ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΘΛΙΒΟΜΕΝΩΝ Η ΧΑΡΑ
Προσευχή στην Παναγία, των θλιβομένων η χαρά
Μία υπέροχη και συγκινητική προσευχή ελπίδας προς την Υπεραγία Θεοτόκο.
Υπεραγία Θεοτόκε, Μητέρα του ζώντος Θεού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, που δοξάστηκες από τον Υιό σου και Θεό μας με το να κυοφορηθεί από εσένα, ώστε να γίνεις «χώρα του αχωρήτου», δέξου και τη δική μου προσευχή, την απλή και ταπεινή.
Δέξου τη δοξολογία μου ως τιμιώτερη από τα Χερουβείμ και ενδοξότερη ασύγκριτα από τα Σεραφείμ, ως ανώτερη από τους αγγέλους και αρχαγγέλους, ως Βασίλισσα του Ουρανού και Δέσποινα – Κυρία του κόσμου, ως η μόνη Θεο-τόκος και Μητέρα του Φωτός.
Δέξου την ευχαριστία μου για τη στοργική αθόρυβη παρουσία σου στη ζωή μου, για τις μεσιτείες σου στον Κύριο, ώστε μέσω των Μητρικών σου παρακλήσεων να αξιωθώ του ελέους Του «εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι».
Δέξου και τη δέησή μου ως αναξίου και αμαρτωλού που ζητά συμπαράσταση και συμπόρευση. Ξέρεις ότι η Χάρις του Θεού έρχεται, εάν ταπεινώσω τον εαυτό μου. Κι η ταπείνωση γεννάται από τη συντριβή της καρδιάς, αλλά και την εμπειρία της αγάπης του μεγάλου Θεού μου. Μάθε μου την ταπείνωση, εσύ που είσαι η ενσάρκωσή της. Μάθε μου τη Θεική αγάπη, εσύ που τη γεύτηκες πάνω απ’ όλους πιο πολύ.
Ακόμα, σε παρακαλώ «Αγνή Παρθένε Μαριάμ, των θλιβομένων η χαρά», χάρισέ μου την πίστη που υπομένει, την υπομονή που ελπίζει, την ελπίδα που χαροποιεί και τη χαρά που γίνεται εμπειρία παρουσίας Χριστού. Μα πάνω απ’ όλα κάνε με να αγαπώ όλο τον κόσμο, αφήνοντας τον εαυτό μου στα χέρια σου και νικώντας τη φιλαυτία, τη ρίζα όλων των παθών.
Γίνε το Φως της ζωής μου, η ζωή της καρδιάς μου, η καρδιά της χαράς μου. Εις αιώνας!
perivolipanagias
ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΛΕΓΟΜΕΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΜΕΝΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ
ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΛΕΓΟΜΕΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΜΕΝΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ
από τον ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ, Τετάρτη, 12 Οκτώβριος 2011 στις 9:41 π.μ.
ΠΗΓΗ: ΑΚΤΙΝΕΣ
8 Οκτ 2011
Πατριάρχης Βαρθολομαίος:«ουδόλως τυγχάνει αληθές ότι παρασυρόμεθα εις μίαν απροϋπόθετον ένωσιν των εκκλησιών…..».
Σύμφωνα με πληροφορίες από την εφημερίδα «Καθημερινή»08/10/2011 – και το © ΑΠΕ-ΜΠΕ o Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος από την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, «επικαλούμενος τις νουθεσίες του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, κτίτορος της παλαιότερης μονής του Αγίου Όρους, επεσήμανε ότι για την οδό που οδηγεί στην «τελείωσιν του μοναχού», ο «πρώτος όρος είναι η υπακοή» η οποία ελαφρύνει τον ζυγόν της ασκητικής ζωής, διότι το βάρος αυτού αίρεται υπό του ηγουμένου». Πρόσθεσε, ότι ο «δεύτερος όρος» είναι «η μεταξύ των αδελφών αγάπη και ενότης» και «η μη η εν υμίν μήτε διχοστασίαι και έριδες», οι οποίες «ατυχώς» εμφιλοχωρούν «εξ εγωισμού και φιλοδοξίας ωρισμένων εις μοναστικάς αδελφότητας» και οδηγούν «εις επικινδύνους και ολισθηράς δια την ψυχικής σωτηρίαν και την πνευματικήν πρόοδον ατραπούς».
«Το επικίνδυνον δε έγκειται εις το γεγονός ότι ο τοιούτος μοναχός πλανάται θεωρών ότι ούτος τηρεί «άσπιλον» την παρακαταθήκην της πίστεως, αγνοών την εντολή του Θεού διατυπούμενην σαφώς υπο του πρωτοκορυφαίου των αποστόλων Παύλου : «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε, αύτοι γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών, ως λόγον αποδώσοντες» επεσήμανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης και συνέχισε:
«Ούτω κι ημείς έχομεν απόλυτον συνείδηση της ευθύνης, την οποίαν φέρομεν μετά του αρχιερατικού και πατριαρχικού ωμοφορίου, επί των ώμων ημών».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης καταδίκασε τη στάση των αρνητών του διαλόγου «μετά των ετεροδόξων», τονίζοντας ότι η «κατέχουσα την αλήθεια» Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει να φοβάται «οιασδήποτε εκπτώσεως, η παραχαράξεως της αγίας ημών πίστεως», αλλά συνεχίζει τον διάλογο «δια να πεισθούν οι καλοπροαίρετοι, εκ των συνομιλητών ημών».
«Εν τω συνόλω, ο διάλογος ενδέχεται να φαίνηται αποτυχημένος. Η Θεία Χάρις όμως ενδέχεται να προσείλκυσε προς την αλήθειαν, τινάς των συμμετεχόντων εις αυτόν. Διότι, δεν αξίζει να διεξάγεται διάλογος, ακόμη και εάν μια μόνον ψυχήν ελκυσθή προς την αλήθειαν;» ρώτησε ο κ. Βαρθολομαίος.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επεσήμανε ότι επανειλημμένως έχει τονίσει στο παρελθόν «τας ουσιώδεις διαφοράς μεταξύ Ορθοδοξίας και άλλων ομολογιών». Αναφερόμενος, ειδικότερα στον διάλογο με την καθολική εκκλησία υπογράμμισε ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία πάντοτε εύχεται «υπέρ της των πάντων ενώσεως» και δεν δύναται να αρνηθεί τον εαυτό της», όταν προσκαλείται σε διάλογο για τον σκοπό της επίτευξης αυτής της ενώσεως, όπως «την επιθυμεί και Αύτος Ούτος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός», αλλά όχι χωρίς ουσιώδεις προϋποθέσεις :
«Η ένωσις είναι ο τελικός στόχος, αλλά πρό αυτού, πρέπει να επιτευχθεί η ταυτότης εν τη πίστει».
«Διο και ουδόλως εφεισθημεν, ομιλούντες προ ετών προς τους ρωμαιοκαθολικούς αδελφούς να επισημάνωμεν ότι με την τακτική την οποία ακολουθεί η ρωμαιοκαθολική εκκλησία αποδεχόμενη, ολοέν και νέα δόγματα, αι πορείαι αυτής και της ημετέρας εκκλησίας, αντί να συγκλίνουν προς την ένωσιν, αποκλίνουν και οδηγούν προς την απομάκρυνση της μιας, από της άλλης (Πανεπιστήμιο Τζορζταουν 21η Οκτωβρίου 1997)» συμπλήρωσε ο κ. Βαρθολομαίος και πρόσθεσε : «Συνεπώς, ουδόλως τυγχάνει αληθές ότι παρασυρόμεθα εις μίαν απροϋπόθετον ένωσιν των εκκλησιών, ούτε είναι αληθές ότι παραβλέπομεν τας διαφοράς αι οποίαι εμποδίζουν την ένωσιν».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επεσήμανε ειδικότερα τις ευθύνες «της πρώτης τη τάξει» μονής του Αγίου Όρους (στην οποία εγκαταβιώνει και ένας μικρός αριθμός ζηλωτών μοναχών) στα ζητήματα της Κανονικότητας, έναντι άλλης μονής «μικρότερου κύρους», που θα προβεί «είς ενέργειας διασπαστικάς της ψυχικής και πνευματικής ενότητος», τονίζοντας ότι «η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας δεν δικαιολογείται να γίνει ουραγός, άλλης τινός μονής, τοιαύτα φρονούσης».
«Η Μεγίστη Λαύρα δεν ημπορεί και δεν επιτρέπεται να είναι ουραγός της σχισματικής Εσφιγμένου. Η Μεγίστη Λαύρα έχει κύρος είναι το πρώτο μοναστήρι του Αγίου Ορους και πρέπει να πρωτοπορεί και να είναι σημαιοφόρος του υγειούς Ορθοδόξου φρονήματος και δόγματος. Αλλά πρέπει να είναι πάντοτε πρώτη η Λαύρα και εις την διακήρυξιν και εις την εφαρμογή της ενότητος, εν πνεύματι αγάπης και αληθείας» επεσήμανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Κλείνοντας την ομιλία του επικαλέστηκε ένα εδάφιο της επιστολής του Ιακώβου: «Αδελφοί, εάν τις εν υμίν πλανηθή από της αληθείας και επιστρέψη τις αυτόν, γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών (Ιακ. Ε' 19-20)».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έψαλε τρισάγιο στους Τάφους των Πατριαρχών εντός του περιβόλου της Μονής της Μεγίστης Λαύρας, όπου φυλάσσονται οι κάρες τεσσάρων προκατόχων του στον Πατριαρχικό Θρόνο. Νωρίτερα, οδεύοντας προς τη Μονή, σταμάτησε και προσευχήθηκε στο αγίασμα του Αθανασίου του Αθωνίτη.
Ετικέτες ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
5 σχόλια:
Ανώνυμος είπε...
Πατριάρχης Βαρθολομαίος:«ουδόλως τυγχάνει αληθές ότι παρασυρόμεθα εις μίαν απροϋπόθετον ένωσιν των εκκλησιών…..».
Από τη στιγμή που θεωρεί τον Παπισμό Εκκλησία δεν εκφράζει δημόσια και εκκλησιαστικά την παναίρεση του Οικουμενισμού με την οποία αμνηστεύει τις αιρέσεις; 8 Οκτωβρίου 2011 9:16 μ.μ.
Αντιοικουμενιστής είπε...
Εις ολισθηρός δρόμος υφίσταται: ο δρόμος του "οικουμενικού" μας πατριάρχη. Δεν είναι τυχαίο ότι πήγες στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας την μόνην εκ των 20 Αγίων Μονών που δεχθήκανε το 1280 να συλλειτουργήσουν με τους λατινόφρονας. Υπακοή κάνουμε μόνον στον Άγιον Τριαδικόν Θεόν, στους Αγίους Αποστόλους και στους Αγίους Πατέρας της Μιας Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας και ουδέν βαδίζοντα εκτός Αγίας Ορθοδοξίας αναγνωρίζουμε, είτε μοναχός, είτε λαϊκός, είτε μιγάς, είτε ιερεύς, είτε αρχιερεύς, είτε καθηγητής, είτε βασιλεύς. Να μας αναφέρεις Βαρθολομαίε επακριβώς τις προϋποθέσεις που εσύ θεωρείς κάτω από τις οποίες η ένωσις με τους λατίνους είναι εφικτή! Αλλά τίποτα δεν φανερώνεις. Όλα συζητώνται σε σκοτεινές στοές και τίποτα δεν γνωστοποιείται. Ο καιρός στο Αγιώνυμον Όρος είναι πολύ κακός. Κάκιστος! Ο Άγιος Τριαδικός Θεός να μας φωτίζει και να μας ελεήσει. Αμήν
8 Οκτωβρίου 2011 10:00 μ.μ.
Ανώνυμος είπε...
Αγάπη χωρίς αλήθεια είναι το χειρότερο μίσος. Ο γιατρός δίνει το φάρμακο στον άρρωστο και ας είναι πικρό(αφού πρώτα του πεί οτι είναι άρρωστος). Δεν τον αφήνει να πεθάνει μόνο και μόνο για να μην πικραθεί από το φάρμακο. Η αληθινή αγάπη είναι για τη σωτηρία και όχι για τις δημόσιες σχέσεις. Δυστυχώς στο όνομα μιας δήθεν αγάπης ούτε οι εν αιρέσει επιστρέφουν, ούτε οι εν αληθεία ομολογούν. Και έτσι η πανθρησκεία ιδρύεται στον όνομα μιας αγάπης... Πώς και πόσο ο διάβολος ζηλεύει τον Θεό;; Έχει όμως ήδη κριθεί.
Γρηγορείτε και προσεύχεσθε. Η Χάρις μεθ' υμών. 9 Οκτωβρίου 2011 1:38 π.μ.
Ανώνυμος είπε...
Ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί(είναι εντολή του Χριστού), αλλά στον αποστολικό και πατερικό δρόμο, μακριά από αυτοπροβολές και κομπορρημοσύνες. Από ανθρώπους με βίωμα ορθόδοξο και εμπειρία εκκλησιαστική και όχι διδακτορικά και βατικάνειες ανατροφές. Για να μεταδώσεις την πίστη σου, πρέπει πρώτα να την έχεις κανει εσύ βίωμα και εμπειρία της ζωής σου.
9 Οκτωβρίου 2011 1:48 π.μ.
Ανώνυμος είπε...
Άλλο είναι η ομολογία και διδασκαλία και άλλο ο διάλογος!
Η ομολογία και η διδασκαλία επιτρέπεται και επιβάλλεται, αλλά ο διάλογος απαγορεύεται. Ο Απόστολος Παύλος δίδασκε να μην συζητούμε με τους αιρετικούς για θέματα πίστεως παρά μόνο να κάνουμε μία ή δύο νουθεσίες και εφόσον επιμένουν στη πλάνη να απομακρυνόμαστε από αυτούς. Για αυτό το λόγο επιβάλλεται η διακοπή των διαλόγων!!!
Άλλο τώρα ότι ο Πατριάρχης ρίχνει στάκτη στα μάτια των προβληματισμένων πιστών με το δόλωμα "μα να μην διαφωτίσουμε τους αιρετικούς και τους αλλοθρήσκους;"
Όμως δεν θα διακοπούν οι διάλογοι γιατί αποτελούν μέσο μαζί με τις συμπροσευχές-κοινές διακηρύξεις με τους αιρετικούς το τρόπο θεολογικής και ψυχολογικής προπαρασκευής των λαών για την υιοθέτηση της Παγκόσμιας Θρησκείας στην οποία θα υπάρχει ποικιλομορφία δογμάτων αλλά και υποχρεωτική μυστηριακή κοινωνία όλων με όλους δίχως διακρίσεις Πίστεως, ορθής και αίρεσης...
9 Οκτωβρίου 2011 2:13 μ.μ.
ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗ
Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ
και η ιερωσύνη, η άφεση και το θαύμα
κατά τον άγιο Χρυσόστομο
Description: F:\pmeletios\images\ag_xrysostomos.jpg
Η ελεημοσύνη «ιερέας καθίστησι, και ιερωσύνην πολύν φέρουσα μισθόν». Η ελεημοσύνη μας κάνει ιερείς και μάλιστα μας χαρίζει μια ιερωσύνη που μας προσφέρει πολύ μισθό. Ο ελεήμων δεν φορά τη στολή και τα στολίδια του ιερέως, αλλά φορά τη στολή της φιλανθρωπίας, που είναι πιο άγια από τη στολή του ιερέως. Δεν αλείφεται με λάδι υλικό αλλά με το άγιο Πνεύμα. Δεν φορά στεφάνι συμβολικό αλλά στεφανώνεται με το έλεος και τους οικτιρμούς του Θεού. «Τον στεφανούντα σε εν ελέει και οκτιρμοίς» (Ψαλμ. 102,4). Ο ελεήμων δεν προσφέρει απλώς θυσία προς τον Θεό, αλλά γίνεται ίσος με το Θεό (Ματθ. 5,45).
Το θυσιαστήριο του ελεήμονος «ιερέως» δεν το έκτισε κανένας ονομαστός αρχιτέκτων, όπως ο Βεσελεήλ στην Παλαιά Διαθήκη, ούτε κάποιος μεγάλος τεχνίτης αλλά ο ίδιος ο Θεός με ύλη λαμπρότερη από τον ουρανό. Το έκτισε με ψυχές λογικές.
Στα άγια των αγίων μπαίνει ο ιερεύς για να προσφέρει την ιερατική θυσία. Και ο ελεήμων μπαίνει στον ιερώτερο χώρο, όπου υπάρχει μόνο ο Θεός. Στην προσωπικότητα του ανθρώπου, στην εικόνα του Θεού!
Ο ιερεύς καλύπτεται με παραπετάσματα, όταν θυσιάζει. Ο ελεήμων αντίθετα θυσιάζει δημόσια κι όμως η θυσία του αυτή είναι πιο φρικτή. Διότι αν κάνεις την ελεημοσύνη με μοναδικό κίνητρο τι θέλει ο Θεός και για τον Θεό, τότε, ακόμη κι αν σε είδε ολόκληρη η οικουμένη, εν τούτοις η πράξη σου έγινε εντελώς μυστικά και δεν σε είδε κανείς.
Αυτό το θυσιαστήριο αποτελείται από τα ίδια τα μέλη του Χριστού και το σώμα του Κυρίου γίνεται θυσιαστήριο. Σεβάσου το. Στο ανθρώπινο σώμα θυσιάζοντας είναι σαν να θυσιάζεις στο ιερό σώμα του Κυρίου. Αυτό το θυσιαστήριο είναι πιο φρικτό ακόμη και από το τωρινό (το χριστιανικό), όχι μόνο από το προχριστιανικό (της Π.Δ.). Μη απορείτε γι’ αυτό που σας λέγω. Το τωρινό θυσιαστήριο είναι θαυμαστό εξ αιτίας της θυσίας που γίνεται επάνω του. Το θυσιαστήριο του ελεήμονος δεν είναι θαυμαστό γι’ αυτό μόνο, αλλά και γιατί αποτελείται από την ίδια τη θυσία αυτή. Συνεπώς ασχέτως που είσαι λαϊκός έχεις πιο φρικτό θυσιαστήριο. Κι όμως ενώ σέβεσαι το θυσιαστήριο του χριστιανικού ναού, γιατί δέχεται το σώμα του Χριστού, συμπεριφέρεσαι περιφρονητικά σ’ αυτόν που είναι το ίδιο το σώμα του Χριστού και τον βλέπεις με αδιαφορία να χάνεται.
Αυτό το θυσιαστήριο, εν αντιθέσει με το θυσιαστήριο του ναού που είναι σε ορισμένα μόνο μέρη, βρίσκεται παντού και μπορείς να κάνεις θυσία συνεχώς· ενώ στο άλλο μόνο μια φορά την ημέρα μπορεί να λειτουργήσει ο ιερεύς.
Ναι στην ελεημοσύνη γίνεται ιερατική θυσία. Επικαλείται ο ελεήμων το Άγιο Πνεύμα όχι με λόγια αλλά με πράξεις. Τίποτα δεν διατηρεί και δεν ανάβει περισσότερο τη φωτιά του Πνεύματος, όσο αυτό το λάδι, αν χύνεται άφθονο.
Στο θυσιαστήριο αυτό δεν υπάρχουν κάρβουνα και θυμίαμα και ωραίες ευωδίες. Κι όμως αναπέμπει δόξα και ευχαριστία συνεχώς προς το Θεό. «Αι ευχαί σου και αι ελεημοσύναι σου ανέβησαν ενώπιον του Θεού (Πραξ. 10,4) είπε άγγελος στον ειδωλολάτρη, Ρωμαίο αξιωματικό Κορνήλιο, που προσευχόταν και ελεούσε συνεχώς. Ο Κορνήλιος ήταν ειδωλολάτρης, διότι δεν είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον αληθινό Θεό, αλλά ήταν ευσεβής και φοβούνταν τον Θεό, αν και δεν είχε την διδαχή και την καθοδήγηση της Παλαιάς Διαθήκης. Γι’ αυτό και η θυσία του ανέβηκε στον ουρανό. Να η αξία της ελεημοσύνης. (Διασκευή από Ε.Π.Ε., Χρυσοστόμου έργα, 19,526 και εξής).
* * *
Η ελεημοσύνη όταν ξεχύνεται απλόχερα εξαφανίζει σαν φωτιά τ’ αμαρτήματα και μας καθιστά δικαίους. Γι’ αυτό ας μη δίνουμε με τσιγγουνιά. Ας μιμούμαστε το σποριά που δεν λυπάται τον σπόρο, αντίθετα τον σκορπίζει απλόχερα για να λάβει πλούσιο καρπό.
Δεν βλέπεις πόσα δίνουν άλλοι στους μίμους και τις πόρνες. Δώσε στο Χριστό τα μισά απ’ όσα δίνουν εκείνοι στους χορευτές του δρόμου. Δώσε εσύ στους πεινασμένους τόσα, όσα από εγωισμό δίνουν εκείνοι στους θεατρίνους. Εκείνοι καλύπτουν με άφθονο χρυσό το σώμα των πορνών, και συ δεν καλύπτεις ούτε μ’ ένα φθηνό ρούχο τη σάρκα του Χριστού, αν και τη βλέπεις γυμνή. Ποιας συγγνώμης είναι αυτό άξιο, πόσης τιμωρίας δεν είναι άξιο, όταν εκείνος προσφέρει τόσα πράγματα στη γυναίκα που τον καταστρέφει και τον ντροπιάζει, ενώ εσύ δεν προσφέρει σχεδόν τίποτα σ’ εκείνον που σε σώζει και σε κάνει εκλεκτό; Αλλά ξοδεύοντας για την κοιλιά σου βέβαια και για να μεθάς και για να κάνεις ασωτείες, δε σκέφτεσαι καθόλου τη φτώχεια· αν όμως χρειασθεί να βοηθήσεις φτωχό, γίνεσαι φτωχότερος απ’ όλους. Και τρέφοντας βέβαια παράσιτους και κόλακες, σαν να δαπανάς από πηγές, τόσο πολύ χαίρεσαι· όταν όμως συναντήσεις φτωχό, τότε σε κυριεύει ο φόβος μη γίνεις φτωχός (ενθ. ανωτ. σ. 507).
* * *
Η ελεημοσύνη είναι σπουδαιότερο πράγμα από το ν’ ανασταίνει κανείς νεκρούς. Γιατί είναι πολύ πιο σπουδαίο να δώσεις τροφή στον πεινασμένο Χριστό από το ν’ αναστήσεις νεκρούς στο όνομα του Χριστού. Στην πρώτη περίπτωση εσύ ευεργετείς τον Χριστό, στην δεύτερη ο Χριστός εσένα. Και αμείβεται κανείς όταν ευεργετεί και όχι όταν τον ευεργετούν. Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή κάνεις θαύματα, εσύ οφείλεις στον Θεό· ενώ στην περίπτωση της ελεημοσύνης σου οφείλει ο Θεός (ενθ’ ανωτ. σ. 447).
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ, ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΣΤΑΜΑΛΑ - ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΤΗΛ. 210. 6020176, 210.6021467, 210.2466057
Α.Π. 412 Ἐν Κορωπίῳ τῇ 20. 4.2006 (Ε.Η.)
ΑΝΟΙΚΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
Εἰς τήν ὑπ’ ἀριθμ. 3235/31.3.2006 (Ε.Η.) «ΚΛΗΣΙΝ ΠΡΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑΝ» μας τῆς ψευδοσυνόδου τῶν ἀποκηρυχθέντων πρώην Μητροπολιτῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἤτοι «Πειραιῶς» κ. Νικολάου, «Ἀργολίδος» κ. Παχωμίου, «Περιστερίου» κ. Γαλακτίωνος, «Βερροίας καί Ναούσης» κ. Ταρασίου, «Διαυλείας», ἥ ὅπως ἐσχάτως ἐμφανίζεται «Θηβῶν καί Λεβαδείας» κ. ‘Ανδρέου, καί «Φιλίππων» κ. Χρυσοστόμου, ὑπογραφομένην ὑπό τοῦ πρώτου ὡς ψευδαρχιεπισκόπου καί τοῦ φερομένου τύποις ὡς «Ἀρχιγραμματέως» Πρωτ. Δημητρίου Τσαρκατζόγλου.
Ἀγαπητοί,
Ἔλαβον τό ὡς ἄνω (3235/31.3.2006) ἑξασέλιδον ἔγγραφόν σας διά χειρῶν τῶν ΔΥΟ ἀπεσταλμένων ἐκπροσώπων σας, ἤτοι τῶν «Διαυλείας» κ. Ἀνδρέου καί π. Δημητρίου Τσαρκατζόγλου, τό ὁποῖον μοί ἀπεστείλατε ὡς «ἀπόφασιν» τῆς δῆθεν «Ἱερᾶς Συνόδου» σας καί τό ὁποῖον ὑπογράφουν ὁ «Πειραιῶς» κ. Νικόλαος ὡς δῆθεν «Ἀρχιεπίσκοπος» καί ὁ π. Δημήτριος Τσαρκατζόγλου ὡς δῆθεν «Ἀρχιγραμματεύς»(!), καί ἀναγνώσας αὐτό ἐλυπήθην σφόδρα διά τήν προκλητικῶς προβάλλουσαν ἐξ’ αὐτοῦ ἐπιπολαιότητά σας, ἡ ὁποία συνοδεύεται καί ἀπό ἄκρατον φαρισαϊκήν ὑποκρισίαν, σκοπιμότητα καί ἐν τέλει ἐπιβεβαιοῦται, καί ἡ «ἀπελπιστική», ἐπί τοῦ παρόντος τουλάχιστον, ἀμετανοησία σας.
Δυστυχῶς, ὡς δέσμιοι τῶν ξένων Κέντρων, ὅπως καί οἱ πέντε, συνεχίζετε ὀπίσω τοῦ σχισματοαιρετικοῦ κινήματος αὐτῶν, τούς ὁποίους ἀγωνίζεσθε νά ξεπεράσετε, κλείοντες τά ὦτα καί τούς ὀφθαλμούς σας, ἀρνούμενοι ὡς πρόσωπα τήν ἐν Χριστῶ ἐλευθερίαν σας καί τήν λογικήν, καί μή λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τίποτε ἀπολύτως ἐξ’ ὅσων ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι καί τελευταίως σᾶς ἐγράψαμεν, ὅπως, μή γένοιτο, φοβοῦμαι ὅτι δέν θά λάβητε ὑπ’ ὄψιν τίποτε καί ἐκ τοῦ παρόντος.
Πρέπει νά τό συνειδητοποιήσετε, ἀγαπητοί μου, ὅτι εἶναι ἀδιανόητον, μετά καί τήν ὑπ’ ἀριθμ. 401 ἀπό 26.10.2005 «ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑΝ ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΕΝΩΣΙΝ», ἐν τῆ ὁποία σᾶς κάμνομεν «θερμήν ἔκκλησιν καί παράκλησιν,... ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν τήν ΚΑΛΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ...», ἐνῶ σᾶς ἐκθέτομεν ρητῶς ἀναγεγραμμένα καί τά πρός ἐξέτασιν 13 θέματα, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τήν κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας 1997 ἐκφωνηθεῖσαν καί δημοσιευθεῖσαν ὑπό τοῦ Θεολόγου Καθηγητοῦ ‘Ελευθερίου Γκουτζίδη ὁμιλίαν, ἔνθα περιέχεται καί ἡ δι’ ὑμᾶς καί προηγουμένως διά τούς Φλωρινικούς «ἀμάρτυρος» διατύπωσις, εἶναι ἀδιανόητον λέγομεν μετά ἀπό αὐτό τό ἔγγραφόν μας, νά κατασκευάζετε Κατηγορητήρια καί νά μᾶς ἐγκαλῆτε, διαγράφοντες δι’ ἄλλην μίαν φοράν τά ἐκκρεμοῦντα μεγάλα θέματα Ὁμολογίας καί Πίστεως, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξεπέσατε καί ἀπεκόπητε τοῦ Σώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως ἀκριβῶς καί οἱ πέντε. Ὀφείλω νά ὁμολογήσω ὅτι αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν καί αὐτό τό πολυσέλιδον «χαρτίον» σας, ναί μέν εἰς τάς ὑπό στοιχεῖα α ἕως καί θ παραγράφους μετέφεραν καί κατέγραψαν ἀρκετάς ἀληθείας ἐξ ὡρισμένων κειμένων μας, ὅμως ταύτας παρέθεσαν ἀπομεμονωμένας, μόνον καί μόνον διά νά στοιχειοθετήσουν ΑΣΤΟΙΧΕΙΩΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΝ καί οὕτω νά μέ «ἐγκαλέσητε» τόν ἐλάχιστον ἐν Ἐπισκόποις Μητροπολίτην Κήρυκον εἰς ἀπολογίαν ἐνώπιον τοῦ «Καϊαφικοῦ σας Συνεδρίου», τό ὁποῖον ὡρίσατε διά τήν σήμερον Τετάρτην 20ήν Ἀπριλίου 2006 (π.ἡ.).
Συνεχίζων σᾶς λέγω πρός παρηγορίαν σας, ὅτι τήν ἐμήν «ἀπολογίαν» ἔχετε πολλαπλῶς καί σαφῶς ἀναγεγραμμένην εἰς ὅλα τά σχετικά Ἀρχιερατικά μου κείμενα, τά ὁποῖα σᾶς ἀπεστείλαμεν καθ’ ὅλην τήν παρελθοῦσαν ὀκταετίαν, ἀλλά δυστυχῶς, ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθητε ἀνεπαρκεῖς νά τά μελετήσετε καί ἀνίκανοι νά τά ἀξιολογήσετε. Ἡ «Ἀπολογία» μου ἐπί τῆς σατανικῆς σκευωρίας τῶν Φλωρινικῶν καί τῶν εἰς γενητσάρους μεταβληθέντων συγκεκριμένων ἐγκαθέτων των, εἶναι αὐτοί οἱ λόγοι τῆς ἐνθέρμου προσευχῆς τοῦ Κυρίου ἐν τῶ κατά ‘Ιωάννην Εὐαγγελίῳ (Κεφ. ΙΖ στίχοι 11 καί 21), καθώς καί ἡ ὁμόφωνος διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τήν ὁποίαν σᾶς ἐγνωρίσαμεν, ἀλλά καί τῶν συγχρόνων Δογματολόγων Καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος, ἤτοι τῆς συσχετίσεως τῆς ἐν τῆ μιᾶ ἀκτίστω Οὐσία τῆς Ὑπερουσίου Παναγίας Τριάδος κοινωνίας Ἀγάπης τῶν τριῶν θείων προσώπων, καί τῆς τοιαύτης τῶν ἀναριθμήτων προσώπων, πλήν κτιστῶν, ἐν τῆ κοινωνία τοῦ ἐνός καί ἀδιαιρέτου σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τῆς Ἐκκλησίας Του, δέν ἀφίστανται τῆς ΟΜΟΦΩΝΟΥ διδασκαλίας τῶν Πατέρων.
Δυστυχῶς, ὅμως, σεῖς τά θεολογικά Ὑπομνήματα καί τόσα ἄλλα σχετικά κείμενα, τά ὁποῖα σᾶς ὑπεβλήθησαν, σκοπίμως δέν ἠθελήσατε νά τά λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Δυστυχῶς δέν ἠδυνήθητε μέχρι τώρα νά ἔλθητε εἰς ἑαυτούς καί νά σεβασθῆτε δογματικάς ἀληθείας ὡς τήν Τριαδολογικήν καί τήν ‘Εκκλησιολογικήν, μέ συνέπειαν, ἕνεκεν αὐτῆς τῆς ἀθλίας σκοπιμότητος, νά προκύπτετε χείρονες καί τοῦ ‘Αρείου καί κάθε ἄλλου αἱρετικοῦ, διότι χείρων ὅλων αὐτῶν εἶναι ὁ Νεοημερολογιτικός καί ὁ Παλαιοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός σας. Δυστυχῶς ἀπεδείχθητε ἀδύναμοι νά λάβητε ὑπ’ ὄψιν τάς ἐνθέρμους ‘Αδελφικάς Ἐκκλήσεις – Δηλώσεις καθ’ ἅς ἡμεῖς «δέν ἐμμένομεν εἰς οὐδεμίαν ἀμάρτυρον διατύπωσιν», τήν ὁποίαν Ἁγιογραφικῶς καί Πατερικῶς θά ἀποδείξητε ὡς ὄντως τοιαύτην. Δυστυχῶς, οὔτε καί τάς ἐκκλήσεις καί τάς μετά δακρύων προσωπικάς παρακλήσεις μας, ὡς Ἀρχιερέως, ὅπως καί τοῦ μακαρία τῆ λήξει γενομένου ἀειμνήστου ὁμολογητοῦ Μητροπολίτου κυροῦ Παναρέτου (+22.11.2004) δέν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν, παρά τό γεγονός, ὅτι τό μόνον πού ἐζητοῦμεν ἦτο νά ἱεραρχηθοῦν τά ΡΗΤΩΣ ΚΑΤΩΝΟΜΑΣΜΕΝΑ θέματα Πίστεως καί νά ἐπιληφθῶμεν αὐτῶν ἐν Ἀγάπη καί ἀληθεία. Δυστυχῶς ἐσεῖς, ὡς κακέκτυπα τοῦ Παπισμοῦ, ποτέ δέν διενοήθητε ὅτι εἶναι δυνατόν νά κάμετε ἔστω καί ἔν βῆμα ὀπίσω πρό τῆς Ἀληθείας, πρό τῆς Ὀρθοδοξίας, πρό τοῦ θελήματος τοῦ Χριστοῦ καί κατά τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τόν ὁποῖον ἐπιμελῶς θεραπεύετε καί προωθεῖτε. Ποτέ δέν ἀντιμετωπίσατε τά τόσα καταγγελθέντα θέματα, ὅπως ἀπαιτεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἤτοι «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», ἀλλά μέ αὐταρχισμόν καί κατά τάς ὑποδείξεις τῶν γνωστῶν ξένων Κέντρων, τά ὁποῖα μάλιστα βῆμα πρός βῆμα σᾶς ὑπεδείκνυον καί συνεχίζουν νά σᾶς ὑποδεικνύουν, διά τῶν ἐγκαθέτων των, τό πῶς θά ἐνεργήσετε διά νά ἐπιτύχουν τά σχέδια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ των.
Ἀγαπητοί, δέν ἐδιδάχθητε ἀπό τά κακά τέλη τῶν ἤδη ἀποβιωσάντων ἐκ τῶν πέντε, οὔτε καί ἐκ τοῦ ἀποβιώσαντος πρ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου; Διατί συνεχίζετε ἀμετανόητοι προκόπτοντες ἐπί τά χείρω; Διατί ἀπειλεῖτε, ἐπιχειρεῖτε τρομοκρατίαν, καί ἀπεγνωσμένως ἀγωνίζεσθε νά στοιχειοθετήσετε κατηγορητήριον, ἐνῶ σᾶς διαφεύγει ἤ μᾶλλον ἐνσυνειδήτως ἀγνοεῖτε, ὅτι εἶσθε ἀναρμόδιοι νά ἐγκαλέσετε ἕναν Ὀρθόδοξον Ἀρχιερέα, σεῖς οἱ ὁποῖοι ὁμαδικῶς καί διά κοινῶν Πράξεων καί γραπτῶν σας ἐξεπέσατε τῆς ‘Αληθείας καί ἐξεβλήθητε τῆς Ἐκκλησίας καταστάντες καί ‘Εκκλησιομάχοι καί πλέον οὔτε Ὀρθόδοξοι ‘Αρχιερεῖς δέν μπορεῖτε νά λογίζεσθε, οὔτε καί τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας ὑποστασιάζετε καί ἐκφράζετε, ἀλλά καί αἱ «ἀποφάσεις» σας εἶναι ψευδοαποφάσεις καί δέν παράγουν ἀπολύτως κανέν Κανονικόν καί Νόμιμον ἀποτέλεσμα.
‘Αγαπητοί, ἔχετε ἀποκηρυχθεῖ μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 390/16.6.2005 ὡς ἀρνηταί καί προδόται τῆς τε Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς σας Διαδοχῆς, ἤτοι διά θέματα κατ’ ἐξοχήν ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ, θέματα ΠΙΣΤΕΩΣ, ἀναλυθέντα διά μακρᾶς σειρᾶς ἐγγράφων, καί ὡς ἐκ τῆς ὅλης στάσεώς σας συλλαμβάνεσθε νά στερῆσθε στοιχειώδους σοβαρότητος, διότι οὐδέν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας, ἀλλ’ ὡς ἐκπεσόντες αἱρετικοί καί βλάσφημοι κατεργάζεσθε τό νέον σχίσμα σας, διότι αὐτό σᾶς τό ἐπιβάλλει ὁ ἐν τῶ Παλαιοημερολογιτικῶ Οἱκουμενισμῶ ὑποστασιαζόμενος ἀντίχριστος διάβολος.
Σᾶς παρακαλῶ, ἐάν εἰς κάποιους παραμένει ἔστω καί ὀλίγη ὀρθόδοξος χριστιανική καί Ἀρχιερατική συνείδησις, κατανοεῖστε (ἄς κατανοήσωμεν ὅλοι) ὅτι ὅπου ὑπερεπερίσσευσεν ἡ ἁμαρτία εἶναι δυνατόν νά ὑπερπερισσεύση ἡ εὐσπλαγχνία καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ μόνον νά παράσχωμεν εἰς Αὐτόν τόν Ἀναστάντα Κύριον τάς βασικάς προϋποθέσεις τῆς ἐν ἐπιγνώσει ταπεινώσεως, συντριβῆς καί μετανοίας. Τότε εὐκόλως θέλομεν παρακαθήσει εἰς τήν κοινήν Τράπεζαν, εἰς τήν ὁποίαν, ἄν θέλετε, προηγουμένως καί «Πρό ἡμερησίας Διατάξεως», δηλαδή καί πρίν ἀπό τά ‘Εκκλησιολογικά καί Κανονικά θέματα νά ἐξετασθῆ ἡ «κατηγορία» περί «ἀμαρτύρου καί καινοτομίας». Ἀγαπητοί δέν σᾶς ἐζητήθη ποτέ τίποτε περισσότερον ἀπό αὐτόν τόν ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθεία Διάλογον! Διατί τόν ἠρνήθητε καί τόν ἀρνεῖσθε σκληρυνόμενοι εἰς τάς πλάνας σας καί τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν σας; ‘Εστἐ πάντως βέβαιοι ὅτι δέν σᾶς φοβούμεθα, ἀφοῦ δέν εἶναι δυνατόν ἐκ τῶν πραγμάτων νά ὑπολογίζεσθε πλέον ὡς Κανονικοί καί Ὀρθόδοξοι ‘Αρχιερεῖς, οὔτε καί ὡς Ἱερά Σύνοδος, ἀλλά μόνον ὡς πεπτωκότες, λόγω τῆς προδοσίας σας κατά τῆς Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί διά τήν ἀπό τό 1998 συλλήβδην κατάλυσιν τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ πρώτου καί ὑψίστου θεσμοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
Εἰρήσθω καί τοῦτο, διότι εἶναι ἰδιαιτέρως σοβαρόν! Εἶσθε ἤδη καί καθηρημένοι, διότι ἀπό τήν στιγμήν, καθ’ ἥν διενοήθητε νά ματαιώσητε τήν ὑπ’ ἀριθμ. Πρωτ. 3005 ἀπό 18.6.1997 ΚΑΝΟΝΙΚΗΝ καί κατ’ ἀπολύτως Ὀρθόδοξον ‘Εκκλησιαστικήν Δεοντολογίαν ὁμοφώνως ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, διά τῆς ὁποίας διετυπώθη κατηγορητήριον κατά τῶν πέντε, ἐπί τε τοῦ Δογματικοῦ καί Κανονικοῦ πεδίου, καί ἀπεφασίσθη νά κινηθῆ ἡ Κανονική διαδικασία διά τήν ἐκδίκασιν τοῦ κινήματος τῶν πέντε καί τῶν ἰδίων, ἐνεργοποιήσατε τήν καθ’ ὑμῶν ἄκυρον καθαιρετικήν ἀπόφασίν των. Εἶσθε τῶ ὄντι ΚΑΘΗΡΗΜΕΝΟΙ, διότι σεῖς οἱ ἴδιοι δικαιώσατε καί ἀθωώσατε τούς πέντε καί τό κίνημά των, ἕνα κίνημα τό ὁποῖον ἐλόγχευσεν καί ἔπληξεν τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τήν λόγχην τῆς προδοσίας καί τοῦ σχίσματός των. Εἶσθε ὄντως καθηρημένοι, διότι, ἐπαναλαμβάνομεν, σεῖς οἱ ἴδιοι διά τῆς στάσεώς σας ΕΚΥΡΩΣΑΤΕ καί ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΑΤΕ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 10/25.6.1995 ἄκυρον καί ἄνευ οὐδενός Κανονικοῦ καί Νομίμου ἀποτελέσματος ΚΑΘΑΙΡΕΤΙΚΗΝ καθ’ ὑμῶν ΑΠΟΦΑΣΙΝ των, ὡς καί τάς προηγουμένας αὐτῆς, δι’ ὧν ἀκύρως σᾶς ἐκήρυξαν ΕΚΠΤΩΤΟΥΣ καί σᾶς ἔθεσαν εἰς ΑΡΓΙΑΝ.
Ἀγαπητοί, ὡς ‘Ορθόδοξος ‘Αρχιερεύς προσπαθῶν νά κατανοῶ καί νά ἔχω συνείδησιν τῶν τεκταινομένων δέν δειλιῶ, ἀλλά μέ καλήν παρρησίαν, ὁμιλῶ καί γράφω, προσπαθῶν τάς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις νά τάς δυναμώνη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, διά νά δύναμαι καί ἐν τῆ πράξει νά ἐπιδεικνύω συνέπειαν, καί νά μήν ἐπηρεάζωμαι εἰς τό Ἐκκλησιαστικόν μου ἔργον, ἀλλ’ ἀπολύτως μέ τήν χάριν τοῦ Χριστοῦ, νά φυλάσσω τήν Παρακαταθήκην ἥν ἔλαβον κατά τήν χειροτονίαν μου διά νά τήν παραδώσω εἰς τόν Κύριον ἅμα τῆ ἐκδημία μου ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.
Δέν γνωρίζω ἐάν θά ἀρθῆτε εἰς τό ὕψος τῶν περιστάσεων, ὥστε νά κατανοήσετε ὅτι ΟΥΔΕΜΙΑ ΥΠΟΔΙΚΙΑ ΕΠΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΙΣΤΕΩΣ στοιχειοθετεῖται εἰς βάρος μου, ἐνῶ ΥΠΟΔΙΚΟΙ ΔΙ ΕΣΧΑΤΗΝ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΝ – ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ ΕΙΣΘΕ ΣΕΙΣ καί ἐν τῶ νῦν καί ἐν τῶ μέλλοντι, διό καί ἀπεκηρύχθητε κανονικῶς καί κατ’ ἀπόλυτον ‘Εκκλησιαστικήν Δεοντολογίαν.
Ἡ ὑπ’ ἀριθμ. Πρωτ. 3235/31.3.2006 ἑξασέλιδος πρός ἐμέ «ΚΛΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑΝ» ἐπιστρέφεται, συνημμένως τῶ παρόντι ὡς ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ καί ΑΚΥΡΟΣ, διότι προέρχεται παρά ψευδοσυνόδου ἐκπεσόντων καί ΑΠΟΚΕΚΗΡΥΓΜΕΝΩΝ ‘Επισκόπων, οἱ ὁποῖοι ΟΥΔΕΝ ΑΠΟΛΥΤΩΣ νομιμοποιοῦνται νά ἐνεργοῦν κατά Ὀρθοδόξου Ἀρχιερέως, ἀλλά ὑποχρεοῦνται νά ἐπιδείξουν τήν δέουσαν μετάνοιαν καί καλήν θέλησιν πρός θεραπείαν τοῦ σχίσματος των, τό ὁποῖον ἐν προκειμένω ἔχει βασικάς Δογματικάς καί Κανονικάς αἰτίας.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ – ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ
Ἀγαπητοί, ἐπειδή τό θέλημα τοῦ ‘Αναστάντος Χριστοῦ εἶναι ἡ ‘Αγάπη, ἡ Εἰρήνη καί ἡ ἐν τῆ ‘Εκκλησία Του ἑνότης μας, ἡμεῖς ἐν συνεχείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 401/26.10.2005 ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΩΣ μας καί τῶν ἐπ’ αὐτῆς ὑμετέρων ὑπεκφυγῶν (ὑπ’ ἀριθμ. 3229/18/311.2006 καί 3235/31.3.2006)
ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝ ΚΑΙ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕΝ
Ὅπως ἀναθεωρήσηστε τήν ἄχρι τοῦδε πορείαν σας καί ΔΕΧΘΗΤΕ ΕΝ ΑΓΑΠΗ καί ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΝ ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων ΠΙΣΤΕΩΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΚΛΗΡΟΥ καί ΛΑΟΥ, καί ὁρίσετε ΣΕΙΣ τόπον καί χρόνον δι’ αὐτόν τόν θεάρεστον διάλογον ὄχι πρός ἀντιδικίαν, ἀλλά διά νά γίνη τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι νά ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους καί ἐν Ὁμονοίᾳ ΟΜΟΛΟΓΗΣΩΜΕΝ Πίστιν εἰς τήν Ἐκκλησιολογίαν καί ‘Αποστολικήν Διαδοχήν.
Συνεχίζομεν διατελοῦντες ἐν ἀγάπῃ καί ἀγωνία
Γνήσιος τῆς ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας ‘Επίσκοπος
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
Σταυροπηγιακη Ιερά Μονη Αγίας Αικατερίνης καί Τιμίου Σταυρου: ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ, ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΤΙΑ...
Της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικης της ακαινοτομήτου Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος.
monasteryoftheholyprophets.blogspot.com|Από Ο πατέρας `Ελισσαίος
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Επισκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης
9 ώρες ·
Βίοι Αγίων
Πως Ηταν Η Παναγια Στην Εμφανιση;
panagia_madata_590086947
Η Κυρία Θεοτόκος κατά τον έξω χαρακτήρα και ήθος του σώματος ήτο σεμνή και σεβάσμια κατά πάντα, ολίγα και απαραίτητα λαλούσα, ήτο ογλήγορος εις το υπακούειν και ευπροσήγορος, ετίμα όλους και επροσκύνει, είχε το μέγεθος του σώματος μέσον και σύμμετρον, δεν επαρουσιάζετο εις κάθε άνθρωπον, ήτο μακράν από τόν γέλωτα και έξω από κάθε ταραχήν και θυμόν.
Το χρώμα του θεοδόχου Της σώματος ήτο όμοιο με το χρώμα του σιταριού.
Είχε ξανθάς τάς τρίχας της κεφαλής, είχεν οφθαλμούς πολλά ωραίους, χρωματισμένους με θείαν σεμνότητα, ωραισμένους με κόρας οξείς και όμοιας με τήν ελαίαν και καλλυνομένας με βλεφαρίδας φαιδροπρεπείς.
Είχε τα οφρύδια μαύρα, κυκλικώς σχηματισμένα.
Είχε τήν μύτην ομαλήν και ευθείαν.
Τα πανάμωμα χείλη Της ήτον ανθηρά, λάμποντα κοσμίως με ερυθρόν χρώμα και γέμοντα από την των λόγων γλυκύτητα.
Είχε το ιεροπρεπές πρόσωπον ολίγον μακρύ, είχε τάς θεοδόχους χείρας Της μακράς και τούς δακτύλους των χειρών μακρούς με λεπτότητα.
Ήτο ανυπερήφανος και είχε ταπείνωσιν υπερβάλλουσαν, εφόρει ρούχα φυσικώς χρωματισμένα, καθώς δηλούται από το άγιον μαφόριον, αυτόχροον υπάρχον.
Και δια να ειπούμεν καθολικώς, η Κυρία Θεοτόκος ήτο κατά τα εξωτερικά μέλη του σώματος γεμάτη τόση θείαν χάριν και σεβασμιότητα, ώστε όπου όστις έβλεπεν Αυτήν, ελάμβανε εις την ψυχήν του κάποιον φόβον και ευλάβειαν και χωρίς να Τήν ηξεύρη προτύτερα, εγνώριζεν από μόνον τόν εξωτερικόν χαρακτήρα Της ότι Αύτη αληθώς εστί Μήτηρ Θεού.
Και ο Αρεοπαγίτης θείος Διονύσιος, από την πολλήν αγάπην που είχε πρός τόν Χριστόν, ακούσας ότι έζη σωματικώς η πανάμωμος Μήτηρ Αυτού, επήγε να Την ιδεί, και λοιπόν βλέπων τήν θείαν θεωρίαν και τήν θαυμάσιαν και βασιλικήν ωραιότητά Της, ίδών δε και τούς Αγγέλους ισταμένους τριγύρω Αυτής και Τήν εδορυφόρουν ως βασίλισσαν, ακούσας δε και τα ουράνια λόγια εκ του αγίου στόματός Της, εξέστη ομολογήσας ότι και μόνος ο σωματικός Αυτής χαρακτήρ και το είδος Της Τήν εμαρτύρουν ως εστί Μήτηρ Θεού κατ” άλήθειαν.
Μεγαλείον και εξαίρετον ήτο εις μόνην τήν Θεοτόκον, διότι θεόθεν ήτο δεδωρημένον, ίνα γεννηθή εν τη Παλαιά Διαθήκη Παιδίον θήλυ κατ” επαγγελίαν, και μάλιστα εκ της στείρας, της θεοπρομήτορος Άννης.
Γνωστόν όμως έστω ότι η Κυρία Θεοτόκος, δια τα μεγαλεία ως Της έδωκεν ό Θεός, εσυνερίζετο τρόπον τινά και εφιλοτιμείτο να αγωνίζεται και Αυτή μετά τήν Ανάληψιν του Υιού Της με προσευχάς, με γονυκλισίας και με κάθε είδος ασκήσεως.
Όθεν λέγεται λόγος ότι, από τάς συχνάς γονυκλισίας, όπου η Θεοτόκος εποίει, εβαθούλωσαν αι πλάκαι, επάνω εις τας οποίας τα γόνατα έκλινεν.
ΜΙΑ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟΨΙΣ, ΔΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΕΚΤΡΩΣΕΩΝ,
ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ κ. ΑΝΔΡΕΑ ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗ, ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΕΚΤΡΩΣΕΩΝ
egxeirisi-xeirourgeio-giatroi.jpg
Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Στην εκπομπή ‘’ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ’’ του Κυπριακού Τηλεοπτικού σταθμού ‘’Sigma’’, που παρουσιάζει o θεολόγος κ. Ανδρέας Πιτσιλλίδης, με θέμα «Η διακοπή της κύησης και το δικαίωμα των γυναικών στο σώμα τους», εξέφρασε θέσεις που δεν συμφωνούν με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας.
Ο κ. Ανδρέας Πιτσιλλίδης, εξέφρασε εντελώς λάθος θέσεις για το θέμα των αμβλώσεων πριν την 5η εβδομάδα, μη θεωρώντας την άμβλωση στο διάστημα των πρώτων 5 εβδομάδων ως φόνο. Σύμφωνα με την Εκκλησία μας και για το διάστημα των πρώτων 5 εβδομάδων, η άμβλωση είναι φόνος. Την άποψη ότι μετά την 5η εβδομάδα σχηματίζεται ο εγκέφαλος και αρχίζει η εγκεφαλική λειτουργία, και ως εκ τούτου δεν είναι φόνος, δεν τη δέχεται Εκκλησία μας.
Ποιος είπε ότι ο σχηματισμός του εγκεφάλου και η έναρξη της εγκεφαλικής λειτουργίας, καταδεικνύει ότι τότε το έμβρυο εμψυχούται; «Άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται, ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον» αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο σύγγραμμά του «Έκδοσις ακριβής Ορθοδόξου Πίστεως», με το «άμα» να δηλώνει επακριβώς το ταυτόχρονο.
Στο άρθρο του ο Herman T. Engelhardt, Καθηγητής του Τμήματος Φιλοσοφίας, του Rice University, με τίτλο «Οι εκτρώσεις και οι πόλεμοι των πολιτισμών» (Μετάφρ. π. Γεωργίου Κανάκη), αναφέρει πως «Αυτό που είναι σημαντικό για τους Χριστιανούς είναι ότι μία διάκριση μεταξύ διαμορφομένων και ασχηματίστων εμβρύων, εμψυχωμένων και μη εμψυχωμένων εμβρύων, απορρίπτεται διαρρήδην ως μη έχουσα θεολογική σημασία για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς» και ότι «Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί βιώνουν μια αδιάσπαστη εκτίμηση του πώς να εκτιμούν την ανθρώπινη ζωή από τη σύλληψή της, και να αναγνωρίζουν ότι η αφαίρεση αυτής της ζωής απαγορεύεται».
Ο αιρετικός Θωμάς Ακινάτης, ο οποίος ως γνωστό είχε επηρεασθεί από τον Αριστοτέλη, δεν δέχοταν ότι είναι φόνος η πρώιμη άμβλωση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στα «Κεφάλαια φιλοσοφικά» αναφέρει «Ομοϋπόστατα εισίν, ότε δύο φύσεις εν μια υποστάσει ενωθώσι και μίαν σχώσιν υπόστασιν σύνθετον και εν πρόσωπον, ως ψυχή και σώμα».
«Την ψυχήν ούτε γαρ προυφίσταται του σώματος, ούτε μεθυφίσταται. Αλλ’ άμα τη τούτου γενέσει κτίζεται και αυτή» ομιλεί ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ, Λόγος Κστ΄). Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στα Εκατόν Πεντήκοντα Κεφάλαια (Συγγράμματα Τόμος Ε΄) αναφέρει «Η μέντοι ψυχή συνέχουσα το σώμα, ω και συνεκτίσθη, πανταχού του σώματος εστίν… ».
Ο Β΄ Κανών του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου (Περί της φθειράσης κατ’ επιτήδευσιν το έμβρυον), εις την προς Αμφιλόχιον Ικονίου Επιστολή Κανονική Α, αναφέρει «Η φθείρασα κατ’επιτήδευσιν, φόνου δίκην επέχει. Ακριβολογία δε εκμεμορφωμένου και ανεξεικονίστου παρ’ημίν ουκ έστιν». Η απόφαση της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου για το θέμα τούτο, επικύρωσε τον Β΄ Κανόνα του Αγίου Βασιλείου.
«Η ψυχή όλη δι όλου του σώματος χωρεί και ομοχρόνως εν τη ζωή γίνεται» λέγει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στο σύγγραμμά του «Εξήγησις του Άσματος των Ασμάτων», Λόγος Ζ΄. Σαφώς δεν προηγείται το σώμα της ψυχής, αλλ’ η ψυχή γίνεται «ομοχρόνως» με το σώμα. Είναι χαρακτηρισική η ρήση του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, με το ομοχρόνως να επεξηγεί πλήρως ότι «άμα το σώμα και η ψυχή».
«Ούτε γαρ σώμα προ της ψυχής αφίστατο, ούτε ψυχή προ του σώματος» αναφέρει ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης, P.G. 89,724. Πως δύναται να ισχυριστεί κανένας, ότι «το σώμα πρώτον γέγονεν και η ψυχή ύστερον» εάν θέλει ορθοδόξως να φρονεί;
Θα μπορούσε λοιπόν κανείς, ορθοδόξως φρονών, να ισχυριστεί ότι «άχρι πέμπτης εβδομάδος, ουκ είναι το έμβρυον άνθρωπος»; Τότε δηλαδή είναι μόνο σώμα; Δεν έχει ψυχή το έμβρυο αυτό; Ποιός Άγιος της Εκκλησίας μας, είπε ποτέ κάτι τέτοιο; «Άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται, ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον» αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ, ΠΡΟΛΟΓΟΣ
"Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ"
᾿Η ῾Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, προέβη ἐν ἔτει 2000 εἰς τήν ἐπανέκδοσιν τῆς ὄντως ἱστορικῆς καί ἀξιολόγου πραγματείας τοῦ Γρηγορίου Εὐστρατιάδη, τῆς γνωστῆς ὑπό τόν τίτλον "῾Η πραγματική ᾿Αλήθεια περί τοῦ ᾿Εκκλησιαστικοῦ ῾Ημερολογίου", ἡ ὁποία ἦτο μία σειρά ἄρθρων πού ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν τότε ἐκδιδομένην ᾿Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ", καί τῆς ὁποίας ἡ Α' ῎Εκδοσις ἐγένετο τό 1929. Παραθέτομεν ἐνταῦθα τό ὑπ’ ἀριθμ. 157/20 Ὀκτωβ. 2000 ἔγγραφόν τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, τό ὁποῖον ἐτέθη ἀντί Προλογικοῦ Σημειώματος.
Διά τήν ὅσῳ τό δυνατόν πληρεστέραν μελέτην - ἐμβάθυνσιν ἐπί τοῦ θέματος, τό ὁποῖον πραγματεύεται ἡ ὄντως μοναδική εἰς τό εἶδος της πραγματεία,ἡ γνωστή ὑπό τόν τίτλον: "Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ" (Α' ῎Εκδοσις 1929), συγγραφεῖσα καί ἐκδοθεῖσα τό πρῶτον ὑπό τοῦ Γρηγορίου Εὐστρατιάδου, δημοσιογράφου καί Διευθυντοῦ τῆς ἱστορικῆς ᾿Εφημερίδος ΣΚΡΙΠ, ἐθεώρησα ἐπάναγκες, ὅπως, ἀντί ἄλλου προλόγου, διατυπώσω ἐν πολλῇ συντομίᾳ, μερικάς βασικάς, ἱστορικάς ἐπί τοῦ ἡμερολογιακοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος ἀληθείας, τάς ὁποίας δυστυχῶς πολλοί σήμερον ἀγνοοῦν, ἄλλοι δέ καί παραχαράσσουν.
1) Τό σχίσμα τοῦ 1924 δέν ἔγινε ἀπό τούς λεγομένους "παλαιοημερολογίτας", ἀλλά ἀπό τήν τότε ῾Ιεραρχίαν τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος. ῾Η ἀπόφασις περί τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου Παπικοῦ ἡμερολογίου ἐλήφθη ὑπό τῆς Ε' ῾Ιεραρχίας κατά Δεκέμβριον τοῦ 1923, ὑπό συνθήκας ἀνομολογήτους, ἀφοῦ τά πάντα ρυθμίζει ἡ ἀντικανονικῶς συγκροτηθεῖσα πενταμελής ἀριστίνδην Σύνοδος, ἡ ὁποία ἐξελίχθη εἰς μονοκρατορίαν τοῦ ᾿Αθηνῶν Χρυσοστόμου. Δηλαδή ἐπί συνόλου 40 ῾Ιεραρχῶν τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, ὡς ῾Ιερά Σύνοδος ἐνεφανίζοντο μόνον πέντε, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεφάσισαν οἱ τρεῖς (ψῆφοι τρεῖς ἔναντι δύο), οἱ ὁποῖοι τελικά ἀνέθεσαν τό θέμα τῆς ἐπιβολῆς τοῦ παπικοῦ Γρηγοριανοῦ ῾Ημερολογίου εἰς τόν ἕνα, ἤτοι εἰς τόν τότε ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος Χρυσόστομον Παπαδόπουλον. Οὗτος, χωρίς νά συγκαλέσῃ πλέον τήν ῾Ιεράν Σύνοδον, ἐνήργησε τά πάντα καί καθαρά ἀντικανονικά καί ἀντιδεοντολογικά, καί παρά πᾶσαν ἔννοιαν Κανονικῆς τάξεως καί ᾿Ορθοδοξίας, ἐπέβαλεν, ὑπό τό ψευδώνυμον "διωρθωμένον ᾿Ιουλιανόν", τόν Παπικόν Νεοημερολογιτισμόν. Δηλαδή ὁ Νεοημερολογιτισμός, ἐπεβλήθη ἐξ ἐπόψεως διαδικασίας, καταφώρως ἀντικανονικά καί πραξικοπηματικά. ῾Η ἐνέργεια, ὅμως, αὐτή ὑπῆρξεν ὄχι μόνον πραξικοπηματική - ἀντικανονική, ἀλλά καί ἀντορθόδοξος καί ὅλως ἀντιεκκλησιαστική, λαμβανομένου ὑπ᾿ ὄψιν, ὅτι ἡ παπική ἑορτολογική καινοτομία ἔχει καταδικασθεῖ, μετ᾿ ἐπιτιμίου καί ἀναθέματος, ὑπό τριῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, συνελθουσῶν εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν κατά τά ἔτη 1583, 1587 καί 1593.
2) ῾Η νεοημερολογιτική αὐτή ἑορτολογική παπική καινοτομία ἐπιβληθεῖσα, ὡς εἴπομεν, μετά ἀπό σειράν ἀντικανονικῶν καί ἀντορθοδόξων ἐνεργειῶν, καί ἐπί καταπατήσει τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ 16ου αἰῶνος, εἶχε ἔνα καί μοναδικόν σκοπόν, τήν οἰκουμενιστικήν "ΠΑΓΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΝΩΣΙΝ", δηλαδή τήν ἕνωσιν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἤτοι τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μέ τάς ἄλλας "χριστιανικάς ἐκκλησίας" καί "ὁμολογίας", δηλαδή μέ τάς αἱρέσεις, ὡς εἶναι ὁ παπισμός, ὀ προτεσταντισμός κλπ. Τοῦτο προκύπτει ἀπό τήν οἰκουμενιστικήν ᾿Εγκύκλιον τοῦ Φαναρίου τοῦ ἔτους 1920, ἡ ὁποία εἶναι ὁ καταστατικός χάρτης τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἔνθα ρητῶς ἀναφέρεται, ὅτι ἡ "οἰκουμενιστική ἕνωσις" θά ἐπιτευχθῆ: α) Διά τῆς παραδοχῆς ἑνιαίου ῾Ημερολογίου πρός ταυτόχρονον ἑορτασμόν τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπό πασῶν τῶν ᾿Εκκλησιῶν". Κατά συνέπειαν ἡ ἐνέργεια αὐτή τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παπικοῦ ἡμερολογίου ἦτο ὄχι μόνον καταφώρως ἀντικανονική, καί ἀντιεκκλησιαστική, διά τόν τρόπον δηλαδή πού ἐπεβλήθη, καί διότι κατεπατήθησαν καί ἀποφάσεις Πανορθοδόξων ῾Αγίων Συνόδων, ἀλλά καί ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ της, διότι ἦτο ἐνέργεια εὐθέως στρεφομένη κατά τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καί ὑπέρ τῆς παναιρέσεως τοῦ προτεσταντικοῦ καί παπικοῦ Οἱκουμενισμοῦ. ῾Η ἐνέργεια αὐτή τοῦ 1924, δηλαδή ἡ ἐπιβολή τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ, ἔχει ἐν ἑαυτῇ τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν, εἶναι δηλαδή μία βαρείας μορφῆς σχισματοαίρεσις. (῾Ο ἐπιθυμῶν νά ἐνημερωθῇ πληρέστερον ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ θέματος δύναται νά μελετήσῃ καί τό βιβλίον "ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΤΙΣΜΟΣ - ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ" τοῦ μακαριστοῦ μον. π. Παύλου Κυπρίου).
3) Εἰς τήν ὡς ἄνω πραξικοπηματικήν, ἀντικανονικήν, καί ἀντορθόδοξον, ἀντιεκκλησιαστικήν ἐνέργειαν τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ἐστοίχησαν, εἴτε ἀπό δειλίαν, εἴτε ἀπό κακοδοξίαν, εἴτε δι᾿ ἄλλους λόγους καί οἱ λοιποί τότε Μητροπολῖται τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, ἀλλά βραδύτερον, κατά τό ἔτος 1935, τρεῖς Μητροπολῖται ὁ Δημητριάδος Γερμανός, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καί ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος, μεταμεληθέντες, ἐπέστρεψαν (Μάϊος 1935), εἰς τήν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, συνεκρότησαν τήν ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ., καί ἐχειροτόνησαν καί ἄλλους ᾿Αρχιερεῖς. Αὐτή ἡ ἐνέργεια τῆς ἐπιστροφῆς τῶν τριῶν καί τῆς χειροτονίας ᾿Αρχιερέων διά τήν συνέχισιν τῆς ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς ἐν τῆ ᾿Ορθοδόξῳ ᾿Εκκλησίᾳ τῆς ῾Ελλάδος, ὑπῆρξεν καίριον πλῆγμα κατά τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπίστευε, ὅτι τό πλήρωμα τό ὁποῖον ἔμεινε πιστόν εἰς τήν ἀκαινοτόμητον ᾿Εκκλησίαν, ὁσημέραι θά διελύτερο λόγῳ ἐλλείψεως ῾Ιερέων καί ᾿Επισκόπων. ᾿Ενωρίτερον, καί δή καί ἀπό τῆς πρώτης στιγμῆς, εἶχε σημειωθεῖ μεγάλη ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν πιστῶν, τόσον τῶν Κληρικῶν, ὅσον καί τῶν λαϊκῶν. ᾿Ιδιαιτέρως ἐξῆλθον Κληρικοί ἐκ τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, οἱ ὁποῖοι ἡνώθησαν μετ᾿ ἄλλων Κληρικῶν καί λαϊκῶν εἰς ὅλην τήν Χώραν, ἐστηλίτευσαν τήν κακοδοξίαν καί ἀπετέλεσαν τό πιστόν "λεῖμμα" τῆς ᾿Ορθοδοξίας εἰς τήν Πατρίδα μας. ῎Εκτοτε ἡ Γνησία ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία (Γ.Ο.Χ.) τηροῦσα ἀπαρασάλευτον τήν Κανονικήν Τάξιν, τήν ᾿Αποστολικήν Πίστιν καί ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν ἀντιμετωπίζει τήν λαίλαπα τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ μέ στόχον τήν ἐπιστροφήν ὅλων τῶν ῾Ιεραρχῶν τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀφ᾿ ῟Ης αὐτοεξεβλήθησαν. ῎Εχει καί διατηρεῖ ἀνοικτήν τήν ὁδόν τῆς ἐπιστροφῆς, τήν ὁποίαν ἐβάδισαν πρῶτοι οἱ τρεῖς μνημονευθέντες ᾿Αρχιερεῖς.
4) ῾Ο ὅρος "Γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοί" (Γ.Ο.Χ.) χρησιμοποιεῖται χάριν ἀντιδιαστολῆς τῶν ᾿Ορθοδόξων, οἱ ὁποῖοι "ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως" συνεχίζουν τήν ᾿Αποστολικήν Πίστιν καί Παράδοσιν, καί διά τοῦτο εἶναι γνήσια τέκνα τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πρός ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνόθευσαν, πρός χάριν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν γνησιότητα τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως, διά τῆς καταδεδικασμένης ἑορτολογικῆς καινοτομίας, παραβαίνοντες καί καταλύοντες οὕτως, ὄχι μόνον τήν Κανονικήν τάξιν καί τάς παραδόσεις, ἀλλά καί αὐτό τό δόγμα τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησιολογίας, καί παρά ταῦτα διεκδικοῦν καί διατηροῦν τούς ὅρους "᾿Ορθόδοξος" καί "᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία", ἐνῶ δέν εἶναι.
᾿Εν κατακλεῖδι, τονίζομεν, ὅτι δέν ὑπάρχει "παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα". ῾Υπάρχει νεοημερολογιτικόν ζήτημα. ῾Ο μόνος δέ τρόπος λύσεως αὐτοῦ τοῦ προβλήματος εἶναι νά ἀποκηρύξῃ ἡ νεοημερολογιτική θρησκευτική Κοινότης τήν καταδεδικασμένην "μετ᾿ ἐπιτιμίου καί ἀναθέματος" παπικήν ἑορτολογικήν καινοτομίαν καί τήν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη, ὡς εἴπομεν, τό 1920 διά τῆς διαβοήτου ᾿Εγκυκλίου τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐφηρμόσθη ἐν ἔτει 1924 καί ἐξελίσσεται ἔκτοτε μέ τά ἑπόμενα οἰκουμενιστικά βήματα, πρωτοστατούντων, ἐν ἀλληλοδιαδόχῳ σειρᾷ, τῶν μετά τό 1920 Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως (ἀπό τοῦ Μελετίου Μεταξάκη, ᾿Αθηναγόρου Σπύρου, Δημητρίου Παπαδοπούλου καί μέχρι τοῦ σημερινοῦ Βαρθολομαίου ᾿Αρχοντώνη) τοῦ ἐσβεσμένου, ἀπό τότε καί μέχρι σήμερον, Φαναρίου. Μόνον ὑπ᾿ αὐτάς τάς Κανονικάς καί ᾿Ορθοδόξους προϋποθέσεις δύναται νά καταστῇ δυνατός ὁ "ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ" διάλογος, τόν ὁποῖον ἐπιζητεῖ ἡ ῾Ιερά Σύνοδος τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος (Γ.Ο.Χ.) μετά τῆς ῾Ιεραρχίας τοῦ παπικοῦ καί οἰκουμενιστικοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ ἐν ῾Ελλάδι. Κάθε ἄλλη "λύσις" εἶναι ἀπό Κανονικῆς καί ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησιαστικῆς ἀπόψεως ἀπορριπτέα, ὡς ἀπαράδεκτος ἐκκλησιαστικῶς. ᾿Ιδιαιτέρως ἡ "λύσις" τῆς ἀναγνωρίσεως καί τῆς ὑπαγωγῆς τῶν "παλαιοημερολογιτῶν" ἐν τῷ συνόλῳ τους ὑπό τήν Νεοημερολογιτικήν ῾Ιεραρχίαν ἤ ὑπό τό Πρεσβυγενές Πατριαρχεῖον τῶν ῾Ιεροσολύμων, δέν εἶναι "λύσις", ἀλλά δολία μεθόδευσις κατά τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος.
᾿Επί τῶν ὡς ἄνω θεμάτων, ἐκτός τῆς παρούσης πραγματείας, καί τῆς μόλις πρό ὀλίγου ἀναφερθείσης "ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΣ - ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ" ὑπάρχει καί ἄλλη πλουσιωτάτη βιβλιογραφία, τήν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τήν διάθεσιν παντός ἐνδιαφερομένου. ῾Η παροῦσα δέ ἐπανέκδοσις τῆς "ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ", ἐκρίθη ἀπαραίτητος, δεδομένου, ὅτι ἡ προηγηθεῖσα Γ' ῎Εκδοσις (᾿Αθῆναι 1977), ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπό τήν ῾Ιεράν ᾿Αρχιεπισκοπήν τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, μέ Πρόλογον τοῦ Μακαριωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος κ. ᾿Ανδρέου, ἤδη ἔχει ἐξαντληθεῖ, καί ζητεῖται πανταχόθεν ἡ ἐπανέκδοσίς της. Αὐτός εἶναι κυρίως ὁ λόγος διά τόν ὁποῖον ἡ καθ᾿ ἡμᾶς ῾Ιερά Μητρρόπολις, προέβη, μέ ἰδικήν της δαπάνην, παρά τό δύσκολον τοῦ ἐγχειρήματος, εἰς τήν παροῦσαν ἐπανέκδοσιν τοῦ περισπουδάστου αὐτοῦ βιβλίου, ὡς ἐλαχίστην συμβολήν εἰς τόν ὑπέρ τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδοξίας καί κατά τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ οἰκουμενισμοῦ ῾Ιερόν ᾿Αγῶνα τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
῾Ως ᾿Επίσκοπος τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ὅμως, ὀφείλω νά κάμω μίαν ἐπισήμανσιν. ῾Ο συγγραφεύς καί πρῶτος ἐκδότης τῆς παρούσης περισπουδάστου ἀπό ἱστορικῆς ἀπόψεως πραγματείας, ἦτο νομικός καί διεπραγματεύθη τό θέμα μόνον ἀπό τῆς ἱστορικῆς καί νομοκανονικῆς πλευρᾶς, καί δέν ὑπεισῆλθεν ἀναλυτικῶς εἰς τάς ᾿Εκκλησιολογικάς - Δογματικάς συνεπείας αὐτοῦ τοῦ ἀντορθοδόξου ἐγχειρήματος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου. ᾿Αποτέλεσμα αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἔχουν παρεισφρύσει εἰς τό κείμενον διατυπώσεις λίαν ἐπιλήψιμοι ἀπό ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως, ὡς π.χ. ὅτι "ἡ ὀλεθριωτέρα ζημία...εἶναι ἡ διά τῆς μονομεροῦς μεταβολῆς τοῦ ῾Ημερολογίου διάσπασις τῆς θρησκευτικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος, ἡ διαίρεσις τῆς ΜΙΑΣ, ἁγίας, Καθολικῆς καί ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας, εἰς τήν ὁποίαν κατά τό Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας πιστεύομεν ὅλοι οἱ ᾿Ορθόδοξοι", (σελ. 89), ἤ "...εἶναι δυνατόν νά εὕρῃ δικαιολογίαν καί συγγνώμην μία πρᾶξις αὐθαίρετος χωρίσασα εἰς δύο τήν ΜΙΑΝ ᾿Εκκλησίαν, διασπάσασα τήν θρησκευτικήν ἑνότητα" (σελ. 91), αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαράδεκτοι ἀπό ὀρθοδόξου ἀπόψεως διατυπώσεις. ῾Η ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε διαιρεῖται. Παρά τά σχίσματα καί τάς αἱρέσεις, Αὕτη παρέμεινε καί θά παραμείνῃ ἀδιαίρετος, παραμένῃ ἡ ΜΙΑ, ῾Αγία, Καθολική καί ᾿Αποστολική τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία. Οἱ σχισματικοί καί οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι καινοτομοῦν καί νεωτερίζουν, δέν "διαιροῦν" τήν ᾿Εκκλησία, ἀλλά ἀποκόπτονται καί χωρίζονται ἀπό τήν ᾿Εκκλησία. Αὐτό καί ἄλλα παρόμοια κενά, τῆς περισπουδάστου, κατά τά ἄλλα, αὐτῆς ἱστορικῆς πηγῆς, ἐκάλυψαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες, μέ τά πολύ σημαντικά καί ἀπό ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως συγγράμματα, τά ὁποῖα συνέγραψαν καί ἐξέδωσαν κατά τήν περίοδον μεταξύ τῶν ἐτῶν 1930-1935. ᾿Αναφέρομεν μόνον τά ἐξέχουσαν θέσιν κατέχοντα βιβλία ὑπό τόν τίτλον: "ΔΙΣΤΟΜΟΣ ΡΟΜΦΑΙΑ" καί "ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΛΕΓΧΟΣ", τά ὁποῖα ἐκθύμως συστήνομεν πρός μελέτην.
῾Η παροῦσα ἐπανέκδοσις ἀφιεροῦται εἰς τήν ἱεράν μνήμην τοῦ ἀοιδίμου πατρός καί ὁμολογητοῦ ῾Ιεράρχου, ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος Ματθαίου, τοῦ ὁσίως ἐν τοῖς ὑστέροις τούτοις καιροῖς βιώσαντος, καί σθεναρῶς ὑπέρ τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδοξίας προμαχήσαντος, καί οὐδ᾿ ἐπί στιγμήν παρεκκλίναντος ἀπό τῆς ὁδοῦ τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, καί τοῦτο ἐπί τῇ συμπληρώσει 50 ἐτῶν ἀπό τῆς ὁσίας κοιμήσεως του (+1950-2000).
Πρός Κύριον εὐχέτης
῾Ο ἐν ᾿Επισκόποις ἐλάχιστος
+ ῾Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
ΚΗΡΥΚΟΣ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 1954
Η ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ 1954
ΠΩΣ ΕΞΗΛΘΕΝ Ο ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ 1935
ΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ,
ΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ. ΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΑΡΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΙ.
ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Γ.Ο.Χ. ΕΛΛΑΔΟΣ
ΠΡΟΣ
Τὸ εὐσεβέστατον τῆς ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀλλαχοῦ Πλήρωμα τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
Ἀθῆναι 15ῃ Σεπτεμβρίου 1954
Πανοσιώτατοι Ἱερομόναχοι. Αἰδεσιμώτατοι Ἱερεῖς, ὁσιώτατοι Μοναχοὶ, εὐλαβέστατοι Ἐκκλησιαστικοὶ Ἐπίτροποι καὶ εὐσεβέστατοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί.
Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ καὶ περιπόθητα.
Χάρις Ὑμῖν καὶ εἰρήνη καὶ ἔλεος τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος, εἴη μεθ' ἁπάντων Ὑμῶν. Ἀμήν.
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ,
ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἡμῶν διδάσκει: «Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δὲ εἶναι λύκοι ἅρπαγες. Ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς».
Ὁ κατὰ κλῆσιν Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν οὐρανοβάμων Παῦλος φθέγγεται: «Ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ δοκιμάζοντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ εὐάρεστον» καί: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι ἀλλ' ὡς σοφοὶ ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρὸν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραὶ εἰσὶ» καί: «Στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν» καί: «εἴ τις εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ' ὅ παρελάβετε καὶ παρ' ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, κἂν ἡμεῖς, κἂν Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀνάθεμα ἔστω».
Καὶ ἐξακολουθῶν τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Κυρίου ὁ Θεῖος Παῦλος προφητεύει: «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς Δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν· καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀπωλείαις, δι' οὕς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται».
Καὶ αὖθις ὁ Κύριος καὶ Διδάσκαλος ἡμῶν ἐπιτονίζει: «Βλέπετε, μὴ πλανηθῆτε, πολλοὶ γάρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγὼ εἰμι ὁ Χριστὸς, μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν, ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς».
Εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀναγινώσκομεν: «Καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν».
Καὶ ἐν τῷ Ἱερῷ Εὐαγγελίῳ γέγραπται: «Οἱ ψευδοδιδάσκαλοι οὗτοι ἐξ ἡμῶν μὲν ἦλθον, ἀλλ' οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν μεμενήκασιν ἄν μεθ' ἡμῶν».
Οἱ οὐράνιοι λόγοι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ οὐρανοβάμονος Παύλου καὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ, δὲν ἐλέχθησαν, δὲν ἐγράφησαν περιστατικῶς διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι κήρυγμα προφητικὸν καὶ διδακτικὸν διὰ τοὺς αἰῶνας, δι' ὅλον τὸν βίον τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας. Ψευδοπροφῆται καὶ ψευδοδιδάσκαλοι ὑπάρχουσι πάντοτε.
Ποθοῦντες τὴν κάλυψιν τῶν ρηγμάτων, τὴν ἄρσιν τῶν σχισμάτων, καὶ ἐπιδιώκοντες τὴν εἰρήνευσιν καὶ τὴν ἕνωσιν τῶν διασπασθέντων Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἵνα ἡνωμένοι καὶ ἀδελφωμένοι ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἀναμολόγητον διωγμὸν, ἐξαπελύσαμεν τὴν ἀπὸ 1ης Ἰουνίου 1954 Ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας παρεκαλοῦμεν τὸν πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον νὰ πράξῃ κατὰ τὸ Ἱερὸν καθῆκον Του καὶ κατὰ τὰ ἐντάλματα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς Ἑνότητος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, τῇ βαλλομένῃ πανταχόθεν ὑπὸ τῶν ποικιλωνύμων ἐχθρῶν Αὐτῆς, ἅμα δὲ καὶ τῆς Ἑνότητος ὁλοκλήρου τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου τοῦ ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην, ἐπὶ τῷ ἁγίῳ τέλει τῆς ἐξαλείψεως τοῦ σχίσματος ἐκ τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ὅπερ καὶ σοβαρὰς ζημίας εἰς τὸν ἱερὸν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα ἐπέφερε καὶ σάλον μέγαν εἰς τὰς τάξεις τῶν Ὀρθοδόξων ἥγειρε καὶ καταστροφὴν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἐπήνεγκεν, ἀνασταλείσης τῆς προόδου καὶ συσσωρευθέντων συντριμμάτων καὶ ἐρειπίων.
Ἀλλὰ, τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ καὶ περιπόθητα, εἰς μάτην αἱ προσπάθειαι ἡμῶν. Τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑωσφόρου ἐπεκράτησεν. Καὶ ὁ πρ. Φλωρίνης Κύριος Χρυσοστόμος ἀπήντησε διὰ τῆς ἀπὸ 15ης Ἰουλίου 1954 ἐγκυκλίου Του κρατῶν τὴν θρυαλλίδα, ἀφρίζων καὶ μαινόμενος, κηρύττων τὸν πόλεμον, τὸν διχασμὸν καὶ τὸ ἀγεφύρωτον τοῦ χάσματος. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη διέλυσε πλέον πᾶσαν ἐλπίδα ἡμῶν. Ἡμεῖς εὐχόμενοι ὅπως ὁ Κύριος γένηται ἴλεως τῷ ἐμπρηστῇ πρ. Φλωρίνης, συνέχοντες τὴν ὀδύνην τῆς ψυχῆς ἡμῶν, προχωροῦμεν πλέον μὲ τὰ ὅπλα τῆς Πίστεως ἀκλόνητοι καὶ ἀτρόμητοι εἰς τὸν Ἀγῶνα ἀντιμετωπίζοντες συγχρόνως καὶ τὴν Σχισματικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Σπυρίδωνος καὶ τὸν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον.
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ,
δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποκρούει τὴν τεινομένην χεῖρα τῆς Ἑνώσεως πρὸς δόξαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ πρὸ ἐτῶν δεκαεπτά, κατὰ τὸ 1937 παρεκαλέσαμεν τὸν πρ. Φλωρίνης νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐπέλθῃ ἡ ποθητὴ Ἕνωσις πρὸς δόξαν Θεοῦ, σωτηρίαν τῶν πιστῶν καὶ πρόοδον καὶ ἐπικράτησιν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος. Ἀλλ' ὁ Ἀρχιερεὺς οὗτος, ἀτυχῶς ἐκπεσὼν, ἠρνήθη, ἠρνεῖτο πάντοτε καὶ ἀρνεῖται πεισμόνως, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐπιγνώσει διὰ λόγους μυχίους, οὕς οἷδε Κύριος. Ἀρνεῖται νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, δὲν ἔχει σκοπόν, δὲν θέλει τὴν καταπολέμησιν τοῦ σχίσματος τοῦ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου προελθόντος, ἀλλ' εἶναι τεταγμένος πρὸς διάλυσιν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος, ὠθούμενος ἀπὸ ταπεινὰ πάθη καὶ δέσμιος τῆς προσπαθείας του πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν πόθων. Καὶ προχωροῦντες πλέον εἰς ἀνοικτὸν ἀγῶνα ἔχομεν καθῆκον νὰ σχίσωμεν τὴν προσωπίδα καὶ νὰ ἀποκαλύψωμεν τὸν ἄνδρα ἐπὶ τῇ βάσει κειμένων καὶ ἱστορικῶν γεγονότων. Εἶναι ἐπιτακτικόν τὸ καθῆκον ἡμῶν τοῦτο, καίτοι λυπούμεθα ἀπὸ βάθους ψυχῆς, διότι πρέπει νὰ διαφωτίσωμεν ἵνα μὴ πλανηθῇ κανεὶς ἐκ τῶν διαφόρων ψευδῶν, τῶν ἀπατηλῶν τεχνασμάτων, πανούργων σοφιστειῶν καὶ στρεψοδίκων δικαιολογιῶν.
ΛΟΙΠΟΝ «ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΦΩΣ»
Οἱ ὑπογεγραμμένοι Ἀρχιερεῖς, παρακαλοῦμεν πάντας ὅπως διεξέλθωσι μετὰ προσοχῆς καὶ ὑπομονῆς τὴν Ποιμαντορικὴν καὶ Πατρικὴν ταύτην ἐγκύκλιον ἡμῶν, ἵνα πᾶντες ἐννοήσωσι καλῶς:
1) Ποῖα τὰ ἐλατήρια τὰ παρακινήσαντα τὸν πρ. Φλωρίνης Κύριον Χρυσόστομον Καβουρίδην νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν ἱερὸν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα.
2) Διὰ τίνας λόγους ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποπτύσας πᾶντα χαλινόν ἠθικοῦ συναισθήματος κατ' ἐξακολούθησιν ἐπιρρίπτει εἰς Ἡμᾶς τὴν εὐθύνην τοῦ Σχίσματος τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας μὲ τὴν μοναδικὴν δικαιολογίαν ὅτι ἡμεῖς διεπράξαμεν τὸ τρομερὸν ἔγκλημα ὅτι πρὸς προαγωγὴν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος προέβημεν εἰς χειροτονίας νέων Ἐπισκόπων.
3) Διὰ τίνας λόγους καὶ ποίους σκοποὺς ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποκρούει μετὰ πείσματος ἑωσφορικοῦ τὴν ἕνωσιν μεθ' ἡμῶν, διὰ νὰ θολώνῃ δὲ τὰ νερὰ καὶ νὰ παραπλανᾷ τὸν λαὸν ἀντιστρέφει καὶ διαστρέφει τὰ γεγονότα καὶ κρατῶν κλάδον ἐλαίας πρὸς εἰρήνευσιν λέγει καὶ γράφει ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι τοῦ διχασμοῦ καὶ οὐχὶ αὐτός!!! Ἀλλ' ἐπὶ τέλους τυφλωθεὶς ὑπὸ τοῦ πάθους ἀπέσπασε μόνος τὸ προσωπεῖον, κατέπεσεν ἡ Αὐλαία καὶ ἐνεφανίσθη ὁ πρ. Φλωρίνης οἷος πράγματι εἶναι! Καὶ θὰ ἀφήσωμεν πλέον τὰ γεγονότα νὰ ὁμιλήσωσι καταβοῶντα, ἀποκαλύπτοντα καὶ καταδικάζοντα.
Α´. ΠΩΣ ΕΞΗΛΘΕΝ Ο ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.
Ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης ἐξῆλθεν εἰς τὸν Ἱερὸν Ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας, οὐχὶ πυρπολούμενος ἀπὸ Πίστεως, ἀλλὰ ἕνεκα λόγων ἐμπαθείας, φθόνου καὶ ἐκδικήσεως πρὸς τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη νὰ τὸν προαγάγῃ εἰς Πρόεδρον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἢ Ἀρχιεπίσκοπον Πειραιῶς ὅπως ἐπιμόνως καὶ ἐκβιαστικῶς ἀπήτει καὶ ἐπεδίωκεν. Καὶ πράγματι ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος ὁ ἐμφανιζόμενος ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀρχιερεὺς ὑπάρχων τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Συνοδικὸς, ἐκάθηρεν Ὀρθοδόξους Ἱερεῖς, ἀποκαλέσας τὸν παλαιοημερολογιτισμὸν καρκίνωμα καὶ χαίνουσαν πληγὴν (καταβοῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς κακοδόξου Συνόδου). Καὶ τέλος ἀπεφάσισε καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὸν ἱερὸν Ἀγῶνα παραπλανηθεὶς καὶ πιστεύσας ὅτι ἐπίκειται ἡ πτῶσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου καὶ θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αὐτὸς, παροτρυνόμενος ὑπὸ διαφόρων πολιτικῶν προσώπων καὶ ὑπὸ τοῦ τότε Συμβουλίου τῆς Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος.
Β´ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ 1935, ΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ, ΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ.
Κατὰ τὸ ἱστορικὸν διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν ἔτος 1935 οἱ Ἀρχιερεῖς Δημητριάδος Γερμανὸς, Φλωρίνης Χρυσοστόμος καὶ Ζακύνθου Χρυσόστομος, Ἀρχιερεῖς τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας λαβόντες τὴν Ἀρχιερωσύνην κατὰ τὸ Ἰουλιανὸν Ἡμερολόγιον, ὑψώνουσι τὴν σημαίαν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκηρύσσοντες τὴν ἀποστάτιδα Ἐκκλησίαν. Καὶ εἰς τὸν ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Κωνσταντίνου Κολωνοῦ ἐνώπιον χιλιάδων πιστοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ποιοῦνται τὴν ὁμολογίαν των καὶ βροντοφωνοῦσι τὸ Διάγγελμά των πρὸς τὸν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ Κλῆρον. Διὰ τῆς ὁμολογίας καὶ τοῦ διαγγέλματός των οἱ τρεῖς οὗτοι Ἀρχιερεῖς κατέστησαν ἑαυτοὺς Κανονικοὺς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἱερῶν Κανόνων περὶ Σχίσματος, καθόσον εἶχον τὴν Ἀρχιερωσύνην ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Καὶ μετὰ τὸ κίνημα τοῦτο τῆς συμπήξεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἀνῆλθον οἱ Ἀρχιερεῖς εἰς τὴν ἱερὰν Μονὴν Κερατέας καὶ ἡ πρώτη πρᾶξις Των ὡς ἀνεξαρτήτου Ἐκκλησίας ἦτο ἀφ' ἑνὸς μὲν ἡ ὑπὸ τῶν δύο χειροθεσία τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθῆ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νέου ἑορτολογίου καὶ ἀφ' ἑτέρου αἱ χειροτονίαι τεσσάρων νέων ἐπισκόπων, τῶν Μεγαρίδος Χριστοφόρου Χατζῆ, Διαυλείας Πολυκάρκου Λιώση, Κυκλάδων Γερμανοῦ Βαρυκοπούλου καὶ Βρεσθένης Ματθαίου Καρπαθάκη.
Μετὰ τὰς χειροτονίας ἤρχισαν αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ἀπομονώσεις καὶ ὁ διωγμός. Δὲν ὑπῆρχε ἀπόθεμα πίστεως, ἐπῆλθε κλονισμός καὶ αἱ ἀρνήσεις τῆς ἱστορικῆς ὁμολογίας. Ἔναντι τῆς προδοσίας καὶ τῆς ἀρνήσεως ἐστάθησαν ὄρθιοι, ἀκέραιοι καὶ εὐθυτενεῖς καὶ ἀπεκήρυξαν καὶ τὴν προδοσίαν καὶ τοὺς προδότας:
1) Ἡ Ἑλληνικὴ Θρησκευτικὴ Κοινότης, ἡ ὁποία ἐστάθη στῦλος ἀκλόνητος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει πᾶσα δόξα καὶ τιμή. Εἴη εὐλογημένον τὸ ὄνομα τῆς Κοινότητος τῶν Ὀρθοδόξων, καί
2) Οἱ δύο Ἐπίσκοποι Κυκλάδων Γερμανὸς καὶ Βρεσθένης Ματθαῖος κατὰ τὸ ἔτος 1937.
Οἱ ἀρνηταὶ τῆς ὁμολογίας των ἐν τῇ ἀρνήσει των διεκήρυξαν ὅτι τὰ Μυστήρια τῆς κακοδόξου ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἄκυρα μέχρις ὅτου συνέλθη μία Σύνοδος καὶ τὴν κηρύξη Σχισματικὴν, κατ' ἀκολουθίαν μέχρι τότε αἱ ἀποφάσεις τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι κανονικαί. Τὰ συμπεράσματα τῆς γνώμης ταύτης εἶναι ὁλοφάνερα:
α) Εἶναι περιττός καὶ μάταιος ὁ ἀγών,
β) Αἱ καθαιρέσεις αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἐγκυρόταται καὶ κανονικώταται,
γ) Ἀθετοῦνται αἱ τέσσαρες Πανορθόδοξοι Σύνοδοι, αἵτινες κατεδίκασαν τὸ Παπικὸν ἑορτολόγιον, καὶ τὰς ὁποίας Συνόδους οἱ τρεῖς Ἀρχιερεῖς εἶχον ἐπικαλεσθῆ εἰς τὸ Διάγγελμά των τοῦ 1935.
Γ´ ΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΑΡΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΙ.
Ἡ σειρὰ ἀρνήσεων, ἀσυνεπειῶν καὶ κακοδοξιῶν ἐκτίθενται μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ σαφήνειαν εἰς τὴν ἱστορικὴν Ἐγκύκλιον τοῦ Κυροῦ Βρεσθένης Ματθαίου τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1947 καὶ παραθέτομεν ἐνταῦθα πιστὴν ἀντιγραφήν. Ἐν αὐτῇ διακηρύσσει ὁ ἀοίδιμος κυρὸς Ματθαῖος τοὺς λόγους τοὺς ἐπιβαλόντας τὸν χωρισμόν:
«Καθαρῶς λόγοι πίστεως, προσφιλῆ ἐν Χριστῷ, τέκνα καὶ ἀδελφοὶ, μᾶς ἐπέβαλον νὰ χωρισθῶμεν ἀπὸ τούτων καὶ οὐχὶ ἄλλοι, προσωπικοὶ ἤ συμφέροντος, ὡς καθ' ἡμῶν κατηγοροῦσιν. Διὰ μὲν τὸν θανόντα Δημητριάδος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῶσι, διότι ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως, τονίζομεν, ὅτι ὅλοι οἱ λόγοι καὶ οἱ φόβοι μας δι' αὐτὸν ἐπηλήθευσαν ὡς τοὐλάχιστον ἀπέδειξε καὶ ἡ τελευτή του, ἥτις συνέβη κακοδόξως, τῆς κηδείας του τελεσθείσης ὑπὸ τῆς κακοδόξου Μητροπόλεως Ἀθηνῶν καὶ διὰ κακοδόξων Ἱερέων. Ὡς πρὸς τὸν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, ῥιζικωτέρα εἶναι ἡ διαφορά. Κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1937, εἰς ἀπάντησίν του πρὸς τὸν Ὁσιώτατον Μοναχόν Μᾶρκον Χανιώτην, ἔγραφεν ὅτι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι σχισματική, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν κηρύξῃ τοιαύτην καὶ, ὅτι τὸ μῦρον τὸ παρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τελεσθὲν μετὰ τὴν καινοτομίαν, δηλαδὴ, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ἡμερολογίου, ἔχει τὴν ἁγιαστικὴν χάριν, τὰ δὲ παιδία τῶν νεοημερολογιτῶν δὲν πρέπει νὰ μυρώνωνται, ἀκόμη δὲ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς ἄλλας νεοημερολογιτικὰς καὶ παλαιοημερολογιτικὰς Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζουσι τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ὡς κανονικὴν, ἐπὶ πλέον δὲ ὅτι μετὰ τὸ Σχῖσμα κατ' οὐδὲν ἐμειώθη ἡ ἁγιαστικὴ χάρις τοῦ μύρου τοῦ τελεσθέντος παρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τὰ αὐτὰ περίπου ὁ ἴδιος ἔγραφε κατὰ τὴν 17ην Ὀκτωβρίου 1937 πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι δηλαδὴ θεωρεῖ καταφρόνησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἐὰν κηρύξῃ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικὴν καταδικάζων οὕτω εἰς τὸν πνευματικὸν θάνατον 5 ἑκατομμύρια Ἕλληνας ἀδελφούς του, οἵτινες, καλῇ τῇ πίστει, ἀκολουθοῦν τὸ νέον ἡμερολόγιον, καὶ νὰ ἔλθῃ οὕτως εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας».
Τὴν 15ην Ἰανουαρίου 1938 ἔγραφε πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Θρησκευμάτων κ. Γεωργακόπουλον, ὑποβάλλων ἐπὶ τούτῳ ἔγγραφον:
«Νὰ ἀναγνωρισθῶσιν αἱ χειροτονίαι τῶν Ἐπισκόπων Χατζῆ καὶ Λιώση ὡς ἔγκυροι καὶ νὰ τεθῶσιν οὗτοι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δὲ Γερμανὸς Βαρυκόπουλος καὶ ὁ Ματθαῖος Ἁγιορείτης νὰ καταστῶσιν ὑπόδικοι ἐνώπιον τῆς Δ. Συνόδου τῆς ἐπισήμου (κακοδόξου) Ἐκκλησίας δι' ὅσα ἔγραψαν καὶ ἐδημοσίευσαν ἐξ ἀκρισίας, τόσον ἐναντίον Αὐτῆς, ὅσον καὶ αὐτῶν».
Συνεχίζων γράφει:
«Νὰ καταστῇ ὑποχρεωτικὴ δι' ἡμᾶς καὶ τὴν Ἱεραρχίαν ὅλην ἡ περὶ ἡμερολογίου ἀπόφασις τῆς Προσυνόδου, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αὕτη, καὶ νὰ τεθῇ ἀμέσως εἰς ἐφαρμογὴ, δηλαδὴ, ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Προσύνοδος νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ νέον ἡμερολόγιον νὰ τὸ ἀκολουθήσωμεν» (βλέπε βιβλίον «Νομοκανονικαὶ Ἐνασχολήσεις» Δημητρίου Πετρακάκου Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου τῆς κακοδόξου Συνόδου, σελίς 285).
Ἐν ἔτει 1940, ἐνώπιον τεσσαράκοντα προσώπων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν παρατάξεων, εἰς τὴν ἐν Ψυχικῷ οἰκίαν τοῦ κ. Βασιλείου Κηρύκου, ὡμολόγησεν, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐφ' ὅσον δὲν συνῆλθεν Οἰκουμενικὴ ἢ Πανορθόδοξος Σύνοδος, ἵνα τὴν κηρύξῃ σχισματικὴν, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν εἴπωμεν σχισματικήν. Τὰ μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα. Τὸ μύρον της ἔχει ἁγιαστικὴν χάριν καὶ ὅτι τὰ παιδία τῶν νεοημερολογιτῶν δὲν πρέπει νὰ μυρώνωνται. Τὸ αὐτὸ ἔτος ἐφεῦρε τὸ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ, δηλαδὴ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν νεοημερολογιτῶν εἶναι δυνάμει μόνον σχισματικὴ, οὐχὶ δὲ καὶ ἐνεργείᾳ».
Τὴν σοφιστείαν ταύτην, ἐφεῦρε διότι προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ τότε Ἀστυνομικοῦ Διευθυντοῦ κ. Ἰ. Βαβούρη, ἤκουσε παρὰ τούτου ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία ἦτο ἀποφασισμένη καὶ ἐπέμενεν, ἐφαρμόζουσα τὴν ἀπόφασίν της, νὰ στείλῃ εἰς ἐξορίαν ὅλους τοὺς Ἀρχιερεῖς. Δειλιάσας τότε ὑπανεχώρησε, μὲ μόνον σκοπόν ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ ἐπηρεάσῃ ταύτην, ἵνα ἀναστείλῃ τὴν περὶ ἐξορίας τῶν Ἀρχιερέων ἀπόφασιν. Διὰ τῆς τοιαύτης ὅμως συμπεριφορᾶς ἠγνόησε καὶ ἠρνήθη τὰ μόλις πρὸ ὀλίγου ὁμολογηθέντα.
Τὴν 1ην Ἰουνίου 1944 εἰς τὴν Ποιμαντορικὴν ἐγκύκλιόν του πρὸς ἅπαν τὸ Χριστεπώνυμον πλήρωμα, γράφει:
«Ταμιοῦχος τῆς Θείας χάριτος εἶναι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς προικισθεῖσα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ὄχι ὡρισμένος ἀριθμὸς Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ἀποσπώμενος διὰ λόγους διαφωνίας, δι' ἰάσιμόν τι ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα (ὡς τὸ ἡμερολόγιον) καὶ ὅτι οἱ τοιαῦτα πράττοντες εἶναι Προτεστάνται ἢ παρασυνάγωγοι. Ὅτι ἡμεῖς ἀσεβοῦμεν καὶ εἴμεθα ἱερόσυλοι ὄχι μόνον πρὸς αὐτὴν τὴν θείαν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἱερότητα τῶν Μυστηρίων, ἐπειδὴ ἀποκαλοῦμεν τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν σχισματικὴν καὶ μὴ ἔχουσαν οὐδεμίαν χάριν».
Περαιτέρω γνωματεύει, ὅτι «ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, δὲν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν καὶ ἀνεξάρτητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Ἑλλάδι, διότι οὐδεμία Ἐκκλησία μᾶς ἀνεγνώρισεν ὡς τοιαύτην, ἀλλ' εἴμεθα ἐντὸς τῆς ἀνεγνωρισμένης Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς μία φρουρὰ, ἥτις φρουρεῖ τὸν θεσμὸν τοῦ Ὀρθοδόξου ἑορτολογίου. Καὶ ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ἀντικανονικὴ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα Ἐκκλησία». Ἐνῶ εἰς τὴν ἐγκύκλιόν του γράφει «Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος» (Βλέπε ἐγκύκλιον 1954).
Συνεχίζων ἐκθέτει ὅτι, «κατὰ ταῦτα, ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι ὅσω καὶ ἂν παρουσιαζώμεθα κατὰ τὸ φαινόμενον ὅτι εἴμεθα Ἐκκλησία κλπ., ἀποτελοῦμεν ἐν τῇ Κανονικότητι, οὐχὶ ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης, μεθ' ἧς διεκόψαμεν, προσωρινῶς, διὰ λόγους Κανονικοὺς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τὴν ἀνύστακτον φρουρὰν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας συνεχίζομεν τὴν ἱστορίαν αὐτῆς καὶ ὅστις φρονεῖ ἀντιθέτως εἶναι παρασυνάγωγος καὶ Προτεστάντης».
Ὁμοίως, ὅτι «ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μεταδώσωμεν Ὀρθόδοξον χάριν τὴν ὁποίαν ὑστερούμεθα· ἐπειδὴ δὲν ἀνήκομεν εἰς τὴν Κανονικὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τὴν μόνην ταμιοῦχον τῆς Θείας χάριτος, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον ἀντίληψιν».
Ἐπίσης τὴν 18ην Ἰανουαρίου 1945 εἰς τὴν διασάφησιν τῆς ἀνωτέρῳ ἐγκυκλίου γράφει:
«Εἰς περίπτωσιν καθ' ἣν μία μερὶς Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, διὰ λόγους ἐκκλησιαστικοὺς καὶ Κανονικοὺς, διακόπτει τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἀποχωριζομένη διὰ λόγους θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῆς Διοικούσης Ἱεραρχίας, πηγνύει ἴδιον θυσιαστήριον ὅσω καὶ ἂν διὰ τῆς χωριστικῆς λατρείας καὶ τῶν ἰδίων εὐκτηρίων οἴκων καὶ ἰδίων λειτουργῶν φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης, ἐξ ἧς ἐχωρίσθη, δὲν παύει ὅμως, Κανονικῶς νὰ ἀνήκῃ αὕτη εἰς τὴν αὐτὴν, τὴν μίαν καὶ ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν κ.λπ. (βλέπε σελ. 8).
Εἰς δὲ τὴν σελίδα 11, γράφει ἐπίσης: Τὸ σφαλερὸν τοῦ διϊσχυρισμοῦ τούτου, δηλαδὴ, τὸ ὅτι ἡμεῖς λέγομεν ἄκυρα τὰ μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν, ἔγκειται εἰς τὴν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, ὅτι οἱ παλαιοημερολογῖται ἔμειναν εἰς τὰς Πατρίους παραδόσεις, διότι ἡ ἐκκλησία τῶν νεοημερολογιτῶν ἀπὸ τοῦδε ἐστερήθη τῆς Θείας χάριτος ὡς λέγουσιν οἱ παρασυνάγωγοι Ἐπίσκοποι. Τοῦτο ἴσως νὰ συμβαίνῃ διὰ τοὺς ἀκολουθοῦντας τὴν παρασυναγωγήν. Οἱ ἐν ἐπιγνώσει ὅμως παλαιομερολογῖται τῆς Ὀρθοδόξου παρατάξεως ἡμῶν γινώσκουσι καλῶς, ὅτι ἡ παρακολούθησις τοῦ παλαιοῦ ἑορτολογίου δέν εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῶν μυστηρίων τῶν νεοημερολογιτῶν» κ.λπ.
Εἰς δὲ τὰς σελίδας 14 καὶ 15 τῆς αὐτῆς διασαφήσεώς του γράφει, ὅτι «πρέπει ἡμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας δι' ὅσα ἐγράψαμεν τόσον ἐναντίον αὐτῶν, ὅσον καὶ κατὰ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ νὰ μετανοήσωμεν διότι ἐκηρύξαμεν σχισματικὴν τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ ἄκυρα τὰ μυστήριά της». Ὁμοίως εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» τῆς 14ης Νοεμβρίου 1945 δημοσιεύει, ὅτι «οὐδέποτε θὰ προβῇ εἰς ἐπαναστατικὰς πράξεις, ὡς τοὺς ἄλλους Ἐπισκόπους, δηλαδὴ, οὐδέποτε θὰ χειροτονήσῃ Ἐπισκόπους, διότι δὲν εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλὰ φρουρὰ, καὶ διαβεβαιοῖ, ὡς πρὸς τοῦτο, τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατ' οὐδένα λόγον καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν». Καὶ τοῦτο διότι, διεμηνύθη εἰς αὐτοὺς παρὰ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τοῦ κ. Γεωργίου Μπόγρη, τότε μοιράρχου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ὑπασπιστοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἀσφαλείας κατὰ τὸ ἔτος 1939, δηλαδὴ, νὰ μὴ χειροτονήσουν Ἀρχιερεῖς διότι θὰ σταλοῦν εἰς ἐξορίαν, τοῦθ' ὅπερ καὶ ἀποδεχθέντες, διεβεβαίωσαν τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν διὰ τοῦ ἀνωτέρω κ. Μπόγρη ὅτι οὐδέποτε θὰ προβοῦν εἰς χειροτονίας ἀρχιερέων καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει.
Ὡσαύτως, εἰς τὸ ὑπόμνημά του διὰ τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθῃ Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ ἔτους 1945 παραθέτει:
«Ὁ θρίαμβος δὲ οὗτος τῆς Ἐκκλησίας ἐπετεύχθη διὰ τῆς Πανσθενουργοῦ δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέσου καὶ ὀργάνου χρησιμεύσαντος τοῦ Ἐξοχωτάτου Στρατάρχου Στάλιν καὶ τῶν ἐνδόξων αὐτοῦ συνεργατῶν πολιτικῶν τε καὶ στρατιωτικῶν, οἵτινες μετὰ τοῦ Πρωθιεράρχου καὶ τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ῥωσσικῆς Ἐκκλησίας ἐξεπόνησαν τὸ σύμφωνον τῆς Πολιτείας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας… «Καὶ αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου». Εἰς τὰς σελίδας 21, 22 καὶ 35 τοῦ ὑπομνήματος τούτου ἀποκαλεῖ τὸν σχισματικὸν Ἀρχιεπίσκοπον Παπαδόπουλον, ἀοίδιμον καὶ μακάριον, αὐτὸν τὸν σχίσαντα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀναθεματισμένον ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, προσθέττων εἰς τὰς σελίδας 22 καὶ 26, ὅτι εἶναι ὀρθόδοξον τέκνον τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὅτι κακῶς ἐφέρθη ἡ Μήτηρ του καὶ ἡ σκληρόκαρδος μητριά του Ἐκκλησία πρὸς αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλλους Ἀρχιερεῖς ποὺ τοὺς ἐκάθηρεν, καὶ περαιτέρω, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀπόσχισιν αὐτοῦ ἐκ τῆς Διαρκοῦς Συνόδου ἄφησε τὴν θύραν ἀνοικτὴν τῆς συνεννοήσεως μετὰ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καὶ συνεχίζων ἱστορεῖ ὅτι οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι τότε Δημητριάδος, Ζακύνθου καὶ Φλωρίνης, κατήρτισαν Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ ὄχι Ἐκκλησίαν παρ' ὅλον ὅτι ἔγραφον καὶ εἰς τὰς ἐγκυκλίους των, τὰ ἔγγραφά των, καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα των ὅτι εἶναι Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μέχρι σήμερον.
Ὥστε ἄλλα λέγουν καὶ ἄλλα πράττουν.
Εἰς δὲ τὴν σελίδα 31 ἀποκαλεῖ τὴν Ἱ. Σύνοδον, ἀρχιερατικὸν συμβούλιον, καὶ τὸν ἀποθανόντα κακοδόξως πρόεδρόν του Δημητριάδος ἀοίδιμον καὶ τοῦτον, ὡς ἂν ὅλοι οἱ κακόδοξοι νὰ ᾖναι ἀοίδιμοι. Καὶ κατωτέρω, εἰς τὴν αὐτὴν σελίδα, παραπονεῖται πρὸς τὴν Μητέρα του κακόδοξον Ἐκκλησίαν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν τιμωρήσῃ τόσον σκληρῶς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ τὸν ὑστερήσῃ τῆς εὐλογίας καὶ τῆς Μυστηριακῆς ἐπικοινωνίας της, ἀποκαλῶν αὐτὴν ἐπίσημον καὶ προϊσταμένην του ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν, καὶ εἰς τὴν σελ. 46 ἀποκαλεῖ ταύτην κανονικὴν ἐκκλησιαστικήν του ἀρχὴν ἐναντίον τῆς ὁποίας οὐδέποτε ἐπανεστάτησε. Καὶ τέλος, εἰς τὰς σελ. 50 καὶ 51 γράφει, ὅτι τὸ κίνημα τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ 1935 δὲν στρέφεται ἐναντίον τῆς Μητρός του Ἐκκλησίας τῆς γαλουχησάσης αὐτὸν, ἀλλὰ ἐναντίον προσώπων τινῶν Κληρικῶν καὶ ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι τὸ διάβημά του στρέφεται κατὰ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ κύρους τῆς Μητρός του Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κατὰ προσώπων, οὔτε δύναται δὲ νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ τὸ κῦρος τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας.
Εἰς τὴν ἐφημερίδα του «Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας» κατὰ τὴν 29ην Ἰουλίου τοῦ 1946, ὑπὸ τὸν τίτλον «Μία παρὰ τὴν θέλησίν μας ἀπάντησις εἰς τὸν κ. Εὐγένιον Τόμπρον» ἐννοῶν τὸν ἡμέτερον Πρωτοσύγκελον, ἔγραφε: «Ἂν τὰ μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν εἶναι ἄκυρα, τότε τόσον ἡ χειροτονία του, ὅσον καὶ ὁ γάμος του εἶναι ἀνύπαρκτα».
Ὑποστηρίζει δηλαδὴ, ὅτι εἶναι ἔγκυρα τὰ μυστήρια τῶν κακοδόξων νεοημερολογιτῶν, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν. Ἐνῶ ἡμεῖς τότε εἰς τὸ ὑπ' ἀριθ. 24 φύλλον τῆς ἐφημερίδος μας «Κῆρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων» ἀπεδείξαμεν ὅτι εἶναι ἄκυρα τὰ μυστήρια τῶν σχισματικῶν νεοημερολογιτῶν παραμενόντων ἐν τῷ Σχίσματι, καὶ καθίστανται ἔγκυρα διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καὶ τῆς παραδοχῆς ἐκ μέρους τῶν πιστῶν, ὡρισμένων ὅρων τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία, ἥτις καὶ σαφέστατα ὁμιλεῖ πὼς πρέπει νὰ δεχώμεθα καὶ διορθώνωμεν τοὺς ἐρχομένους εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν σχισματικούς.
Αὐτὰ ἔγραφε καὶ ἐλάλει ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ αὐτὰ πιστεύει ἀκόμη. Πιστεύει δηλαδὴ, ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία δὲν εἶναι σχισματικὴ, τὰ μυστήριά της δὲν εἶναι ἄκυρα, τὸ μῦρον της ἔχει τὴν χάριν, τὰ παιδία τῶν κακοδόξων δὲν πρέπει νὰ μυρώνωνται, ὅτι εἶναι ταμιοῦχος τῆς Θείας χάριτος, ὅτι ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι δὲν εἴμεθα Ἐκκλησία ἀλλὰ μόνον φρουρὰ, ὅτι εἴμεθα τέκνα τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία εἶναι Μήτηρ καὶ Μητρυιά μας, ὅτι εἶναι προϊσταμένη μας Ἀρχὴ, καὶ ἐν τέλει, ὅτι εἴμεθα παρασυνάγωγοι, ἱερόσυλοι καὶ Προτεστάνται, μόνον ἐπειδὴ δὲν ἀναγνωρίζομεν τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὡς ἔχουσαν χάριν, νόμιμον καὶ κανονικήν.
Τοιουτοτρόπως, ὁ πρώην Φλωρίνης μᾶς παρουσιάζει ὡς τελείως κακοδόξους νεοημερολογίτας λαμβάνοντας τὴν χάριν ἀπὸ τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν, ἀθετῶν οὕτω τὰς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β´ τοῦ Τρανοῦ, τοῦ 1583, 1587, 1593 καὶ τοῦ Ἀνθίμου τοῦ 1848, αἵτινες κατεδίκασαν τὸ νέον ἡμερολόγιον, ὡς πολλάκις καὶ ὁ ἴδιος διεκήρυξεν καὶ δὴ ἐν τῇ ὁμολογίᾳ του τοῦ 1935.
Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐχωρίσθημεν ἀπὸ τὸν πρώην Φλωρίνης, λόγοι καθαρῶς Πίστεως καὶ οὐχὶ προσωπικοὶ ὡς μᾶς κατηγοροῦσιν.
Ὡς πρὸς τοὺς ἐκπεσόντας Ἐπισκόπους Χριστόφορον Χατζῆν καὶ Πολύκαρπον Λιώσην δὲν εὑρίσκομεν σκόπιμον νὰ μακρηγορήσωμεν. Τοῦτο μόνον ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ πᾶς τις, ὅτι ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον δεκαετίαν ἀφ' ἧς ἡμέρας ἐξέπεσαν οὗτοι τῆς πρώτης των ὁμολογίας παρέμειναν καὶ ἐνέμειναν εἰς τὴν κακοδοξίαν, ἀναγνωρίσαντες τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ ἀσπασθέντες τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, δι' ἧς καθήροντο, ἠρνήθησαν δὲ ἐγγράφως καὶ ἐμπράκτως τὴν Ὀρθοδοξίαν.
Διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀρνήσεων, ἅς ἐποιήσαντο ἐνώπιον τοῦ κακοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου προφορικῶς καὶ ἐγγράφως, ἐποιήσαντο ἄρνησιν τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε τὸ περιοδικὸν «Ἐκκλησία», ὄργανον τῆς σχισματικῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, εἰς τὸ φύλλον τῆς 9ης Νοεμβρίου 1935 ὑπ' ἀριθμ. 45. Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Δήλωσις: Ὁ ὑποφαινόμενος Χριστόφορος Χατζῆς δηλῶ διὰ τῆς ἐνυπογράφου ταύτης δηλώσεώς μου, ὅτι παρασυρθείς καὶ πλανηθεῖς εἰς πράξεις κατακριτέας κατὰ τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καὶ μετανοῶν εἰλικρινῶς, ἀποκηρύσσω πᾶν τὸ φέρον τὴν ὑπογραφήν μου ἔντυπον, ἢ προφορικὰ κηρύγματά μου καὶ τὰ κοινοποιηθέντα διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ σχετικῶς πρός τε τὸν Κανονικὸν καὶ νόμιμον καταρτισμὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Συνοδικῶν δικαστηρίων.
Ὡσαύτως ἀποκηρύσσω τὰς περὶ διορθωμένου ἡμερολογίου δοξασίας τῶν λεγομένων παλαιοημερολογιτῶν, πιστεύων, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας γενομένην διόρθωσιν τοῦ ἡμερολογίου δὲν διεσπάσθη ἡ ἑνότης τῆς Ὀρθοδόξου Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Δηλῶ δὲ ἀνεπιφυλάκτως ὅτι, ὡς καὶ πρότερον, οὕτω καὶ ἐφεξῆς, θὰ ἐπιτελέσω πλήρως τὸ καθῆκον μου πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ συμφώνως πάντοτε πρός τε τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰ κελεύσματα τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐπισήμου Ἐκκλησίας.
Προσεπιδηλῶ δὲ ὅτι, διὰ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ διορθωμένου ἡμερολογίου οὐδόλως ἐθίγησαν τὰ δόγματα καὶ ἡ Ἱερά Παράδοσις τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας.
Ὡς πρὸς δὲ τὸν χαρακτηρισμὸν Σχίσματος ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ διορθωμένου ἡμερολογίου δηλῶ καὶ αὖθις ἀνεπιφυλάκτως ὅτι Σχῖσμα δὲν ὑφίσταται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 18ῃ Ἰουλίου 1935.
Ὁ δηλῶν ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣ».
Πανομοιότυπον τῆς τοιαύτης δήλωσιν, ὑπέγραψε καὶ ὁ Πολύκαρπος Λιώσης.
Διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀνωτέρω ὁ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ.
Εἰς δὲ τὴν ἐκδοθεῖσαν μελέτην τοῦ Δικηγόρου Ἀθηνῶν, Τίτου Ἀ. Πετροπούλου ἐπιγραφομένην «Τὸ ἔγκυρον τῆς εἰς Ἐπισκόπους χειροτονίας τῶν Θεοφιλεστάτων Χριστοφόρου Χατζῆ καὶ Πολυκάρπου Λιώση. Συμβολὴ εἰς τὸ Κανονικὸν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» καὶ εἰς τὴν σελίδα 24, εἰς ὑπόμνημά του πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν γράφει ὁ Χριστόφορος Χατζῆς:
«Ὑπόμνημα τοῦ Θεοφ. Χριστοφόρου Χατζῆ.
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 11ῃ Ἰανουαρίου 1936.
Πρὸς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Κύριον Χρυσόστομον, ὡς Πρόεδρον τῆς Ἱ. Συνόδου. Ἀθήνας.
Ἐπισταμένη καὶ ἐμβριθὴς μελέτη τῶν ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων μὲ ἤγαγεν εἰς τὰ κάτωθι συμπεράσματα:
Παραδέχομαι ἐξ ὁλοκλήρου, ὅτι ἡ χειροτονία μου οὗσα ὑπερόριος καὶ ἀπολελυμένη, καλῶς ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐκηρύχθη ἄκυρος, ἐξ οὗ καὶ οὐδέποτε ἠξίωσα ὅτι εἶμαι Ἐπίσκοπος Μεγαρίδος…» καὶ ἐξακολουθῶν ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ἄκυρον δὲν εἶναι καὶ ἀνύπαρκτον. Καὶ τοῦτο παρὰ τὸ δημοσίευμά του εἰς τὴν «Φωνὴν τῆς Ὀρθοδοξίας» τῆς 29ης Ἰουλίου τοῦ 1946, ὅπου ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἡμέτερον Πρωτοσύγκελον, προσεπάθει νά ἀποδείξῃ ὅτι τὸ ἄκυρον εἶναι καὶ ἀνύπαρκτον.
Ἐν συμπεράσματι, ἀρνοῦνται, ἐπαναρνοῦνται, φάσκουν καὶ ἀντιφάσκουν, ἐνῶ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι Ἀρχιερεῖς Ὀρθόδοξοι χωρίς ν' ἀποκηρύξουν τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν, χωρὶς καμίαν ὁμολογίαν πραγματικὴν, χωρὶς κανένα Κανόνα, χωρὶς καμίαν τιμωρίαν συμφώνως τοῖς Θείοις καὶ Ἱεροῖς Κανόσιν.
Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ' ὄψιν τοὺς Θείους καὶ Ἱεροὺς Κανόνας, καὶ δὴ τὸν ΞΒ´ (62) Ἀποστολικὸν, οἱ ἀνωτέρω ἐκπεσόντες Ἀρχιερεῖς, δὲν ἠμποροῦν πλέον νὰ ᾖναι Ἀρχιερεῖς, κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον ὅστις λέγει ἐπὶ λέξει: «Εἴ τις Κληρικὸς διὰ φόβον ἀνθρώπινον, Ἰουδαίου ἢ Ἕλληνος, ἢ Αἱρετικοῦ, ἀρνήσηται, εἰ μὲν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποβαλλέσθω, εἰ δὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κληρικοῦ, καθαιρείσθω. Μετανοήσας δὲ, ὡς λαϊκός δεχθήτω» καὶ ὅστις Κανὼν ἑρμηνευόμενος προστάζει, ὅτι ὅποιος Κληρικὸς διὰ φόβον ἀνθρωπίνων κολάσεων, Ἰουδαίων δηλ. ἢ Ἑλλήνων, ἢ Αἱρετικῶν, ἤθελεν ἀρνηθῇ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁ τοιοῦτος ἀφοῦ μετανοήσει, ὄχι μόνον ἂς ἐκβάλληται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ στέκηται εἰς τὴν τάξιν τῶν μετανοησάντων. Εἰ δὲ διὰ φόβον ἀνθρώπινον ἤθελεν ἀρνηθῇ τὸ ὄνομα τοῦ Κλήρου του, ταὐτὸν εἰπεῖν, πὼς εἶναι ὁ δεῖνα Κληρικὸς ἢ Ἀναγνώστης δηλ. ἢ Ψάλτης, ἢ ἄλλο τι, ἂς καθαίρεται μόνον ἀπὸ τὸ κληρικάτον του. Δίκαιον γὰρ εἶναι νὰ στερηθῇ ἐκεῖνο ὅπου ἠρνήθη, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ εἰπῇ πὼς τὸ ἔχει. Ἀφ' οὗ δὲ ὁ τοιοῦτος μετανοήσῃ, ἂς δέχηται εἰς κοινωνίαν μετὰ τῶν πιστῶν ὡσὰν λαϊκὸς, ἤτοι, ἂς συμπροσεύχεται μὲ τοὺς πιστούς.(*)
Ὁ ΙΕ´ Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει: «Εἴτις Πρεσβύτερος ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν Κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθη, καὶ παντελῶς μεταστὰς, διατρίβει ἐν ἄλλῃ, παρὰ γνώμην τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου, τοῦτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργεῖν. Εἰ μάλιστα, προσκαλουμένου αὐτὸν τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐπιμένων τῇ ἀταξίᾳ ὡς λαϊκὸς μέντοι ἐκεῖσε κοινωνείτω».
Ὁ ΙΣΤ´ Κανών διακελεύει: «Εἰ δὲ ὁ Ἐπίσκοπος παρ' ὦ τυγχάνουσι, παρ' οὐδέν λογισάμενος τὴν καθ' αὐτῶν ὁρισθεῖσαν ἀργίαν, δέξηται αὐτοὺς ὡς Κληρικούς, ἀφοριζέσθω, ὡς διδάσκαλος ἀταξίας».
Ὁ πρ. Φλωρίνης δεξάμενος τοὺς ἀποστάτας Μοναχοὺς καὶ καθηρημένους Κληρικοὺς κατέστη ἔνοχος καὶ καθηρημένος καὶ ἀφωρισμένος σύμφωνα πρὸς τὰς Ἀποστολικὰς Διαταγάς.
Ἐν συνεχείᾳ καταπροδίδεται ὁ ἱερὸς ἀγὼν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ ἐν τῇ ποιμαντορικῇ ἐγκυκλίῳ ἡμῶν (τῆς 8ης Νοεμβρίου 1952, σελ. 3) βροντοφωνοῦμεν: «Ἀλλὰ καὶ ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος παραπαίει. Συμπράττει μετὰ προδοτῶν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἀγωνιστὴς, ὡς θέλει νὰ πιστεύῃ καί νά ἰσχυρίζηται, δὲν ἐδίστασεν εἰς Μυτιλήνην νὰ συμπροσευχηθῇ μετὰ κακοδόξων Κληρικῶν. Καὶ ὅμως ὅταν ἀποκαλύπτηται ἡ προδοσία δὲν ἐδίστασαν καὶ δὲν ἠσχύνθησαν νὰ προβῶσιν εἰς διάψευσιν».
Ἡ τραγικὴ κωμωδία, ὁ ἐμπαιγμός τῶν Θείων καὶ ἡ διακωμώδησις τῆς Ὀρθοδοξίας συνεχίζεται, καὶ αἴφνης ὁ πρ. Φλωρίνης ἐν συμφωνίᾳ μετὰ τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων του, παραιτεῖται τῶν ποιμαντορικῶν των καθηκόντων!!! Καὶ ἀναγινώσκει ὁ λαός εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλεύθερος Λόγος» (9 Νοεμβρ. 1952) ταῦτα τὰ ὡραῖα καὶ καταπληκτικά: Οἱ Μητροπολῖται τῶν Παλαιοημερολογιτῶν πρώην Φλωρίνης κ. Χρυσόστομος, Χριστιανουπόλεως κ. Χριστόφορος καὶ Διαυλείας κ. Πολύκαρπος, ἐξέδωκαν ἀνακοίνωσιν διὰ τῆς ὁποίας τονίζουν τὰ ἑξῆς: Μετὰ κοινὴν σύσκεψιν καὶ ὁμώνυμον γνώμην τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ὑπέβαλον τὴν παραίτησίν των ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῶν ποιμαντορικῶν των καθηκόντων, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγνώρισαν καὶ εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, θὰ ἐξακολουθήσουν δὲ ἐμμένοντες εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ ὡς ἄτομα καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης ὑπὲρ τρίτων».
Ὑπάρχει καὶ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1950 τοῦ πρ. Φλωρίνης περὶ δῆθεν ὁμολογίας του. Τὸ ἔτος 1950 ἐξαπέλυσεν ἐγκύκλιον διὰ τῆς ὁποίας ἀποκαλεῖ τὰ Μυστήρια τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας ἄμοιρα θείας χάριτος. Ἐὰν τό ἐπίστευεν αὐτό! Ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύει, ἀλλὰ τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔπραξε πρὸ τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ ἀποσπάσῃ ἀφ' ἡμῶν Κληρικοὺς καὶ Παραρτήματα ἡμῶν καὶ διὰ νὰ ἐπιφέρῃ σάλον εἰς τὰς Μονὰς ἡμῶν: Ἐὰν πράγματι πιστεύῃ εἰς ὅσα λέγει εἰς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1950 ὅτι τὰ Μυστήρια τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἄμοιρα θείας χάριτος, τότε εἶναι ἔνοχος ἀπὸ τοῦ 1937 ὅπου ἠρνήθη τὸ τοιοῦτον φρόνημα. Ἀλλὰ τότε ποῦ εἶναι ἡ μετάνοιά του καὶ ἐνώπιον τίνων ἐκρίθη διὰ τὸ ἁμάρτημα τοῦ 1937 ἕως καὶ 1950; Καὶ πότε θὰ πιστεύσωμεν ὅτι εἰλικρινῶς ἐφρόνει, τὸ 1937 ἢ τὸ 1950;
Δ´ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΦΡΟΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ.
Ὁ πρ. Φλωρίνης διατείνεται ὅτι δὲν ἀναμειγνύεται εἰς τὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ αἱ πράξεις του διαψεύδουσι τὸν ἰσχυρισμόν του αὐτὸν, καὶ ἰδού:
1) Ἐξυμνεῖ τὸν Στάλιν εἰς τὸ ὑπόμνημά του πρὸς τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθῃ Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ ἔτους 1945. Γράφει λοιπὸν ὁ πρ. Φλωρίνης: «Ὁ θρίαμβος δὲ οὗτος τῆς Ἐκκλησίας ἐπετεύχθη διὰ τῆς Πανσθενουργοῦ δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέσου καὶ ὀργάνου χρησιμεύσαντος τοῦ ἐξοχωτάτου Στρατάρχου Στάλιν καὶ τῶν ἐνδόξων αὐτοῦ συνεργατῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν, οἵτινες μετὰ τοῦ Πρωθιεράρχου καὶ τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ῥωσσικῆς Ἐκκλησίας ἐξεπόνησαν τὸ σύμφωνον τῆς Πολιτείας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας… καὶ αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου.
2) Εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐκάλεσε τὸν Κλῆρον του καὶ τὸ Συμβούλιόν του καὶ ἠγόρευσε καὶ ἠγωνίσθη νὰ τοὺς πείσῃ νὰ ψηφίσουν τὸ ἀριστερίζον κόμμα τῆς ΕΠΕΚ. Ἀντέστη ὁ Ἱερομόναχος Γρηγόριος Παπαβλάχος διαμαρτυρόμενος ὅτι δὲν δύνανται νὰ γίνουν κομμουνισταὶ καὶ ὅτι εἶναι ἀπρεπὲς νὰ ψηφίσουν τὸν Πλαστήραν, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε καὶ ἐπέβαλε τὸ Παπικὸν ἡμερολόγιον. Καὶ ὁ διαμαρτυρηθεὶς Παπαβλάχος ἐξεδιώχθη κακὴν κακῶς ἐκ τῆς αἰθούσης.
3) Καὶ τώρα ὁ ἀδίστακτος καὶ «μὴ… ἀναμιγνυόμενος εἰς τὴν Πολιτικὴν» πρ. Φλωρίνης ἔγινε Συναγερμικὸς καὶ ὑμνεῖ εἰς ὅλους τοὺς τόνους τὸν Στρατάρχην Πρωθυπουργὸν Παπάγον. Καὶ τὸν ἐξυμνεῖ ὡς ἔνδοξον καὶ δαφνοστεφνῆ. Καὶ ὅμως ἐπὶ Κυβερνήσεως Παπάγου ὁ διωγμὸς ἐξακολουθεῖ. Ὁποία ἀπροσμέτρητος ὑπόκρισις!
Ε´ Ο ΦΘΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΜΠΑΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΚΕΡΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ.
Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος κατακαίεται καὶ πυρπολεῖται ἀπὸ τὸ μῖσος, τὸν φθόνον καὶ τὸ πάθος του πρὸς τὴν Μονὴν Κερατέας καὶ πρὸς ἡμᾶς. Ὅταν ἡμεῖς καὶ ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μονὴ τῆς Κερατέας εἴμεθα ἐμπερίστατοι διωκόμενοι, συκοφαντούμενοι, δικαζόμενοι, καταδικαζόμενοι, φυλακιζόμενοι ὁ πρώην Φλωρίνης ἐξέσχισε τὸ προσωπεῖον καὶ ἐνεφανίσθη πλήρης πάθους. Γέμουσιν αἱ ἀθηναϊκαὶ ἐφημερίδες (16.11.1950) καὶ τὰ περιοδικά του ἀπὸ τοὺς ἀφροὺς τῆς λύσσης του ἐναντίον ἡμῶν καὶ τῆς Μονῆς Κερατέας. Καὶ ἐκινεῖτο δραστηρίως γράφων εἰς τὰ παραρτήματα νὰ ἀποκηρύξουν τὴν Κερατέαν καὶ τὰ ἐγκλήματά της. Καὶ δὲν ἡσύχαζε καὶ κατ' εἰσήγησίν του ὁ Ἀρσένιος Σάλτας Ἐπίσκοπος Νέας Ὑόρκης δημοσιεύει εἰς «Ἀτλαντίδα» (5.1.1951) ἐναντίον ἡμῶν.
Ἀλλὰ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν τὰ πᾶντα εἰς ἀγαθόν συνεργεῖ. Καὶ εἰς τὸν ψευδόλογον κατάπτυστον λίβελλον τοῦ Ἐπισκόπου Ἀρσενίου, ἀτυχοῦς θύματος τοῦ ἀμετανοήτου, τοῦ ἐμπαθοῦς καὶ φθονεροῦ πρ. Φλωρίνης, ἀπαντᾷ φωτισμένα καὶ συντριπτικὰ, ἀποκαθιστῶν τὴν ἀλήθειαν, ὁ Ἀλέξανδρος Δουρδούφης εἰς τὸν «Ἐθνικὸν Κήρυκα» Νέας Ὑόρκης (30 Σεπτεμβρίου 1951).
Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις.
«Σεβασμιώτατε. Ἔστω καὶ ἀργὰ ἀνέγνωσα εἰς τὴν «Ἀτλαντίδα» τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1951 διατριβήν σας, ὑπὸ τὸν τίτλον «Τὸ Παλαιοημερολογιακὸν Ζήτημα καὶ ἡ Μονὴ Κερατέας», δι' ἧς καταφέρεσθε ἀφ' ἑνός τόσον ἐναντίον τῆς Μονῆς Κερατέας, ὅσον καὶ τῶν ἰθυνόντων ταύτην, καθὼς καὶ μερικῶν ἄλλων ἀγωνιστῶν τῆς ἰδέας τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου.(*) Ἐπειδὴ πᾶντες οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ζῶμεν εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὴν κληρονομηθεῖσαν παρὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἀλήθειαν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀδύνατος ἡ ψυχική μας σωτηρία, διὰ τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ διὰ τοῦ δημοσιεύματός σας τούτου καταπατεῖται καὶ στραγγαλίζεται ἡ ἀλήθεια αὕτη πρὸς μεγίστην ψυχικὴν ζημίαν πολλῶν Χριστιανῶν, διὰ τοῦτο λέγω θὰ σᾶς ὁμιλήσω σήμερον διὰ τῆς παρούσης μου ἐπιστολῆς ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων ἅτινα ἀναφέρετε ἐν τῇ διατριβῇ σας.
Σεβασμιώτατε· ἐγνωρίσατε ὑμεῖς τὴν Μονὴν Κερατέας; Τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ματθαῖον; Τὸν Πρωτοσύγκελον Εὐγένιον Τόμπρον; Τὴν Ὁσιωτάτην Καθηγουμένην τῆς Μονῆς Κερατέας Μαριάμ; ἢ καὶ ἄλλα ἀκόμη πρόσωπα, ἅτινα κοσμοῦν τὸ περιβάλλον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Ματθαίου; Ἀσφαλῶς ὄχι. Τότε λοιπὸν πῶς τὰ κατηγορεῖτε; Ἀσφαλῶς τὰ κατηγορεῖτε κατ' εἰσήγησιν τῶν ἐν Ἑλλάδι συνεργατῶν σας, δεικνύων οὕτως ἀπεριόριστον ἄγνοιαν.
Σεβασμιώτατε. Ἡ Μονὴ Κερατέας εἶναι ἡ Ἀκρόπολις τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἐκεῖ ἐτηρήθη καὶ κρατεῖται ἡ ἀκρίβεια ταύτης. Ἐὰν ἐν Ἑλλάδι γίνωνται ὁλονυκτίαι, δεήσεις, παρακλήσεις μετὰ εἰλικρινῶν δακρύων καὶ ἐφαρμόζονται οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, τηρῆται ἡ ἐξομολόγησις, τηροῦνται αἱ νηστεῖαι καὶ ἐν γένει ἡ ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ τὴν Μονὴν Κερατέας τηροῦνται πᾶντα ταῦτα καὶ διαδίδονται.
Ἐὰν ὁ ἐν Μακαριστοῖς Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος ἐχειροτονήθῃ Ἐπίσκοπος, ἐχειροτονήθη κατ' ἀπαίτησιν ὁλοκλήρου τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἑπομένως ἦτο δημόκλητος, διότι οὗτος οὔτε μίαν ἡμέραν δὲν παρέμεινεν εἰς τὴν κακοδοξίαν μετὰ τὸ Σχῖσμα τοῦ Ἡμερολογίου. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι οἱ ἐκπεσόντες Ἀρχιερεῖς, πρώην Φλωρίνης κ.λπ. ἦλθον ὅλοι των ἀπὸ τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὅπου ἐπὶ ἑνδεκαετίαν παρέμειναν καὶ ἐδίκασαν πολλάκις τοὺς παλαιοημερολογίτας ἀγωνιστὰς Ἱερεῖς εἰς καθαίρεσιν. ἦλθον οὗτοι νὰ ἐκδικηθοῦν τὸν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν τότε Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὁ μέν Δημητριάδος Γερμανός διότι τοῦ κατεπάτησε τὴν σειρὰν προτεραιότητος τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου Ἀθηνῶν, οἱ δὲ πρώην Φλωρίνης καὶ Ζακύνθου, ὁ μέν διότι δὲν τὸν διώρισε πρόεδρον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἢ Ἀρχιεπίσκοπον Πειραιῶς, ὁ δὲ διότι δὲν τὸν ἐψήφισε εἰς τὴν Σύνοδον νὰ γίνῃ Ἀρχιερεύς. Οἱ δὲ Κυκλάδων καὶ Μεγαρίδος Χριστοφόρος καὶ ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος, ἦλθον εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν μὲ σκοπὸν μόνον καὶ μόνον νὰ λάβουν τὴν Πατερίτσαν. Τοῦτο δὲ τὸ ἀπέδειξαν εὐθὺς ἀμέσως, ὅτε μετὰ τὰς ἐναντίον των ἀνακρίσεις ἐπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια, ἀφοῦ πρωτίστως ἠρνήθησαν τὴν Ἀρχιερωσύνην των καὶ ἀπεκήρυξαν τοὺς Παλαιοημερολογίτας καὶ τὰς δοξασίας των (βλέπε περιοδικὸν «Ἐκκλησία» ἐπίσημον δελτίον τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 9ης Νοεμβρίου 1935 ἀριθμ. 45).
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος λοιπὸν Ματθαῖος εἶναι ὁ μόνος, ὅστις ἐχειροτονήθη ἐπαξίως, παραμείνας ἀκριβὴς φύλαξ τῶν Ἱ. Παραδόσεων. Ἐὰν δὲ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος ἀπεκήρυξε πᾶντας τοὺς ἀνωτέρω ἐκπεσόντας Ἐπισκόπους, τοὺς ἀπεκήρυξε διὰ τὰ ἀντορθόδοξα φρονήματά των καὶ οὐχὶ ὡς συκοφαντικῶς διατείνονται οὗτοι, ἐπειδὴ τὸν παρετήρουν δῆθεν διὰ τὰς παρανόμους πράξεις του καὶ ἀπειθείας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος τοὺς ἀπεκήρυξε κατὰ τὸ ἔτος 1937 διότι ἀνήρεσαν τὴν πρώτην των ὁμολογίαν τοῦ 1935 κηρύξαντες καὶ γράψαντες καὶ πάλιν ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία εἶναι κανονική καὶ τὰ μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος τοὺς ἀπεκήρυξε διότι εἰς τὰς ἐγκυκλίους των ἐθεώρησαν τὴν διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος δυνάμει Σχισματικήν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐνεργείᾳ. Τοὺς ἀπεκήρυξε διότι ἀπεκάλεσαν τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡμῶν φρουρὰν, καὶ οὐχὶ κανονικὴν Ἐκκλησίαν. Τοὺς ἀπεκήρυξε διότι ἠθέτησαν τὰς τέσσαρας Πανορθοδόξους Συνόδους 1583-87-93 καὶ 1848, αἵτινες κατεδίκασαν τὸ Παπικόν (νέον ἡμερολόγιον). Τοὺς ἀπεκήρυξε διότι καὶ τὸν ἀρχιδολοφόνον τῆς Οἰκουμένης Στάλιν ἀκόμη ἐξύμνησε (βλέπε ὑπόμνημα τοῦ πρώην Φλωρίνης, διὰ τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθῃ Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ 1945) ὅτι ἐστάλη παρὰ τοῦ Θεοῦ ἵνα διορθώσῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Τοὺς ἀπεκήρυξε διότι καὶ κομμουνιστικοὺς ἐράνους ἀκόμη ἐνήργησαν, δυνάμει τῶν ὁποίων κατεδικάσθησαν ὁ Ἐπίσκοπος Κυκλάδων Γερμανὸς εἰς 18μηνον φυλάκισιν παρὰ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Τοὺς ἀπεκήρυξε διότι ἔδωσαν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὅτι οὐδέποτε θὰ χειροτονήσουν Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς (βλέπε ἐφημερίδα «Ἐλευθερίαν», τῆς 14ης Νοεμβρίου 1947). Ἐν τέλει τοὺς ἀπεκήρυξε διὰ σωρείαν κακοδοξιῶν, καὶ κακοδόξων φρονημάτων.
Δι' αὐτὰ, λοιπὸν, τοὺς ἀπεκήρυξε καὶ οὐχὶ ἀπεκήρυξαν ἢ ἐπαρατήρησαν αὐτοὶ Αὐτὸν, ποτέ! Ἐπειδὴ δὲ ὅλα τὰ σαπρά των φρονήματα ἐδημοσιεύθησαν διὰ τοῦ Κήρυκος Γνησίων Ὀρθοδόξων καὶ νῦν Κήρυκος Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων, τοῦ ὁποίου Διευθυντὴς τυγχάνει ὁ Πρωτοσύγκελος Πρωθιερεὺς Εὐγένιος Τόμπρος καὶ ἐπειδὴ οὗτος ἔψεξε πολλάκις διὰ πολλῶν ἄρθρων του τὰ ἀντορθόδοξα ταῦτα φρονήματά των, διὰ τοῦτο μένεα πνέοντες ἐναντίον του ζητοῦσαν εἰ δυνατὸν τὴν κεφαλήν του ἐπὶ πίνακι.
Ὁ Πρωθιερεὺς Εὐγένιος Τόμπρος ἐχειροτονήθη κανονικώτατα καὶ δι' ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Κερκύρας Ἀλεξάνδρου τὸ 1934 καὶ κατὰ τὸ 1937 ἀποκηρύξας τὴν κακοδοξίαν προσῆλθεν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν χειροθετηθεῖς κατὰ τὸν Ζ´ Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου παρὰ τοῦ τότε Ἐπισκόπου Βρεσθένης κ.κ. Ματθαίου. Τὸ 1938 καθηρέθη παρὰ τῆς κακοδόξου Συνόδου, κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ διαμαρτυρηθέντος αὐτοῦ τε καὶ τοῦ Ὀρθοδόξου κερκυραϊκοῦ λαοῦ εἰς τὸν παραθερίζοντα ἐν Κερκύρᾳ τότε Βασιλέα Γεώργιον τὸν Β´, τῷ ἀπενεμήθη Βασιλικὴ χάρις διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τὴν 7ην Ὀκτωβρίου τοῦ 1938, ὁπότε ἀναχωρήσας ἐκ Κερκύρας καὶ παραλαβῶν τὴν διεύθυνσιν τῆς Πρωτοσυγκελίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ἐν Ἀθήναις, δὲν ἠνωχλήθη μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους 1950, ὁπότε ἐπανήρχισαν ἐκ μέρους τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας αἱ ἀνακρίσεις ἐναντίον του καὶ κατὰ τὴν 1ην Μαρτίου 1951 καθηρέθη καὶ πάλιν δι' ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου διὰ τῆς ὑπ' ἀριθμ. 21 ἀποφάσεως αὐτοῦ. Κατὰ δὲ τήν 8ην Ἰουλίου 1951 καθηρέθη καὶ αὗθις τελεσιδίκως ὑπὸ τοῦ δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου διὰ τῆς ὑπ' ἀριθμ. 8 ἀποφάσεως αὐτοῦ.
Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ὕποπτος προέλευσις καὶ αἱ πανουργίαι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, δηλαδὴ τοῦ Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου; Δύνασθε νὰ μοῦ εἰπῆτε ἀπὸ ποίους ἐχειροτονήθη ἡ Σεβασμιότης σας; Ποῖος Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεὺς σᾶς ἐχειροθέτησε κατὰ τὸν Ζ´ Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου; (βλέπε ἑρμηνείαν αὐτοῦ ὑποσημείωσιν 3 κτλ. σχετικοὺς Κανόνας). Εἰς ποῖον ἐδώσατε λίβελλον ἐναντίον τῆς κακοδοξίας καὶ εἰς ποῖον Ἀρχιερέα ὡμολογήσατε τὴν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν σας ἔστω καὶ γραπτῶς ἀκόμη; Πῶς λοιπὸν λέγεσθε Ὀρθόδοξος; Ἐνῶ εἶναι γνωστόν ὅτι ἐχειροτονήθητε Ἐπίσκοπος παρὰ τῶν κακοδόξων Ἐπισκόπων Θεοφάνους Νόλη (Ἀλβανιστί Φάν Νόλη) καὶ τοῦ ἐπίσης χειροτονηθέντος παρ' αὐτοῦ Χριστοφόρου Κοντογιώργου καὶ τινος Σύρου Σωφρονίου ὀνομαζομένου, ἁπάντων γνωστῶν κακοδόξων καὶ καθηρημένων.
Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸν διωγμὸν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ἐν Ἑλλάδι ἀπολύτως ὑπεύθυνος εἶναι ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ οἱ ὑπ' αὐτὸν, οἵτινες ἐξ ἐμπαθείας καὶ φθόνου κινούμενοι πρὸς τὴν Μονὴν Κερατέας καὶ τὴν ὑπὸ τὸν Ματθαῖον Ἱερὰν Σύνοδον διὰ τὰς προόδους αὐτῶν, ἀφοῦ ἀφώρισαν τὸν Μασωνισμὸν ἐν μέσαις Ἀθήναις τήν 25ην Νοεμβρίου 1949, ἐνῶ αὐτοὶ (οἱ περὶ τὸν Φλωρίνης) ἐσιώπησαν, ὅπου ἐτέλεσαν 35 ἐγκαίνια Ἱερῶν Ναῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἐχειροτόνησαν πλέον τῶν 50 Ἱερέων καὶ Ἱεροδιακόνων καὶ λοιπὰς ὀρθοδόξους πράξεις. Μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου ἐνηγκαλίσθησαν καὶ περιέθαλψαν τοὺς ὀλιγίστους ἀνυποτάκτους Μοναχούς, τοὺς ὁποίους ἡ Σύνοδός των διὰ τὴν φιλοδοξίαν καὶ καταχρήσεις καὶ ἀνταρσίαν των ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν των. Εἰσῆλθον εἰς τὴν ἀνδρικὴν Μονήν, ἐδίχασαν τοὺς Μοναχοὺς, τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἔφερον ὅλον αὐτὸ τὸν σάλον νομίσαντες πρὸς στιγμὴν ὅτι θὰ γίνουν κυρίαρχοι τῶν Ἱερῶν Μονῶν καὶ θὰ τὰς ἐχρησιμοποίουν ὡς ἐξοχικά των κέντρα.(*) Ἀλλὰ λάκκον ἔσκαψαν, καὶ ἔπεσαν μέσα, κατὰ τὸν Προφητάνακτα.
Αὐτοὶ λοιπὸν ἐκίνησαν τὸν διωγμὸν, διότι ὤθησαν τοὺς ἀντάρτας Μοναχοὺς νὰ δημοσιεύσουν ἀνύπαρκτα ἐγκλήματα τῆς Μαριάμ δῆθεν, τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία, ἡ Μασωνία καὶ ἡ ὑλιστικὴ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἔγινε ὅ,τι ἔγινε εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας. Τώρα τὸ κατὰ πόσον ἡ Μαριὰμ καὶ αἱ Μοναὶ εἶναι ἔνοχοι, τὸ ἀποδεικνύουν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ὅπου ἐκ τῶν δύο δικῶν αἵτινες ἐξεδικάσθησαν, μία τὸν Δεκέμβριον 1950 καὶ ἡ ἄλλη προσφάτως τὴν 10ην Αὐγούστου 1951, ἠθωώθησαν ἅπαντες. Ποῦ εἶναι λοιπὸν τὰ ἐγκλήματά των; Καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν κατεδικάζοντο εἰς μετρίας καὶ μικροποινὰς παρὰ τῶν ὑλιστῶν διαβολέων θὰ ἦσαν ἔνοχοι; Τότε θὰ ἦτο ἔνοχος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι Πάντες; Ἀσφαλῶς ὄχι. Οὔτω λοιπὸν καὶ οἱ ἀκριβεῖς αὐτοὶ ἀγωνισταὶ, ἐφ' ὅσον ἀγωνίζονται, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται.
Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος, ὅστις ἐμυροβόλησεν ἀπὸ τὰ θεάρεστα ἔργα του καὶ καθημερινῶς χιλιάδες πιστῶν σώζονται ἀπὸ τὰ συγγράμματά του καὶ ὀρθόδοξα ἔργα του ἀνὰ τὴν ὑφήλιον. Αὐτὸς εἶναι ὁ Πρωτοσύγκελλος Εὐγένιος Τόμπρος, ὅστις ἀγωνίζεται σθεναρώτατα ἐπὶ 16 συνεχῆ ἔτη. Αὐτὴ εἶναι ἡ Καθηγουμένη Μαριὴμ Πνευματικὴ Μήτηρ 400 μοναζουσῶν τὸν 8ον αἰώνα ποὺ βασιλεύει ἡ ἀνηθικότης, ἡ ἀκολασία καὶ ἡ ἀσέβεια.
Ἀτενίσατε, λοιπὸν, Σεβασμιώτατε, εἰς τὴν ἰδικήν σας πνευματικὴν κατάστασιν καὶ μὴ καταφέρεσθε παρασυρόμενος ἀπὸ κακοδόξους συνεργάτας σας ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀδικεῖτε τοὺς πραγματικοὺς ἠθικοὺς καὶ τιμίους ἀγωνιστάς. Γίνετε πρῶτον ὑμεῖς Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεὺς καὶ κατόπιν κρίνετε τοὺς Ὀρθοδόξους.
Μετὰ τιμῆς Ἀλέξανδρος Δουρδούφης.
Καὶ ἐξακολουθεῖ ἀκοίμητος ἡ ἐμπαθὴς δραστηριότης τοῦ πρ. Φλωρίνης. Διὰ νὰ σπείρῃ ζιζάνια στέλλει εἰς Κύπρον τὸν Ἱεροδιάκονον Σπυρίδωνα Ἑρμογένους, μὲ ὑπόσχεσιν ὅτι δῆθεν θὰ τὸν χειροτονήσῃ Ἐπίσκοπον. Ἐκφράζεται ἐναντίον τῶν Μονῶν μας καλῶν ταύτας ψυχοφθόρα κέντρα (εἰς ἰατρὸν Ἰορδάνην Τσακίρην). Στέλλει γράμματα εἰς τὰ παραρτήματα ν' ἀποκηρύξουν τὴν Μονήν μας καὶ τὰ «ἐγκλήματα» Αὐτῆς. Εἰς τὴν τελευταίαν ἐγκύκλιόν του τῆς 15.7.1954 ὁμιλεῖ περὶ ἐγκλημάτων. Ποῖα τὰ ἐγκλήματα ἡμῶν; Οὐδὲν κατονομάζει. Ἁπλῶς ὁμιλεῖ περὶ ἐγκλημάτων ὑβρίζων καὶ συκοφαντῶν.
ΣΤ´ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.
1) Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ πρ. Φλωρίνης εἶναι μία ἀτελεύτητος σειρὰ παλινωδιῶν. Κηρύσσει τὰ Μυστήρια τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας πότε ἔγκυρα καὶ πότε ἄκυρα, πότε δυνάμει, πότε ἐνεργείᾳ. Ἐπὶ τέλους τί ᾖναι; Ἔγκυρα ἢ ἄκυρα; Δυνάμει ἢ ἐνεργείᾳ; Ἡ τελευταία ἐκδοχὴ τοῦ πολυμηχάνου πρ. Φλωρίνης τὰ ἀποδέχεται ἔγκυρα. Καὶ περιπίπτει εἰς ἀδόκιμον νοῦν ὁ κοθορνίζων πρ. Φλωρίνης. Διότι πράγματι ἂν ᾖναι ἔγκυρα καὶ ἡ Ἐκκλησία ἡ κακόδοξος εἶναι κανονική, ἔστω καὶ ὑπόδικος, τότε ἡ ἀπαγγελθεῖσα καθαίρεσις εἶναι ἐγκυροτάτη καὶ ὁ πρ. Φλωρίνης κανονικώτατα εἶναι καθηρεμένος, δὲν εἶναι Ἀρχιερεὺς ὡς καθαιρεθεῖς ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὰς πράξεις ἀναγνωρίζει ὡς ἐγκύρους. Ἀλλὰ τότε πῶς παριστάνει τὸν Ἀρχιερέα; Τὰ πᾶντα μυκτηρίζει ὁ πρ. Φλωρίνης, ἀλλὰ «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται».
2) Μὲ τὸν σκοπὸν νὰ διαλύσῃ τὸν ἀγῶνα δὲν χειροτονεῖ Ἐπισκόπους. Καὶ ἔδωκε τὸν λόγον του πρὸς τὰς ἀρχὰς πολιτικὰς καὶ ἐκκλησιαστικὰς ὅτι οὐδέποτε θὰ χειροτονήσῃ Ἐπισκόπους (βλέπε εἰς ἐφημερίδα «Ἐλευθερίαν» τῆς 14.11.1947, βλέπε καὶ ἐγκύκλιον 1.10.1947 σελ. 5). Ἀλλὰ καὶ εἰς ἐγκύκλιόν του τῆς 1.6.1944 δικαιολογεῖ τὴν μὴ χειροτονίαν Ἐπισκόπων μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν εἶχε τὰ κανονικὰ στοιχεῖα πρὸς τοῦτο. Ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμός εἶναι ἀναληθέστατος, εἶναι αὐτόχρημα ψευδής. Διότι εἶχεν ἐπισκόπους, πρὸ τοῦ 1949, εἶχε τὸν Γερμανὸν Δημητριάδος, καὶ μετὰ τὸ 1949 εἶχε τὸν Κυκλάδων Γερμανὸν, τὸν Χριστιανουπόλεως Χριστοφόρον, τὸν Διαυλείας Πολύκαρπον. Διατί λοιπὸν δὲν ἐχειροτόνησε; Διατί καὶ τώρα δὲν χειροτονεῖ; Ὁ λαὸς ἐζήτει Ἐπισκόπους. Ὁ λαὸς ἐξακολουθητικῶς ζητεῖ Ἐπισκόπους, ἀλλ' ὁ πρ. Φλωρίνης δὲν ἐχειροτόνησε, δὲν χειροτονεῖ καὶ τὸ κραυγάζομεν, οὔτε θὰ χειροτονήσῃ. Ὁ λαὸς ἐζήτει, αὐτὸς ἠρνεῖτο. Ὁ λαὸς ζητεῖ, αὐτὸς πεισμόνως ἀρνεῖται. Καὶ ἐγείρεται ἓν μέγα ἐρωτηματικόν. Διατί δὲν χειροτονεῖ; Ῥάβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει. Ὁ πρ. Φλωρίνης δὲν χειροτονεῖ διότι ἔχει καταπροδώσει τὴν Ὀρθοδοξίαν, διότι ἡ ἀποστολή του εἶναι νὰ διαλύσῃ τὸν ἀγῶνα, διότι πιστεύει ὅτι μετὰ τὸν θάνατόν του μὴ ὑπαρχόντων Ἐπισκόπων θὰ διαλυθῇ ἡ Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ.
Καὶ ὁ πρ. Φλωρίνης, αὐτὸς ὁ θέλων νὰ φαίνεται ἀγωνιστὴς ὑπὲρ τῶν πατρίων, εἰσάγει Προτεσταντικὰς ἀρχὰς εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν διευθύνων τὴν Ἐκκλησίαν ὄχι μὲ Ἐπισκόπους, ἀλλ' ἔχων καταστήση λαϊκοὺς, ὅπως διευθύνουν τὴν Ἐκκλησίαν. Τοιουτοτρόπως πολιτεύεται ἐναντίον τοῦ Η´ Κανόνος τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζοντος: «Οἱ Κληρικοί τῶν Πτωχείων καὶ Μοναστηρίων καὶ Μαρτυρίων, ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐν ἑκάστῃ πόλει Ἐπισκόπων, κατὰ τὴν τῶν Ἁγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν, καὶ μὴ κατὰ αὐθάδειαν ἀφηνιάτωσαν τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου. Οἱ δὲ τολμῶντες ἀνατρέπειν τὴν τοιαύτην διατύπωσιν, καθ' οἱονδήποτε τρόπον, καὶ μὴ ὑποταττόμενοι τῷ ἰδίῳ Ἐπισκόπῳ, εἰ μὲν εἶεν Κληρικοὶ, τοῖς τῶν Κανόνων ὑποκείσθωσαν ἐπιτιμίοις, εἰ δὲ μονάζοντες ἢ λαϊκοὶ, ἔστωσαν ἀκοινώνητοι». Συνεπείᾳ τοῦ Κανόνος τούτου καὶ ἐν τῇ δεκάτῃ πράξει τῆς ἐπὶ Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος γενομένης Συνόδου ὀρθότατα γέγραπται: «Δὲν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς κανέναν οἱονδήποτε λαϊκὸν, ἢ νὰ κινῇ λόγον διὰ ἐκκλησιαστικὰς ὑποθέσεις, ἢ νὰ ἀντιστέκεται εἰς ὁλόκληρον Ἐκκλησίαν, ἢ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον. Διότι τὸ νὰ ἀνιχνεύῃ καὶ νὰ ἐξετάζῃ τινὰς τὰ τοιαῦτα, τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν Πατριαρχῶν καὶ Ἱερέων καὶ διδασκάλων… ὁ γὰρ λαϊκὸς, κἂν καὶ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ κάθε σοφίαν καὶ εὐλάβειαν, ὅμως λαϊκὸς πάλιν εἶναι, καὶ πρόβατον, ἀλλ' ὄχι καὶ ποιμήν…» (βλέπε Πηδάλιον σελ. 191). Καὶ ὁ πρ. Φλωρίνης ἀσεβῶν πρὸς τὸν Κανόνα, οὐδόλως ὑπολογίζων τὰ ἀπειλούμενα ἐπιτίμια, κατὰ προτεσταντικὸν τρόπον διευθύνει τὴν Ἐκκλησίαν διὰ λαϊκῶν, ἀγνοῶν τὸν Κλῆρον, τὸν ὁποῖον θέττει ὑπὸ τοὺς λαϊκούς.
Ζ´ ΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΙ ΗΜΩΝ(*) ΠΡΟΣ ΕΝΩΣΙΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ.
Ἀπὸ τοῦ 1937 καὶ μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1948 διαρκῶς παρακαλοῦμεν ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ σωτήρια διὰ τὸν ἀγῶνα ἕνωσις. Ἐπίσης διαρκῶς καὶ ἐν συνεχείᾳ παρεκαλοῦμεν δι' ἐπιτροπῶν, διὰ προσωπικῶν συναντήσεων, δι' ἐγκυκλίων πρὸς ἕνωσιν καὶ πρὸς χειροτονίαν Ἐπισκόπων. Ὁ λαὸς ἐπόθει νὰ βλέπῃ Ποιμένας, ὑπῆρχον δὲ καὶ μεγάλαι ἀνάγκαι (ἐγκαίνια, χειροτονίαι, συγχωρητικαὶ εὐχαὶ κ.λπ.). Ἀλλ' ὁ πρ. Φλωρίνης ἴστατο ἄκαμπτος, οὔτε ἕνωσιν, οὔτε χειροτονίας. Ἀπηυδήσαντες πλέον ἐστράφημεν καὶ εἰς ἄλλας «Ἐκκκλησίας» καὶ εἰς ἄλλους Ἐπισκόπους. Ἡ ἀπάντησις ἦτο ἡ ἄρνησις. Καὶ ὁ λαὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐξεγείρετο καὶ μᾶς ἐπίεζε δι' ἀναφορῶν, δι' ἐπιστολῶν, δι' ἐπιτροπῶν ζητῶν ἐπιμόνως καὶ ἀπαιτητικῶς χειροτονίας Ἐπισκόπων, ἐζήτει ποιμένας. Καὶ τότε καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἀνάγκης ἀπεφασίσαμεν τὰς χειροτονίας.
Καὶ παρ' ὅλα ταῦτα, πάντοτε συγχωροῦμεν καὶ πάντοτε ἐπιδιώκομεν τὴν ἕνωσιν. Ἰδού τί ἐγράφομεν εἰς τὴν τελευταίαν πρόσφατον (ἀπὸ 1ης Ἰουνίου 1954), Ἐγκύκλιον ἡμῶν!
«…Ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμοῦντες πολλοὶ τὴν ἕνωσιν ἡμῶν μετὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου πρ. Φλωρίνης Κυρίου Χρυσοστόμου, μᾶς ἐρωτοῦν διατί δὲν πραγματοποιεῖται, γνωρίζομεν εἰς αὐτοὺς ἅπαξ διὰ παντὸς καθαρὰ καὶ ἄνευ περιστροφῶν τὰ ἑξῆς:
Ὅτι ἡμεῖς πάντοτε ἐπιθυμήσαμεν μίαν τοιαύτην ἕνωσιν πρὸς ἑνότητα ὁλοκλήρου τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, ἐν τῷ πλαισίῳ πάντοτε τῶν νόμων καὶ κανόνων τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ἀντίθετος παράταξις(*) οὐδέποτε τὴν ἐπεθύμησε, καίτοι τινὲς ἐκ τούτων Κληρικοί καὶ λαϊκοὶ, καὶ τοῦτο ἔστω πρὸς ἔπαινόν των, ἐπιθυμοῦν τοιαύτην ἕνωσιν καὶ ἐνεργοῦν καὶ κοπιάζουν πρὸς ἐπίτευξιν αὐτῆς. Τὸ ὅτι δὲ οἱ ἡγούμενοι τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως δὲν ἐπιθυμοῦσιν ἕνωσιν μεθ' ἡμῶν, δυνάμεθα ν' ἀποδείξωμεν δι' ἀξιοπίστων προσώπων, ἐὰν τοῦτο ζητηθῇ παρ' ἡμῶν. Ἵνα μὴ δὲ τόσον οἱ ἀντιδικοῦντες πρὸς ἡμᾶς Κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ, ὅσον καὶ οἱ ἡμέτεροι ἀποδίδουν εἰς ἡμᾶς εὐθύνας διὰ τὴν μὴ πραγματοποίησιν τῆς ἑνώσεως, δηλοῦμεν διὰ τῆς παρούσης ἐγκυκλίου τὰ ἑξῆς:
Παρακαλοῦμεν τὸν Σεβασμιώτατον πρ. Φλωρίνης Κύριον Χρυσόστομον ἐὰν πράγματι ἐπιθυμῇ τὴν ἕνωσιν μεθ' ἡμῶν:
1) Νὰ ἐξαπολύσῃ φιλάδελφον ἔγγραφον σχετικὸν, ὑπογεγραμμένον παρ' Αὐτοῦ καὶ ἐσφραγισμένον κανονικῶς.
2) Ὡς κυρίους ὅρους τῆς ἑνώσεως ἀποδεχόμεθα:
α) Κανονικὴν ὁμολογίαν ἁπάντων τῶν Ἀρχιερέων δι' Ἐγκυκλίου πρὸς τὸν Ὀρθ. Ἑλλ. λαὸν καὶ Κλῆρον ἤτοι, (τὴν ἀποδοχὴν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ ἑορτολογίου κατέστη τελεσιδίκως Σχισματικὴ συμφώνως τῶν τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων, καὶ ἑπομένως τὰ μυστήριά της ἄκυρα), καὶ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὅρου τούτου.
β) Τὴν ὁλοκλήρωσιν κανονικῆς δωδεκαμελοῦς Συνόδου χειροτονουμένων καὶ νέων Ἐπισκόπων.
γ) Τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου Κλήρου ἀπὸ τῶν σαπροφύτων, καί
δ) τὴν εἰς τὸ ἀκέραιον ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν καθηκόντων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τῶν Θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων, τὰ ὁποῖα θὰ διακανονισθῶσι καὶ ἀποφασισθῶσι ἐν Συνόδῳ.
Αὐτὰ φρονοῦμεν καὶ ἐπιζητοῦμεν ὡς ἐλάχιστοι τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας Ποιμένες, ἅτινα ἐπιβάλλει τὸ ποιμαντορικὸν ἡμῶν καθῆκον. Τούτων τῶν ὅρων ἐφαρμοζομένων οὐδεμία διαίρεσις, οὐδεμία διαφωνία μᾶς χωρίζει καὶ ἡ ἕνωσις ἐπέρχεται αὐτομάτως. Ἂν ὅμως ἡ εὐθεῖα καὶ ὀρθὴ αὕτη κατεύθυνσις ἀποκρουσθῇ, ὅπερ καὶ ἀπευχόμεθα, τότε οἱ ὑπαίτιοι τοῦ ναυαγίου τῆς ἑνώσεως Κληρικοί τε καὶ λαϊκοί καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτοὺς ἂς διακανονίσουν τὴν θέσιν των ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἵνα μὴ ἀδικοῦν πρῶτον τὴν ἀθάνατον ψυχήν των καὶ ἀπολέσουν τοὺς μόχθους καὶ κόπους των καὶ δεύτερον μὴ ἀδικοῦν καὶ ἡμᾶς, οἵτινες καὶ τὴν ἕνωσιν πάντοτε ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἀγῶνα μαρτυρικὸν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας κηρύσσομεν.
Εὐχόμενοι τὸν ἄνωθεν φωτισμὸν πάντων τῶν ἁρμοδίων πρὸς ταχυτέραν ἕνωσιν ὁλοκλήρου τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.
Διατελοῦμεν διάπυροι πρὸς Κύριον εὐχέται.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
+ Ὁ Θεσσαλονίκης ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΤΑ ΜΕΛΗ
+ Ὁ Τριμυθοῦντος ΣΠΥΡΙΔΩΝ
+ Ὁ Πατρῶν ΑΝΔΡΕΑΣ
+ Ὁ Κορινθίας ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ
+ Ὁ Μεσσηνίας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
+ Ὁ Τρίκης καί Σταγῶν ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ
+ Ὁ Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος ΜΕΛΕΤΙΟΣ
+ Ὁ Θηβῶν καί Λεβαδείας ΙΩΑΝΝΗΣ
+ Ὁ Βρεσθένης ΜΑΤΘΑΙΟΣ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 1944
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΟΠΩΣ ΔΙΕΤΥΠΩΘΗ ΑΥΤΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 1944
ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗΝ ΤΟΥ ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ
Εἰς τήν από 1ην Ιουνίου 1944 ἐγκύκλιον τού πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου ἀπήντησεν ἐκτενῶς μετά 3 μῆνας ὁ Ὁμολογητής Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος, δι' ἰδίας ἐγκυκλίου (από 21 Σεπτεμβρίου 1944), ἐχούσης οὕτω:
«ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΤΟΥ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1944
Πρός τό εὐσεβέστατον πλήρωμα τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
Πανοσιώτατοι ἱερομόναχοι, αἰδεσιμώτατοι Ἱερεῖς, Ὁσιώτατοι Μοναχοί, εὐλαβέστατοι ἐκκλησιαστικοί ἐπίτροποι καί εὐσεβέστατοι Ὀρθόδοξοι Χριστια-νοί. Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά καί περιπόθητα. Χάρις ὑμῖν καί εἰρήνη καί ἔλεος τῆς ἁγίας καί ὁμοουσίου καί Ζωοποιοῦ καί ἀδιαιρέτου Τριάδος, εἴη μεθ' ἡμῶν ἀδελφοί. Ἀμήν.
Πολλάκις καί διά πολλῶν ἐπιστολῶν μου καί ἐγκυκλίων ἔγραφον καί ἔλεγον πρός ὑμᾶς ὑπενθυμίζων τά λόγια τοῦ Κυρίου.
Ἀδελφοί ὡς τέκνα φωτός περιπατῆτε ἐν πᾶσι ἀγαθωσύνη καί δικαιοσύνη δοκι¬μάζοντες τί τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί εὐάρεστον. «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς πειπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ' ὡς σοφοί ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσί». «Στήκετε καί κρατῆτε τάς παραδόσεις, ἄς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν καί εἴτις εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ' ὅ παρελάβετε καί παρ' ὅ εὐαγγε¬λισάμεθα ὑμῖν, κἄν ἡμεῖς, κἄν Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ ἀνάθεμα ἔστω».
Ἐπειδή ὅμως κατά τάς ἡμέρας ταύτας «πάλιν ἡρωδιάς μαίνεται πάλιν ταράττεται ζητοῦσα τήν κεφαλήν ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ἐπί πίνακι» ἤτοι ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ζητῶν διά τῆς τελευταίας ἐγκυκλίου του τῆς 1ης Ἰουνίου 1944 νά κατακρημνίση εἰ δυνατόν καί ἡμᾶς καί ἅπαντας τούς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς τῆς Ἑλλάδος διά τῶν κακοδόξων καί ἐμπαθῶν φρονημάτων του, ἅτινα σαφέστατα ἀποδεικνύονται ἐν τῆ εἰρημένη ἐγκυκλίω του, διά τῶν ψευδῶν καί ἀπατηλῶν σοφιστειῶν του, εἰς τόν κρημνόν τῆς ἀπωλείας, διά τοῦτο καί πάλιν σᾶς κρούωμεν τόν κώδωνα τοῦ ψυχικοῦ σας κινδύνου, ὅπως μή δίδετε ἀπολύτως οὐδεμίαν προσοχήν εἰς τάς μεστάς κακοδοξιῶν ταύτας ἐγκυκλίους των, διότι αὗται δέν εἶναι τίποτε περισσότερον ἤ ὀλιγότερον παρά κακόδοξοι καί διεστραμμέναι ψευδοδιδασκαλίαι φθείρουσαι τάς ἀθανάτους ψυχάς σας.
Καθώς καί αἱ πράξεις τῶν ἁγίων ἀποστόλων ἀναφέρουσι ὅτι «Καί ἐξ' ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν», ἰδού ὅπου σήμερον τό ρητόν τοῦτο ἐφαρμόζεται εἰς τόν ἀνωτέρω πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, ὅστις διά τῆς τελευταίας του ταύτης ἐγκυκλίου, οὐχί διεστραμένα λαλεῖ, ἀλλά καί τελείως ψευδαπόστολος καί ψευδοδιδάσκαλος κατέστη, προσπαθῶν ὡς λῦκος ὠρυόμενος νά καταπίη καί παραπλανέση τάς ψυχάς σας ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀληθείας. Ἀλλά μήν ἐκπλήττεσθε εἰς τοῦτο διότι τό λέγει ὁ Κύριός μας εἰς τό ἱερόν του Εὐαγγέλιον σαφέστατα. «Βλέπετε μή πλανηθῆτε, πολλοί γάρ ἐλεύσονται ἐπί τῶ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, μήν οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν, ἐκ τῶν καρποῶν αὐτῶν ἐπιγνώσθε αὐτούς».
Ἴδετε λοιπόν τούς καρπούς ὅλων αὐτῶν τῶν ψευδεπισκόπων, οἴτινες ἦλθον ἀπό τήν κακοδοξίαν εἰς τόν ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα διά δόξας μόνον και τιμάς, καί οὐχί μόνον δέν ὠφέλησαν τόν ἀγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἀλλά τοὐναντίον τόν ἔπληξαν εἰς τά καίρια, ἐσκανδάλισαν τάς ψυχάς χιλιάδων Ὀρθοδόξων καί διέλυσαν 800 περίπου Παραρτήματα, ἅτινα παρέλαβον, δημι-ουργοῦντες θορύβους, σχίσματα καί διαιρέσεις καθημερινῶς διά τῶν κακο¬δόξων φρονημάτων των, ἀποχωροῦντες ἕκαστος τελικῶς εἰς τήν κακοδοξίαν εἴτε ἐν ζωῆ, εἴτε κατά τήν ὥραν τοῦ θανάτου των ὡς ἔχομεν τό παράδειγμα τοῦ Ζακύνθου, Λιώση, Χατζῆ, καί τό πρόσφατον παράδειγμα τοῦ Δημητριάδος τοῦ ἀποθανόντος κακοδόξως καί ταφέντος διά κακοδόξων ἱερέων ἐκ τῆς Μητρο-πόλεως ἀθηνῶν, τῆ συμβουλῆ τοῦ ἀνωτέρω Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ὅστις ἠρνήθη νά ἐνταφιάση αὐτόν Ὀρθοδόξως ἵνα μή φέρη εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Μητροπόλεως Ἀθηνῶν, ὡς ὁμολόγησεν ὁ ἴδιος εἰς τόν ἐπί τούτω ἀνελθόντα εἰς Ψυχικόν καί διαμαρτυρηθέντα ἐνώπιόν του Δικηγόρον καί κ. Δ. Πανίδην, ὅστις ἐπρότεινεν εἰς αὐτόν ὅπως ἐνταφιάση αὐτόν Ὀρθοδόξως εἰς τόν ἐν Ψυχικῶ Ναΐσκον τοῦ κ. Βασιλείου Κηρύκου. ἀφήνοντες οὕτω τούς Χριστιανούς εἰς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά οὐδέν κρυπτόν ὅ οὐ μή φανερόν γενήσεται. Ὅσον, ἀγαπητοί, οὗτος ὁ ἀνωτέρω ἀρχιερεύς πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, καί ἄν προσπαθοῦσε νά κρυβῆ καί νά παρουσιάζεται ὡς ὀρθόδοξος εἰς ὑμᾶς διά τόν ἀπατηλῶν του τεχνασμάτων καί σαφιστειῶν τῆς ἐπιστήμης του, ηὐδόκησεν πλέον ὁ Πανάγαθος Θεός ὅστις διαφοροτρόπως κατεργάζεται τήν σωτηρίαν μας, νά διαλυθοῦν ὅλα τά πονηρά καί κακόδοξα τεχνάσματά του, καί νά φανοῦν πλέον τά σαπρά καί κακόδοξα φρονήματά του, διά τῆς τελευταίας ταύτης ἐγκυκλίου του.
Ἄς ἔχει δόξαν λοιπόν ὁ Κύριός μας, ὅστις μᾶς διεφύλαξεν καί ἀπό τόν τοιοῦτον ψευδοδιδάσκαλον καί ψευδεπίσκοπον τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας.
Ἐπειδή πολλοί τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν μας δεν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου του ταύτης, ἵνα ἴδωσι καί ἰδίοις ὄμμασι τά κακόδοξα φρονήματά του, διά τοῦτο παραθέτομεν κατωτέρω ὁλόκληρον τήν ἐγκύκλιόν του μή φειδόμενοι χάρτου, χρόνου, καί ἐξόδων, ὅπως τήν ἔχη ἕκαστος καί ἀναγινώσκη εἰς οἱανδήποτε στιγμήν καί ὥραν πρός κατανόησιν τῆς ἀληθείας(31).
......................................................................................................................................................
Ὥστε βλέπει τις, ἀγαπητά ἐν Κυρίω τέκνα, ἐν τῆ ἐγκυκλίω του ταύτη, ὅτι δέν πράττει τίποτε περισσότερον εἰ μή, ἀφ' ἑνός πῶς νά κατηγορήση ἡμᾶς ἐνώπιον τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου, καί ἀφ' ἑτέρου πῶς νά ὑπερασπισθῆ τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί νά μᾶς παραστήση ὅτι αὕτη ἔχει καί χάριν τοῦ Παναγίου πνεύματος καί τά μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα! Ἀλλ' ἡμεῖς, οἴτινες δέν ἐτύχομεν Θεολογικῆς μορφώσεως καί εἴμεθα μωροί καί ἀπαίδευτοι καί δέν γνωρίζωμεν οὔτε τί λέγομεν οὔτε τί πράττομεν, ὡς μᾶς ἀποδίδει τόν τίτλον ὁ δεινός θεολόγος καί σοφός διδάσκαλος ὁ καταρτισθείς κανονικῶς καί παιδευθείς θεολογικῶς εἰς τήν ἀνωτάτην θεολογικήν Σχολήν τῆς Χάλκης, θ' ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτόν διά τῶν ἀσθενῶν μας δυνάμενον τάς ὁποίας ὁ Κύριος μᾶς παρεχώρησεν.
Σοφέ Διδάσκαλε ἔπρεπε πρῶτον νά γνωρίζετε ὅτι τό πρῶτον θανάσιμον ἁμάρτημα εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, καί ἀκάθαρτος παρά τῶ Θεῶ εἶναι πᾶς ὑψηλοκάρδιος. Λοιπόν μήν περιεαυτολογῆτε. ὁμοίως δέ ὅτι τά μωρά ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύν. Διότι ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν. Καί ὅτι ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται. Καί πάλιν ἀγράμματοι καί ἀπαίδευτοι Θεολογικῶς ἦσαν καί οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί ὁ Ἅγιος Σπυρίδων καί πλῆθος ἁγίων ἀνδρῶν τε καί γυναικῶν, ἀλλ' ὅμως διά τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐφώτιζον ὁλόκληρον τήν οἰκουμένην. Λοιπόν μή κομπάζετε καί ἐπαίρεσθε διά τήν πολυμάθειάν σας καί Θεολογίαν σας. Διότι εἴδομεν ποῦ μᾶς καταντήσατε τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ οἱ σημερινοί θεολό¬γοι, οἴτινες ἔχετε μέν μόρφωσιν εὐσεβείας τήν δέ δύναμιν ὅμως αὐτῆς ἠρνη¬μένην. Διότι ποῦ εἶναι ἡ νηστεία σας, καί ἀγρυπνία σας, καί προσευχή σας καί λοιπαί ἀρεταί; Θά μοι ἀπαντήσητε ὅτι αὗται φαίνονται, καί ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο διότι βλέπομεν τήν συμφωνίαν σας, ὅπου ἐφθάσατε εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἠθικῆς καταπτώσεως νά πωλεῖτε καί τάς ἀνωτέρω ἐγκυ¬κλίους σας ἀντί 500 χιλιάδων δραχμῶν, νά περιαγάγετε δίσκους ἐν καιρῶ τῆς Θείας Λειτουργίας, νά φορολογεῖτε τούς Χριστιανούς τῶν παραρτημάτων σας, ὡσάν τόν καιρόν τῆς τουρκοκρατίας, νά καταργεῖτε τάς κεκανονισμένας νηστείας, καί ἀγρυπνίας καί τόσα ἄλλα ἀκόμη τά ὁποῖα ἵνα μή λογοτριβῶμεν τά ἀφήνωμεν κατά μέρος. Δεινέ θεολόγε. Ἡμεῖς, χάριτι Χριστοῦ, καταγόμεθα ἐκ τῶν σπλάχνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί εἰς αὐτήν ἐμμένομεν καί εἰς αὐτήν θά μένωμεν μέχρι τέλους τῆς ζωῆς ἡμῶν, καί ὅτι οὐδέποτε χάριτι Χριστοῦ ἐμυήθημεν εἰς τήν κακοδοξίαν, ὡς ἡ ὑμετέρα σοφή διάνοια ὅπου παραμείνατε ἐπί ὁλόκληρον ἑνδεκαετίαν, καί ὅτι οὐδένα Ὀρθόδοξον Χριστιανόν διεφθείραμεν ἤ ἐδηλητηριάσαμεν, ἀλλά τοὐναντίον ἐπί τόσα ἔτη οὐδέν ἄλλο πράττομεν εἰμή μόνον καί μόνον νά καταρτίζωμεν καί προπαρασκευάζωμεν τούς Χριστιανούς μας διά τήν αἰώνιον ζωήν, ὡς τοὐλάχιστον μαρτυροῦν καί τά ἔργα ἑνός ἑκάστου. Καί ἡ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἐπί τόσα ἔτη πρίν ἐξέλθετε ὑμεῖς οἱ ἀρχιερεῖς εἰς τόν ἀγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας πόση πρόοδος ἑνότης καί ἁρμονία ὑπῆρχε; Ἀφ' ἧς δέ στιγμῆς ἐξήλθατε ὑμεῖς ὅλο σχίσματα καί διαιρέσεις καί σκάνδαλα ἐπακολουθοῦν λόγω βεβαίως τῶν κακοδόξων φρονημάτων σας. Λοιπόν αὐτά ἔφερε ἡ πολυμάθεια καί Θεολογία σας. καί ἄν μᾶς ἐχειροτονήσατε ἐπισκόπους δέν μᾶς ἐχειροτονήσατε ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχεν, ἀλλά τῆ ὑποδείξει τοῦ λαοῦ καί τῆς ἱκανότητός μας ἐνεργούσης πρός τούτοις δέ τῆς Θείας χάριτος. Διότι μήν λησμονῆτε ὅτι ἡ ἀρχική ἀπόφασίς σας ἦτο νά χειροτονήσητε μόνον ἔχοντας δίπλωμα θεολογικόν, ἵνα μή καί ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ σᾶς παραξηγήση ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία. Λοιπόν μή νομίζετε ὅτι ἔχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νά σᾶς ἀκολουθήσωμεν εἰς τά κακόδοξα φρονήματά σας, ἐπειδή μᾶς ἐχειροτο¬νήσατε. Διότι τότε διατί καί ὑμεῖς ἀποκηρύξατε τήν Σχισματικήν Ἐκκλησίαν τό 1935, ἡ ὁποία σᾶς ἐχειροτόνησε καί τῆς ὁποίας ἦσθε τέκνα; Διότι βεβαίως διά τῆς καινοτομίας της κατέστη σχισματική. Λοιπόν καί ἡμεῖς ἐπειδή ἀναιρέσατε τήν πρώτην ἤ μᾶλλον τάς πολλάς Ὁμολογίας σας ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τοῦ 1935 καί ἐντεῦθεν δι' αὐτό ἀκριβῶς σᾶς ἀπεκηρύξαμεν ὡς μέλη σεσηπότα τῆς ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας. Λοιπόν μήν ἐξαπατᾶτε τούς ἁπλοϊκούς χριστια¬νούς ὅτι μᾶς ἐχειροτονήσατε καί δι' αὐτό εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά σᾶς ἀκολου¬θήσωμεν. Διότι αὐτό λέγεται παραλογισμός.
Ἡμεῖς, χάριτι Χριστοῦ, καλῶς ἀντελήφθημεν και ἐξετιμήσαμεν τό ἐπισκο¬πικόν ἀξίωμα καί τήν σοβαρότητα καί ἱερότητα τοῦ ἑορτολογικοῦ ἀγῶνος καί δι' αὐτό τίποτε περισσότερον δέν πράττομεν καθημερινῶς εἰ μή μόνον καί μόνον νά διακηρύττωμεν διά τοῦ λόγου, καί ἱερέων μας καί τῶν βιβλίων μας τήν ἐμμονήν τῶν πιστῶν μας εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν καί τήν διάπραξιν τῶν καλῶν ἔργων. Καί ἐν γένει νά πράττωμεν ὅσα ἀρμόζουν τῶ ἐπισκοπικῶ ἀξιώματι. Καί οὐχί μόνον δέν ἐπήξαμεν ἴδιον θυσιαστήριον καί δέν ἐσχίσαμεν τόν ἄραφον χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ μας, διά τινος σχίσματος, ἀλλά τοὐναντίον ἀκολουθοῦμεν τό θυσιαστήριον τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς καί ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας μας, εἰς ἥν ἀπ' ἀρχῆς ἐμμένομεν στερεῶς, καί καθημερινῶς ράβωμεν τόν ἄραφον τοῦ Κυρίου χιτῶνα τόν σχισθέντα καί σχιζόμενον παρ' ὑμῶν διά τῶν γλωσσαλγῶν φλυαρημάτων καί σαπρῶν κακοδόξων φρονημά¬των σας. Καί ὅτι οὐδεμίαν φιλαρχίαν ἔχομεν, εἰ μή μόνον καί μόνον ὡς βλέποντες τά ἀντορθόδοξα φρονήματά σας δέν ἔχομεν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην νά σᾶς ἐμπιστευθῶμεν νά διακυβερνήσητε τό σκάφος τῆς ἁγιωτάτης μας Ἐκκλησίας. Διότι ἀφ' ἧς στιγμῆς ἐξήλθατε εἰς τόν ἱερόν τοῦτον ἀγῶνα οὐδέν ἄλλο πράττετε εἰ μή νά φάσκετε καί νά ἀντιφάσκετε, καί νά δικαιολογῆτε διαρκῶς τά κακόδοξα φρονήματά σας, καί οὐδέποτε ὡς ἄνθρωπος νά ἀδικήσετε τόν ἑαυτόν σας καί νά ταπεινωθῆτε ὀλίγον. Τό σχίσμα λοιπόν Σεῖς τό ἐδημιουργήσατε καί οὐχί ἡμεῖς, ὅταν ἤλθατε, διότι ἡμεῖς ὅταν ἤλθατε σᾶς παραδώσαμεν 800 Παραρτήματα ἡνωμένα, τήν ἱεράν ἡμῶν Κοινότητα, τόν Κλῆρον μας ἡνωμένον καί ἐν ἁρμονία πλήρη εὑρισκόμενον, τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν μας καί Σεῖς τά τεμαχιάσατε ὅλα καί τά διασκορπίσατε καί τά διαλύσατε οὐσιαστικῶς μέ τήν πολυμάθειαν καί σοφίαν σας. Λοιπόν ποῖος ἐδημιούργησε τό Σχίσμα πρώην Φλωρίνης; ἡμεῖς ἤ Σεῖς; Βεβαίως Σεῖς. Ἕνεκεν τῆς ἀδεξιότητος, ἀλαζόνος συμπεριφορά σας καί κακοδόξων φρονημάτων σας. Καί ἄν ὀλίγον σκεφθῆτε σοβαρῶς τόν λόγον ὅν θά δώσητε ἐν ὥρα κρίσεως, διά νά μήν εἴπω ὅτι ἔπρεπε νά κρεμάσητε λίθον ὀνικόν καί νά βληθῆτε εἰς τήν θάλασσαν, κατά τό οὐαί τῶ ἀνθρώπω ἐκείνω δι' οὗ τό σκάνδαλον ἔρχεται, ἔπρεπε ἀμέσως νά τά παραιτήσετε ὅλα καί νά μετα¬βῆτε εἰς τούς ἀποκρύμνους βράχους τοῦ Ἁγίου Ὄρους νά κλαίετε συνεχῶς τάς ἁμαρτίας σας, μήπως καί σᾶς εὐσπλαχνισθῆ ὁ Κύριος. Διότι ὡς γνωρίζετε σοφώτατε διδάσκαλε, ὅτι οὐδέ αἷμα μαρτυρίου ἐξαλείφη τήν ἁμαρτίαν τοῦ Σχίσματος. Ὅσον ἀφορᾶ τήν εὐλογίαν Σας τήν ὁποίαν μᾶς ὑστερήσατε ὡς γράφετε, σᾶς τήν χαρίζομεν καί οὐδόλως τήν ἐπιθυμοῦμεν, διότι αὐτό θά ἦτο παραφροσύνη νά σᾶς ἀποκηρύττωμεν ἀφ' ἑνός ὡς κακοδόξους καί ἀφ' ἑτέρου νά ζητῶμεν τήν εὐλογίαν σας!
Μᾶς κατηγορεῖτε διατί ἐδικάσθημεν εἰς τήν Χαλκίδα. Καί σᾶς ἐρωτῶμεν. Διατί ἐδικάσθημεν; Διά καμμίαν πορνείαν, ἤ φόνον, ἤ ἄλλον τι ἔγκλημα; ἤ διά τήν Ὀρθοδοξίαν; Φαίνεται λοιπόν ὅτι ἐσκοτίσθη τελείως ἡ διάνοιά σας ἀπό τόν φθόνον καί τόν ἐγωισμόν καί δέν γνωρίζετε τί γράφετε. Ἀναφέρετε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας ὅτι ἀφ' ἧς στιγμῆς ἀπεσχίσθημεν παρ' ὑμῶν παρ' ὦν ἐλάβαμεν τόν ἐπισκοπικόν βαθμόν παρεμείναμεν ὡς ἐπίσκοποι διά τό ἀνεξάλειπτον τῆς ἱερωσύνης, ἀλλ' ὡς ἄτομα ἁπλᾶ, καί ὄχι ὡς ἐκπρόσωποι Ἐκκλησίας, ἐξ ἧς νά ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν ἐξουσίαν νά τελῶμεν ἐγκύρως πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί τελετουργίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν τήν πεποίθησιν ὅτι ἀφ' ἧς ἡμέρας ἐπῆλθε τό Σχίσμα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ ἑορτολογίου.
1) Ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι αἱ δεχθεῖσαι τήν καινοτομίαν ταύτην κατέστησαν Σχισματικαί.
2) Ὁμοίως καί ἐκεῖναι αἱ ἐπί μέρους Ἐκκλησίαι, αἴτινες συλλειτουργοῦν ἤ συμπροσεύχωνται γενικῶς μετά τῶν καινοτομησασσῶν Ἐκκλησιῶν, ὁμοίως καί αὗται φέρουν τήν αὐτήν εὐθύνην.
3) Ἡμεῖς εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ὅπου ἐξήλθομεν εἰς τόν ἱερόν τοῦτον ἀγῶνα, ἀρυώμεθα τήν χάριν εἴτε ὡς ἱερεῖς εἴτε ὡς ἐπίσκοποι, ἐκ τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς καί ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰς ἥν ἐμμένωμεν καί ἀφ' ἧς οὐδέποτε ἀπεκόπημεν, καί οὐχί ἐκ τῶν καινοτομησασῶν κακοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἴτινες διά τοῦ Σχίσματος ἐστερήθησαν τήν χάριν τοῦ Παναγίου πνεύματος κατά τόν Α’ Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τήν ἰδίαν Ὁμολογίαν τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου ἀθηνῶν Χρυσοστόμου καί τήν ἰδικήν σας Σεβασμιώτατε Φλωρίνης ὡς θ' ἀποδείξωμεν διά μακρῶν κατωτέρω.
4) Ἐξ αὐτῆς λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν ἐξουσίαν τοῦ τελεῖν ἐγκύρως πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί τελετουργίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀρύοντο καί οἱ ἅγιοι Μάρτυρες τόν καιρόν τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας.
5) Ἐξ αὐτῆς ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν, καί οὐχί ἐκ τῆς Σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἤ ἄλλης ὁμοίας αὐτῆς, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀκαινοτομήτου, τῆς ἀμωμήτου τῆς στερρῶς ἐχομένης, τῶν τε Δογμάτων Κανόνων καί Παραδόσεων τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.
6) Διότι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπαναπαύεται οὐχί εἰς τάς καινοτόμους Ἐκκλη-σίας ὅπου ἔχουν ἐπισημότητα ἀνθρώπινον, ἀλλά εἰς τάς Ἐκκλησίας ἐκείνας αἵτινες κρατοῦσι στερρῶς τά Δόγματα, Κανόνας, καί τάς Παραδόσεις καί ἄν τοιαῦται δέν ὑπάρχουσι οὕτως εἰπεῖν, ἀκόμη καί εἰς τά ἄτομα. Διότι σᾶς ἐρωτῶμεν ποῦ ἐπαναπαύθη ἡ χάρις καί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, εἰς τήν ἐν Φλωρεντία Σύνοδον, ἤ εἰς τόν ἅγιον Μᾶρκον τῆς Ἐφέσου; Βεβαίως εἰς τόν Ἅγιον Μᾶρκον τόν ἐφέσου καί οὐχί εἰς τήν ἑτέραν ληστρικήν ψευδοσύνοδον τήν δεχθεῖσαν τούς Παπικούς ὅρους. Λοιπόν ἀπ' ἐκεῖ ὅπου ἔλαβεν καί ὁ Ἅγιος Μᾶρκος τήν χάριν καί εὐλογίαν ἀπ' ἐκεῖ τήν λαμβάνομεν καί ἡμεῖς. Βεβαίως ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος εἶναι ἡ ὅλη Ἐκκλησία, ὅταν ὅμως αὕτη ὑγιαίνη καί δέν χωλαίνει εἰς τήν πίστιν εἴτε κατά τόν α’ ἤ β’ τρόπον. Ὅταν ὅμως αὕτη χωλαίνη αἴφνης, τότε εἴτε μία ἐπί μέρους Ἐκκλησία ἤ περισσότεραι ὅταν ἐμμένουσιν εἰς τά δόγματα κανόνας καί παραδόσεις τότε αὗται συνεχίζουν καί ἀποτελοῦν τήν ὅλην Ἐκκλησίαν. Καί ἄν καί αὗται χωλαίνουσιν εἰς τήν πίστιν τότε τά ἄτομα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐμμένουσιν πιστά εἰς τήν πίστιν τήν ρθόδοξον εἴτε εἷς ἐπίσκοπος εἶναι, εἴτε πολλοί τότε αὐτοί ἔχουσιν τήν χάριν καί ἀποτελοῦν τήν Ὀρθόδοξον καί πραγματικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. Τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν οἱ εὐσεβεῖς ὁσονδήποτε ὀλίγοι καί ἄν μείνουν. Οἱ ἀκολου¬θοῦντες τήν καινοτομίαν, ἔξω τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: «Εἰ δέ διαμένουσιν ἐν τῆ αὐτῆαἱρέσει καί ἴσως καί ἑτέρους τινάς ἀμαθεστέρους καί ἁπλουστέρους δυνηθῶσιν ἀποβουκολῆσαι, κἄν ὀχλαγωγήσωσιν καί πλῆθος συνάγωσιν, ἔξω τῶν ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων εἰσίν. Εἰ δέ καί πάνυ ὀλίγοι ἐν τῆ Ὀρθοδοξία καί εὐσεβεία διαμένουσιν οὗτοι εἰσίν Ἐκκλησία καί τό κῦρος καί ἡ προστασία τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἐν αὐτοῖς κεῖται. Κἄν κακοπαθῆσαι αὐτοῖς ὑπέρ τῆς εὐσεβείας δεήσει, ὅπερ ἐστίν εἰς καύχημα αἰώνιον καί ψυχικῆς σωτηρίας πρόξενον...» (Ἁγίου Νικηφόρου).
Καί ἄν Σεβασμιώτατε Φλωρίνης, ὡς νομίζετε, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν κατέστη ἀκόμη σχισματική μετά τήν καινοτομία τοῦ ἑορτολογίου, πρίν δικασθῆ ἐκ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας καί δέν ἀπεγυμνώθη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους καί τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τότε καί αἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἔγκυροι, καί ἑπομένως καί ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων πολύ καλά ἔκαμεν καί δέν σᾶς ἐδέχθη ὡς ἐπίσκοπον ἀλλ' ὡς ἁπλοῦν μοναχόν. Καί ἡμεῖς λοιπόν ἀπό σήμερον καί εἰς τό ἑξῆς, κατά τήν Ὁμολογίαν σας, ἔγγραφον καί ἄγραφον, ὡς Μοναχόν πλέον θά σᾶς ἀναγνωρίζωμεν καί οὐχί ὡς ἐπίσκοπον. Λοιπόν ὁσιώτατε. μοναχέ Χρυσόστομε Καβουρίδη, ἡμεῖς ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κατέστη Σχισματική διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παπικοῦ ἑορτολογίου καί τά μυστήριά της εἶναι ἄκυρα, καί ὅτι πλέον δέν ἔχει τήν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί δέν τό λέγομεν ἡμεῖς, ἀλλά τό λέγουν αἱ ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τοῦ ἱερεμίου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 1583, 1587, 1593 καί τοῦ ἁγίου ἀνθίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κατά τό 1848 ἔχουσαν οὕτω: Κρατῶμεν τάς Ὁμολο¬γίας..........».
Καί κατά τήν ἀπόφασιν τῆς πανορθοδόξου ταύτης Συνόδου βλέπομεν ὅτι ὅστις τολμήση νά προσθέση ἤ νά ἀφαιρέση ἤ νά ἀλλοιώση τί ἐκ τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως ἤ καί νά τό διανοηθῆ ἀκόμη, οὗτος ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα ὡς βλασφημῶν εἰς τό Πανάγιον Πνεῦμα. Διά τῆς ἀποφάσεως λοιπόν ταύτης, ἥτις ἐλήφθη μόνον καί μόνον διά νά θέση τέρμα εἰς τάς ἐνοχλήσεις τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας(32) πρός τήν ἀνατολικήν (διότι πρός τόν σκοπόν αὐτόν καί μόνον συνεκλήθη ἡ πανορθόδοξος αὕτη Σύνοδος) λύεται τελείως τό πρόβλημα. δηλαδή ἔχωμεν τό προδεδικασμένον καί δέν ἔχωμεν ἀνάγκην νέας πανορθοδόξου Συνόδου διά νά δικάση καί κηρύξη Σχισματικήν τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τήν δεχθεῖσαν τό Παπικόν ἑορτολόγιον. Διότι ὡς εἴπομεν ἡ πανορθόδοξος Σύνοδος αὕτη ἠσχολήθη μόνον καί μόνον διά τό ζήτημα τοῦ ἑορτολογίου. Ὥστε λοιπόν ἡ καινοτομία αὕτη εἶναι ἤδη καταδεδικασμένη καί οὐχί ἀπό μιᾶς ἀλλά ἀπό τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων. Τί χρειάζεται λοιπόν καί ἄλλη τοιαύτη Σύνοδος διά νά κηρύξη τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν, ἀφοῦ αὕτη ἤδη ἔχει καταδικασθῆ διά τήν πρᾶξιν ἀκριβῶς ταύτην; τό «ἤδη καθυπεβλήθη» δέν σημαίνουν νά συνέλθη ἐκ νέου Σύνοδος, ἀλλά πλέον ἅπαξ καί διά παντός ὁ προσβάλλων τήν Πίστιν καί δεχόμενος καινοτομίας ἠρνήθη τήν Πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί ἔλαβεν εἰς τήν ψυχήν αὐτοῦ τό αἰώνιον ἀνάθεμα, ὡς βλάσφημος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Διότι τότε εἶναι ὡσάν νά λέγητε ὅτι ἄν αἴφνης σήμερον παρουσιασθοῦν εἰκονομάχοι, χρειάζεται καί πάλιν νά συνέλθη νέα Σύνοδος νά τούς δικάση διά νά τούς ἀποκόψωμεν τῆς Ἐκκλησίας. Τί χρειάζεται ὅμως ἡ νέα Σύνοδος ἀφοῦ ἡ πρᾶξις αὕτη κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου; Ἡμεῖς δέν ἔχωμεν ἄλλο τί νά πράξωμεν ἤ μή νά ἐφαρμόσωμεν ἐναντίον αὐτῶν τήν ἀπόφασιν τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Διότι ἐν ἐναντία περιπτώσει ἀσεβοῦμεν καί ἀγνοοῦ¬μεν τήν ἀπόφασιν ταύτην, ὅπερ ἀποτελεῖ βλασφημίαν ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον ἐπεφώτισεν τούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἐκύρωσε ταύτας. Οὕτω λοιπόν συμβαίνει καί μέ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα. Εἶναι καταδεδικασμένον καί δέν ἔχωμεν ἀνάγκην νέας καταδίκης, ἀλλά ἐφαρμόζωμεν πιστῶς τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων. Σεῖς δέ ὁσιώτατε ὅπου πολλάκις ἐγράψατε καί πιστεύετε ὅτι θά συνέλθη Οἰκουμενικῆ Σύνοδος καί ἥτις βεβαίως θά ὀνομασθῆ Η’, πλανᾶσθε οἰκτρῶς. Διότι Ζ’ εἶναι τά δόγματα, Ζ’ τά μυστήρια, Ζ’ αἱ χάριτες τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί Ζ’ αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι. Κατά τό ἡ σοφία οἰκοδόμησεν ἑαυτῆ οἶκον καί ὑπήρεσεν στύλους ἑπτά. Ὀγδόη λοιπόν δέν πρόκειται νά συνέλθη εἰς τόν αἰῶνα τόν ἅπαντα. Εἴπωμεν ἀνωτέρω ὅτι τόσον ὁ ἀποθανῶν Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Χρυσόστομος, ὅσον καί ὑμεῖς ὁσιώτατε πολλάκις ἐγράψατε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι Σχισματική. Καί ὁ μέν ἀποθανῶν Χρυσόστομος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ὡς μέλος τῆς διωρισθείσης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρός μελέτην τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καί ὡς καθηγητής τότε τοῦ ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἔγραψε τά ἑξῆς: «Λαβόντες ὑπ' ὄψιν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ἄν καί ἀνεξάρτητοι ἐσωτερικῶς εἶναι ὅμως στενῶς συνδεδεμέναι πρός ἀλλήλας καί ἡνωμέναι διά τῆς ἀρχῆς τῆς πνευματικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦσαι μίαν καί μόνην τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καί συνεπῶς οὐδεμία τούτων δύναται νά χωρισθῆ τῶν λοιπῶν καί ἀποδεχθῆ νέον ἡμερολόγιον, χωρίς νά καταστῆ σχισματική ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Ὅθεν καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὅπως μεταβάλη τό ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον αὐτῆς, εἶναι ἀπαραίτητον καί ὀφείλει ἵνα μή ἀποσχισθῆ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τοῦθ' ὅπερ οὐ μόνον τήν ἑνότητα καί ἁρμονίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θέλει καταστρέψη καί τήν δύναμιν αὐτῆς μειώσει, ἀλλά ἀπό ἐθνικῆς ἀπόψεως εἶναι ἀσύμφορον καί ἐπιζήμιον». Καί ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ μεταρρυθμιστής λέγει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη ἥτις θά δεχθῆ τό Παπικόν ἑορτολόγιον θά γίνη Σχισματική, πῶς νά μήν τήν εἴπωμεν καί τήν κηρύξωμεν καί ἡμεῖς τοιαύτην; καί τήν περικοπήν μάλιστα ταύτην, ὁσιώτατε, τήν ἔχετε καταχωρήσει εἰς τό πρός τούς Ἕλληνας διανοουμένους φυλλάδιόν σας εἰς τήν σελίδα 12.
Καί κατωτέρω μάλιστα εἰς τό αὐτό φυλλάδιόν σας καί εἰς τήν σελίδα 13, εἰς τό Β’ καί Γ’, ἐρώτημά σας πρός τόν ἀποθανόντα ἀρχιεπίσκοπον γράφετε ἐπί λέξει. «Διατί καί μετά ταῦτα, ὅταν ὁ Πάπας ἐπειράθη νά ἐπιβάλη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν αἱ Πανορθόδοξοι Σύνοδοι αἱ συνελθοῦσαι ἐν Κων/πόλει (1583, 1587, 1593) ἐπί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερε¬μίου τοῦ Β’ κατεδίκασαν αὐτό χαρακτηρίσασαι ὡς μίαν καινοτομίαν τῆς πρεσβυ¬τέ¬ρας Ρώμης, ὡς παγκόσμιον σκάνδαλον καί ὡς αὐθαίρετον καταπάτησιν τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων;». [Ἱστορία Μελετίου 16’ αἰῶνος τόμ. 3 σελ. 402 παράγρ. 6, καί Ἐκκλησ. Ἱστορία Φιλ. Βαφείδου (1453-1908) τόμ. Γ’ σελ. 124, 125, καί Τόμος ἀγάπης Δοσιθέου σελ. 538, καί Κανονικαί διατάξεις Μ. Χάρ. Μ. Γεδεών σελ. 34, καί Ἱστορία περί Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου τοῦ πρώην Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν σελ. 482, καί Πραγματεία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαίδεια Μακρῆ τόμ. Γ’ σελ. 562»].
Καί κατωτέρω εἰς τό γ’ ἐρώτημά σας λέγετε ὅτι «ἡ μονομερής ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖ λόγον Σχίσματος καί ζημιοῖ σπουδαίως καί τά ἐθνικά συμφέροντα». Πῶς τότε τά λέγατε καί τά γράφατε αὐτά ὁσιώτατε καί ἀποκαλούσατε καί τήν Ἐκκλησίαν Σχισματικήν καί τώρα τά ἀναιρῆτε μήπως τά ἐλησμονήσατε; Ἤ μήπως ζητεῖτε, νά ἐξεύρητε τρόπον νά ἐπανέλθητε καί ὑμεῖς εἰς τόν ἴδιον ἔμετον ὡσάν καί τούς ἄλλους; Ἀσφαλῶς κάτι θά συμβαίνη.
Εἰς δέ τό διάγγελμά σας τοῦ 1935 πρός τόν εὐσεβῆ ὀρθόδοξον ἑλληνικόν λαόν ἐγράφατε τά ἑξῆς: «Ἀφοῦ ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος διά τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπογραφῆς, κηρύττει ἑαυτόν σχισματικόν, τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων, ἵνα ἀποδείξωμεν ὅτι οὗτος καί οἱ ὁμόφρονες αὐτῶ ἀρχιερεῖς, κατέστησαν σχισματικοί, ὡς διασπάσαντες τήν ἐκκλησιαστικήν καί ἐθνικήν ψυχήν τοῦ Ὀρθοδόξου ἑλληνικοῦ Λαοῦ; καί κατωτέρω ἵνα ἀποφύγωμεν τό ἐκκλησιαστικόν σχίσμα καί πάλιν ἐπειδή τό σχίσμα ἐδημιουργήθη καί ἄνευ ἡμῶν, διά τοῦτο προήχθημεν καθ' ὑπαγόρευσιν τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, νά δηλώσωμεν εἰς τόν Μακαριώτατον ἀρχιεπίσκοπον, ὅτι κόπτομεν πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτοῦ ὡς σχισματικοῦ». Καί ὄπισθεν μάλιστα ἑνός τοιούτου διαγγέλματός σας τό ὁποῖον κατέχω εἰς χεῖρας μου γράφετε ἰδιοχείρως τά ἑξῆς: «Τά ἀνωτέρω ἀποτελοῦν γνώμην ἰδικήν μου καί εἶχον τό θάρρος νά δημοσιεύσω ταῦτα ὡς ἴδιον ἄρθρον μέ τήν ὑπογραφήν μου. † Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος».
Πῶς λοιπόν τότε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Παπαδοπούλου, ἦτο σχισματική καί αὐτός σχισματικός καί ἑπομένως δέν εἶχον καί χάριν, καθ' ὅ σχισματικοί, καί τώρα δέν εἶναι σχισματική ἡ Ἐκκλησία αὕτη καί χάριν ἔχει; Πότε ἐλέγατε τήν ἀλήθειαν, τότε ἤ τώρα; Μᾶς παρέχετε λοιπόν τό δικαίωμα, ὁσιώτατε, νά σᾶς εἴπωμεν ὅτι δέν σᾶς διέπη οὐδεμία ἠθική βάσις. Διότι δέν πράττετε τίποτε περισσότερον εἰ μή νά φάσκητε καί νά ἀντιφάσκητε.
Ἰδού τί ἐγράφατε καί εἰς μίαν προκήρυξίν σας κατά τό 1935 πρός τόν ἐφημεριακόν κλῆρον καί τούς μοναχούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν σελίδα 1 - «ἰδού εἰς ποῖον κατάντημα ἤγαγε τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ἤ καινοτομία αὕτη, ἥτις ἔκαμε ἄλλους, νά ἑορτάζωσι καί νά πανηγυρίζωσι, καί ἄλλους ταὐτοχρόνως νά ἐγκρατεύωνται καί νά νηστεύωσι, παρομοίως πρός τούς Τούρκους τοῦ Χαμίτ, ἄλλους ἑορτάζοντας τό Μπαϊράμιον (Πάσχα) ὡς ἰδόντας τήν νέαν σελήνην, καί ἄλλους ταὐτοχρόνως κρατοῦντας Ραμαζάνιον (νηστείαν), ὡς μή ἰδόντας διά τοπικήν συννεφίαν τήν νέαν Σελήνην. Καί τό ὄνειδος τοῦτο τῶν Τούρκων, ἐξήλειψεν ὁ ἀναμορφωτής τῆς Τουρκίας Κεμάλ διά τῶν θρησκευτικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἦλθον νῦν οἱ καινοτομήσαντες ἀρχιερεῖς νά προσάψωσιν εἰς τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν διά τῆς μονομεροῦς καί ἀντικανονικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου».
Καί κατωτέρω εἰς τάς σελίδας 17 καί 18 γράφετε «ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί οἱ ὁμόφρονες τούτω ἀρχιερεῖς ἔσχισαν τήν ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν ἐκ τοῦ καθολικοῦ κορμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί πάλιν «ἀφοῦ ὁ Μακαριώτατος διά τῆς ὑπογραφῆς ἐκήρυξεν ἑαυτόν Σχισματικόν, τί ἔτει χρείαν ἔχομεν μαρτύρων, ἵνα κηρύξωμεν καί ἡμεῖς τοῦτον Σχισματικόν»; Ἐπίσης γράφετε: «Ἀποκηρύξατε καί Σεῖς τόν Σχισματικόν Ἀρχιεπίσκοπον καί τούς ὁμόφρονας αὐτῶ ἀρχιερεῖς, ἐξακολου¬θοῦντας νά ἐμμένωσι ἐν τῆ ἡμερολογιακῆ καινοτομία, ἐάν ἐπιθυμῆτε καί ὑμεῖς νά μή λογίζεσθε Σχισματικοί, καί τήν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν νά ἀπαλλάξητε ἀπό τήν μομφήν καί τάς ὀλεθρίους συνεπείας τοῦ Σχίσματος».
Καί τέλος: «Ὅθεν καταλήγοντες ποιούμεθα ἔκκλησιν εἰς τά ὀρθόδοξα φρονήματα καί τήν πατρῶαν πίστιν καί εὐσέβειαν ὑμῶν. Σώσατε, δι' ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος ἀπό τάς φοβαράς συνεπείας τοῦ Σχίσματος. Ἀπό ὑμᾶς ἐξαρτᾶται νά τιμήσητε νῦν καί νά δοξάσητε, τήν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν, σώζοντες αὐτήν ἀπό τό ὄνειδος καί τήν καταισχύνην τοῦ Σχίσματος. Αὕτη κινδυνεύει νά ἀπολέση ἐξ αἰτίας τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας τάς προαιωνίους περγαμηνάς καί Ἀποστολικά χρυσόβουλα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἅτινα διά ποταμῶν αἱμάτων ἐκληρονόμησεν. Ἐν ὀνόματι τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκηρύξατε τόν Σχισματικόν ἀρχιεπίσκοπον καί τούς ὁμόφρονας αὐτῶν Ἀρχιερεῖς καί ταχθῆτε παρά τό πλευρόν τῶν Ὀρθοδόξων ἀρχιερέων τῶν ἀγωνιζομένων ὑπέρ τῆς πατρώας Ὀρθοδοξίας καί Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων». (Προκήρυξις 1935).
Αὐτά ἐγράφατε τότε ὁσιώτατε μοναχέ Χρυσόστομε Καβουρίδη, πῶς λοιπόν τά ἀθετῆτε καί μάλιστα μεθ' ὅρκου τά γράψατε; «Σώσατε δι' ὄνομα τοῦ Θεοῦ τήν Ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος ἀπό τάς φοβεράς συνεπείας τοῦ Σχίσματος». Καί πῶς τώρα τά ἀναιρῆτε; Πότε νά σᾶς πιστεύσωμεν τότε ἤ τώρα; καί πότε ψεύδεσθε; τότε ἤ τώρα; Ἀληθῶς ἀποροῦμεν μέ τό θράσος καί τήν ἀναισχυντίαν σας.
Καί ἀλλοῦ πάλιν εἰς τήν ἐφημερίδα «Κῆρυξ τῶν Ὀρθοδόξων» εἰς τήν σελίδα 2, εἰς μίαν διαμαρτυρίαν σας, ὅταν μεταβαίνατε εἰς τήν ἐξορίαν ἐγράφατε τά ἑξῆς:
«ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ
Ἐκφράζομεν τήν βαθυτάτην θλῖψιν ἡμῶν, πρῶτον ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν ἀπόφασιν ἥν ἔλαβε καθ' ἡμῶν, ἥτις ἀπόφασις ἀντιστρατεύεται οὐ μόνον πρός τούς θείους νόμους, ἀλλά καί τούς ἀνθρωπίνους. Ἐπίσης ἐκφράζομεν τήν βαθυτά¬την θλῖψιν ἡμῶν καί πρός τήν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐκτελεῖ ἀπόφασιν ἀντιστρα¬τευομένην πρός τό Ἑλληνικόν Σύνταγμα, ὅπερ σέβεται τήν ἐλευθερίαν τῆς Θρησκευ¬τικῆς συνειδήσεως καί τήν ὁποίαν ἐλευθερίαν στραγγαλίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀπά¬γουσα ἡμᾶς ὄντας ἐλευθέρους Ἕλληνας πολίτας εἰς τήν ἐξορίαν διά τῆς βίας, διά μόνον τόν λόγον ὅτι θέλομεν νά τηρήσωμεν ἀλωβήτους τάς προαιωνίους παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, καί νά ἑνώσωμεν τάς Χριστιανικάς συνειδήσεις καί τήν ἐθνικήν ψυχήν τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ πληρώματος, ἥν ἐχώρισεν ἡ σχισματική καί λεγομένη ἐπίσημος Ἐκκλησία, ἀπεμπολήσασα τούς Ὀρθοδόξους παραδόσεις ὑπέρ ὦν ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα.
† Ὁ Δημητριάδος Γερμανός,
† Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος,
† Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος»
Ὥστε λοιπόν τότε ἦτο σχισματική ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τώρα δέν εἶναι; Μήπως πῆρε κανένα φάρμακο, τό ὁποῖον ἡμεῖς δέν γνωρίζομεν καί τῆς ἐξήλειψεν τήν καινοτομίαν, τήν κακοδοξίαν καί τό Σχίσμα τό ὁποῖον κατέχει εἰς τούς κόλπους της; Ἄν ὑπάρχη τοιοῦτον φάρμακον μυστικόν καί τό γνωρίζετε μόνον σεῖς ὁσιώτατε, παρακαλοῦμε νά τό γνωρίσητε καί εἰς ἡμᾶς.
Καί ὁμοίως ἐγράφατε εἰς τήν αὐτήν σελίδα τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος εἰς τήν ἀπάντησίν σας εἰς τήν Θρησκευτικήν ὀργάνωσιν τῆς «Ζωῆς» κ.λπ. τά ἑξῆς: «Ἀλλά καί σκληρῶς κατεδίωξεν αὐτούς διά τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων (δηλαδή τούς Ὀρθοδόξους). τότε ἀπεφασίσαμεν ὅπως ἀποκηρύξωμεν τήν διοικοῦσαν ἱεραρ¬χίαν ὡς «Σχισματικήν» καί πάλιν κατωτέρω ἐγγράφετε ὅτι προέβητε «εἰς τήν κα¬νονικήν ἀποκήρυξιν τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας ὡς σχισματικῆς διά λόγους κανονικούς, καί τήν ἴδρυσιν μιᾶς νέας Ἐκκλησίας(33) ζώσης καί ἱσταμένης ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδό¬ξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας κ.λπ.».
† Ὁ Δημητριάδος Γερμανός,
† Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος,
† Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος»
Ὁμοίως καί πάλιν εἰς τήν αὐτήν ἐφημερίδα καί εἰς τήν αὐτήν σελίδα εἰς τήν ἀπάντησίν σας πρός τόν ἀμίλκαν ἀλιβιζᾶτον καθηγητήν τοῦ Πανεπιστημίου εἰς ὅσα ἔγραψεν οὗτος ἐν τῆ ἐφημερίδι ἑστία περί ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, μεταξύ τῶν ἄλλων ἐγράφατε καί τά ἑξῆς: «Ἄν εἶχεν ὁ Κύριος καθηγητής περισσοτέραν συναίσθησιν τῆς ἀξιοπρεπείας του καί τοῦ αὐτοσεβασμοῦ του δέν θά ἀπεκάλει ἡμᾶς ἐπαναστάτας καί ἐκμεταλλευτάς, ἀφοῦ ὁ ἴδιος μέ τήν ὑπογραφήν του, ὡς καί ὁ Μακαριώτατος, ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεφάνθη ὅτι ἡ μονομερής εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ὑπό τινος Ἐκκλησίας εἶναι λόγος σχίσματος, τοῦθ' ὅπερ ἐνεθάρρυνεν ἡμᾶς εἰς τήν ἀποκήρυξιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σχισματικῆς».
† Ὁ Δημητριάδος Γερμανός,
†Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος,
† Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος»
Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε ἐγράφατε τότε τόσον ὡραῖα λόγια καί ἀληθείας καί τώρα τά ἀναιρῆτε καί τά στραγγαλίζετε; Μήπως ἐδειλιάσατε ἀφοῦ εἴδατε ὅτι δέν ἐπετύχατε τοῦ σκοποῦ σας, δηλαδή νά ἐκθρονίσητε τόν Μητροπολίτην ἀθηνῶν καί νά ἀνέλθητε σεῖς μετά τοῦ ἀποθανόντος Δημητριάδος ὡς ἦτο τό ὄνειρόν σας; ἀσφαλῶς κάτι τέτοιο θά συμβαίνη. Καί ἰδού ἡ ἀπόδειξις. Ἐνῶ τότε ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν καί μή ἔχουσαν χάριν διά λόγους κανονικούς, καί μεθ' ὅρκου μάλιστα ὡς ἀνωτέρω καί μετ' ἐπιτάσεως, θετικότητος καί πεποιθήσεως, τώρα λέγετε τά ἀντίθετα, καί δέν τά λέγετε τώρα ἀλλά ἀπό τοῦ ἔτους 1937 ὁπότε ἐπῆλθε καί τό λυπηρόν Σχίσμα μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν.
Τά ἐγράψατε τότε εἰς τόν ὁσιώτατον Μοναχόν Μᾶρκον Χανιώτην εἰς τήν πολυσέλιδον ἐπιστολήν σας, διά τοῦ Πρωτοσυγγέλου Γρηγοροπούλου τῆ ἐντολῆ σας. Τά ἐγράψατε εἰς τήν Ἑλληνικήν θρησκευτικήν Κοινότητα τῆς Θεσσαλο-νίκης τήν 17 Ὀκτωβρίου 1937 μέ τήν ὑπογραφήν σας, ἧς ἀντίγραφον κατέχομεν σφραγισμένον παρά τῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος ταύτης, ὅτι δηλαδή «τό δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τά ἄτομα καί τάς Ἐκκλησίας Σχισματικάς δέν παρέσχον οἱ θεῖοι καί Θεοφόροι Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οὔτε εἰς τά ἄτομα, οὔτε εἰς τάς ἐπί μέρους Ἐκκλησίας, ἀλλ' εἰς Οἰκουμενικήν Σύνοδον» κ.λπ. Καί ἐνῶ ἄλλοτε διά νά δικαιολογήσητε τό Σχίσμα ἐφέρνατε μαρτυρίας τάς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ ἱερεμίου Β’ 1583, 1587, 1593, εἰς τό φυλλάδιόν σας πρός τούς διανοουμένους Ἕλληνας κ.λπ. τώρα τά ἀναιρῆτε καί ἀποσιωπᾶτε ὅλα αὐτά καί γράφετε πρός τήν Κοινότητα Θεσσαλονίκης ὅτι μόνον Οἰκουμενική Σύνοδος ἔχει τό δικαίωμα τοῦ νά κηρύττη τάς Ἐκκλησίας σχισματικάς καί οὐχί ἄλλη Ἐκκλησία ἤ ἄτομα.
Τότε πῶς Σεῖς εἴχατε τό δικαίωμα καί ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν Σχισμα-τικήν τῆς Ἑλλάδος; Ποῦ ἐστηρίχθητε; Πῶς τό ἐπράξατε αὐτό; ἐστηρίχθητε, ὡς γράφετε, εἰς τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων ἐπί ἱερεμίου τοῦ Β’ καί εἰς τήν Ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καί καλῶς ἐπράξατε, διότι οὐδέν ἄλλο ἐπράξατε εἰ μή μόνον καί μόνον ὅπου ἐφαρμόσατε τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων, καί ἐπαναδρώσατε μέ τάς χειροτονίας ἐπισκόπων τήν ζῶσαν Ἐκκλησίαν τήν ἱσταμένην ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν Παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐγράφατε τότε εἰς τούς Ζωικούς, ἀφ' ἧς βεβαίως ἠρύεσθε τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν. Αὐτήν λοιπόν τήν Ἐκκλησίαν ἀκολουθῶμεν καί ἡμεῖς καί ἀπ' αὐτήν ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν. Καί εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς τότε ἀκολουθύσατε αὐτήν τήν Ἐκκλησίαν καί ἐλαμβάνατε παρ' αὐτῆς χάριν καί ἐγράφατε καί εἰς τήν «Φωνήν τῆς Ὀρθοδο¬ξίας» ὅτι ἀποτελούσατε
Σύνοδον, καί τώρα ἀκολουθῆτε τήν ἐπίσημον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, καί ἀπό αὐτήν λαμβάνετε τήν χάριν καί ὅτι τώρα εἶσθε μία φρουρά καί οὐχί Ἐκκλησία ἤ Σύνοδος κ.λπ. τί νά εἴπη κανείς; καί τί νά ὑποθέση; Δύο τινά μόνον. Ἤ ὅτι ἐπάθατε ἐγκεφαλικήν διάσεισιν, ἤ ὅτι προσπαθεῖτε νά στρέψητε πρύμναν καί πάλιν πρός τήν κακοδοξίαν.
Ὁμοίως ἐγράφατε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας τήν 30ήν Αὐγούστου 1940 ὑπ' ἀριθμ. Πρωτ. 1844 μέ τόν τίτλον «Ἑλληνική Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἀθῆναι πρός τούς εὐλογημένους Χριστιανούς τούς ἀκολουθοῦντας τό πάτριον ἑορτολόγιον: ...ὡς πρός δέ τό ἔγκυρον ἤ μή τῶν ὑπό τῶν Νεοημερολογιτῶν τελου¬μένων μυστηρίων, ἐμμένομεν εἰς ὅσα διεκηρύξαμεν τόν Ἰούνιον τοῦ 1935, ὅτι ἡ ἁγιαστική Χάρις τῶν Μυστηρίων, κατά τό πνεῦμα τῶν Θείων καί ἱερῶν κανόνων καί τήν γνώμην ἡμῶν, εὑρίσκεται καί ἐνεργεῖ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκείνων λειτουρ¬γῶν, οἴτινες διακρατοῦσι τάς ἱεράς παραδόσεις καί τούς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μή προβάντες εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν, οὐχί διά τῶν μακρυνθέτων τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί ἀθετούντων τούς θείους καί ἱερούς κανόνας, καί συνεπῶς διατελούντων ὑπό τά ἀράς τῶν ἁγίων Πατέρων. Προκειμένου δέ νά γίνη Νεοημερο¬λογίτης τις δεκτός εἰς τήν ὑφ' ἡμᾶς Παλαιοημερολογιτικήν Ἐκκλησίαν(34), οὗτος ὀφείλει δι' αἰτήσεώς του πρός ἡμᾶς τούς ἱεράρχας νά δηλώση τόν ἱερόν σκοπόν του, μόνους ἁρμοδίους νά κρίνωσι τόν τρόπον τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ, διά λιβέλλου ὡς ἐδέχετο τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς κατ' Ἐκκλησιαστικήν Οἰκονομίαν ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος (κανών η’) καί ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, ἤ δι' ἀναμυρώσεως, κατά τόν 5ον κανόνα τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὅτι δέ μόνον ἁρμόδιοι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐπίσκοποι ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς ταμιούχου Χάριτος, παραθέτομεν τόν 39ον Ἀποστολικόν κανόνα ἔχοντα ὁτύως. «Οἱ πρεσβύτεροι καί οἱ διάκονοι ἄνευ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου μηδέν ἐπιτελείτωσαν. Αὐτός γάρ ἐστίν ὁ πεπιστευμένος τόν λαόν τοῦ Κυρίου καί τόν ὑπέρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος» κ.τ.λ....
† Ὁ Δημητριάδος Γερμανός,
† Ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος
Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε τότε γράφατε πάντα τ' ἀνωτέρω, καί τώρα ἐγράψατε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας τῆς 1ης Ἰουνίου 1944 εἰς τήν σελ. 2, 6, ὅτι «Ἡ ἀντίληψις καθ' ἥν δικαιοῦνται τά ἄτομα, εἴτε κληρικοί, εἴτε λαϊκοί, νά ἱδρύσωσιν ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἄνευ τῆς ἀδείας καί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὅζει προτεσταντισμοῦ κ.λπ.»; Τότε σεῖς εἶσθε πρῶτος καί τέλειος προτεστάντης. Διότι ἀπό ποῦ πήρατε ἄδειαν ὅπου γράφετε ἀνωτέρω εἰς τούς Ζωικούς, μετά τήν ἀποκήρυξιν τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «ὡς σχισματικῆς καί διά λόγους κανονικούς, ἱδρύσατε μίαν νέαν Ἐκκλησίαν(36) ζῶσαν καί ἱσταμένην ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας»; Καί ἀπό ποῖον ἐλάβατε τό χρῖσμα ὡς ἀρχηγός τῆς νέας ταύτης Ἐκκλησίας; Μέ ποίαν ἄλλην Ἐκκλησίαν ἀνταλλάξατε εἰρηνικάς ἐπιστολάς λαμβάνοντες κανονικότητα, καί ἐγκυρότητα τοῦ προΐστασθαι τῆς «νέας ταύτης Ἐκκλησίας»; ἡμεῖς λοιπόν ὁσιώτατε χάριτι Χριστοῦ, εἴμαθε τέκνα πιστά τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί ἐπίσκοπος ταύτης καί ἀπ' αὐτήν ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν, τήν ἐγκυρότητα καί τήν κανονικότητα τοῦ προΐστασθαι τῆς Ἐκκλησίας κ.λπ. διότι ὡς ὀρθῶς ἐγράψατε εἰς τό ἀνωτέρω ἔγγραφόν σας «ἡ ἁγιαστική χάρις τῶν Μυστηρίων κατά τούς ἱερούς κανόνας εὑρίσκεται καί ἐνεργεῖ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκείνων λειτουργῶν οἴτινες διακρατοῦσι τάς ἱεράς παραδόσεις καί τούς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μή προβάντες εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν. Καί οὐχί διά τῶν μακρυνθέντων τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί κανόνων καί συνεπῶς διατελούντων ὑπό τούς ἀράς τῶν ἁγίων Πατέρων». Ἐφ' ὅσον εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν προέβημεν καί κρατῶμεν στερρῶς, τά Δόγματα, τούς Κανόνας καί τήν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ἀρά καί ὁ ἀφορισμός εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἥτις, ὡς ἀνωτέρω γράφετε, «ἀπεμακρύνθη τῶν ἱερῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», τότε ὑπάρχει καί εἰς ἐσᾶς ὁσιώτατε ἡ ἀρά καί ὁ ἀφορισμός, ὅστις λέγετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὕτη ἔχει τήν χάριν. Αὐτά εἶναι βλασφημίαι ὁσιώτατε, καί σκεφθῆτε καλῶς τήν ἀθάνατον ψυχήν σας, καί τόν ἁπλοϊκόν λαόν, ὅστις καλῆ τῆ πίστει σᾶς ἀκολουθεῖ, καί τόν φρικτόν λόγον ὅν θά δώσητε ἐν ὥρα κρίσεως. Διότι τό Πανάγιον Πνεῦμα δέν εἶναι ἀκαταστασίας, ὅπως τό βλασφη¬μεῖτε Σεῖς, ἄλλοτε νά βδελύτητε καί ἀφορίζη τήν Ἐκκλησίαν καί ἄλλοτε νά τήν καθαγιάζη.
Ὑμεῖς καί οἱ σύν ὑμῖν ἀρχιερεῖς καί λοιποί κληρικοί αὐτό πράττετε, ἄλλοτε ἀποκαλεῖτε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν ἄμοιρον τῆς θείας Χάριτος, καί ἄλλοτε ταμιοῦχον αὐτῆς, ἐφ' ὅσον δέν ἐκηρύχθη ὑπ' ἄλλης Πανορθοδόξου Συνόδου κ.λπ. Σχισματική. Καί τώρα πού τήν ἀποκαλεῖτε Τα-μιοῦχον τῆς θείας Χάριτος, μετανόησε; κατήργησε τήν καινοτομίαν, συνῆλθεν καμμία ἄλλη Πανορθόδοξος Σύνοδος νά ἄρη τήν καταδικαστικήν της ἀπόφα¬σιν καί νά τήν κηρύξη ἀθώαν; Βεβαίως ὄχι; δέν συνῆλθε Σύνοδος οὐδεμία νά τήν ἀθωώση, καί δέν ἐμετανόησε. Νά τήν καταδικάση ὅμως καί αὐτήν καί τάς ἄλλας Ἐκκλησίας τάς δεχθείσας τήν καινοτομίαν τοῦ παπικοῦ ἑορτολογίου συνῆλθον Σύνοδοι Πανορθόδοξοι (4) τέσσαρες, ἤτοι (3) τρεῖς τοῦ ἱερεμίου καί (1) μία τοῦ ἀνθίμου, Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν. Ὡσαύτως γράφετε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας, διά τήν ἀναγνώρισιν τοῦ Νέου ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλη¬σίας. Βεβαίως αὐτά συμβαίνουν ἀληθῶς πού γράφετε, ἀλλ' ὅταν ὅμως ἡ ὅλη Ἐκκλησία διάγει ἐν εἰρηνικῆ περιόδω καί δέν ὑπάρχουν εἰς αὐτήν σχίσματα καί διαιρέσεις. Διότι λ.χ. πῶς ἦτο δυνατόν τό Πατριαρχεῖον τῶν Ἱεροσολύμων νά σᾶς ἀναγνωρίση δι' ἕνα ἐπίσκοπον τῆς νέας ἱδρυθείσης Ἐκκλησίας τῆς στερρῶς ἐχομένης τῶν δογμάτων, κανόνων καί παραδόσεων ἤ δι' ἕνα ἀρχηγόν αὐτῆς, καθ' ἥν στιγμήν ἔπρεπε πρῶτον νά καθορίση τήν θέσιν της ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δηλαδή νά τήν παρακαλέση νά ἐπανέλθη εἰς τήν θέσιν της νά διαμαρτυρηθῆ διά τήν καινοτομίαν της, καί τέλος ν' ἀποκόψη τήν πνευματικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτῆς. Ἐνῶ λοιπόν δέν ἔπραξε ὅλα αὐτά ὡς εἶχεν ἱερόν καθῆκον, ὡς καί κάθε (τοπική) Ἐκκλησία, πῶς εἴχατε τήν ἀξίωσιν σοφέ κανονιολόγε νά σᾶς ἀναγνωρίση ὡς ἐπίσκοπον ἤ τόν πάτρωνά σας Δημη¬τριάδος ὡς ἀρχηγόν, καθ' στιγμήν δέχεται καί συλλειτουργῆ μέ τούς ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς τῆς καινοτόμου Ἐκκλησίας ταύτης;
Γράφετε ὁσιώτατε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας ὅτι, ὅταν ὁ προϊστά-μενος ἤ τό πλεῖστον τῶν ἀρχιερέων μιᾶς Ἐκκλησίας, εἰσαγάγωσι εἰς τήν Ἐκκλησίαν των μίαν καινοτομίαν, ὅτι δικαιοῦνται οἱ Ὀρθοδοξοῦντες Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας ταύτης νά διακόψωσιν τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτῶν, πρό συνοδικῆς διαγνώμης, ἵνα μή ὦσι καί οὗτοι συνυπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς ὅλης Ἐκκλησίας διά τήν καινοτομίαν, ἀλλ' ὅμως ὅτι δέν δικαιοῦνται νά κηρύξωσι τούς καινοτομήσαντας Ἀρχιερεῖς Σχισματικούς, καί εἰς καθαίρεσιν νά ὑποβάλλωσιν αὐτούς, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας κ.λπ. Καί ὅτι ἡ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας καί ἡ παῦσις τοῦ μνημοσύνου αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδοξούντων οὐχί μόνον δέν κατακρίνεται ἀλλά καί ἐπαινεῖται.
Καί Σᾶς ἀπαντῶμεν, καί ἐπ' αὐτοῦ, ὅτι ἀφοῦ δικαιούμεθα νά διακόψωμεν τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετά τῆς Ἐκκλησίας ταύτης καί πρός Συνοδικῆς διαγνώμης, ἵνα μή εἴμεθα συνυπεύθυνοι, καί εἰς τό μνημόσυνον ἀκόμη αὐτῆς, πῶς δέν δικαιούμεθα νά τήν ἀποκαλέσωμεν Σχισματικήν, ἀφοῦ τήν κατεδίκασαν Πανορθόδοξοι Σύνοδοι ὡς ἀνωτέρω καί τήν ἀπεκάλεσαν σχισματικήν καί διέταξαν καί ὅλας τάς μετέπειτα Ἐκκλησίας νά σεβασθοῦν καί νά ἀκολουθήσωσι τάς ἀποφάσεις αὐτῶν καί μετ' ἐπιτιμίων μάλιστα; Καί ἐν τοιαύτη περιπτώσει ποίαν εὐθύνην θά φέρωμεν, ὅπως γράφετε, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μήπως ἱστορικήν ἤ ἐθνικήν ἤ φυλετικήν ἤ ἄλλην τινά; ἀσφαλῶς ἄλλην τινά εὐθύνην. Δηλαδή ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅπου δέν ἠκολουθήσαμεν καί δέν ἐσεβάσθημεν τάς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν κατά ἔμπνευσιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀποφασισάντων. Καί ἑπομένως τήν εὐθύνην ταύτην θά τήν πληρώσωμεν μέ τήν ἀθάνατον ψυχήν μας, ἥτις τοιουτοτρόπως ἀσεβοῦσα εἰς τάς ἀποφάσεις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀσφαλῶς καί τελεσιδίκως θά μεταβῶμεν εἰς τήν αἰώνιον κόλασιν.
Βεβαίως μία μερίς κληρικῶν κ.λπ., ὡς γράφετε, τότε καί μόνον δέν δικαιοῦται νά κηρύξη μίαν Ἐκκλησίαν Σχισματικήν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ἥτις ἐστίν ἡ μόνη ἁρμοδία, ὅταν πρόκειται περί μιᾶς τελείως νέας καινοτομίας ἀναφανείσης, ἥτις οὐδέποτε κατεδικάσθη. Ὅταν ὅμως πρόκειται περί παλαιᾶς αἱρέσεως ἤ καινοτομίας ἥτις κατεδικάσθη ὑπό Οἰκου-μενικῶν Συνόδων ἤ Πανορθοδόξων, ταύτην δέν εἶναι ἀνάγκη νά συνέλθη νέα Σύνοδος νά τήν καταδικάση διότι τότε ἡ νέα Σύνοδος ἀσεβεῖ καί ἀθετεῖ τήν ἀπόφασιν τῆς παλαιᾶς. Ἀλλά πρέπει ἀμέσως καί τά ἄτομα καί αἱ Ἐκκλησίαι νά ἐφαρμόσουν τήν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου ταύτης ἄνευ οὐδεμιᾶς διαδικασίας. Αὐτό λοιπόν ἐπράξαμεν καί ἡμεῖς ἐν προκειμένω. Διότι πότε μᾶς εἴδατε νά συνέλθωμεν νά κάμωμεν καμμίαν πρᾶξιν ἐναντίον τῆς καινοτόμου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά τήν κηρύξωμεν σχισματικήν, καί νά καθήρωμεν τούς ἀρχιερεῖς Αὐτῆς ὡς μᾶς κατηγορεῖτε; ἡμεῖς ἐφαρμόσαμεν ἁπλῶς τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τῶν Ἱερεμίου καί Ἀνθίμου καί τίποτε περισσότερον; Καί ἐφ' ὅσον αὗται μᾶς λέγουν ὅτι οἱ ἀκολουθοῦντες τήν καινοτομίαν ταύτην εἶναι σχισματικοί, Βλάσφημοι τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀφορισμένοι ἀπό τόν Θεόν, ἄμοιροι τῆς θείας χάριτος καί ὅτι ἤδη ἠρνήθησαν τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί ἡμεῖς αὐτό λέγωμεν καί αὐτό πράττομεν, καί τίποτε περισσότερον. Καί ὅπως καί ὑμεῖς λέγητε ὅτι εἰς αὐτούς δέν ὀφείλεται ὑπακοή ὡς ἀποστάτας, τοῦτο καί ἡμεῖς πράττομεν ἵνα μή εὑρεθῶμεν ἔνοχοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Διότι ποία ἐπικοινωνία φωτός μετά τοῦ σκότους; Καί ἄν, ὡς λέγετε, εἴμεθα παρασυνάγωγοι ἡμεῖς, τότε σεῖς εἶσθε πρῶτοι παρασυνάγωγοι, διότι σεῖς πρῶτοι ὡς ἐπίσκοποι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν καί μή ἔχουσαν χάριν, ὅταν ἐξήλθατε τό 1935. Διότι ἀπό τότε ὅπου ὅλοι μαζί ἀπεκαλέσαμεν τήν Ἐκκλησίαν ταύτην σχισματικήν οὐδέποτε ἔκτοτε μόνος μου ἤ μετ' ἄλλου τινός, ἀπέστειλα τοιαύτην πρᾶξιν. Καί βεβαίως ἀφοῦ σεῖς πρῶτοι ὡς ἐπίσκοποι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν, συμφώνως μέ τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, καί τώρα ἀφοῦ τήν φέρετε πάλιν ὑπόδικον καί λοιπά, τότε καί σεῖς εἶσθε ὅμοιοι ἐκείνης καί οὐχί μόνον σχισματικοί ἀλλά καί καθηρημένοι μάλιστα, διά τῆς ἰδίας σας ὑπογραφῆς.
Μᾶς κατηγορεῖτε ὁσιώτατε ὅτι ἀγνοοῦμεν τό Κανονικόν δίκαιον, καί τό πνεῦμα τῶν Θείων καί ἱερῶν κανόνων κ.τ.λ. Καί σᾶς ἀπαντῶμεν ὅτι δέν εἴδομεν μέχρι σήμερον, οὔτε εἰς τό Κανονικόν Δίκαιον οὔτε εἰς τούς θείους καί ἱερούς Κανόνας νά λέγωσι ὅτι οἱ αἱρετικοί ἤ οἱ σχισματικοί ἔχωσι χάριν καί τά μυστήριά των εἶναι ἔγκυρα, ἀλλά τοὐναντίον καθυποβάλλωσιν αὐτούς τῶ ἀναθέματι, τήν καθαίρεσιν, τόν ἀφορισμόν καί τάς ἀράς τῶν Ἁγίων Πατέρων, καί τόν χωρισμόν ἀπ' αὐτῶν τῶν πιστῶν. Ἑπομένως οὐχί μόνον δέν ἀσεβοῦμεν πρός τήν Θείαν Χάριν ἀλλά σεβώμεθα καί τιμῶμεν ταύτην ἐξ ὅλης ψυχῆς καρδίας ἰσχύος καί διανοίας. Καί ὅτι τά μυστήρια τῶν σχισματικῶν καί αὐτοί ἀκόμη οἱ ἱερεῖς κ.λπ. δέν ἔχουσι χάριν βλέπε τόν α’ κανόνα τοῦ Μεγ. Βασιλείου. (Βλέπε τοῦτον ἔμπροσθεν).
Ὅσον ἀφορᾶ δέ διά τούς προσερχομένους σχισματικούς εἰς τήν Ὀρθοδο-ξίαν, τούς οἰκονομοῦμεν ὅπως μᾶς διατάσσει ἡ Ἐκκλησία, ἥτις μᾶς λέγει διά τοῦ α’ κανόνος τοῦ Μεγ. Βασιλείου. 1) Νά μυρώνωμεν τούς βαπτισθέντας εἰς τό ἐκείνου βάπτισμα. 2) Κατά τόν Η’ κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου νά δεχώμεθα αὐτούς διά λιβέλου. 3) Διά Ὁμολογίας πίστεως κατά τό Συνοδικόν τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί 4) Διά χειροθεσίας κατά τόν αὐτόν Η’ κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τούς Ἱερεῖς τούς χειροτονηθέντας ἀπό τούς σχισματικούς Ἀρχιερεῖς. Αὐτά μᾶς λέγει νά πράττωμεν καί αὐτά πράττομεν. Δέν μᾶς λέγει οὔτε νά ἀναβαπτίζωμεν, οὔτε νά χειροτονῶμεν πάλιν τούς ἱερεῖς των, οὔτε νά στεφανώνωμεν καί πάλιν γενικῶς νά ἐπαναλαμβάνωμεν ἐκ νέου τά μυστήρια καί τοῦτο διότι εἶναι σχισματικοί καί οὐχί Αἱρετικοί, διά τούς ὁποίους αἱρετικούς βεβαίως πρέπει νά τελεσθοῦν ἐξ ὑπ' ἀρχῆς τά μυστήρια. Καί βεβαίως οἱ σχισματικοί δέν ἔχουν τήν χάριν, ὅταν ὅμως μετανοήσουν καί Ὁμολογήσουν τήν Ὀρθοδοξίαν καί γίνουν ὅλα τ' ἀνωτέρω τότε ἐπανακτοῦν τήν ἀπωλεσθεῖσαν χάριν καί βλέπε πρός τοῦτο τήν ὑποσημείωσιν 1) τοῦ Η’ κανόνος τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Καί τοῦτο ἄλλωστε τό ὑπαγορεύει καί ἡ λογική, διότι ἐκτός τοῦ ὅτι ὁ Σχισματικός δέν εἶναι ἀσεβής ἤ αἱρετικός ἀλλά πλησιέστερον ἀπ' αὐτούς πρός τόν ὀρθόδοξον Χριστιανόν, ὁμοιάζει ὅμως πρός τόν ἁμαρτωλόν, ὅστις παραμέ¬νει ἐν τῆ ἁμαρτία, εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ διά τήν αἰώνιον κόλασιν, ὅταν ὅμως μετανοήση καί λάβη τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν του διά χειροθεσίας τοῦ Πνευματικοῦ του πατρός, τότε πλησιάζει πρός τόν Θεόν καί εἶναι ἄξιος τῆς αἰωνίου ζωῆς. Καί ὅπως ὁ αὐτός ἁμαρτωλός ὅταν παραμένη εἰς τήν ἀμετα¬νόητον θέσιν καθίσταται ὀλίγον κατ' ὀλίγον ἀσεβής, οὕτω καί ὁ Σχισματικός ὅταν παραμένη ἐν τῶ Σχίσματι καθίσταται Σχισματοαιρετικός καί κατόπιν τέλειος αἱρετικός, κατά τήν ὑποσημείωσιν τοῦ α’ κανόνος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε μᾶς ἀποκαλεῖτε ἱεροσύλους καί μή γνωρίζοντας τί πράττομεν; Ἤ μήπως ἐξ ἰδίων κρίνετε τά ἀλλότρια, ὅπου οὐδέποτε μυρώνετε τά κακόδοξα βρέφη, ἤ Ὁμολογῆτε τούς χριστιανούς; Ἤ τούς ὑποβάλλετε εἰς Λιβέλλους, ἤ χειροθετῆτε τούς κακοδόξους χειροτονηθέντας ἱερεῖς; Ἐάν δέ δέν μυρώνωμεν τούς γονεῖς τῶν κακοδόξων τέκνων τοῦτο, τό πράττομεν διότι αὐτοί ἔχουν βαπτισθῆ καί μυρωθῆ Ὀρθοδόξως καί πρίν τοῦ Σχίσματος καί οὐχί μόνον περιττεύει εἰς αὐτούς ἡ ἀναμύρωσις, ἀλλά εἶναι καί ἐφάμαρτον κατά τούς θείους καί ἱερούς κανόνας, καί ἀρκούμεθα μόνον εἰς τήν Ὁμολογίαν ἤ λίβελλον.
Ἐάν δέ εὐδοκήση ὁ Κύριος καί ἐκλείψη τό ἡμερολογιακόν Σχίσμα καί ἑνωθοῦν ὅλαι αἱ τοπικαί Ἐκκλησίαι Ὀρθοδόξως τότε περιττεύουν καί τά μυρώματα - χειροθεσίαι, Ὁμολογίαι - λίβελλοι κ.λπ. διότι ἐκλείπει τελείως τό Σχίσμα καί δύναται ἡ Ὅλη Ἐκκλησία νά μετέλθη πᾶσαν οἰκονομίαν, ὡς ἔπραξεν ἡ ΣΤ’ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τούς Νεστοριανούς (Κανών 95). Καί τήν γνώμην τῆς ἀκυρώσεως τῶν μυστηρίων δέν ἔχομεν ἡμεῖς ἀλλ' αἱ Πανορθόδοξοι Σύνοδοι, αἱ ἐπί Ἱερεμίου καί Ἀνθίμου, καταδικάσασαι τήν ἡμερολογιακήν Και¬νοτομίαν καί ἄν αὗται αἱ Σύνοδοι εἶναι ἱερόσυλοι τότε εἴμεθα καί ἡμεῖς.
Προσπαθεῖτε, ὁσιώτατε, νά δικαιολογηθῆτε ὅτι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν ἀλλά δυνάμει μόνον καί οὐχί καί ἐνεργεία διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα μόνον Συνόδου. Καί σᾶς ἐρωτῶμεν, ὅταν ἐξήλθατε τό 1935 καί μέχρι τοῦ 1942 ἀκόμη, διατί εἰς κανένα δημοσίευμά σας δέν ἀναφέρετε ὅτι εἶναι μόνον δυνάμει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Σχισματική, καί οὐχί ἐνεργεία, παρά τό λέγετε τώρα(35); Ἤ μήπως τώρα ὅπου δέν δύνασθε νά διαφύγετε τόν ἔλεγχον τοῦ κόσμου καί ἡμῶν, ὅταν πρό δύο μηνῶν ἐπρόκειτο νά ἐπιτευχθῆ συνάντησις μεταξύ ἡμῶν τε καί ὑμῶν διά τήν ἕνωσιν, ἥν οὐδόλως ποθῆτε; Ἀσφαλῶς καί αὐτό εἶναι, καί ὅτι οὐδέν κρυπτόν ὅ οὐ μή φανερόν γενήσεται.
Ὁσιώτατε, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, εἰς τήν ὑποσημείωσιν τοῦ Γ’ κανόνος ὄντως, ρητῶς ἀναγράφεται τό περί δυνάμει καί ἐνεργεία, καί πάλιν, πολύ ὀρθῶς σημειώνει ὅτι δηλαδή μία Τοπική Ἐκκλησία ὑποπέσασα εἰς αἴρεσιν ἤ Σχίσμα πρέπει νά συνέλθη ἡ ἁρμοδία Σύνοδος διά νά τήν δικάση καί κηρύξη αἱρετικήν ἤ Σχισματικήν, διότι δέν δύναται ὁ καθείς νά δικάζη τόν ἄλλον ἀναρμοδίως καί πολύ μᾶλλον ὁλόκληρον Ἐκκλησίαν. Αὐτό ὅμως, ὁσιώτατε, εἰς τήν παροῦσαν περίπτωσιν ἔγινε καί κατεδικάσθη τετράκις ὡς ἀνωτέρω εἴπωμεν ἡ καινοτομία τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ὑπό τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων, ὡς ὑμεῖς ἐγράψατε πολλάκις, ἑπομένως τί ἔτι χρείαν ἔχομεν καί ἄλλης Συνόδου; Ἐν τοιαύτη περιπτώσει πρέπει νά συνέλθη καί ἄλλη Σύνοδος νά καταδικάση τούς Ἀρειανούς, τούς Νεστοριανούς, τούς Μονοφυσίτας, τούς Μασόνους καί λοιπούς αἱρετικούς, οἴτινες κατεδικάσθησαν ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τοπικῶν καί Πανορθοδόξων τοιούτων; Ἤ μήπως σήμερον δέν ἔχωμεν τοιούτους αἱρετι-κούς; Ἐφ' ὅσον ὅμως οὗτοι ἅπαντες κατεδικάσθησαν, δέον χρειάζεται βεβαίως κατ' αὐτῶν καί νέα καταδίκη, κατά τό «οὐκ ἐκδικήσεις δίς ἐπί τό αὐτό» τῶν θείων καί Ἱερῶν Κανόνων. Οὕτω λοιπόν καί παρομοίως συμβαίνει καί μέ τήν ἡμερολογιακήν Καινοτομίαν, κατεδικάσθη (ἐν τῆς γενέσει της) τετράκις ὑπό Πανορθοδόξων Συνόδων καί εἶναι οὐχί μόνον δυνάμει σχισματική, ἀλλά καί ἐνεργεία. Μή παραπαίετε λοιπόν καί βλασφημῆτε σοφέ διδάσκαλε, ἐναντίον τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Διότι τό Πανάγιον Πνεῦμα ἤ καθαγιάζει ἤ βδελύττεται, μέσος ὅρος δέν χωρεῖ. Καί ἄν ἡ Ἐκκλησία αὕτη ἡ καταδικασθεῖσα ἔχει τήν χάριν, τότε δέν τήν ἔχομεν ἡμεῖς ἅπαντες, καί ἄν τήν ἔχωμεν ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τήν ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν δέν τήν ἔχει αὕτη, ἕν λοιπόν ἐκ τῶν δύο, καί οὐχί καί τά δύο. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι λοιπόν ὁμιλοῦν γενικῶς καί περί παντός ζητήματος ΝΕΟΥ τό ὁποῖον κατά καιρούς γεννᾶται εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί οὐχί περί δεδικασμένου ζητήματος ὡς ἀνωτέρω.
Λέγετε, ὁσιώτατε, ὅτι δέν εἴχατε ὅλα τά Κανονικά στοιχεῖα διά νά δικάσητε τούς καινοτομήσαντας ἱεράρχας τῆς Ἑλλάδος διότι δέν εἶσθε Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη, καί ὅτι μόνον μία Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη δύναται νά δικάση τούς κληρικούς της ἐγκύρως. Καί σᾶς ἀπαντῶμεν εἰς τοῦτο ὅτι τά Κανονικά στοιχεῖα τά εἴχατε, ἀλλά δέν εἴχατε πίστιν νά τά ἐφαρμόσετε. Ποῖα δέ εἶναι ταῦτα. 1) Μετά τήν ἀπόσχισίν σας ἐκ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας ἔπρεπε νά χειροτονήσετε Ἀρχιερεῖς ἀρκετούς 10, 20, 30 ἀπό τούς ὑπάρχοντας ἐν τῶ ἀγῶνι δεδοκιμασμένους Ἱερομονάχους, διά νά ἔχητε τόν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν πρός συγκρότησιν κανονικοῦ Ἐκκλησια¬στικοῦ δικαστηρίου. 2) Νά διαμαρτυρηθῆτε εἰς ὅλα τά Πατριαρχεῖα καί Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας διά τήν καινοτομίαν ταύτην καί 3) Ἄν τά Πατριαρ¬χεῖα καί αἱ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι δέν ἐλάμβανον μέρος νά σᾶς βοηθήσουν καί νά κανονίσουν τήν θέσιν των ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τότε νά ἐκάμνατε σεῖς τό καθῆκον σας νά κηρύττατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματική καί νά ἐκκαθήρατε τούς ἱεράρχας αὐτῆς κ.λπ., ὡς λέγετε ὅτι ἔπρεπε νά εἴχατε τά μέσα, ἰδού τά μέσα. Ἀλλά σεῖς δέν ἐπράξατε αὐτό, παρά πείρατε κακοδόξους ἱερομονάχους καί ἐχειροτονήσατε ἀρχιερεῖς ἔχοντας διπλώματα τῆς Θεολογίας καί οὐχί καί πίστιν μέ ἔργα ὡς ἀπεδείχθη, καί τώρα λέγετε διαφόρους δικαιολογίας. ἐάν λοιπόν νομίζητε ὅτι ἔπρεπε νά κηρύξητε τήν Ἐκκλησίαν ταύτην Σχισματικήν αὐτό ἔπρεπε νά πράξητε.
Ἀλλά ἔχετε τήν γνώμην ὅτι μόνον Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη ἔχει τό δικαίωμα νά δικάση ἐγκύρως τούς κληρικούς της, καί ὅτι ἡμεῖς ἅπαντες ἀποτελοῦμεν μίαν καί τήν αὐτήν Ἐκκλησίαν μέ τήν καινοτόμον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καί ἀφοῦ αὐτή εἶναι ἀνεγνωρισμένη Ἐκκλησία καί δικάζει ἐγκύρως, τότε ἡ καταδίκη σας εἶναι ἐγκυροτάτη καί ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν καί νῦν ἐπαναλαμβάνομεν, σεῖς εἶσθε πλέον καθηρημένος. Λοιπόν τί θέλετε τότε καί ἐκμεταλλεύεσθε τούς Ὀρθοδό¬ξους Χριστιανούς; Καί διατί δέν σέβεσθε τήν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας σας; Εἶσθε λοιπόν ἀπειθής καί ἀντάρτης ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας σας, καί εἶναι αἶσχος δι' ὑμᾶς νά λέγητε ὅτι εἶσθε ὀρθόδοξος Χριστιανός. ἡμεῖς χάριτι Χριστοῦ ἀνήκομεν εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν, Ἀποστολικήν καί ἀνατολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καί ἐν ὀνόματι Αὐτῆς ἐλάβομεν τό ἐπισκοπικόν ἀξίωμα, καί οὐχί τῆς κακοδόξου Σχισματικῆς. Καί ἀποροῦμεν ὁσιώτατε οὐχί δι' ὑμᾶς, ἀλλά διά τούς ἀκολουθοῦντας ὀπαδούς σας καί πρό πάντων τούς κληρικούς, τί πώρωσιν ψυχικήν ἔπαθον, ἐνῶ βλέπουν ὅπου γράφετε ὅτι ἀνήκετε εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι αὕτη ἔχει τήν χάριν καί αἱ πράξεις της εἶναι ἔγκυροι καί σᾶς ἀκολουθοῦν ἀκόμη! Ἀλλά κατά τό Εὐαγγελικόν λόγιον «Καιρός κατά τόν ὁποῖον θά πλανηθῶσιν καί οἱ ἐκλεκτοί». Καί πάλιν «Πολλοί εἰσί κλητοί ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί». Καί κατόπιν τούτων ἁπάντων, ἔχετε ἀκόμη τό θράσος καί τήν ἀναίδειαν νά γράφετε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας, τῆς 1ης Ἰουνίου 1944, ἄς μήν εἴπη κανείς ὅτι δέν ἀξίζει τόν κόπον νά εἶναι παλαιοημερολογίτης καί νά ὑπόκειται εἰς διωγμούς, χλευασμούς κ.λπ. Δηλαδή ἀξίζει κανείς τόν κόπο νά εἶναι καί παλαιοημερολογίτης, ἀλλά καί νά παίρνη καί τήν χάριν ἀπό τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, καί νά μήν ἔχη τάς ἀράς καί τά ἀναθέματα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Δηλαδή προσκυνήσατε τόν Θεόν, προσκυνήσατε καί τόν Σατανᾶν.
Αὐτά εἶναι, ἀγαπητά ἐν Κυρίω τέκνα, τά χάλια πάντων τῶν ἐκ τῆς κακοδοξίας ἐλθόντων ἀρχιερέων, καί ὁ καθείς ἄς ἀνοίξη καλῶς τούς ψυχικούς του ὀφθαλμούς νά ἴδη ποῦ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Σεῖς δέ, τέκνα μου ἐν Κυρίω ἀγαπητά, νά ἐνεργήσητε σταθερά κατά τόν Γ’ κανόνα τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Κοινῶς δέ τούς τῆ Ὀρθοδόξω καί Οἰκουμενικῆ Συνόδω συμφρονοῦντας κληρικούς κελεύομεν τοῖς ἀποστατήσασιν ἤ ἀφισταμένοις ἐπισκόπους μηδ' ὅλως ὑποκεῖσθαι κατά μηδένα τρόπον». Κατά δέ τόν σοφόν Βριένιον, «ἀλλ' ὡς μή πιθανά τῆσι δόξω λέγειν καί οὐκ' ἀληθῆ ἐπί τά τῶν ἁγίων ἄπειμι, ταὐτόν δ' εἰπεῖν τοῦ Πνεύματος ἁγίου ρητά. «Εἴτις ἀκοινωνήτω κἄν ἐν οἴκω συνεύξηται, καί οὗτος ἀφοριζέσθω», (δέκατος τῶν ἀποστόλων κανών) «Μή εἶναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις,... μήτε κατ' οἴκοις εἰσιόντας συνεύχεσθαι», (δεύτερος τῆς ἐν ἀντιοχεία), «ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἤ Σχισματικοῖς συνεύχεσθαι», (τρίτος καί τριακοστός ἐν Λαοδικεία): «ὧν τό φρόνημα ἀποστρεφόμεθα τούτων καί ἀπό τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν», (Φωνή Μεγάλου Βασιλείου). Ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως Γερμανός ὁ Β’ γράφων πρός τούς Κυπρίους ἔλεγεν: «Ἐπισκήπτομαι πᾶσιν τῆς ἐν Κύπρω λαϊκοῖς, ὅσοι τῆς Καθολικῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἐστέ τέκνα γνήσια, φεύγειν ὅλω ποδί ἀπό τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῆ Λατινικῆ ὑποταγῆ, μηδέ εἰς Ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθαι, μηδέ εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν λαμβάνειν τήν τυχοῦσαν. Κρεῖσσον γάρ ἐστίν ὁ ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῶ Θεῶ προσεύχεσθαι, κατά μόνας ἤ ἐπί Ἐκκλησίας συνάγεσθαι μετά τῶν λατινοφρό¬νων, εἰδ' ἄλλως οὖν τήν αὐτήν αὐτοῖς ὑφέξετε κόλασιν».
Διότι πῶς νά ἔχη τις τάς χάριτας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἔχη κακόδοξα φρονήματα; ἀφοῦ γνωρίζομεν ὅτι ὁ ὑποτακτικός τοῦ ἁγίου Παϊσίου ἐπειδή ἀμφέβαλε καί εἶπεν μόνον τό -Ἴσως- ἐπέταξεν ἐξ αὐτοῦ ἡ χάρις τοῦ Βαπτίσματος καί ἀφοῦ τόν εἶδεν ὁ Ἅγιος Παΐσιος τόσον δυστυχῆ, δέν τόν ὠνόμασε πλέον υἱόν! ἀλλ' εἶπεν φύγε ἀπ' ἐμοῦ ἄνθρωπε! (βλέπε βίον Παϊσίου τοῦ Μεγάλου). Καί διά τοῦτο ἡ Σύνοδος τῆς ἀντιοχείας διά τοῦ Α’ Κανόνος αὐτῆς εἶπεν ὅτι οἱ ἔχοντες φρονήματα αἱρετικά, ἀπό τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὡς ξένους ἀποβλήτους τῆς Ἐκκλησίας κατεδίκασεν, ὡς διακε-λεύει καί ἡ ἀπόφασις τῆς Ὀρθοδόξου Συνόδου τοῦ Ἀνθίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρ-χου τό 1848, «ἤ πρᾶξαι, ἤ συμβουλεῦσαι, ἤ διανοηθῆναι ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα τοῦ βλασφημεῖν εἰς τό Πανάγιον Πνεῦμα, ὡς τάχα μή ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς γραφαῖς καί Ἱεραῖς Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις». Ἀλλά «στήκετε καί κρατεῖτε τάς Παραδόσεις ἄς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν», κατά τόν Μακάριον Παῦλον. Διότι κατά τόν αὐτόν Ἀπόστολον «ἡ πίστις ἡμῶν μή ἐν σοφία ἀνθρώπων ἀλλ' ἐν δυνάμει Θεοῦ» (Α’ Κορινθ. Β’ 5). Μένετε πιστοί καί ἀκλόνητοι εἰς ὅσα ἐδιδάχθητε, ἠκούσατε, εἴδατε καί ἐμάθατε ἐν τῆ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία, καί ὅσα εἴδατε ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα ἁγνά, ὅσα ἠθικά, ὅσα ἅγια καί δίκαια ταῦτα πράττετε εἰς ταῦτα ἐμείνατε, καί ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης καί Πατήρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Αὐτοῦ Πνεύματος εἴη μετά πάντων ἡμῶν ἀδελφοί. Ἀμήν.
Ἐν τῆ Ἱερᾶ καί Σεβασμία Μονῆ τῆς Κυρίας Θεοτόκου Πευκοβουνογια-τρίσσης Κερατέας Ἀττικῆς τῆ 21 Σεπτεμβρίου 1944.
† Ὁ ἐν Ἐπισκόποις ἐλάχιστος Βρεσθένης Ματθαῖος»
Subscribe to:
Posts (Atom)
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ «ΕΠΕΒΑΛΟΝ» ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΙΣ ΕΜΕ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 3219/17.6.2005 ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΝ
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΚΥΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΝ «ΠΡΑΞΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ» ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠ...
-
Επίσκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης 2 λεπτά · Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ Στην...
-
Ολόκληρη η ΑΛΗΘΕΙΑ περί της στάσεως του Αγίου Χρυσοστόμου απέναντι στους ΣΤΑΣΙΑΣΤΑΣ επισκόπους Λ ί α ν - α π ο κ α λ υ π τ ι κ ά κείμενα ύστ...
-
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΙΕΡΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΝ...