ή επορεύθης, αλλά περιπάτη ίσα τον δρόμον σου". Και αυτός ο ψευδοπροφήτης ζητεί να σας φέρη έξω από την στράταν όπου περιπατείτε και να σας σύρη ομού με λόγου του εις την στράταν την εδική του. Δεν χρειάζεται άλλο σημείον δια να τον γνωρίσετε. Ψευδοπροφήτης είναι, ας λέγη αυτός ότι και εγώ Προφήτης ειμί, ότι Άγγελος Κυρίου ελάλησεν εις εμέ. Ας λέγει. Μη πλανηθήτε, μη πιστεύσητε εις αυτόν, ας τον ελάλησε και Άγγελος Κυρίου. Όταν άλλα από εκείνα οπού εκ μέρους του Θεού οι Απόστολοι ευηγγελίσαντο εις ημάς, ο τοιούτος ευαγγελίζεται, ανάθεμα έστω.

Ποιούς τρόπους προσηλυτισμού, μεταχειρίζονται

Πολλούς και ποικίλους τρόπους μεταχειρίζονται αυτοί οι απόστολοι της Ρώμης, δια να αρπάσουν από τας αγκάλας της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εις τον Παπισμόν, τα γνήσιά της τέκνα. Είναι δυνατόν όμως τους πολλούς τρόπους να τους ανακεφαλαιώση τινας εις τρεις, δια να προσέχη και να φυλάττεται. Έρχονται αυτοί εις τον αγώνα αυτόν, α) ή με την δύναμιν του λόγου β) ή με τα θέλγητρα των υποσχέσεων γ) ή με την βίαν των απειλών.

Α) Με τον διάλογον

Αγωνίζονται με τα επιχειρήματα τάχα και με αποδείξεις να καταπείσουν, ή με χαρίσματα και ευεργεσίες να σύρουν, ή με φοβερισμούς και απειλάς να αναγκάσουν. Αλλ΄ υμείς, αδελφοί αγαπητοί, στέκετε στερεοί και ακαταγώνιστοι έμπροσθεν εις αυτούς τους εχθρούς των ψυχών σας, και με τη βοήθεια του Θεού, θέλουν αναχωρήσει από σας μάταιοι και κατησχυμένοι, οι λόγοι τους θέλουν σκορπισθεί ματαίως εις τον αέρα ως ψόφοι διάκενοι, αι δολεραί αυτών υποσχέσεις θέλουν μένει ανενέργητοι, οι φοβερισμοί τους θέλουν πέσει αδύνατοι. Όταν έρχονται προς υμάς με τα όπλα του λόγου, και με τη δύναμη των σοφιστικών επιχειρημάτων, και μεγαλοφρονούν εις σύστασιν των δογμάτων τους, μη θαυμάζητε, ας είναι σοφοί αυτοί, τι θαυμαστόν; Σοφοί ήσαν και ο Άριος, σοφός και ο Μακεδόνιος και ο Απολλινάριος, και προ πάντων θαυμάσιος ήτον εις την σοφίαν ο Ωριγένης. Αλλά με όλην τους την σοφίαν έπεσαν εις τα βάραθρα τόσων και τόσων βλασφημιών και αιρέσεων. Σοφοί ήσαν ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων, ο Επίκουρος και τόσοι άλλοι. Αλλά με όλη τους την σοφίαν επλανώντο οι άθλιοι ως τυφλοί εις τα βάθη της ειδωλολατρίας, και εμωρολόγησαν περί Θεού, και της Θείας δυνάμεως και Προνοίας, μύρια ατοπήματα. Τόσα άλλα έθνη είναι εις τους καιρούς μας σοφώτατα, αλλά είναι τα αυτά ομού, και κατά τη γνώμη των Λατίνων αιρετικότατα.
Εις τους τοιούτους της ανθρωπίνης σοφίας, τους ετοιμάζει βαθύτερον τον λάκκον της κατακρίσεως, διότι εμπιστευόμενοι εις την σοφίαν τους, έγιναν τυφλοί εις την της αληθούς πίστεως κατανόησιν, δοξάζοντες γαρ είναι σοφοί περί την σύνεσιν της Αληθείας, αθλίως εξετυφλώθησαν. Τι κοινόν έχει η σοφία του κόσμου; Είναι πλάνη είναι αφροσύνη, είναι μωρία κατά τον Παύλον, όταν είναι κεχωρισμένη από τη σοφία του Θεού. Η σοφία του Θεού, η οποία είναι αληθινή Πίστις, αυτή είναι η όντως Σοφία, η ασφαλής και άπταιστος, Σοφία ορθή. Εκείνην (την σοφίαν του κόσμου) την μανθάνει κανείς εις τας νεώτερας Ακαδημίας, ταύτην εις την παλαιάν Εκκλησίαν. Εκείνην, εις τα βιβλία των φιλοσόφων, ταύτην (την σοφίαν του Θεού) εις τα συγγράμματα των Πατέρων. Εκείνην, με την οξύτητα της Αγχινοίας, ταύτην με την θερμότητα της καθαράς και ευδιαθέτου ψυχής. Εκείνην, με πολυπλόκους συλλογισμούς πολυτρόπων επιχειρημάτων, ταύτην, με στερεάν συγκατάθεσιν αδιστάκτου πίστεως. Εκείνην, με περίεργον έρευναν και εξέτασιν, ταύτην με απράγμονα του νου αιχμαλωτισμόν.
Τι αγωνίζονται να μας καταπείσουν οι Φράκτορες με την διάλεξιν; Ημείς και οι Πατέρες αυτών, εξ αρχής οι Χριστιανοί όλοι και οι Πατέρες ημών, δεν εδέχθημεν αυτήν την Πίστιν με την διάλεξιν, αλλά την ησπάσθημεν με την αποκάλυψιν. Τι βιάζονται να μας παρασαλεύσουν από τα δόγματα, τα οποία ο Χριστός εδίδαξεν, οι Απόστολοι εκήρυξαν, αι Οικουμενικαί Σύνοδοι εκύρωσαν, οι Πατέρες εξήγησαν, όλη η Εκκλησία χωρίς ούτε να προσθέση ποτέ, ούτε να αφαιρέση ιώτα έν ή μία κεραίαν, απαρατρέπτως εδογμάτισεν;
Η πίστις δεν αλλάζει με τους καιρούς, δεν αλλοιούται από περιστάσεις, δεν μαραίνεται, δεν γηράσκει, αλλά μένει πάντοτε η αυτή, και παλαιά και νέα. Τι τολμούν αυτοί οι νέοι θεολόγοι να κινήσουν τα ακίνητα; Ημείς ηξεύρομεν ότι τα της πίστεως δόγματα όσον είναι νεώτερα τόσο είναι επισφαλέστερα, όσον παλαιότερα, τόσον γνησιώτερα και βεβαιότερα, καθώς τα νερά όσον μακρύτερα από τας πηγάς των, τόσον ρυπαρώτερα και τεθολωμένα μάλλον, όσον πλησιέστερα, τόσον καθαρώτερα.
Δεν ημπορούμεν να αφήσωμεν ημείς ένα Ιεροφάντην Διονύσιον, έναν Μέγα Βασίλειον, έναν Θεολογικώταον Γρηγόριον, έναν θαυμαστόν Χρυσόστομον, και τους τόσους θεοφορήτους άνδρας, θεσπεσίους Πατέρας, σκεύη του Αγίου Πνεύματος (των οποίων δεν ηξεύρει να διορίσει τινας, αν η Αγιότης ήτον μεγαλυτέρα της Σοφίας ή η Σοφία της Αγιότητος), και να ακολουθήσομεν τον Ακινάτην Θωμάν, Ιωάννην τον Σκώτον, Δουράνδον, Όχαμον και άλλους πόσους, τι ηξέυρω, εις την Εκκλησιαστικήν Ιεραρχίαν, ονόματα παντελώς αφανή και αγνώριστα. Αν άλλο τεκμήριον δεν έχωμεν, δια να προκρίνωμεν τους εδικούς μας, έφθανεν εις ημάς και τούτο, όπου οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας εις όλα τα δόγματα συνάδουν, εις όλα ομοφρονούν, εις κανένα δεν διαφέρονται, αλλά συσταίνουν ως εκ πολλών φθόγγων, εις την Εκκλησίαν ένα μέλος σύμφωνον, ακριβώς και εναρμόνιον, διατί η Αλήθεια είναι μία, και δεν χωρεί ποτέ εις αυτήν διαφωνία. Όπου είναι ο φωτισμός και η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, εκεί είναι συμφωνία. Εξ εναντίας οι θεολόγοι και διδάσκαλοι των Λατίνων εις πολλότατα ανάμεσον τους απαιτούν και διαμάχονται, όσαι κεφαλαί παρ΄ αυτής, τόσαι γνώμαι, όσα τάγματα, τόσα συστήματα. Θωμισταί, Σκωτισταί, Οχαμήται αδιάφοροι, οι Ιησουϊται τόσαις φοραίς κατ’ αλλήλων φιλονικούντες προφέρουν ανενδότως το άρα, όσαις φοραίς ήτον άξιοι να προφέρη τινάς   εναντίον τους την Αράν, διότι το ψεύδως είναι πολισχιδές, και προς εαυτόν ήκιστα σύμφωνον. Τους εδικούς μας Θεολόγους τους βλέπει ωσάν ταις πύρινες γλώσσαις της Πεντηκοστής, όπου όλαι συμπνέουν εις το κήρυγμα μιας και της αυτής Πίστεως. Τους Θεολόγους των Λατίνων, ωσάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων του πύργου του Βαβυλωνιακού, όπου η μία εφώναζε πέτραν και η άλλη νερόν.
Εις ένα μόνον συμφωνούν οι γενναίοι αυτοί των Λατίνων διδάσκαλοι, εις το να κινούν τας γλώσσας εναντίον μας. Δεν μεταχειρίζονται την σοφίαν τους, δια να επιστρέψουν τα έθνη τα πεπλανημένα εις την ευσέβειαν, όχι εις το να φωτίσουν τον τυφλόν Ιουδαίον, όχι εις το να διδάξουν τον άφρονα Αγαρηνόν, όχι εις το να επιστρέψουν τον ισχυρογνώμονα αιρετικόν, αμή εις τον να σύρουν λατρευτήν του Πάπα τον απλούν Ανατολικόν (Ορθόδοξον), και να τον μακρύνουν από τα δόγματά του, τα οποία παρέλαβε και φυλλάτει ως κόρην όφθαλμού από τον καιρόν των Πατέρων του, με αδιάλειπτον ακολουθίαν.
Ηξεύρω τι λέγουν μερικοί, ότι από τας γραφάς και τους Πατέρας και αυτοί στήνουν και αποδείχνουν τα νεώτερα δόγματά τους. Αδελφοί, μη πλανηθήτε. Φορούν αυτοί των προβάτων το δέρμα εις το φαινόμενον, αμήν υποκάτωθεν είναι λύκοι και λέοντες. Δείχνουν και αυτοί ότι ομιλούν με τας γραφάς και τους θείους Πατέρας, αλλά όποιος τους εξετάση ακριβώς, τους ευρίσκει ότι ομιλούν όλο το ενάντιον της διδασκαλίας των ιερών Γραφών και των θείων Πατέρων. Τι παράδοξον; Και ο διάβολος όταν επείραζεν τον Χριστόν, τον Κύριον ημών, ωμιλούσε και αυτός με την θείαν Γραφήν. Αλλά με την θείαν Γραφήν εζήτει να τον εγκρεμνήσει! Βάλε σεαυτόν κάτω έλεγεν. Και αυτοί οι νέοι και νεώτεροι θεολογοι ομιλούν και εις εσέ, αδελφέ, με τας Γραφάς, αμή ο σκοπός τους είναι να σε εγκρεμνήσουν εις το ιδικόν τους βάραθρον, «βάλε σεαυτόν κάτω» λέγοντες. Και οι Φαρισαίοι ωμιλούσαν εις τον Χριστόν με νομικά κεφάλαια, αλλά διατί; Δια να παγιδεύσουν αυτόν. Ομοίως και αυτοί οι Φαρισαίοι, τω όντι διακεκομμένοι και διεσχισμένοι από την μητέραν Εκκλησίαν, και αυτοί οι υποκριταί αναφέρουν και κανόνας Συνόδων. Αλλά διατί; Δια να σε πιάσουν εις την παγίδα των, δια να σε παγιδευσουν. Και οι αιρετικοί όλοι τέλος πάντων με τα ιερά λόγια ετεχνεύσαντο να συστήσουν την ιδίαν αίρεσιν. Και ένας άθεος απεδείκνυε με ένα ρητό της θείας Γραφής εις τους ψαλμούς ότι «ουκ έστι Θεός», πλην εσιώπα το γεγραμένον παραπάνω το «είπε άφρων». Τοιάυτην έχουν συνήθειαν και οι Δυτικοί νέοι διδάσκαλοι. Γραφάς φέρουν, κανόνας Συνόδων ομοίως, Πατέρας εις πλήθος. Αλλά πώς; Άλλα σιωπούν και άλλα παρατρέχουν, άλλα διαστρέφουν και αλλοιούν, άλλα ουδέ την αρχήν εννοούν, όντες εστερημένοι της Ελληνικής διαλέκτου την δύναμιν. Αλλά ουδέ ποσώς γεγραμμένα θέλουν.
Τι δε μεθοδεύονται οι πανούργοι; Έπειτα έως το ύστερον, αν απαντήσουν και κανένα ρητό Πατρός, το οποίον φανερά απελέγχει το δόγμα τους, εδά θέλεις τους ιδεί γενναιότερους εαυτόν τους γενναίους, θερμαινομένους και εκκεκαυμένους εις την απάντησιν. Εδώ παίζει η λεπτότης της φρενός και της αγχινοίας η οξύτης. Εδώ η πολύπλοκος διαλεκτική και της σχολαστικής κωφότητος η φλυαρία. Εδώ αι διαιρέσεις και επιδιαιρέσεις αι σοφιστικαί και παράλογοι, οπού θολώνουν τον νουν και σκοτίζουν τον εγκέφαλον. Εδώ οι όροι και αι φωναί αι αλλόκοτοικαι ξέναι της ιερά Θεολογίας και ανήκουσται εις τας Θείας Γραφάς και της φράσεως των αγίων Πατέρων παντί αλλότριαι. Είδε και τόσον είναι σαφής η προβαλλόμενη αυτοίς τινός Πατρός μαρτυρία, ώστε οπού να μην έχουν να δώσουν τινά απόκρισιν, τότε λησμονούν και το οφειλόμενον εις τον Πατέρα σέβας, οι τολμηροί και αναίσχυντοι, και δεν εντρέπονται να αποκριθούν, ότι εις αυτό η Πνευματοκίνητος του Πατρός γλώσσα επλανήθη και έσφαλεν. Ο μεν Θεοδώρητος λέγουν «ήτο αιρετικός Νεστοριανός», ο Δε Δαμασκηνός «εις αυτό δεν ωμίλησεν ορθά», ο θεσπέσιος Μάξιμος ο Ομολογητής «εις αυτό εξετράπη του ορθού φρονήματος», ο ιερός Θεοφύλακτος «είχεν αυτήν την αίρεσιν». Και τα παρόμοια αυτά λέγουν, οι περιττοί εις τας αιρέσεις αληθώς και τυφλοί και πεπλανημένοι, δια να πλανήσουν του Χριστού τα απλά και άκακα πρόβατα.
Αλλ’ υμείς μακράν από αυτά του άδου τα στόματα, οπού πνέουν φλόγας και ζοφώδεις καπνούς, και έως τέλους πλησιαζόμενα, ή καίουν ή καταζοφούν τας ψυχάς και τας ανατεθραμμένας εις την ευσέβειαν. Μακράν απ’ αυτούς τους ασκούς του Αιόλου, όπου πνέουν παντί ανέμω διδασκαλίας, δια να εκσπάσουν ρίζοθεν τα κατάκαρπα δένδρα της Εκκλησίας της Ορθοδόξου και Αγίας, ή δια να προξενήσουν εις τους πλέοντες την αλμυράν του βίου θάλασσαν πιστούς, ολέθριον το ναυάγιον. Μάθετε από τον θείον διδάσκαλον τον Κύριον ημών και Θεόν, να φεύγετε τους τοιούτους διαβόλους, οπού με τας αυτάς Γραφάς, οπού σας εδόθησαν εις σωτηρίαν, αυτοί ζητούν να σας κρημνίσουν εις την απώλειαν. Είπατε και υμείς εις αυτούς παρ' αυτών πειραζόμενοι: «Ύπαγε οπίσω μου Σατανά, ότι σκάνδαλόν μου ει».

Β) Τον δόλον

 Όχι ολιγωτέραν προσοχήν και φύλαξιν χρειάζεσθε, Αδελφοί μου, προς αυτούς τους απατεώνας, όταν έρχωνται με το μέλι εις στο στόμα και σας ομιλούν, όταν τεχνεύονται με τον δόλον των ευεργεσιών και χαρίτων να σας αγκιστρώνουν και με τας υποσχέσεις και ελπίδας να σας σαγηνεύουν. Φοβερώτερος εχθρός δεν είναι από εκείνον οπού υποκρίνεται φίλος. Επικυνδυνωδέστερος και ολεθριώτερος πόλεμος δεν είναι, από εκείνον οπού με την ελπίδα της ελευθερίας φέρνει την τυρραννίδα. Πιστεύσατέ μοι ότι περισσότερους Ανατολικούς επλάνησαν και έσυραν προς εαυτούς οι Λατίνοι με την δόσιν πάρεξ με την διάλεξιν. Περισσοτέρους λέγω έσυραν προς εαυτούς με τας κολακίας, με τας υποσχέσεις, με τας χάριτας, με τας ευεργεσίας, με τας κοσμικάς βοηθείας, με την άδειαν, με την άνεσιν και τρυφήν, με τας ελπίδας, παρά με τους λόγους και τας κατηχήσεις. Μάρτυρες εις τούτο η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια, πολλά μέρη της Συρίας, και πολλοί νήσοι του Αιγαίου Πελάγους, όπου με πολλά χρήματα ηύξησεν η Ρώμη τον Παπισμόν, συναθροίζουσα τους πιστούς ωσάν στράτευμα μισθοφόρων. Δεν ήθελαν δυνηθούν να σύρουν και τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως και τον Πατριάρχην και τους τόσους Αρχιερείς εις την Φλωρεντίαν τότε, να συγκατανεύσουν εις την ψευδή εκείνην και ανυπόστατον ένωσιν, πάρεξ με την ελπίδα της συνδρομής των και βοηθείας εις τον κατά βαρβάρων επικείμενον πόλεμον. Δεν ήθελον ισχύσουν να ελκύσουν εις το μέρος των και τον μάλλον φιλοχρήματον και φιλόδοξον, πάρεξ φιλόσοφον Αρχιερέα εκείνον Βησαρίωνα, πάρεξ με την εκκλησιαστικήν παρ’ αυτών πορφύραν, με τον Καρδιναλικόν Καπάσιον.
Αλλ’ αύται είναι αι μεθοδίαι και μηχαναί του εχθρού των ψυχών, να απατά τους πιστούς με τα πρόσκαιρα, δια να τους υστερήση τα αιώνια.
Εξ αρχής πως ίσχυσεν ο δόλιος να πλανέση τους ιδκούς μας προπάτορες; Δεν το κατόρθωσε με μίαν μεγάλην υπόσχεσιν; «Φάγετε από το ξύλον τους είπεν, αν θέλετε να ανοιχθούν τα μάτια σας, να διακρίνετε το καλόν από το κακόν, και τέλος πάντων να θεωθήτε, και έσεσθε ως θεοί». Με ποιούς τρόπους εμεθοδεύετο πάλιν το πονηρόν πνεύμα, ο Διάβολος εις το όρος εκείνο, τον Θεάνθρωπον Ιησούν; Δεν εμεθοδεύετο με τας υποσχέσεις, με τα χαρίσματα, με τας αξίας; Να, λέγει, πέσε να με προσκυνήσης, και να σου χαρίσω όσα βλέπεις, αυτά τα βασίλεια. «Ταύτα πάντα σοι δώσω, εάν πεσών προσκυνήσης με». Και οι υπηρέται του διαβόλου, οι διώκται της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τύρρανοι δεν μετεχειρίσθησαν ίσως κατά καιρούς την αυτήν μέθοδον; Όλοι προεβίβαζαν εις αξίας, υπόσχοντο πλούτον, επηγγέλοντο ευτυχίαν, και ότι άλλο ημπορεί να θέλξη την ασθενήν και ευκαταφρόνητον του ανθρώπου θέλησιν, μόνον δια να σύρουν τους πιστούς από την ευσέβειαν εις την απιστίαν.
Οι Μωαβίται δεν ίσχυον να τροπώσουν τους Εβραίους με τα άρματα, αμή πώς τους ετρόπωσαν; Έστειλαν εις αυτούς τας γυναίκας και τας θυγατέρας των, με ευωχίας και συμπόσια, με ποτά και φαγητά, με ακολάστους συναναστροφάς και συνουσίας. Εξεθήλυναν των ανικήτων ανδρών τα αρρενωπά πρότερον και γενναία φρονήματα, και τους απομάκρυναν από την λατρείαν του Θεού αυτών, εις την προσκύνησιν των θεών Μωάβ, και τοιουτοτρόπως τους ενίκησαν, και σχεδόν τους αφάνισαν. Με τρόπον παρόμοιον συναρπάζουν, βοηθούμενοι, ευεργετούμενοι υπ’ αυτών, φευ! Και τους απλούστερους εις τον Παπισμόν, της Ρώμης οι θεράποντες.
«Έλθετε» τους λέγουν, «κοινωνήσατε με ημάς, ενωθήτε με την Εκκλησίαν μας, ομολογήσατε άκρον Αρχιερέα, Μονάρχην της Εκκλησίας, κεφαλήν του Σώματος του Χριστού, αυτοδέσποτον νομοδότην, και διοριστήν, και κριτήν των Συνόδων, Άπταιστον, Αλάθητον, Αναμάρτητον, τον Πάπαν. Αν αγαπάτε σιμάν εις την σωτηρίαν των ψυχών σας και την ευτυχίαν σας, ούτω γίνεσθε βασιλεύον έθνος, και όχι βασιλευόμενοι, ελεύθεροι και όχι αιχμάλωτοι. Αποκτάται την ασφάλειαν, την άνεσιν, την υπεροχήν, την δεξίωσιν, την δόξαν, την τιμήν, οπού απολαμβάνομεν και ημείς, την βοήθειαν ων πλουσίων, την ευνοιαν των μεγάλων, την περιποίησιν των Ηγεμόνων, τον υπερασπισμόν όλου του γένους σας, μάλλον δε τόσων και τόσων Βασιλέων της Ευρώπης. Αν χρειάζεσθε κυβέρνησιν, θέλει την λάβετε. Αν κανένα οφφίκιον, σας δίδεται. Αν καμμιάν επικερδή επιστασίαν, την επιτυγχάνετε. Ανωτέραν και λαμπροτέραν αξίαν, κατ’ ολίγον, και αυτήν μπορείτε να την ελπίσετε. Όλα αυτά σας υποσχόμεθα, και προς τούτοις περισσότερα. «Ταύτα πάντα σοι δώσω». Θέλετε είσθε εις το εξής άνετοι εις τους δεσμούς, ελεύθεροι από τα βάρη, ανενόχλητοι εις τας δημόσιας υπηρεσίας, προτιμώμενοι εις τας συναναστροφάς, αγαπώμενοι, βοηθούμενοι, ευεργετούμενοι υπό πάντων, έντιμοι, σεμνοί, περίβλεπτοι, περίδοξοι, «έσεσθε ως Θεοί». Εις την Εκκλησίαν μας, με την δύναμιν και εξουσίαν, την οποίαν παρά Θεού λαβών έχει ο Πάπας, ημπορείτε να τύχετε της σωτηρίας   και με ευκολίαν και ανάπαυσιν, χωρίς τόσας σκληραγωγίας και ταλαιπωρίας, χωρίς τόσας αγρυπνίας και νηστείας, χωρίς τόσους αυστηρούς κανόνας και ανυποφορήτους αγώνας, θέλει φθάσετε εις το επιθυμητόν τέλος της δικαιοσύνης και του μακαρισμού... Η στράτα είναι πλατεία και ευκολοπερπάτητος εις ημάς. Και τα εγκόσμια καλά οπού ο Θεός εδημιούργησεν εις απόλαυσιν του ανθρωπίνου γένους, ικανώς θέλει τα χορτάσετε. Και αν ποτέ ως άνθρωποι αμαρτήσετε, ετοίμην θέλει εύρετε την ιατρείαν και την συγχώρησιν παρά του δούλου των δούλων του Θεού, του αλληγορικού Σαμαρείτου, και παρά των λειτουργών αυτού, περισσότερον με τον γλυκασμόν του ελαίου της ευσπλαγχνίας, παρά με τον οίνον της αυστηρότητος. Αι κλεις του παραδείσου είναι εις χείρας του μεγάλου διαδόχου του Πέτρου, αυτός εύκολα ημπορεί να σας επιτρέψη και χωρίς κόπους την είσοδον».
 Όταν με τοιαύτας επαγγελίας και υποσχέσεις σας ψάλλουν αδελφοί Χριστιανοί, αυταί αι σειρήνες, εμφράξατε ευθύς τα αφτιά σας, δια να μη κινδυνεύσητε. Μην αφήνετε αυτό το μέλι να σταλλάξη δια της ακοής εις την καρδία σας, αν αγαπάτε την σωτηρίαν σας. Είπατε παρ’ ευθύς με τον Δαυίδ, πως τα λόγια του θείου Νόμου είναι γλυκήτερα υπέρ μέλι και κηρίον, και πλέον επιθυμητά από όλας τας ευτυχίας του κόσμου, από όλας τας απολαύσεις του σώματος, από όλας τας αναπαύσεις της ζωής, τας οποίας αυτοί σας υπόσχονται. Εσείς, ω καλοί Πατέρες, αποκριθήτε εις αυτούς: «Μας θέλγετε με το μέλι των παρόντων αγαθών και ευτυχημάτων, αλλ’ ημείς στοχαζόμεθα πόση πίκρα αυτό το μέλι ύστερον μας γεννά την χολήν. Δεν στέργομεν, δια να βρέξωμεν με ολίγον μέλι το στόμα, να πλησιάσωμεν ως ο Ιωνάθαν εκείνος εις του θανάτου το στόμα. Δεν ευχαριστούμεθα δια να χορτάσωμεν με ολίγον νερό την δίψαν, να υστερηθούμε ως ο Λυσίμαχος εκείνος της βασιλείας, και όχι μιας βασιλείας προσκαίρου, αλλά βασιλείας ατελευτήτου. Προτιμώμεν ημείς τον Νόμον, τον οποίον παρά των Πατέρων ημών παρά του Θεού ελάβαμεν, απ’ όλα τα καλά όπου μας υπόσχεσθε. Προκρίνομεν την ευσεβή και θεόδοτον πίστιν οπού κρατούμεν, απ’ όλας τας ευτυχίας της παρούσης ζωής. Πλούτους, τιμάς, αναπαύσεις, με αυτά μας δελεάζετε; Και τι συγκρισιν έχουν αυτά, προς εκείνα τα ουράνια και ανέκφραστα αγαθά, τα οποία ελπίζωμεν; Τι μας ωφελούν αυτά εις τον ολίγον καιρόν οπού επάνω εις την γην θέλει ζήσωμεν, όταν ζημιωθούμε με αυτά την ψυχήν μας; «Τι ωφελήσει άνθρωπον, εαν όλον τον κόσμον κερδίση, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;» Τι πράγμα πολύτιμον όσον πολύτιμος είναι η ψυχή μας, όπου εξηγοράσθη με το απειροτίμητον αίμα ενός Θεού, έχετε να μας δώσετε; «Τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» Αυτά τα καλά είναι άνθη ευκολομάραντα, είναι φθαρτά, είναι προσωρινά και εφήμερα, ενώ η ψυχή είναι άφθαρτος, αμάραντος αιώνιος.
Και λοιπόν ποίον είδος πραγματείας ανοήτου και άφρονος, είναι αυτό οπού μας καταπείθετε να κάμωμεν; Αν η Πίστις μας έχει σκληραγωγίας, στενοχωρίας και θλίψεις, ημείς ευχαριστούμεθα. Τι μας πληροφορεί το αψευδές στόμα του Νομοθέτου μας; ότι εν τω κόσμω θλίψιν έξετε, ότι η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται, ότι στενή και τεθλιμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν. Αύται αι άκανθαι είναι αρεσταί εις ημάς, διότι μας βλαστάνουν της αιωνίου τροφής τα ρόδα. Αυτή η πικρία είναι εις ημάς υπερήδιστος, διότι μας ευφραίνει με της ψυχικής σωτηρίας τα μύρα. Αύται αι τραχύτητες μας φαίνονται ομαλαί και λείαι, διότι μας φέρουν εις τον τόπον της αναπαύσεως, εις την άνω Ιερουσαλήμ, εις την ποθεινήν μας πατρίδα. Ω, ποίος τρόπος διδασκαλίας είναι ο εδικός σας, ω καλοί φράτορες; Να έλκετε το πνεύμα με τα ήδεα του σώματος. Να κερδάνετε τας ψυχάς με τα αγαθά του κόσμου. Να εγγυάσθε τα πρόσκαιρα με τα αιώνια. Τις των Αποστόλων ούτω εκήρυξεν; Τις των Πατέρων ούτω εδίδαξεν; Τις των Αγίων ποτε ούτω καμμίαν ψυχήν εκέρδισεν; Από τούτο και μόνον καλώς γνωρίζεσθε, ότι δεν έχετε ζήλον υπέρ Χριστού, αλλά ζήλον υπέρ του Πάπα. Και λοιπόν μακράν από ημάς, υπάγετε οπίσω μας. Δεν θέλετε δυνηθεί ποτέ, να δελεάσετε ως μωρά νήπια ημάς τους άνδρας της χάριτος.

Γ) Την βίαν και τας διώξεις
Και αυτά μεν, αν ζητούν να σας πλανήσουν με τας κολακίας και τας υποσχέσεις. Έχουν όμως αυτοί οι απόστολοι και άλλον τρόπον με τον οποίον αγωνίζονται να σύρουν προς εαυτούς τα τέκνα της Εκκλησίας μας, και σεις πρέπει και εις αυτό να είσθε έτοιμοι και προσεκτικοί, δια να φυλλάτεσθε. Αυτοί αν δεν ισχύσουν με τα ήμερα και γλυκά και θελκτικά λόγια, μεταχειρίζονται την ανάγκην και την βίαν, όταν ίδουν οπού πίπτει ματαίως αυτών ο λόγος και ανενέργητος. Έρχονται εις τα πράγματα, και εκείνο οπού δεν κατορθώνει αυτών η γλώσσα, ζητεί να κατορθώσει η ράβδος. Θέλω να ειπώ, ότι όταν δεν καταπείσουν, τότε κατατρέχουν τους φτωχούς Ορθοδόξους, και με το μέσον των ηγεμόνων και των αρχόντων, σιμά εις τους οποίους έχουν παρρησίαν και δύναμιν, κινούν εναντίον των (Ορθοδόξων) Χριστιανών ανυπόφορον την καταδρομήν. Το τυρρανικόν και βίαιον των παλαιών διωκτών του Χριστιανισμού και τούτο διαφέρει: όσον μεν εκείνοι τον διωγμόν των ευσεβών ανυποστόλως και παρρησία, ούτοι δε κρυφίως δημοσιεύουν και συγκεκαλυμμένως. Πλην και αυτοί διώκουν, εξορίζουν, δεσμεύουν, τι δεν κάνουν.
Έχομεν πρόσφατο παράδειγμα εις τους καιρούς μας, όπου όταν τα γερμανικά στρατεύματα έφθασαν τροπαιοφόρα εις την Ουγγαροβλαχίαν και κατεκυρίευσαν αρκετό μέρος της επαρχίας, ευθύς έδραμον οι εν τη στρατεία συνεκστρατεύσαντες Φράτορες, και εζήτησαν να διώξουν από τα μοναστήρια τους μονάζοντας εκείνους θεοφιλείς άνδρας, ως τάχα σχισματικούς και αποφεύγοντας την μετ’ αυτών ένωσιν. Και αντί υποκάτω εις τας νικηφόρους σημαίας των χριστιανών βασιλέων να εύρουν οι ταλαίπωροι Χριστιανοί άνεσιν και ασφάλειαν, καθώς ήλπιζαν, εκινδύνευσαν δια την επήρειαν την δυσμενή και δυσμαχίαν των αποστόλων της Ρώμης, να χάσουν και εκείνην την ελευθερίαν, την οποίαν εις τους υποχείριούς τους Χριστιανούς, οι πολέμιοι του χριστιανικού ονμόματος Αγαρηνοί, μετριώτεροι από τους Φράτορας εις τούτο διακριτικότεροι, χαρίζουν εις τα της Πίστεως.
Όταν τοιουτοτρόπως σας πολεμούν, Αδελφοί Χριστιανοί, άλλην συμβουλήν δεν έχω να σας δώσω, πάρεξ να υπομένετε και να φέρεσθε μεγαλόψυχοι εις τους κατά της Ορθοδοξίας διωγμούς, διατί έτσι όχι μόνον σώζεσθε, ως απλώς Χριστιανοί, αλλά και στεφανώνεσθε ωσάν Μάρτυρες. Δύο πράγματα στοχασθήτε, ότι έχετε εις κίνδυνον: την ψυχήν και το σώμα. Τι είναι της φρονήσεως να φυλάξητε; Βέβαια την ψυχήν, οπού είναι το τιμιώτερον. Ο πλέων πραγματευτής, όταν βλέπη άφνω το ναυάγιον, προκρίνη να ρίψη εις την θάλασσαν όλον του τον πλούτον, δια να φυλάξη τη ζωή του. Και υμείς ρίψατε και αρνηθήτε, όταν σας εγείρονται τοιαύται καταιγίδες από τα σφοδρά και βίαια πνεύματα της Ρώμης. Ρίψατε καθώς είπα και υπάρχοντα, και πλούτη και τιμάς, και αξίας δια να φυάξητε την ουράνιον ζωήν, την οποίαν ελπίζετε δια να απολαύσητε. Όταν ο άνθρωπος βλέπη να κατεβαίνη η πληγή (πλήγμα) εις την κεφαλήν του, την απαντά με το χέρι και δίδει εις την πληγήν το ατιμότερον μέλος, δια να φυλάξη το τιμιώτερον. Και δια να σώση την ψυχήν του, πώς να μην κακοπαθήση κατά το σώμα; Έτσι εγράφη περί του Ιώβ, «δέρμα υπέρ δέρματος, και πάντα όσα εστί τω ανθρώπω δίδωσιν ένεκα της ψυχής αυτού». Ούτω και υμείς, δότε δέρμα υπέρ δέρματος. Ας κινδυνεύσει όλον το κορμί, αν το φέρη η ανάγκη, μόνον η ψυχή να φυλαχθή.
Ένεκα της ψυχής υμών ο Κύριος ημών σας παραγγέλει να γίνεσθε φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί. Το φίδι, όταν κτυπάς δια να το θανατώσεις, αυτό όσον ημπορεί φυλλάτη την κεφαλήν του. Έτσι και εσείς και ανάμεσα εις τους διωγμούς, εις τα μάστιγας, εις τας βασάνους, την κεφαλήν τον Νόμον σας, την κεφαλήν την Πίστιν σας, την κεφαλήν την Ορθοδοξίαν και ευσέβειαν πρέπει να φροντίζητε δια να φυλάξητε.
Έχετε μύρια παραδείγματα μυριάδων Μαρτύρων, όπου μετά χαράς ενηγκαλίσθησαν φρικτά είδη κολαστηρίων, και δριμυτάτους θανάτους, μόνον δια να μην αθετήσουν ουδέ το παραμικρόν την εις Χριστόν ομολογίαν. Έχετε εις τους καιρούς σας τα παραδείγματα τόσον συναδέλφων σας Χριστιανών, οι οποίοι υποκάτω εις την τυρρανίδα των Αγαρηνών, δοκιμάζουν οι τρισάθλιοι, ή να είπω καλλιότερα, οι μακάριοι, τα πάνδεινα, μόνον δια να μην προδόσουν την ευσέβειαν. Έχετε το μέγα παράδειγμα και υψηλόν του Υιού του Θεού και Θεού σας, ο οποίος δια την αγάπην σας εφόρεσε σάρκα, και επείνασε, και εδίψασε, και υβρίσθη, και ητιμάσθη, και εδεσμεύθη, και εκρίθη, και ακανθοφόρεσε την κεφαλήν, και εσταυρώθη, και απέθανε δια την σωτηρίαν σας. Τι αντάξιο δύνασθε εσείς δι’ αυτόν να πάθετε, οπού να εξισωθή με τα τόσα πάθη, τα οποία έπαθεν αυτός υπέρ ημών όταν αυτός δι’ ημάς τους εχθρούς του τόσα εκατεδέχθη, τόσα υπέμεινε, τόσα έπαθε; Τι δε πρέπει να υποφέρωμεν ημείς δι' αυτόν τον λυτρωτή και σωτήρα μας; Τι κακόν θέλη ευρεθή τόσον μέγα εις αυτόν τον κόσμον , οπού να δυνηθή να μας χωρίση από την ομολογίαν του, την Εκκλησίαν του, από την αγάπην του;
«Τις ημάς χωρίση από της αγάπης του Χριστού;» (Ρωμ. 8,35), λέγει ο Απόστολος Παύλος. Ουδέν, Ουδέν. Δι’ αυτό κάθιε κακόν χρωστούμεν να υπομείνωμεν, δια να είμεθα εις την παρούσαν ζωήν θεμελειωμένοι εις την ομολογίαν της αληθούς Πίστεώς Του, και εις την μέλουσαν να αξιωθώμεν της αιωνίου μακαριότητος, ής αξιωθείημεν άπαντες, τη χάριτι και φιλανθρωπία Αυτού, Ώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν!

 (Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία. Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»)


ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠ...